Press "Enter" to skip to content

Newell’s Old Boys – Το κοκκινόμαυρο ημισφαίριο του Ροσάριο

Στις 3 του Νοέμβρη του 1903, το Αγγλοαμερικανικό Εμπορικό Κολλέγιο του Ροσάριο δημιουργεί τον ποδοσφαιρικό του σύλλογο, δίνοντας έτσι πνοή στο όνειρο του ιδρυτή του Isaac Newell, που είχε το πάθος να ενσταλλάξει στους μαθητές του κολλεγίου και τον πληθυσμό της πόλης τη δική του αφοσίωση για το φουτμπώλ, το σπορ που κουβάλησε από την πατρίδα του.

Ο Isaac Newell, ένας ατίθασος νέος από το Kent, έφυγε από την πατρίδα του σε ηλικία 16 ετών για να βρει μία διαφορετική πορεία και να κυνηγήσει ένα άγνωστο όνειρο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Φτάνοντας με ένα εμποροεπιβατικό βαπόρι στην Αργεντινή, μαζί με μερικούς γνωστούς του πατέρα του, η μακρά πορεία τους κατέληξε στην πόλη του Ροσάριο. Εκεί, με ένα γράμμα-σύσταση του πατέρα του βρήκε δουλειά ως τηλεγραφιστής, συνεχίζοντας παράλληλα και τις σπουδές του.

Σε ηλικία 23 ετών παντρεύτηκε την Anna Margareth Jockinsen, με την οποία απέκτησαν αμφότεροι δίπλωμα άσκησης του επαγγέλματος του καθηγητή της αγγλικής γλώσσας, από το Αγγλικανικό κολλέγιο, το 1878. Την ίδια χρονιά ήρθε στη ζωή και ο γιος του, Claudio Lorenzo, ενώ ακολούθησαν ακόμα 5 τέκνα της οικογένειας. Το 1884, ο Isaac Newell αγόρασε μια έκταση στο Ροσάριο, δανειζόμενος από την Επαρχιακή Τράπεζα της Santa Fe, προκειμένου να δημιουργήσει το Αγγλοαργεντίνικο Εμπορικό Κολλέγιο. Το Colegio Comercial ήταν το πρώτο του είδους του που δεν αποτελούσε αποκλειστικά καθολικό θεσμό στο Ροσάριο.

Στο πρόγραμμα του Κολλεγίου ο Isaac επέμεινε στην ενσωμάτωση και ανάπτυξη της φυσικής άσκησης, φέρνοντας κοντά στο ποδόσφαιρο αμέτρητους μαθητές, που έγιναν φορείς αυτής της παράδοσης. Αυτός ήταν και ο σπόρος για να δημιουργηθεί το 1903 ο ποδοσφαιρικός σύλλογος από αποφοίτους του κολλεγίου. Τα χρώματα του κολλεγίου και μετέπειτα του αντίστοιχου ποδοσφαιρικού συλλόγου ήταν το κόκκινο, για την πατρίδα του Isaac, Αγγλία, και το μαύρο, για την πατρίδα της συζύγου του, Margareth, Γερμανία.

Το 1907, λίγο μετά το θάνατο του ιδρυτή του συλλόγου, έγινε και η επίσημη έγκριση του καταστατικού, στο οποίο υιοθετήθηκαν τα χρώματα του κολλεγίου και δόθηκε για αποφασίστηκε το όνομά του, Newell’s προς τιμήν του ιδρυτή του και Old Boys, όπως συνηθίζεται στην αγγλική παράδοση να ονομάζονται όλοι οι σύλλογοι που δημιουργήθηκαν από αποφοίτους κολλεγίων.

Την ίδια περίπου εποχή, μία πρόταση προς τους ποδοσφαιριστές της νεοσύστατης Newell’s Old Boys, από το νοσοκομείο Carasco, που λειτουργούσε τότε ως κέντρο θεραπείας της λέπρας, να παρεβρεθούν στο νοσοκομείο για μια συνάντηση στήριξης του έργου του, αντί της άλλης μεγάλης ομάδας της πόλης, της Rosario Central, έδωσε και στο σύλλογο το παρατσούκλι που τον συνοδεύει ως σήμερα: “οι λεπροί”.

Η πορεία της Newell’s Old Boys ξεκίνησε από το τοπικό πρωτάθλημα του Ροσάριο το 1905. Από τα πρώτα εκείνα χρόνια έγινε και ο απόλυτος διαχωρισμός της πόλης, που τη διχοτόμησε σε δύο στρατόπεδα, το μπλε-κίτρινο της Central και το κοκκινόμαυρο της Newell’s. Αυτή η αντιπαλότητα έμελε να αποκτήσει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από τα ντέρμπι οποιασδήποτε άλλης πόλης, καθώς οι δύο ομάδες κατέκτησαν σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού της. Για παράδειγμα, στη Buenos Aires το μεγαλύτερο ντέρμπι, το λεγόμενο superclasico, είναι το Boca-River. Όμως στην πρωτεύουσα υπάρχουν πολλές ακόμα ομάδες που συμμετέχουν στην κορυφαία κατηγορία, ενώ υπάρχουν κι άλλα ιστορικά ντέρμπι, όπως αυτό της Avellaneda, μεταξύ της Racing και της Independiente, που αφήνουν ένα μεγάλο κομμάτι του ποδοσφαιρόφιλου (δηλαδή σχεδόν του συνόλου του) πληθυσμού της πόλης ουδέτερο ή και θεωρητικά αδιάφορο. Όμως στο Ροσάριο δεν υπάρχουν ουδέτεροι, είναι όλοι είτε με τη Central είτε με τη Newell’s και αυτό φτάνει να έχει χαρακτηριστικά παράνοιας με μεγάλο αντίκτυπο στην κοινωνική ζωή, ιδίως τις μέρες γύρω από τα ντέρμπι των δύο ομάδων.

Δεδομένης της συμμετοχής των 2 ομάδων στο τοπικό πρωτάθλημα του Ροσάριο για περίπου 3 δεκαετίες, μέχρι την πρώτη διοργάνωση των εθνικών πρωταθλημάτων το 1939, η κόντρα αυτή έκρινε και τους τίτλους, που πήγαιναν πότε στη μία και πότε στην άλλη ομάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1905 ως το 1930, στα ερασιτεχνικά χρόνια της διοργάνωσης, η Newell’s είχε κερδίσει 11 πρωταθλήματα, η Central 9, και μόλις 3 η Tiro Federal με ένα ακόμα να καταλήγει στη Belgrano. Με τη δημιουργία του επαγγελματικού πρωταθλήματος η κατάσταση δεν άλλαξε, με τις δύο ομάδες να κερδίζουν 6 τίτλους τα 8 χρόνια που σ’αυτό συμμετείχαν οι πρώτες ομάδες τους και τη Central Córdoba να καταφέρνει να αποσπάσει 2 πρωταθλήματα. Στη συνέχεια Newell’s και Central συνέχισαν να αγωνίζονται στο τοπικό πρωτάθλημα, όμως με τις δεύτερες ομάδες τους, καθώς η προτεραιότητα ήταν το εθνικό πρωτάθλημα της Primera.

Από το 1939 ως σήμερα η Newell’s αποτελεί έναν από τους συλλόγους που πρωταγωνιστούν στην Primera, έχοντας συλλέξει στη συνολική ιστορική κατάταξη τόσους βαθμούς που τη φέρνουν στην 7η θέση, μόλις κάτω από τους 5 μεγάλους συλλόγους και τη Vélez Sarsfield. Αυτό σημαίνει ότι είναι ιστορικά η καλύτερη ομάδα της χώρας έξω από την μητροπολιτική περιοχή του Buenos Aires.

Πριν από τη δημιουργία του εθνικού πρωταθλήματος και της επαγγελματικής κατηγορίας, ωστόσο, η Newell’s αποτέλεσε ουσιαστικά έναν από τους συλλόγους που έβαλαν τα θεμέλια για τη θεμελίωση της εθνικής αργεντίνικης αντίληψης του ποδοσφαίρου. Η ανάπτυξη του σπορ με τα ειδικά χαρακτηριστικά της ατομικής δεξιοτεχνίας, που οδήγησε και την εθνική ομάδα σε μεγάλες διακρίσεις μέχρι και την εποχή του Παγκοσμίου Κυπέλλου, αντανακλώνταν και στα διεθνή αποτελέσματα της Newell’s με αποκορύφωμα ένα ιστορικό 4-0 απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, στις 17 Ιουλίου του 1927.

Στα διεθνή αποτελέσματα της Newell’s πριν την εμφάνιση των διασυλλογικών διεθνών διοργανώσεων της Conmebol και του Διηπειρωτικού Κυπέλλου, ξεχωρίζει σίγουρα το τουρ στην Ευρώπη το 1949-1960. Κατά τη διάρκειά του η Newell’s αγωνίστηκε σε συνολικά 14 παιχνίδια, κερδίζοντας τα 9 από αυτά και φέρνοντας 3 ισοπαλίες, πετυχαίνοντας 40 γκολ και δεχόμενη 18. Από τα αποτελέσματα ξεχωρίζουν οι νίκες επί της Bilbao με 3-1, επί της Εθνικής Ισπανίας με 4-1, επί της Benfica με 5-0 και επί της ισχυρής τότε Rot-Weiss Essen, με 2-0.

Κατά τα χρόνια της Primera, η κατάσταση για τις ομάδες εκτός Buenos Aires ήταν πολύ δύσκολη. Πέρα από όλα τ’άλλα, έπρεπε να αγωνίζονται πολλές περισσότερες φορές σε εκτός έδρας αγώνες με δύσκολες μετακινήσεις, δημιουργώντας ένα φυσικό μειονέκτημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1939 και το πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα, μέχρι το 1966, μόνο οι 5 μεγάλες ομάδες είχαν κερδίσει κάποιο τίτλο. Αυτό το σερί έληξε το 1967 με τον τίτλο της Estudiantes του Zubeldía. Έτσι, το ντέρμπι του Ροσάριο με αμφότερες τις ομάδες του παρέμενε μια περιφερειακή υπόθεση.

H Newell’s έχει αγωνιστεί με τρομερή συνέπεια, ωστόσο, στην πρώτη κατηγορία. Μόλις 3 σεζόν βρέθηκε στη Β’ εθνική, μεταξύ του 1960 και 1963. Μάλιστα, ενώ την πρώτη σεζόν κέρδισε κατ’ευθείαν την επάνοδό της στην κορυφαία κατηγορία, η επιτροπή ποινών της AFA με μία απόφαση που δεν εξηγήθηκε ποτέ στο σύνολό της, αφαίρεσε 10 πόντους από τους πρωτοπόρους, στερώντας τους την άνοδο. Την ίδια χρονιά, ωστόσο, η Newell’s είχε την ευκαιρία να δώσει ένα φιλικό με την τεράστια Santos του Pelé, με την οποία ήρθε ισόπαλη, επιβεβαιώνοντας το επίπεδό της.

Με το ντέρμπι του Ροσάριο να κυριαρχεί στην ιστορία της, το πρώτο μεγάλο παιχνίδι της Newell’s σε εθνικό επίπεδο ήταν ο ημιτελικός του Nacional το 1971. Η μοίρα τα έφερε έτσι, ωστόσο, ώστε ο αντίπαλός της και σε αυτή την κορυφαία αναμέτρηση για την ως τότε ιστορία της να είναι η Central. Τελικά, η Newell’s με ένα γκολ του Aldo Pedro Poy που έμεινε στην ιστορία ως palomita, καθώς έτσι λέγεται από τότε η “κεφαλιά ψαράκι” στην Αργεντινή, έχασε την πρόκριση, βλέποντας την ιστορική της αντίπαλο να κατακτά τελικά τον εθνικό τίτλο εκείνη τη σεζόν, στον τελικό που έγινε μάλιστα στο δικό της γήπεδο (της Newell’s)!

Τελικά, η εκδίκηση και ο πρώτος μεγάλος τίτλος ήρθαν 3 χρόνια αργότερα, όταν στο Metropolitano η Newell’s προκρίθηκε ως πρώτη του ενός από τους 4 ομίλους για το τελικό τουρνουά που αναδείκνυε τον πρωταθλητή. Εκεί συμμετείχαν η Boca Juniors, η Huracán, καθώς και η αιώνια συμπολίτισσα αντίπαλος Central. Οι 4 ομάδες έδιναν από έναν αγώνα απέναντι στις άλλες 3, σε ένα μίνι πρωτάθλημα τριών αγωνιστικών. Στις 26 Μάη, αμφότερες οι ομάδες του Ροσάριο κέρδισαν, η Newell’s την Huracán με 3-2 και η Central τη Boca με 3-1. Στη δεύτερη αγωνιστική η Newell’s επιβλήθηκε της Boca με 0-1, όμως η Central ηττήθηκε με 1-0 από την Huracán. Έτσι, στο τελευταίο παιχνίδι του πρωταθλήματος, που τις έβρισκε αντιμέτωπες, η Newell’s χρειαζόταν απλά να μη χάσει για να εξασφαλίσει τον τίτλο. Στον αγώνα που διεξήχθη στις 2 Ιούνη στο γήπεδο της Central, που τότε ονομαζόταν Estadio de los Canallas και αργότερα πήρε το όνομα Gigante de Arroyito, η Central προηγήθηκε με 2 γκολ των Arias και Aimar. Ωστόσο, η Newell’s μείωσε αρχικά με τον Capurro και με ένα ιστορικό σουτ από το αριστερό πόδι του Zanabria, που θεωρείται ίσως το κορυφαίο γκολ στην ιστορία της, πήρε τον υπερπολύτιμο βαθμό, με το τελικό σκορ να διαμορφώνεται 2-2 και έτσι κατέκτησε τον πρώτο εθνικό τίτλο στην Ιστορία της! Στη σύνθεση εκείνης της ομάδας, ως δεξιός χάφ, αγωνιζόταν ένας ποδοσφαιριστής που αργότερα θα έκανε σημαντική καριέρα και στα ελληνικά γήπεδα, ο Juan Ramon Rocha.

Τον επόμενο χρόνο αγωνίστηκε για πρώτη φορά στο Libertadores στον πρώτο όμιλο, όπου συμμετείχαν ομάδες της Αργεντινής και της Παραγουάης. Στο πρώτο παιχνίδι της, στις 28 Φλεβάρη, αντίπαλος ήταν (ποιος άλλος;) η Rosario Central και ο αγώνας έληξε ισόπαλος με 1-1. Οι δύο ομάδες του Rosario ξαναήρθαν ισόπαλες στις 21 του Μάρτη, με τη Newell’s να κάνει τελικά 3 νίκες, 2 ισοπαλίες και 1 ήττα, ενώ η Central είχε 2 νίκες και 4 ισοπαλίες. Στην ισοβαθμία με 8 βαθμούς, λόγω καλύτερης συνολικής διαφοράς τερμάτων, η Central πήρε την πρόκριση για τα ημιτελικά.

Ο επόμενος τίτλος άργησε να έρθει για τη Newell’s και έπρεπε να φτάσει η σεζόν του 1987-88, που τότε διεξήχθη με ένα ενιαίο πρωτάθλημα σε όλη τη σεζόν, για να ξαναβρεθεί στην κορυφή. Εκείνη τη χρονιά η Newell’s έκανε κάτι ιστορικά εκπληκτικό, καθώς κέρδισε τον τίτλο, με 6 βαθμούς διαφοράς (σύστημα 2-1-0) από τη 2η San Lorenzo, έχοντας στις τάξεις της ποδοσφαιριστές και ένα τεχνικό επιτελείο το οποίο προερχόταν αποκλειστικά από τις ακαδημίες της! Όμως η μεγαλύτερη εποχή του συλλόγου ήταν προ των πυλών…

Το φθινόπωρο του 1988 η πρωταθλήτρια Newell’s έκανε μια τρομερή πορεία στο Libertadores, έχοντας στην επίθεση έναν νεαρό ποδοσφαιριστή με το όνομα Gabriel Batistuta. Κερδίζοντας την πρόκριση από τον 2ο όμιλο και μάλιστα την κορυφή του ομίλου σε μπαράζ με αντίπαλο τη San Lorenzo, αντιμετώπισε στο 2ο γύρο, που περνούσαν 10 ομάδες, τη Bolivar από τη La Paz, την οποία μετά από 2 αγώνες που έληξαν με 1-0 για τους γηπεδούχους, απέκλεισε στα πέναλτυ. Στον 3ο γύρο, οι 5 ομάδες που είχαν προκριθεί, καθώς και η Peñarol που ως υπερασπίστρια του τίτλου έμπαινε στη διοργάνωση σε αυτό το στάδιο σχημάτισαν τα 3 ζευγάρια των προημιτελικών. Σε αυτό το γύρο η Newell’s έφερε ισοπαλία στο Montevideo, αλλά έχασε με 2-1 στο Ροσάριο. Παρ’όλα αυτά προκρίθηκε ως η 4η καλύτερη ομάδα του γύρου, καθώς είχε πετύχει 2 περισσότερα γκολ από την Peñarol, αντιμετωπίζοντας τη San Lorenzo στα ημιτελικά. Εκεί, με 2 νίκες με 0-1 και 2-1 πήρε το εισιτήριο για το μεγάλο τελικό. Παίζοντας ξανά το μεγαλύτερο παιχνίδι της ιστορίας της στην έδρα της Central, κέρδισε τον πρώτο αγώνα με 1-0, αλλά στον επαναληπτικό του Centenario ηττήθηκε με 3-0 για να χάσει την ευκαιρία για τον πρώτο διεθνή τίτλο.

Το 1990 όμως στον πάγκο της Newell’s ήρθε ο προπονητής της Β’ ομάδας, ένας αμυντικός της από τη δεκαετία του 1970, ο Marcelo Bielsa. Ο Bielsa, μία τεράστια φυσιογνωμία που είχε κάνει ήδη αίσθηση για την προσέγγιση του διαννοούμενου που είχε για το ποδόσφαιρο, θυμίζοντας τον Menotti που ξεκίνησε την προπονητική καριέρα του από …τη Central, εφάρμοσε καινοτόμες ιδέες, με την ύπαρξη λίμπερο και 9 παιχτών ισόποσα μοιρασμένους στο γήπεδο, σχηματίζοντας ένα ιδιόρρυθμο 1-3-3-3, κάτι που έγινε και σήμα κατατεθέν του. Σε εκείνη την ομάδα του Bielsa το ρόλο του sweeper είχε ο 18χρονος Mauricio Pochettino, τον οποίο είχε φέρει μαζί του από τις ομάδες των νέων της Newell’s. Η σεζόν 1990-91 έληξε με ακόμα ένα θρίαμβο, καθώς η Newell’s κατέκτησε την Apertura του 1990, ενώ στο διπλό τελικό για την ανάδειξη του πρωταθλητή της σεζόν, κέρδισε …στο Arroyito, γήπεδο της Central, τη Boca Juniors με 1-0, χάνοντας με το ίδιο σκορ στο Bombonera, προκειμένου να πάρει την κορυφή για όλη τη σεζόν και την πρόκριση για το Libertadores στα πέναλτυ, με τις εύστοχες εκτελέσεις των Berizzo, Llop και Zamora.

Στο Libertadores του 1992, υπό τις οδηγίες του Bielsa, κέρδισε την 1η θέση του 1ου ομίλου, στους 16 απέκλεισε τη Defensor από την Ουρουγουάη και στα προημιτελικά ακόμα μια φορά τη San Lorenzo, διαλύοντάς την με 0-4 στον πρώτο αγώνα εκτός έδρας. Στα ημιτελικά, μετά από δύο ισοπαλίες με σκορ 1-1 απέναντι στην América de Cali, στο δεύτερο αγώνα που έγινε στην Κολομβία, μετά από μία εξαντλητική διαδικασία επιβλήθηκε με σκορ 11-10 στα πέναλτυ προκειμένου να πάρει την πρόκριση για το διπλό τελικό. Εκεί αντιμετώπισε τη São Paulo, την οποία νίκησε με 1-0 στο Coloso (αυτή τη φορά έπαιξε στο δικό της γήπεδο), για να χάσει με το ίδιο σκορ εκτός έδρας και τελικά να απωλέσει ακόμα ένα διεθνή τίτλο, αυτή τη φορά στα πέναλτυ, με σκορ 3-2.

Ωστόσο, λίγες βδομάδες μετά την ήττα στον τελικό του Libertadores, η Newell’s του Bielsa κέρδισε ακόμα έναν τίτλο, κατακτώντας την κορυφή στην Clausura της σεζόν 1991-92. Αυτή ήταν και η τελευταία διάκριση με τον Bielsa στον πάγκο της, που εκείνο το καλοκαίρι έφυγε για το Μεξικό και την Atlas. Η προσφορά του στην αναγέννηση του συλλόγου, ωστόσο, θεωρείται τόσο μεγάλη που to 2009, όταν η έδρα της Newell’s, το λεγόμενο Coloso del Parque, πήρε για πρώτη φορά επίσημη ονομασία, αυτή ήταν Estadio Marcelo Bielsa.

Το 1993 μια άλλη μεγάλη μορφή, ίσως η μεγαλύτερη, του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, σύνδεσε το όνομα του με την Iστορία της Newell’s. Μετά από ένα καταστροφικό πέρασμα από τη Sevilla, ο Diego Maradona επέστρεψε στην Αργεντινή και στις 7 του Οκτώβρη αγωνίστηκε για πρώτη φορά με την κοκκινόμαυρη εμφάνιση και το νούμερο 10. Από εκείνη τη μέρα, η 7η του Οκτώβρη είναι η “Ημέρα Diego Maradona” για τους οπαδούς των “λεπρών”. Ο Maradona έλεγε αργότερα σε μια συνέντευξή του: “Εγώ ο Diego Armando Maradona, με αριθμό μητρώου 14.276.579, ήμουν, είμαι και θα είμαι “λεπρός”, χωρίς καμιά αμφιβολία. Γιατί έμαθα να αγαπώ το Ροσάριο, ακόμα κι αν έμεινα πολύ λίγο, αλλά απ’όπου κι αν βρίσκομαι, πάντα θα κοιτάζω τα αποτελέσματα της Newell’s. Επειδή τη λατρεύω, λατρεύω το 75% του κόσμου της πόλης του Ροσάριο. Στέλνω ένα μεγάλο φιλί στους “λεπρούς”, τους λέω ότι τους αγαπώ πολύ, τους λέω ότι μου λείπουν και ότι θα επιστρέψω, θα επιστρέψω, γιατί κανείς δεν μπορεί να με σπάσει. Ονομάζομαι Diego Armando Maradona και είμαι οπαδός της Newell’s.”

2 χρόνια αργότερα, στις παιδικές κατηγορίες της ακαδημίας της Newell’s θα έρθει ένας κοντοπίθαρος πιτσιρικάς από τη Grandoli, ο Lionel Andres Messi. Η αίσθηση που κάνει, παρά τη διάγνωση για ορμονικές ανωμαλίες που επηρεάζουν τη σωματική του ανάπτυξη, είναι τεράστια και στις 3 του Σεπτέμβρη του 1999 εμφανίζεται η πρώτη συνέντευξή του στο περιοδικό Pasión Rojinegra (Κοκκινόμαυρο Πάθος). Ένα χρόνο μετά, ο Messi θα αναχωρήσει σε ηλικία μόλις 13 ετών για την ακαδημία της Barcelona, πριν γράψει μια δυσθεώρητη Ιστορία το προσκήνιο του Παγκοσμίου Ποδοσφαίρου σε ένα χρονικό εύρος που εκτείνεται σε 3 δεκαετίες. Ο Messi θα εμφανίσει πολλά χρόνια αργότερα, το 2020, τη φανέλα της Newell’s μέσα από εκείνη της Barcelona, πετυχαίνοντας γκολ λίγες μέρες μετά το θάνατο του Maradona.

Η Newell’s με τη σειρά της θα ξαναβρεί ένα μεγάλο 10άρι της Αργεντινής, τον Ariel Ortega, προκειμένου να ξανακερδίσει έναν εγχώριο τίτλο, την Apertura του 2004, έχοντας στη σύνθεσή της τους Fernando Belluschi, ως πρώτο σκόρερ του πρωταθλήματος, και Ignacio Scocco, που αγωνίστηκαν και στο ελληνικό πρωτάθλημα. Τη σεζόν 2012-13, σε ένα πολυσύνθετο σύστημα πρωταθλήματος, θα κερδίσει το Torneo Final, για να κατακτήσει τον 6ο τίτλο της, που είναι και ο τελευταίος ως σήμερα.

Ανάμεσα στους πολυάριθμους ποδοσφαιριστές που φόρεσαν τη φανέλα της Newell’s, μερικές από τις εξέχουσες μορφές είναι αυτές των Gabriel Batistuta, Gabriel Heinze, Lionel Scaloni, Ariel Ortega, Mauricio Pochettino, Maxi Rodríguez, Walter Samuel, Jorge Valdáno και Mario Zanabria, αποτελώντας έναν από τους αιμοδότες του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει όμως η ακαδημία της, καθώς πολλοί από τους παίχτες που διέπρεψαν με τη φανέλα της στις επαγγελματικές κατηγορίες ξεκίνησαν από το φυτώριό της, επιβεβαιώνοντας έτσι και το χαρακτήρα του “κολλεγίου” που είχε από την ίδρυσή της και κουβαλάει πάντα ως αναφορά στην ονομασία της.