Οι ώρες της Κυριακής περνάνε, ο ήλιος έχει περάσει το ζενίθ του και έχει πάρει το δρόμο του για τους ωκεανούς, αφήνοντας πίσω του τη Μεσόγειο. Είναι η ώρα που αρχίζουν οι φωνές, που μαζεύεται ο κόσμος. Ο δρόμος περνάει μέσα από την παλιά κοίτη του Túria, και οδηγεί από την Carrer de Misser Mascó, με όλα τα καφενεία γεμάτα, στην Avenida de Suècia, εκεί που πουλάνε τα κασκόλ, εκεί που ο κόσμος περιμένει τα λεωφορεία, εκεί που αντικρίζεις τους ελικοειδείς πύργους που ανεβάζουν ανθρώπινα ποτάμια στα πιο ψηλά και απότομα μπαλκόνια της ποδοσφαιρικής θέασης. Στο ενδιάμεσο όμως, ο μεγάλος μαύρος και πορτοκαλί τοίχος, με τα μπαλκόνια του, με τα σιδερένια κάγκελα, με τις νυχτερίδες σκαλισμένες και από το δεύτερο όροφο βγαίνει η μπάντα για να συμπληρώσει τη μεγάλη υποδοχή. Το λεωφορείο πλησιάζει, τα πνευστά ηχούν τη μελωδία του “ès un equip de primera, nostre Valencia Club de Futbol” και η συγκίνηση πριν την όποια αναμέτρηση αρχίζει να έχει χρώμα και μυρωδιά: το χρυσοπορτοκαλί χρώμα του απογευματινού ήλιου που χτυπάει την κεντρική είσοδο του σταδίου, τη μυρωδιά του καπνού, αλλά και μια ψευδαίσθηση μυρωδιάς της αιώνιας άνοιξης αυτής της πόλης.

Τα λεωφορεία έφτασαν, κατευθύνεσαι αριστερά στην Calle de les Arts Gràfiques, στη μικρή και κατάμαυρη πόρτα που βρίσκεται στη γωνία. Οι θέσεις που γράφει το εισιτήριο είναι στην απέναντι μεριά, από την Avenida d’Aragò, όμως έχεις δρόμο μέχρι να φτάσεις στο τρίτο διάζωμα, το γήπεδο δεν είναι σκαμμένο, είναι ένας πύργος που υψώνεται 40 μέτρα πάνω από τη βαλενθιάνικη γη. Μπαίνεις μέσα στο μοντερνιστικό δημιούργημα, έναν τρισδιάστατο λαβύρινθο από μπετό και σίδερο, βαμμένο πορτοκαλί και μαύρο, και όσο ανεβαίνεις σε πιάνει ίλιγγος κοιτώντας προς τα κάτω το σημείο που ξεκίνησες. Φτάνεις στην “έξοδο”, στη θύρα σου, βγαίνεις στο πρανές και αρχίζεις να “πετάς” πάνω από το γρασίδι του Mestalla. Η μπάντα ξαναέρχεται μαζί με τον κόσμο που κάθεται δίπλα σου, ακούγεται ο ύμνος της Βαλενθιάνικης Κοινότητας, ανακοινώνονται οι συνθέσεις των ομάδων στα βαλενθιάνικα, είσαι στην άκρη στο μπαλκόνι και ετοιμάζεσαι για την πτήση, όχι με αεροπλάνο, αλλά ίσως με κάποια νοητά φτερά νυχτερίδας, που τα φοράς στο στήθος σου – έτοιμος να υπερασπιστείς την ομάδα όπως η νυχτερίδα υπερασπίστηκε την πόλη, με κραυγές, για να γίνει το έμβλημά της.

Ο ήλιος συνεχίζει την πορεία του πίσω από την κεντρική εξέδρα και φωτίζει την τεράστια Grada de la Mar, ο ουρανός από πάνω παίρνει όλα τα χρώματα, από μπλε, στο γαλάζιο, στο ροζ, στο πορτοκαλί, στο μωβ, στο γκρίζο, στο βαθύ μπλε μιας ακόμα έναστρης νύχτας. Ανεξάρτητα με το τι δείχνει ο φωτεινός πίνακας του σκορ, αυτή είναι η εμπειρία σε ένα από τα παλιότερα γήπεδα της Γης, ένα από τα μεγαλύτερα υπεραιωνόβια γήπεδα, ένα γήπεδο που ποτέ δε γκρεμίστηκε, μόνο μεγάλωνε με το χρόνο για να γίνει ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό μνημείο άρρηκτα δεμένο με την τοπική κουλτούρα μιας πόλης. Ακόμα και τα τσιμέντα έχουν μνήμη εκεί, τη συλλογική μνήμη όσων έχουν κάτσει πάνω τους και αργότερα στα καρεκλάκια που άλλαζαν χρώματα, μέχρι να γίνουν τα σημερινά πορτοκαλί που αντικατοπτρίζουν την ίδια την πόλη και την κοινότητα.
Η ανέγερση του Estadio de Mestalla ολοκληρώθηκε το 1923, ώστε να μετακομίσει εκεί η νέα ανερχόμενη δύναμη του βαλενθιάνικου ποδοσφαίρου, η Valencia Club de Fútbol που ιδρύθηκε 4 χρόνια νωρίτερα, στις 18 Μαρτίου του 1919, και τα πρώτα της χρόνια αγωνιζόταν στο Camp d’Algirós, μερικές δεκάδες μέτρα πιο κοντά στον τότε ποταμό Túria. Η κατασκευή του δεν ήταν ένα απλό μεγαλόπνοο σχέδιο, αλλά η λύση στην αυξανόμενη προσέλευση του κόσμου στους αγώνες του νέου κλαμπ της πόλης. Οι πρώτες κερκίδες ήταν ξύλινες και χωρούσαν 17000 ανθρώπους. Αυτός ο αριθμός θα μεγάλωνες συνεχώς, με τα διαζώματα να τοποθετούνται το ένα πάνω από τα άλλα ως φυσική εξέλιξη, όπως μεγαλώνει και ο κορμός ενός δέντρου.

Οι μνήμες του Mestalla είναι σήμερα παντού πάνω του, στα μπαλκόνια των διαζωμάτων που αναγράφουν τους εγχώριους και ευρωπαϊκούς τίτλους, στις φανέλες, τα παπούτσια και τα σημαιάκια μέσα στις βιτρίνες των διαδρόμων του, στην καρέκλα του Españeta μέσα στα αποδυτήρια, που από τότε που άφησε τον κόσμο των θνητών ένα μπουκέτο με λουλούδια τοποθετείται πάνω στην ψάθα της, για να θυμίζει την ευγνωμοσύνη σε εκείνον που φρόντιζε να ανθίζει ο σύλλογος, φροντίζοντας το σπίτι του. Οι δόξες είναι εκτεθειμένες στη μεγάλη βιτρίνα πάνω στο χαρακτηριστικό βαλενθιάνικο πλακάκι στην είσοδο της Tribuna Baja, τα πρωταθλήματα, τα κύπελλα, οι ευρωπαϊκοί τίτλοι, το βραβείο της καλύτερης ποδοσφαιρικής ομάδας του κόσμου το 2004 και φυσικά η μεγάλη λευκή σημαία.

Το ποδόσφαιρο όμως που μεγαλώνει συνεχώς σαν να είναι ένας ανθρώπινος οργανισμός, όχι αποτελούμενος από ανθρώπους, αλλά σαν να είναι το ίδιο ένας άνθρωπος, περνάει τις φάσεις του. Μια τέτοια φάση ξεκίνησε πριν από μερικές δεκαετίες με τον εντατικό “εξευγενισμό” του. Στα πλαίσιά του έπρεπε πολλά να αλλάξουν, όχι μόνο να εκσυγχρονιστούν, αλλά να γίνουν και πιο φιλικά σε μια ποδοσφαιρική εμπειρία που είναι περισσότερο επίσκεψη παρά προσκύνημα, περισσότερο τουρισμός παρά ένταξη σε μια συλλογικότητα. Αυτός ο “εξευγενισμός” χτύπησε και την καλύτερη Valencia CF όλων των εποχών, που το 2007 αποφάσισε να αφήσει στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας ένα κομμάτι του θρύλου αλλά και της ψυχής της, για να κατασκευάσει ένα νέο αλλά άχρωμο και άοσμο σπίτι, φτιαγμένο από ατσάλι, παρόμοιο με διαστημικό όχημα, που θα χωρούσε περισσότερους θεατές και φιλοδοξούσε να μεγαλώσει οικονομικά το σύλλογο.

Το σύμπαν (ή η παγκόσμια οικονομία) γέλασε και η Οικονομική Κρίση του 2008 έριξε στα σκουπίδια τα πλάνα για άμεση μετακόμιση στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, αφήνοντας το εγχείρημα του “Nou Mestalla” ένα συνονθύλευμα μπετού που έμεινε να μαραζώνει για περίπου 15 χρόνια, φαινομενικά χωρίς προοπτική. Όμως αυτή η “προοπτική” αναγεννήθηκε μέσα στα οικονομικά πλάνα των επιχειρηματιών που βλέπουν το εξευγενισμένο ποδόσφαιρο αποκλειστικά ως πεδίο κερδοφορίας, χωρίς καν να ενδιαφέρονται (όπως γίνεται σε άλλες περιπτώσεις) για την προσωπική τους ανάδειξη ως ευεργέτες των συλλόγων.

Το πλάνο παρουσιάστηκε, το παλιό και θρυλικό Mestalla θα υποθηκευτεί, θα παραδοθεί σε μια τράπεζα που θα στηρίξει με την αναγκαία ρευστότητα την οικοδομή του νέου, αναδιαμορφωμένου, γηπέδου. Στη συνέχεια το παλιό γήπεδο θα γκρεμιστεί και στη θέση του η τράπεζα θα πουλήσει ακίνητα και πολυτελείς κατοικίες. Θα ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που θα γινόταν κάτι τέτοιο; Πολλά θρυλικά αγγλικά γήπεδα είχαν την ίδια τύχη, αφήνοντας ωστόσο τους συλλόγους να απωλέσουν ένα κομμάτι της ιστορικής και πολιτισμικής τους ταυτότητας. Ίσως δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από την Arsenal, που έχει μετατραπεί στο πιο “άψυχο” λονδρέζικο κλαμπ από τότε που άφησε το Highbury, με το Emirates Stadium να χαρακτηρίζεται ως το χειρότερο γήπεδο όσο αφορά την ατμόσφαιρά του στην Premier League. Τι σημασία έχει αυτό όμως όσο το γήπεδο είναι γεμάτο με τουρίστες και τα εισιτήρια παραμένουν ακριβά; Η μεσογειακή πόλη άλλωστε μπορεί να προσελκύσει όλους αυτούς τους αγοραστές του “εξευγενισμένου” ποδοσφαιρικού της προϊόντος.
Όμως αυτή η προοπτική δε βρίσκει σύμφωνους τους πάντες. Οι οπαδοί της Valencia που είναι εδώ και χρόνια στα κάγκελα απαιτώντας την απομάκρυνση του ιδιοκτήτη του συλλόγου, Peter Lim, έχουν αποκτήσει πικρή εμπειρία από τον “εξευγενισμό”. Το λάθος που έκαναν αφήνοντας να μετατραπεί το κλαμπ λαϊκής βάσης σε ιδιοκτησία ενός ζάμπλουτου επιχειρηματία ενεργοποιεί και τα αντίστοιχα αντανακλαστικά όσο αφορά την υποσχόμενη αγωνιστική ανάταση μέσω της μετακόμισης στο νέο γήπεδο. Στην υπόθεση του γηπέδου ωστόσο υπάρχει ένα μεγάλο αγκάθι που κάνει πολλούς να αντιτίθενται: η κατεδάφιση ενός αρχιτεκτονικού μνημείου που ζει μαζί με την πόλη για περισσότερο από έναν αιώνα. Η “διαγραφή” του από το αστικό τοπίο θα είναι ένα τεράστιο πλήγμα για την ίδια την κοινωνία και την πολιτισμική βάση στην οποία συμβαίνουν όλες οι δραστηριότητες στα ανατολικά του Túria.

Πέρα από την τύχη του Mestalla, οι οπαδοί εγείρουν ζητήματα που καταδεικνύουν ότι το πλάνο της μετακόμισης δε βάζει σε κίνδυνο μόνο το ιστορικό γήπεδο του συλλόγου, αλλά και ολόκληρη την ύπαρξή του. Η μία μετά την άλλη, όλες οι υποσχέσεις που συνδέονται με τη μεταφορά του συλλόγου αθετούνται: το αθλητικό κέντρο δεν κατασκευάζεται, οι κανονισμοί ασφαλείας στο νέο γήπεδο δεν αντιστοιχούν στη νεότερη νομοθεσία και πάνω απ’όλα η αρχιτεκτονική του είναι ήδη ξεπερασμένη, απομακρύνοντας τους οπαδούς από τον αγωνιστικό χώρο, στερώντας ένα βασικό κομμάτι της βαλενθιάνικης έδρας. Γιατί άλλωστε να γκρεμίσεις ένα μνημείο αρχιτεκτονικής 100 ετών προκειμένου να φτιάξεις ένα οικοδόμημα αρχιτεκτονικής 20ετίας;
Απέναντί τους, πέρα από τη διοίκηση του συλλόγου και τον ιδιοκτήτη, έχουν την τράπεζα που θα επωφεληθεί από την όλη συμφωνία, καθώς και στελέχη της τοπικής διοίκησης που ανήκουν κυρίως στο Partido Popular, όλους αυτούς δηλαδή που πιστεύουν σε μια “εξευγενισμένη” αγορά και όχι σε μια πολιτισμένη κοινωνία. Για το λόγο αυτό είναι όλο και περισσότερα τα πανό που προπαγανδίζουν την ανάγκη διαφύλαξης του ιστορικού οίκου της Valencia CF ως απαραίτητη για τη σωτηρία του ίδιου του συλλόγου. Ένα από αυτά τα πανό, με στόχο τον ίδιο τον Peter Lim, κρεμάστηκε στο γιαπί του Nou Mestalla, δείχνοντας έτσι και μια όμορφη οπτική αντίθεση μεταξύ των υποσχέσεων και του πραγματικού μέλλοντος του συλλόγου υπό τη συγκεκριμένη διοίκηση.

Την ίδια στιγμή, ομάδες εργασίας οπαδών, με τη συμμετοχή μηχανικών, νομικών και άλλων επαγγελματιών σχετικών με το θέμα, πέρα από το να καταπολεμούν την ανέγερση του νέου γηπέδου και την ενδεχόμενη μετακόμιση, παρουσιάζουν προτάσεις για τον εκσυγχρονισμό του παλιού Mestalla, με αύξηση της χωρητικότητάς του, βελτίωσης της στατικότητάς του και της ορατότητας από κάθε θέση μέσα σ’αυτό. Άραγε οι θιασώτες των “εξευγενισμένων αγορών” δε μπορούν να δουν ότι αυτή η λύση είναι πιο κοντά στην εμπειρία που θέλουν να πουλήσουν κάτω από τον μεσογειακό ήλιο που λάμπει 12 μήνες στην πόλη; Σίγουρα το βλέπουν, όμως το deal για την απαλλοτρίωση είναι πολύ μεγαλύτερο, έτσι καταλαβαίνει κανείς ότι δεν πρόκειται για επενδυτές με αμφιλεγόμενα σχέδια, πρόκειται απλά για κυνικά αρπακτικά.

Απέναντι στην αρπαγή της ψυχής του ποδοσφαίρου που χτίστηκε από την ίδια την ψυχή των ανθρώπων που ζούνε μέσα στους ναούς του, τα γήπεδα, ίσως όλοι μας πρέπει να αφουγκραστούμε και να γίνουμε κοινωνοί της ίδιας αγωνίας, αυτής για να σωθεί το Mestalla, για να μπορούμε να φωνάξουμε ¡Visca! για το ποδόσφαιρο που πάντα θα νικάει τα αρπακτικά του.

