Press "Enter" to skip to content

Η απατηλή καινοτομία του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων

Οι ώρες μετράνε αντίστροφα για την έναρξη του 21ου Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων της FIFA, το οποίο θα διεξαχθεί με μια ολοκληρωτικά νέα μορφή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άσχετα με το κλίμα των ημερών, που βρίσκει την οικοδέσποινα χώρα στο κέντρο τεράστιων και ίσως ιστορικών κοινωνικών εξελίξεων, η νέα μορφή της διοργάνωσης ανοίγει τεράστια ερωτήματα για τη συνεισφορά της στην εξέλιξη του παγκόσμιου παιχνιδιού, όσο αφορά το κορυφαίο διασυλλογικό επίπεδο.

Χρειάζεται κανείς να σταθεί λίγο στο γεγονός της καινοτομίας στη διεξαγωγή του θεσμού, καθώς οι πειραματισμοί της FIFA έχουν μπερδέψει λίγο τα πράγματα όσο αφορά την ιστορία και την παράδοσή του. Ιστορικά, η μεγαλύτερη, με πλανητικό εύρος, διασυλλογική διοργάνωση, ήταν το Διηπειρωτικό Κύπελλο, στο οποίο συναντώνταν οι πρωταθλήτριες ομάδες της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής, των δύο ηπείρων δηλαδή που διαχρονικά το ποδόσφαιρο είναι πιο εξελιγμένο από τις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη. Η διοργάνωση αυτή ξεκίνησε το 1960 και διεξήχθη σταθερά ως αναμέτρηση των δύο πρωταθλητών συλλόγων κάθε χρόνο, είτε σε διπλούς αγώνες, είτε σε μονό τελικό σε ουδέτερη έδρα, συνήθως στην Ιαπωνία. Αυτή η μορφή παρέμεινε σταθερή μέχρι το 2004, με τελευταία πρωταθλήτρια την Porto. Την επόμενη χρονιά η FIFA αποφάσισε να αντικαταστήσει το θεσμό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου με αυτόν του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων, ωστόσο το 2005 ήταν …η δεύτερη φορά που διεξήχθη ο συγκεκριμένος θεσμός.

Το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων διεξήχθη πειραματικά στη Βραζιλία το Γενάρη του 2000, με τη συμμετοχή 8 ομάδων από τις 6 συνομοσπονδίες. Οι ομάδες που συμπλήρωναν την οχτάδα, πέρα από τους πρωταθλητές των ηπειρωτικών διασυλλογικών διοργανώσεων, ήταν η Real Μαδρίτης, ως κάτοχος του Διηπειρωτικού Κυπέλλου του 1998 και η Corinthians, ως Πρωταθλήτρια της οικοδέσποινας χώρας Βραζιλίας. Στον τελικό, που αποτέλεσε έναν εμφύλιο για τους καριόκας, η Corinthians επικράτησε στα πέναλτι της Vasco da Gama, μετά από μια λευκή ισοπαλία στην κανονική διάρκεια και παράταση.

Η Corinthians κέρδισε την παρθενική διοργάνωση του FIFA Club World Cup το 2000

Το επόμενο τουρνουά, του 2001, δε διεξήχθη ποτέ, ακόμα κι αν είχε προβλεφθεί να διοργανωθεί στην Ισπανία με τη συμμετοχή 12 ομάδων, λόγω οικονομικών δυσκολιών. Από το 2005, αρχικά με 6 ομάδες, και στη συνέχεια με τη συμμετοχή 7 ομάδων από το 2007, η διοργάνωση διεξαγόταν κάθε χρόνο, το Δεκέμβρη σε κάποια χώρα της Ασίας, με εξαίρεση το 2013 και 2014 που διεξήχθη στο Μαρόκο. Στους τελικούς των διοργανώσεων αυτών συμμετείχαν σταθερά οι ευρωπαϊκές ομάδες, με 16 νίκες και 3 φιναλίστ, ενώ 4 φορές κέρδισαν τον τίτλο ομάδες της Νότιας Αμερικής, με 11 ακόμα συμμετοχές σε τελικούς. Από τις υπόλοιπες συνομοσπονδίες, 3 φορές Ασιατικές ομάδες (AFC) έφτασαν στον τελικό, 2 φορές ομάδες από την Αφρική (CAF) και 1 φορά ομάδα από τη Βόρεια και Κεντρική Αμερική (CONCACAF). Επομένως, η διοργάνωση παρέμεινε κατά ένα μεγάλο βαθμό μια υπόθεση μεταξύ της UEFA και της CONMEBOL, των συνομοσπονδιών δηλαδή που συμμετείχαν και στο Διηπειρωτικό Κύπελλο.

Ωστόσο, το 2016 η FIFA, υπό την προεδρία του Gianni Infantino, εξέφρασε για πρώτη φορά τη θέληση να μεγαλώσει τη διοργάνωση με τη συμμετοχή 32 ομάδων, τη μεταφορά της στον Ιούνη και τη διοργάνωσή της κάθε 4 χρόνια, αντικαθιστώντας το Κύπελλο Συνομοσπονδιών που διεξήχθη για τελευταία φορά το 2017. Η πρώτη διοργάνωση με αυτή τη μορφή θα λάμβανε χώρα το 2021, αλλά τεχνικές δυσκολίες λόγω της πανδημίας δεν επέτρεψαν την υλοποίηση του σχεδίου. Έτσι, το 2025 θα αποτελέσει την πρώτη έκδοση της διοργάνωσης με την εντελώς καινούρια και πολύ πιο μεγαλόπνοη μορφή της. Την ίδια στιγμή, η FIFA επανέφερε το θεσμό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου από το 2024, με τη Réal να αποτελεί την πρώτη ομάδα που κατακτά τον νέο θεσμό, στον οποίο συμμετέχει η Πρωταθλήτρια Ευρώπης, απέναντι σε μια πρωταθλήτρια άλλης συνομοσπονδίας που προκύπτει μέσα από μια προκριματική φάση.

Φέρνει κάτι νέο το “νέο” FIFA Club World Cup;

Παρατηρώντας την ιστορία του θεσμού μαζί με την παρούσα μορφή του, που περιλαμβάνει 32 ομάδες, οι οποίες έχουν προκριθεί βάσει αγωνιστικών επιδόσεων στη διάρκεια των 4 τελευταίων σεζόν σε κάθε συνομοσπονδία, προκύπτει φυσικά το ερώτημα για τη χρησιμότητα ενός τόσο μεγάλου θεσμού και τη συμβολή του στην εξέλιξη του ποδοσφαίρου παγκοσμίως. Ένα προφανές στοιχείο είναι η ανάγκη της FIFA να εντάξει στο κορυφαίο διασυλλογικό επίπεδο ομάδες από κάθε γωνιά του πλανήτη, κάτι που μπορεί να βοηθήσει την ανάπτυξη συλλόγων σε περιοχές που δεν αναγνωρίζονται ως παραδοσιακές για την ποδοσφαιρική εξέλιξη. Η διοργάνωση αυτή μοιάζει να αποτελεί τη λύση στην ύπαρξη εκατομμυρίων φιλάθλων που υποστηρίζουν συλλόγους πολύ μακριά από τον τόπο που ζούνε και έτσι δε γίνονται ποτέ κομμάτι μιας ποδοσφαιρικής κουλτούρας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κοινωνικό αποτύπωμα του αθλήματος σε κάθε πόλη ή χώρα.

Όμως είναι τόσο απλή η λύση για να επιτευχθεί η ποδοσφαιρική ανάπτυξη στην Ασία, την Αφρική, την Ωκεανία και τη Βόρεια Αμερική με ρυθμούς αντίστοιχους των ευρωπαϊκών; Η ιστορία δείχνει ότι αυτό είναι ένα κάπως πιο σύνθετο πρόβλημα. Η ανάπτυξη του ποδοσφαίρου και αυτού που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως “ποδοσφαιρική αριστεία” επιτυγχάνεται διαχρονικά μέσα από την ύπαρξη και ανάπτυξη ποδοσφαιρικών δικτύων. Οι συναντήσεις ομάδων, είτε σε εθνικό, είτε σε διασυλλογικό επίπεδο, μεταφέρουν νέα στοιχεία από το ένα μέρος στο άλλο, οδηγούν σε διαπλάτυνση της ποδοσφαιρικής σκέψης, βοηθούν τη δημιουργία “σχολών ποδοσφαιρικής σκέψης” που επιβεβαιώνονται από τα αποτελέσματα στο κορυφαίο επίπεδο και δημιουργούν το πραγματικά παγκόσμιο παιχνίδι. Αυτή η ανταλλαγή ποδοσφαιρικών αντιλήψεων γινόταν είτε με φιλικά παιχνίδια, είτε με τους πρώτους διεθνείς θεσμούς, όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο από το 1930, αργότερα το Κύπελλο Εθνών (EURO) από το 1960 στην Ευρώπη και από πολύ πιο νωρίς το Copa America στη Νότια Αμερική, είτε με τους μεγάλους διασυλλογικούς θεσμούς, όπως το European Cup (Champions League) και το Copa Libertadores. Οι χώρες που είναι αποκλεισμένες από αυτό το δίκτυο ανταλλαγής ποδοσφαιρικής σκέψης οδηγούνται στην απώλεια της καινοτομίας και οπισθοχωρούν, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη “μητέρα του παιχνιδιού”, Αγγλία, που λόγω του ηθελημένου απομονωτισμού της έχασε τα παγκόσμια πρωτεία, με τη σφραγίδα αυτής της υστέρησης ποδοσφαιρικής αντίληψης να μπαίνει για πρώτη φορά το 1953, με τη νίκη της Χρυσής Ομάδας της Ουγγαρίας στο Wembley.

Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να πει κανείς ότι το FIFA Club World Cup έρχεται να λύσει ένα μεγάλο πρόβλημα, αυτό της ύπαρξης ενός παγκόσμιου ποδοσφαιρικού δικτύου, σε διασυλλογικό επίπεδο, όπου ανταλάσσονται οι κορυφαίες αντιλήψεις, που μάλιστα σήμερα είναι πολύ πιο εξελιγμένες απ’ό,τι στις εθνικές ομάδες, καθώς ο χρόνος που έχουν για να εργαστούν τα σύνολα των ποδοσφαιριστών με τα άρτια επανδρωμένα τεχνικά επιτελεία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος. Όμως, υπάρχει ένα πρόβλημα! Η διαδικασία πρόκρισης των ομάδων δε στηρίζεται στα αποτελέσματα του τελευταίου χρόνου, αλλά σε μια διάρκεια 4 ετών. Τα 4 χρόνια είναι όμως πάρα πολλά για το διασυλλογικό ποδόσφαιρο! Μέσα σε 4 χρόνια ένας σύλλογος μπορεί να βρεθεί από την κορυφή μιας ηπειρωτικής διοργάνωσης σε κατώτερη εθνική κατηγορία. Οι αλλαγές τεχνικών και διοικητικών επιτελείων, ακόμα και ιδιοκτητών των συλλόγων, επιδρούν καταλυτικά και πολύ άμεσα στο επίπεδο του ποδοσφαίρου. Από την άλλη, η εισαγωγή της καινοτομίας από ανερχόμενους τεχνικούς, που προσλαμβάνονται σε παραδοσιακά μεγαλύτερα κλαμπ, φτάνει αρκετά γρήγορα σε ένα επίπεδο “τελειότητας” που χρονικά είναι δύσκολο να συμπέσει με την τετραετία που ορίζει την πρόκριση στο μεγάλο θεσμό. Για παράδειγμα, αν μια ομάδα καταφέρει να φτάσει 2 φορές στα ημιτελικά του Champions League τις 2 τελευταίες χρονιές πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων, τη στιγμή που τις προηγούμενες 2 χρονιές, άλλες ομάδες από τη χώρα της έχουν κερδίσει ευρωπαϊκούς τίτλους, δε θα συμμετέχει σ’αυτό. Έτσι η μεγάλη διοργάνωση χάνει την ομάδα που πραγματικά εξελίσσεται και περιλαμβάνει ένα σύνολο το οποίο είναι πολύ πιθανό να βρίσκεται σε ποδοσφαιρική ποιοτική πτώση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη φετινή διοργάνωση απουσιάζουν ομάδες όπως η Barcelona και η Liverpool, που αυτή τη στιγμή προσφέρουν κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον από την οπτική της εξέλιξης της ποδοσφαιρικής τακτικής αλλά και οργάνωσης ενός συλλόγου, ενώ συμμετέχουν ομάδες που βρίσκονται σε πτώση, όπως η Chelsea ή η Juventus, από τα μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα.

Το MetLife Stadium στο New Jersey θα φιλοξενήσει τον πρώτο τελικό της ανανεωμένης διοργάνωσης

Εδώ όμως προκύπτει ένα άλλο, δευτερεύον ερώτημα: χρειάζεται να βρίσκονται εκεί οι ομάδες με τη μεγαλύτερη δυναμική εξέλιξης από την Ευρώπη ή αρκεί ένα μέσο καλό ευρωπαϊκό επίπεδο προκειμένου να προσπαθήσουν να το ανταγωνιστούν οι ομάδες από τις υπόλοιπες συνομοσπονδίες; Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μεγαλύτερο το κίνητρο διάκρισης για μια ομάδα έξω από τις παραδοσιακές συνομοσπονδίες (UEFA, CONMEBOL) αν υπάρχουν θεωρητικά πιο αδύναμες ομάδες από τους “ισχυρούς”. Αυτό είναι ένα επιχείρημα που έχει προφανώς βάση, ωστόσο το ερώτημα είναι αν μια τέτοια τεχνητή υποβάθμιση του επιπέδου, για χάρη του ανταγωνισμού εντός της διοργάνωσης, δεν υποβαθμίζει τελικά και τον ίδιο το θεσμό και την αίγλη του, οδηγώντας στην αντιμετώπισή του ως συνόλου φιλικών αγώνων. Το τελευταίο φαίνεται ότι μάλλον επιβεβαιώνεται στην πράξη, αν δει κανείς τα εισιτήρια που έχουν πουληθεί για τους αγώνες του θεσμού μέχρι και λίγες ώρες πριν την έναρξή του.

Εν κατακλείδι

Το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων είναι ένας θεσμός που βάσει του χαρακτήρα της εποχής, δηλαδή της ικανότητας των συλλόγων να εξελίσσουν την ποδοσφαιρική σκέψη πολύ πιο γρήγορα από τις εθνικές ομάδες, είναι απαραίτητο για την εξάπλωση του κορυφαίου ποδοσφαιρικού επιπέδου σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ωστόσο, για να συμβεί αυτό με καλούς όρους, η διοργανώτρια αρχή (FIFA) θα πρέπει να σταθεί πολύ περισσότερο στα κριτήρια εισαγωγής της ποδοσφαιρικής καινοτομίας σε αυτό και όχι σε τυποποιημένα logistics που τελικά δεν επιτυγχάνουν και τον φαινομενικά επιφανειακό και άμεσα υλοποιήσημο στόχο της εμπορικής επιτυχίας.