Υπάρχει ένας λόγος που το ποδόσφαιρο δεν είναι απλά ένα λαοφιλές άθλημα, αλλά κάτι πολύ πιο πλατύ από αυτό τον ορισμό. Η ανάλυση της τακτικής, της αντίστοιχης εξέλιξής της, η επισκόπηση των μεγάλων αναμετρήσεων, οι βιογραφίες των μεγάλων ποδοσφαιριστών και τεχνικών, γεμίζουν τις σελίδες βιβλίων, τα λεπτά των ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών, εμπνέουν τις παραγωγές ταινιών και άλλων καλλιτεχνικών έργων. Όμως όλα αυτά είναι στοιχεία τα οποία μπορεί να βρει κανείς και σε άλλα σπορ: στο μπάσκετ, το μποξ, το τένις, την πυγμαχία, τον μηχανοκίνητο αθλητισμό και πολλά άλλα. Υπάρχει ένα στοιχείο στο ποδόσφαιρο που το κάνει να διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη αθλητική δραστηριότητα έχει ποτέ υπάρξει στη Γη: οι οπαδοί του!
Οι οπαδοί στο ποδόσφαιρο έχουν το δικό τους χώρο στα βιβλία, στα λεπτά των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών, ακόμα και στα καλλιτεχνικά έργα. Είναι ένα τεράστιο κομμάτι που όχι απλά συνθέτει, αλλά σε μεγάλο βαθμό δημιουργεί την κουλτούρα του αθλήματος, μετατρέπει το αθλητικό σωματείο από ένωση αθλητών σε κεντρικό σημείο συνάντησης μιας κοινωνίας. Την ιστορία των θεατών, των φιλάθλων, των υποστηρικτών, των οπαδών αυτών, από την προϊστορία του ποδοσφαίρου ως τις μέρες μας, ανέλαβε να γράψει – και τα κατάφερε περίφημα – ο Paul Brown, στο βιβλίο του “Savage Enthusiasm: A history of football fans”.
Ο Brown εξηγεί την εξέλιξη του ποδοσφαίρου ως αθλήματος και την παράλληλη εξέλιξη του τρόπου που παρακολουθείται το παιχνίδι και υποστηρίζεται ο κάθε σύλλογος. Βρίσκει τις απαρχές των πρώτων οπαδών στους ενορίτες των εκκλησιών, που αποτελούσαν τη βάση ύπαρξης των ομάδων του ποδοσφαίρου των χωρικών. Εξηγεί πώς εμφανίστηκαν οι πρώτοι οπαδοί των ποδοσφαιρικών ομάδων στα Βικτωριανά χρόνια, ουσιαστικά μέσα από τα σπλάχνα των συλλόγων, για να μεταλαμπαδεύσουν την ιδιότυπη αγάπη και πάθος για ένα ποδοσφαιρικό σύλλογο σε ολόκληρες γειτονιές και πόλεις. Εξηγεί το πώς άρχισαν να γεμίζουν τα γήπεδα, ποια θέση έβρισκε ο καθένας και ποιες δραστηριότητες αναπτύσσονταν παράλληλα με τον ποδοσφαιρικό αγώνα. Εμφανίζει την εξέλιξη των αξεσουάρ των φιλάθλων, από τα μαντήλια στα κασκόλ και από τις πρώτες επίσημες φανέλες στις βουβουζέλες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μάλιστα η επισκόπηση της εξέλιξης της μόδας στην κερκίδα, με τα χρώματα της ομάδας να εναλλάσσονται με ρούχα της ιδιαίτερης κουλτούρας των casuals, που είναι ακόμα ορατά στα αγγλικά γήπεδα και έφτασαν να ορίσουν τάσεις στην καθημερινή μόδα της εποχής μας.
Όσο αφορά την παρακολούθηση, ο Brown μας ξεναγεί σε μια διαδρομή στο χρόνο, από την παρουσία δίπλα από το φράχτη, στη θέση στην κερκίδα, από εκεί στην παρακολούθηση μέσω της εφημερίδας όταν οι εργάτες πια ήξεραν γραφή κι ανάγνωση, στις πρώτες πειραματικές μεταδόσεις μέσω ραδιοφώνου και στη συνέχεια στην τηλεόραση και το teletext (ceefax), στο ίντερνετ και την παράλληλη παρακολούθηση στιγμιότυπων και αγώνων μέσα από πληθώρα συσκευών που βρίσκονται στην ευχαίρεια του χρήστη σε κάθε του κίνηση.
Πολύ σημαντικό κεφάλαιο βεβαίως, όχι με την έννοια της ενότητας μέσα στο βιβλίο, αλλά ως θεματική που διαπερνά όλη την αφήγηση, είναι αυτό που αφορά τις μεγάλες τραγωδίες των γηπέδων, τα εγκληματικά “λάθη” που κόστισαν ζωές εκατοντάδων ανθρώπων που ξεκίνησαν για να δουν την ομάδα τους να αγωνίζεται, το νομοθετικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε μέσα από τη διαπάλη για να μην ξανασυμβούν αυτά καθώς και τις απαραίτητες συνθήκες ασφαλείας στα γήπεδα, που αποτελούν ένα από τα βασικά αιτήματα του οπαδικού κινήματος σε κάθε χώρα.
Η εξιστόρηση γίνεται με επίκεντρο την Αγγλία και τη Σκωτία, καθώς σε αυτές τις χώρες υπάρχει η συνέχεια της οπαδικής υπόστασης από την αρχή του ποδοσφαίρου ως τις μέρες μας, ενώ πολλές από τις καινοτομίες που αφορούν την παρακολούθησή του εμφανίστηκαν πρώτα εκεί. Αυτό δίνει παράλληλα την ευκαιρία στον αναγνώστη να παρακολουθήσει την επαφή της κοινωνίας με το ποδόσφαιρο μέσα από την εξέλιξη της πρώτης: η ιστορία των ανθρώπων, η πολιτική, οικονομική, πολιτιστική εξέλιξη των κοινωνιών τους, βρίσκει ουσιαστικά αντανάκλαση στο σπορ, μέσα από τη μαζικοποίησή του, που επιτυγχάνεται από την παρουσία των φιλάθλων. Χωρίς αυτούς το ποδόσφαιρο θα μπορούσε να μοιάζει με… ξιφασκία ή γκολφ.
Για τους λόγους αυτούς, το βιβλίο του Brown είναι ένα εξαιρετικό κομμάτι έρευνας και ποιοτικής εξιστόρησης για όποιον επιθυμεί να ανακαλύψει το πώς η κοινωνία και το ποδόσφαιρο όχι μόνο επικοινωνούν, αλλά ουσιαστικά το δεύτερο είναι ένα προϊόν της πρώτης με τη μορφή του να αποτελεί διαχρονικά τον καθρέφτη της – στοιχείο που βρίσκει κανείς συνήθως στην τέχνη. Το ποδόσφαιρο είναι λοιπόν μια λαϊκή, όμορφη τέχνη – και είναι τέτοιο επειδή υπάρχουν οι οπαδοί μέσα σ’αυτό.

