Press "Enter" to skip to content

Η Σχολή του Δούναβη

Το απόγευμα της Τετάρτης 25 Νοεμβρίου του 1953, 150.000 θεατές αποχώρησαν από το Wembley έχοντας παρακολουθήσει ένα από τα παιχνίδια που επηρέασαν περισσότερο την εξέλιξη του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Όπως συνήθως γίνεται σ’αυτές τις περιπτώσεις, λίγοι ήταν ίσως αυτοί που θα μπορούσαν να καταλάβουν την ιστορική σημασία όσων εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια τους, ωστόσο ίσως ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που και σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα μετά, τοποθετούν το συγκεκριμένο γεγονός στο πραγματικό του μέγεθος. Η ήττα της Αγγλίας στο Wembley έμεινε στην Ιστορία, καθώς ήταν βαριά ήττα, αλλά κυρίως γιατί ήρθε σε ένα παιχνίδι που η Αγγλία είχε ανάγκη για πρώτη φορά να κερδίσει, προκειμένου να υπαρασπιστεί την κυριαρχία της στο σπορ, ως μητέρα του αθλήματος. Βεβαίως, αυτή η κυριαρχία ίσως ήδη είχε χαθεί, καθώς στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της Αγγλίας ηττήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ισπανία, ωστόσο αυτή δεν ήταν μια διοργάνωση μεγάλου κύρους για τις αντιλήψεις που επικρατούσαν στη Γηραιά Αλβιώνα. Η Αγγλία είχε χάσει επίσης αρκετά παιχνίδια από άλλες ομάδες του Ηνωμένου Βασιλείου, με τις περισσότερες ήττες απέναντι στο combination game της Σκωτίας, για το λεγόμενο Home Championship, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε ηττηθεί σε κάποιο ευρωπαϊκό γήπεδο. Αυτή ωστόσο ήταν η πρώτη φορά που μία εθνική ομάδα από την ηπειρωτική Ευρώπη κέρδιζε σε αγγλικό έδαφος, ένα παιχνίδι μάλιστα που είχε αναχθεί ως εθνική υπόθεση πριν τη διεξαγωγή του.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 23 Μαΐου του 1954, στο τελευταίο παιχνίδι των δύο ομάδων πριν από το επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ελβετίας, οι Ούγγροι, μπροστά σε ένα ανεπανάληπτο αντίστοιχα μεγάλο κοινό, επανέλαβαν το κατόρθωμά τους, κερδίζοντας αυτή τη φορά με 7-1 τους Άγγλους, για να σφραγίσουν την υπεροχή του ευρωπαϊκού ηπειρωτικού ποδοσφαίρου απέναντι σε εκείνο της χώρας που γέννησε το σπορ. Αναζητώντας την εξέλιξη της υπεροχής του ευρωπαϊκού ηπειρωτικού ποδοσφαίρου έναντι του Αγγλικού, μέσα στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει ακόμα 2 αποτελέσματα, σε διασυλλογικό επίπεδο, που έδειχναν ότι το ποδόσφαιρο εξελισσόταν πιο γρήγορα σε μια άλλη μεριά της ηπείρου. Το ένα είναι η ιστορική πρώτη νίκη ευρωπαϊκού συλλόγου απέναντι σε αγγλικό, που επετεύχθη στις 20 Μαΐου του 1909, όταν η Sunderland που είχε καταταγεί 3η στο αγγλικό πρωτάθλημα και βρισκόταν σε tour στην Κεντρική Ευρώπη ηττήθηκε από τη Wiener Athletic Club με σκορ 2-1, ενώ ίσως μεγαλύτερης σημασίας ήταν η ήττα της Chelsea στον τελικό του Διεθνούς Τουρνουά Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού, που διοργανώθηκε μόνο μια φορά, το 1937. Στο τουρνουά αυτό συμμετείχαν ομάδες από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα της εποχής, με την Chelsea να εκπροσωπεί την Football League, ακόμα κι αν είχε τερματίσει 11η την κούρσα του εγχώριου πρωταθλήματος. Έχοντας κερδίσει στο κέρμα τη Marseille για τα προημιτελικά και με το καθαρό 2-0 μια μεγάλη δύναμη της εποχής, την Austria Βιέννης, αντιμετώπισε στον τελικό τη Bologna του Árpád Weisz, από την οποία ηττήθηκε με σκορ 4-1.

Όλα αυτά τα αποτελέσματα έχουν έναν κοινό παρονομαστή: οι ομάδες που κέρδισαν τις αντίστοιχες αγγλικές προέρχονταν από μια γεωγραφική περιοχή που εξέλιξε το ποδόσφαιρο με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που εξελισσόταν στην Αγγλία, εντάσσοντας νέες αντιλήψεις και στον τρόπο παιχνιδιού αλλά και στη γενικότερη κουλτούρα του σπορ, που αποτέλεσαν ουσιαστικά τη βάση για να εξελιχθεί το σύγχρονο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Η ποδοσφαιρική αυτή σχολή, που έμεινε στην Ιστορία με το όνομα “Σχολή του Δούναβη”, παραπέμποντας στην ομώνυμη σχολή εικαστικών του 16ου αιώνα, είναι η ρίζα όλου του ποδοσφαίρου του 20ου και 21ου αιώνα στην Ευρώπη, επηρεάζοντας και τη Λατινική Αμερική.

Η χρονική απόσταση και τα τεχνικά μέσα εκείνης της εποχής δεν έχουν αφήσει πολλά στοιχεία για την ιδιοσυγκρασία του παιχνιδιού στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, ενώ τα ονόματα των πρωταγωνιστών αυτής της ιστορίας είναι πλέον χαμένα σε βιβλία και αποκόμματα, καθώς ακόμα και οι περισσότεροι αυτόπτες μάρτυρες των κατορθωμάτων τους δε βρίσκονται πια στη ζωή. Ωστόσο, η ανασκόπηση και ανάδειξη της ξεχωριστής αυτής ιστορίας του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου αποτελεί εργασία απαραίτητη για την κατανόησή του.

Η ποδοσφαιρική διεύρυνση

Τον Νοέμβριο του 1895, η Ευρώπη θυμίζει καζάνι που σιγοβράζει, γεμάτη πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις. Η μεγάλη φιλελεύθερη δύναμη της εποχής, η Γαλλία, συγκλονίζεται από την υπόθεση Dreyfus, ένα γεγονός ορόσημο στην ανάδυση του σύγχρονου ευρωπαϊκού αντισημιτισμού, ενώ λίγους μήνες νωρίτερα έχει υπογράψει σύμφωνο συμμαχίας με την τσαρική Ρωσία, σε μια πρώτη υποψία της μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ των νέων εθνικών κρατών και των παλιών πολυεθνικών αυτοκρατοριών. Στην Αυστροουγγαρία, που έχει κληρονομήσει ουσιαστικά τη μακραίωνη Αυτοκρατορία των Αψβούργων, ανάλογες ζημώσεις έχουν ξεκινήσει να εξελίσσονται, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη συνοχή ενός κράτους με δεκάδες εθνοτικές και γλωσσικές μειονότητες στην επικράτειά του. Η ηγεσία της Αυτοκρατορίας, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ τον Α’, έχει ως ιδεολογία της την επιβολή της παλαιάς τάξης στο εσωτερικό, δουλεύοντας προς την ίδια κατεύθυνση και σε ό,τι αφορά τις διεθνείς ευρωπαϊκές εξελίξεις.

Σε οικονομικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι της Αυτοκρατορίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένο στην αγροτική παραγωγή, με τη βιομηχανική επανάσταση και τη συνεπή ανάπτυξη του εργατικού προλεταριάτου να συμβαίνει στις μεγάλες πόλεις, τη Βιέννη, την Πράγα και τη Βουδαπέστη. Την ίδια εποχή όμως που στη Βικτωριανή Αγγλία τα εργατικά συνδικάτα δυναμώνουν, με την εξέλιξη της ιδεολογικής αντιπαράθεσης να συμβαίνει στο επίπεδο της ταξικής υπόθεσης, το εργατικό κίνημα στην Αυστροουγγαρία είναι κατακερματισμένο, οδηγούμενο από τις επιμέρους εθνικές φιλοδοξίες. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι δεν υπήρχε ανάπτυξη και του προσανατολισμένου ταξικού κινήματος, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα, ειδικά σε αυτές τις μεγάλες πόλεις, να δημιουργείται ένα εκρηκτικό μίγμα στους κόλπους της εργατικής τάξης που εγκυμονούσε συγκρούσεις σε κάθε επίπεδο: εθνικό και ταξικό.

Το μεσημέρι της Πέμπτης, 15 Νοεμβρίου του 1895, ωστόσο, στην έπαυλη του Βαρώνου Nathaniel von Rothschild, γόνου της γνωστής εβραϊκής καταγωγής οικογένειας τραπεζιτών, στα προάστια της Βιέννης, το κλίμα μοιάζει πολύ διαφορετικό. Στον τεράστιο κήπο της έπαυλης, η ομάδα ενός νεοϊδρυμένου αθλητικού συλλόγου, του Vienna Cricket and Football Club, αντιμετωπίζει την ομάδα των Σκωτσέζων κηπουρών, την First Vienna Football Club. Οι δύο σύλλογοι είχαν ιδρυθεί μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, με τη First, όπως μαρτυρά και το όνομά της, να έχει προλάβει την πρωτιά όσο αφορά την ιστορία των ποδοσφαιρικών συλλόγων της πόλης, στις 22 Αυγούστου, ενώ σύμφωνα με το καταστατικό του, την επόμενη μέρα, στις 23 Αυγούστου, ιδρύθηκε ο σύλλογος του Vienna Cricket and Football Club.

Στον τεράστιο κήπο του Rothschild οι ποδοσφαιριστές των δύο συλλόγων δεν είναι μόνοι τους, το παιχνίδι παρακολουθεί ένα μεγάλο κομμάτι της βιεννέζικης ελίτ, αποτελούμενο και από ντόπιους επιχειρηματίες και ευγενείς, αλλά και από διπλωμάτες και ιδίως Βρετανούς κατοίκους της Βιέννης. Για την άρχουσα τάξη της Αυτοκρατορίας, άλλωστε, η επαφή με το αγγλικό σπορ σημαίνει εγγύτητα με τη βρετανική κουλτούρα, την οποία προσπαθεί να μιμηθεί και να αφομοιώσει. Αυτή η ανάγκη της άρχουσας τάξης είναι βεβαίως ευεργετική για την ανάπτυξη του αθλήματος στην καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου.

Η Βιέννη και το γκαζόν της έπαυλης του Rothschild δεν είναι ο μόνος τόπος που το ποδόσφαιρο βρίσκει εύφορο έδαφος για να αναπτυχθεί. Στη Βουδαπέστη καταγράφεται ο πρώτος αγώνας μεταξύ του τοπικού Cricket Club και της Budapesti Torna Club (BTC) στις 9 Μαΐου του 1897, στην Πράγα οι δύο μεγάλοι σύλλογοι της πόλης, η εθνική Slavia και η ταξική Sparta, αφομοιώνουν το ποδόσφαιρο στην πολυαθλητική τους δραστηριότητα, ενώ το Δεκέμβριο του 1893 ο ναυταθλητικός σύλλογος Regatta, που ιδρύθηκε από γερμανόφωνους εβραίους της πόλης, αντιμετωπίζει στο πρώτο καταγεγραμμένο παιχνίδι της τοπικής ιστορίας τη Viktoria Berlin, έναν από τους πρώτους ποδοσφαιρικούς συλλόγους της Γερμανίας, που με τη σειρά της ιδρύθηκε από Άγγλους και Βρετανούς, μέλη της διπλωματικής και βιομηχανικής ελίτ της πόλης.

Ο ποδοσφαιρικός αγώνας στην έπαυλη του Rothschild, ακόμα κι αν δεν ήταν ο πρώτος του είδους του, έχει μια μεγάλη συμβολική σημασία όσο αφορά τον τρόπο που μεταδόθηκε το ποδόσφαιρο έξω από τη βρετανική αυτοκρατορία. Στο κομμάτι αυτό του κόσμου, οι Βρετανοί δεν αποτελούσαν την άρχουσα αποικιοκρατική τάξη, ωστόσο οι οικονομικές και διπλωματικές δραστηριότητες της Βρετανίας είχαν ως αποτέλεσμα την εγκατάσταση βρετανών ως εξειδικευμένων τεχνικών, μηχανικών, εμπόρων, τραπεζικών υπαλλήλων, ναυτικών, εκπαιδευτικών και διπλωματών σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Το ίδιο συνέβαινε και στην ευρωπαϊκή ήπειρο, όπου υπήρχε έντονη δραστηριότητα βρετανικών επενδύσεων και συναλλαγών. Οι τομείς της οικονομίας που χαρακτηρίζονταν από πιο έντονη βρετανική παρουσία ήταν αυτοί που ουσιαστικά αποτελούσαν και πεδίο εξαγωγής τεχνογνωσίας, όπως οι σιδηρόδρομοι, η ναυτιλία, οι ασφάλειες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Έτσι, ένας βρετανικός στρατός είτε εξειδικευμένων εργαζόμενων, με ικανότητες οργάνωσης συλλόγων και θεσμών, είτε ανειδίκευτων, με το απλό κίνητρο της ψυχαγωγίας που ενέπνεε την οργάνωση ποδοσφαιρικών αγώνων, αποτέλεσε το λίπασμα για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στην Ευρώπη και όλο τον πλανήτη.

Αυτή η εκτός Αυτοκρατορίας εξέλιξη του σπορ ήταν, ωστόσο, διαμετρικά αντίθετη με την ανάπτυξη της αθλητικής κουλτούρας στις βρετανικές αποικίες – κάτι που έχει αφήσει το στίγμα του στον αθλητικό χάρτη της Γης ως τις μέρες μας. Στις αποικίες, όπως η Ινδία, η Αυστραλία, ή η Νότια Αφρική, τα σπορ έφταναν κυρίως μέσω της στρατιωτικής παρουσίας, των αποικιακών διοικήσεων και των χριστιανών ιεραπόστολων, αποτελώντας κομμάτι μιας ηθικής και πειθαρχικής αποστολής. Έτσι, σε αυτές τις χώρες, τα σπορ που ευδοκίμησαν ήταν τα λεγόμενα “gentleman’s sports”, όπως το κρίκετ και το ράγκμπι, καθώς ήταν περισσότερο εναρμονισμένα με αυτό το πνεύμα της πειθαρχίας, της τάξης και της αυταπάρνησης. Αντιθέτως, το ποδόσφαιρο, που έτσι κι αλλιώς είχε ξεφύγει από τον έλεγχο της ελίτ στη Μητρόπολη, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερο τις εργατικές μάζες – για μια σειρά από λόγους, όπως η απλότητα της διεξαγωγής του και η ευκολία να παιχτεί σε αστικό περιβάλλον – ήταν αντιστοίχως πιο εύκολο να μεταφερθεί από το ετερογενές μίγμα των βρετανών εργαζομένων, κάθε επιπέδου ειδίκευσης, καθώς και να μιμηθεί και να αφομοιωθεί από τους ντόπιους πληθυσμούς. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι έγινε άμεσα το λαοφιλές σπορ στο οποίο εξελίχθηκε. Η μετάγγιση της ποδοσφαιρικής κουλτούρας ευνοήθηκε καθοριστικά από τις εντόπιες ελίτ, οι οποίες μέσω της συμμετοχής τους στη βρετανική αθλητική κουλτούρα προσέβλεπαν στην προσέγγιση του βρετανικού τρόπου ζωής, τον οποίο θεωρούσαν στοιχείο εξέλιξης και βάση του εκμοντερνισμού.

Οι τοπικές ελίτ συμμετείχαν είτε ως αθλητές, είτε ως παράγοντες, στην ανάπτυξη της ποδοσφαιρικής κουλτούρας, σε συνεργασία με τους Βρετανούς γνώστες του σπορ. Έτσι ιδρύθηκαν οι πρώτοι μεγάλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι, οι οποίοι έφεραν ονομασίες που παρέπεμπαν στη σύνδεσή τους με τη Βρετανία ή τη βρετανική κουλτούρα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι πρώτες ομάδες της Βιέννης, με τις αγγλικές ονομασίες First Vienna και Vienna Cricket and Football Club, ενώ αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν και σε άλλες χώρες, με τη Milan και τη Genoa για παράδειγμα να φέρουν ως σήμερα τις αγγλικές ονομασίες των πόλεών τους, καθώς είχαν ιδρυθεί από Άγγλους μετοίκους στη Βόρεια Ιταλία. Οι ονομασίες Sporting Club, Athletic Club και Foot-ball and Cricket Club μαρτυρούν ως σήμερα την άμεση βρετανική ανάμιξη στην ίδρυση των ποδοσφαιρικών συλλόγων, είτε αυτοί ιδρύθηκαν από Βρετανούς, με αποκλειστική συμμετοχή αυτών στις τάξεις τους, είτε από τη συνεργασία της κάθε εντόπιας ελίτ με Βρετανικά στοιχεία της εκάστοτε κοινωνίας.

Η αφομοίωση στην Κεντρική Ευρώπη

Ανάμεσα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, πολλές εκ των οποίων αποτελούσαν αναδυόμενα εθνικά κράτη, η Αυστροουγγαρία ήταν αυτή που συγκέντρωνε μια σειρά από χαρακτηριστικά που επέτρεπαν τη ραγδαία ανάπτυξη της νέας αθλητικής ασχολίας, με συγκριτικά πιο γρήγορους ρυθμούς. Ίσως το σημαντικότερο στοιχείο ήταν η απουσία της ενιαίας εθνικής ταυτότητας, που ενώ αποτελούσε την αιτία εσωτερικών συγκρούσεων, ταυτόχρονα λειτουργούσε και ως βάση για την ανεκτικότητα στην αφομοίωση εισερχόμενων πολιτισμικών στοιχείων. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, που στη Γαλλία το σύνολο των δραστηριοτήτων ευθυγραμμιζόταν με το ρητό της “μίας και αδιαίρετης δημοκρατίας”, στις χώρες του Δούναβη υπήρχε ένας οργασμός αναδυόμενων ποδοσφαιρικών συλλόγων που ενσωμάτωναν είτε τον εναγκαλισμό των βρετανικών προτύπων, είτε την εθνική ταυτότητα, είτε την ταξική εκπροσώπηση. Συγκρίνοντας το περιβάλλον αυτό, με το αντίστοιχο της Βρετανίας, όπου οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι χαρακτηρίζονταν κυρίως από το ταξικό υπόβαθρο της κοινωνίας και της βάσης των υποστηρικτών τους, η πολυγλωσσική και πολυεθνική συνύπαρξη Γερμανών, Ούγγρων, Τσέχων, Σλοβάκων, Κροατών, Σέρβων, Ρουμάνων, Ιταλών, Εβραίων και Πολωνών, προσέθεσε ένα ακόμα στοιχείο που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της ποδοσφαιρικής κουλτούρας.

Τα αποτελέσματα αυτής της γλωσσικής και εθνικής πολυμορφίας στο ποδόσφαιρο είναι ορατά κυρίως στην ποδοσφαιρική γεωγραφία των μεγάλων πόλεων της Αυστροουγγαρίας, δηλαδή της Βιέννης, της Βουδαπέστης και της Πράγας. Στη Βιέννη, πέρα από τους 2 πρώτους βρετανόπνευστους συλλόγους, τεράστια ήταν η συμβολή στην τοπική ποδοσφαιρική ανάπτυξη των εβραϊκών συλλόγων, όπως η Hakoah και η Wiener Amateur που μετονομάστηκε αργότερα σε Austria, καθώς και της εργατικής Rapid. Στη Βουδαπέστη η Budapesti Torna, ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος της χώρας, γρήγορα βρήκε την τοπική αντιπαλότητα με την ίδρυση της πατριωτικής, χριστιανικής και εργατικής Ferencváros, η οποία είχε κυρίως γερμανόφωνη βάση, και της φιλελεύθερης, εβραϊκής και κοσμοπολίτικης αστικής MTK. Στην Πράγα, πέρα από την εθνική Slavia και την εργατική Sparta, υπήρξε η ομάδα της γερμανικής ελίτ, η DFC Prag, ενώ η εντόπια εθνική αθλητική κουλτούρα του Sokol, μιας μορφής γυμναστικής, αφομοιώθηκε στη μεθοδολογία που αφορούσε την ποδοσφαιρική ανάπτυξη.

Ιδιαίτερο παράδειγμα, όσο αφορά τη συμβολή της πολυπολιτισμικής συνύπαρξης, αποτελούσε και η Ιταλία, που την ίδια εποχή έγινε κομμάτι αυτού του κεντροευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού συνόλου. Αν και εθνικό κράτος, ιδρυμένο μέσα από τη διαδικασία απελευθέρωσης του Risorgimento το 1861, η Βόρεια Ιταλία κουβαλούσε ακόμα την πολυδιάσπαση των τοπικών γλωσσών και πολιτισμικών προτύπων, κάτι που σε ένα βαθμό χαρακτηρίζει την κοινωνική εξέλιξη της χώρας ως τις μέρες μας. Για αιώνες, οι διάφορες ιταλικές πόλεις αποτελούσαν όχι απλά κομμάτια διαφορετικών κρατών, αλλά ανεξάρτητες γεωγραφικές οντότητες που η κοινωνική τους εξέλιξη καθοριζόταν από την εκάστοτε εξουσία που τις κατακτούσε. Αυτή η ιδιαίτερη αποκέντρωση και η παράλληλη ύπαρξη του τοπικισμού, μέσα από την υπερηφάνεια για την πόλη και όχι για το έθνος, δημιούργησε ένα αντίστοιχο περιβάλλον όπου ποδοσφαιρικοί σύλλογοι μπορούσαν να γιγαντωθούν πολύ πιο άμεσα, εκπροσωπώντας κάτι περισσότερο από μια γειτονιά ή ένα εργοστάσιο, όπως αρχικά γινόταν στη Βρετανία. Μάλιστα, καθώς η βιομηχανική εξωστρέφεια του βορειοϊταλικού τριγώνου Τορίνο, Μιλάνο, Γένοβας, ενέτεινε την πολιτισμική ανταλλαγή με το βρετανικό στοιχείο, η ακαδημαϊκή παράδοση άλλων πόλεων, όπως της Μπολόνια και της Φλωρεντίας, βοήθησε την επαφή με ένα μεγαλύτερο εύρος ευρωπαϊκών πολιτισμικών στοιχείων, κάτι που αποτυπώνεται και στη θριαμβευτική διεθνή ποδοσφαιρική ιστορία της πρώτης ακαδημαϊκής πόλης, στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

Τα στοιχεία αυτά, πέρα από το γεγονός ότι βοήθησαν την ανταλλαγή ποδοσφαιρικής τεχνογνωσίας, λόγω της συνύπαρξης, δημιούργησαν και μια ιδιαίτερη ποδοσφαιρική κουλτούρα. Οι πολύ έντονες κοινωνικές προεκτάσεις του σπορ δημιούργησαν τη βάση για να εξελιχθεί και ως πεδίο ιδεολογικής και άρα πνευματικής αντιπαράθεσης. Το γεγονός αυτό, που αποσυνέδεε ένα σπορ από την αποκλειστικότητα της σωματικής δραστηριότητας, προσέλκυσε ένα σημαντικό κομμάτι διανοούμενων, που ασχολήθηκαν με αυτό καθώς το θεωρούσαν στοιχείο μορφωτικής εξέλιξης και εκσυγχρονισμού και όχι μια κοινή ποταπή δραστηριότητα. Η συμμετοχή της ελίτ στη δημιουργία ποδοσφαιρικών συλλόγων και θεσμών ήταν απαραίτητη ώστε να υπάρξουν οι υλικές προϋποθέσεις, μέσα στο δεδομένο πολιτικό πλαίσιο της εποχής, για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου. Η απαραίτητη χρηματοδότηση, η χρήση των κατάλληλων χώρων, η μεταφορά των ομάδων από το ένα μέρος στο άλλο, η ανάπτυξη όλων των συναφών υποδομών, ήταν πράγματα που είχαν ανάγκη τη συμβολή των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων που μπορούσαν μέσα και στο συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο να επενδύσουν στην ανάπτυξη του σπορ.

Όμως η ανάπτυξη της ιδιαίτερης ποδοσφαιρικής κουλτούρας της Κεντρικής Ευρώπης δεν είχε μόνο την υλική στήριξη της ελίτ. Το βρετανικό σπορ έγινε αντικείμενο συζητήσεων, αναλύσεων, ως και στοχασμών μέσα στις πόλεις, πριν γίνει ο αγωνιστικός χώρος το πεδίο που αντανακλούσε αυτές τις ζυμώσεις. Εξέχον παράδειγμα μιας τέτοιας διαδικασίας ήταν η Βιέννη, η οποία στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν μια μητρόπολη ανταλλαγής ιδεών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην αυστριακή πρωτεύουσα εκείνα τα χρόνια ζούσαν ταυτόχρονα και σε πολύ κοντινές αποστάσεις προσωπικότητες όπως ο Sigmund Freud, οι στοχαστές του λεγόμενου Κύκλου της Βιέννης, οι λογοτέχνες Zweig, Schnitzler, Kraus και Altenberg, οι καλλιτέχνες Klimt, Schiele, Schoenberg και Mahler, ο Trotsky και ο Stalin. Οι εξέχουσες αυτές μορφές του πνευματικού και πολιτικού στερεώματος συναντιόντουσαν στα περίφημα café της πόλης, που αποτελούσαν τόπους παραγωγής ιδεών, πνευματικής ζύμωσης και πολιτισμικής αντιπαράθεσης. Από το Café Central μέχρι το Griensteidl και το Herrenhof, αυτοί οι χώροι αποτέλεσαν το αθέατο εργαστήρι του βιεννέζικου μοντερνισμού. Εκεί γεννήθηκαν οι συζητήσεις για τις θεωρίες του ασυνείδητου, για τη διάσπαση του εαυτού, για το τέλος του ρομαντισμού και την αρχή του μοντερνισμού, καθώς και για τις μεγάλες επαναστάσεις του αιώνα που ξεκινούσε.

Σε αντίθεση με την pub, που αποτέλεσε το κέντρο της ζύμωσης στη Βρετανία, με αντίστοιχη συμβολή στην ανάπτυξη ιδεών που αφορούσαν την εξέλιξη της κοινωνίας αλλά και την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου, το café ως χώρος προσέφερε μία διαφορετική δυνατότητα προσέγγισης του όποιου θέματος. Στην pub οι συζητήσεις γίνονταν συνήθως με τους συμμετέχοντες σε αυτές όρθιους, μέσα σε ένα γενικά θορυβώδες κλίμα, με κάποιο ποτήρι μπύρας στο χέρι. Στα café οι ίδιες συζητήσεις συνέβαιναν σε ένα πολύ πιο ήρεμο περιβάλλον, με τους ανθρώπους να κάθονται σε τραπέζια, διακοσμημένα με μια πιο προσεγμένη αισθητική. Το βάθος και η πολυπλοκότητα των πνευματικών αναζητήσεων μπορούσε σε αυτές τις συνθήκες να είναι πολύ μεγαλύτερα, με αποτέλεσμα το περιεχόμενό τους να μην είναι αυστηρά διεκπαιρεωτικό, να μην απαντάει μόνο σε μια άμεση ανάγκη, αλλά να έχει στόχο την μετουσίωση μιας ιδεολογικής θέσης σε υλική δραστηριότητα. Σήμερα λίγοι γνωρίζουν ότι οι συνθήκες που αποτέλεσαν το σπέρμα για μερικές από τις πιο επιδραστικές ιδέες στη φιλοσοφία, τις επιστήμες, τις τέχνες και την επαναστατική θεωρία ήταν αυτές που αποτέλεσαν και το σπέρμα της σύγχρονης ποδοσφαιρικής αντίληψης.

Κι αν η Βιέννη με τα café της ήταν μια μικρογραφία της Ευρώπης πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου παράγονταν πολιτισμός και η μοντέρνα συνείδηση, την ίδια στιγμή στα café της Βουδαπέστης η φιλελεύθερη – κυρίως εβραϊκής καταγωγής αστική τάξη – αντιμετώπιζε το ποδόσφαιρο ως κομμάτι της αναζήτησης της αριστείας και της χειραφέτησής της σε ένα περιβάλλον πολιτισμικών διακρίσεων, ενώ στα Πανεπιστήμια της Πράγας οι φοιτητές οραματίζονταν την ανάπτυξη ενός εθνικού αθλητικού πολιτισμού και στο βιομηχανικό ιταλικό βορρά οι circoli συναντιόντουσαν στις birrerie μετατρέποντάς τις στα μέρη όπου σχηματιζόντουσαν οι νέοι πολυσυλλεκτικοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι και αναλυόταν η εθνική ταυτότητα του σπορ, ως καθρέφτης της αναζητούμενης και ανολοκλήρωτης εθνικής ταυτότητας ενός κράτους.

Αν όμως οι ελίτ ήταν ο ιθύνων νους της ποδοσφαιρικής ανάπτυξης, ο αιμοδότης του σπορ ήταν η εργατική τάξη και η μαζική συμμετοχή της σε αυτό αποτέλεσε και στην Κεντρική Ευρώπη τη βασική αιτία της ανάπτυξης της κοινωνικής του εμβέλειας. Οι Σκωτσέζοι κηπουροί του Rothschild ήταν οι φορείς του λεγόμενου combination game στο νέο τόπο της μετοίκησής τους – του Σκωτσέζικου τρόπου παιξίματος που υιοθετήθηκε και από τις αγγλικές εργατικές ομάδες – και ίσως χωρίς να το προσδοκούν εμφύσησαν και τις βασικές αρχές του τρόπου ανάπτυξης της κεντροευρωπαϊκής ποδοσφαιρικής τακτικής. Ωστόσο, το ποδόσφαιρο έγινε και η αγαπημένη ασχολία της ντόπιας εργατικής τάξης, της νεολαίας των πόλεων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, που αξιοποιούσε κάθε χώρο και κάθε μέσο προκειμένου να κλοτσήσει μια μπάλα, ή κάτι που έμοιαζε με μπάλα και μέσα από τα σπλάχνα του νεοσχηματιζόμενου αστικού τοπίου να δημιουργήσει τους μεγάλους ποδοσφαιρικούς ήρωες της επόμενης ημέρας.

Το πιο χαρακτηριστικό ιστορικό και καλλιτεχνικό τεκμήριο αυτής της διαδικασίας βρίσκεται στο βιβλίο “Οι πιτσιρικάδες της Οδού Παζ”, του Ferenc Molnár, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1906 και αναφέρεται στη Βουδαπέστη του 1889. Στο εν λόγω νεανικό μυθιστόρημα, μια παρέα πιτσιρικάδων υπερασπίζεται ωσάν την πατρίδα τους έναν ανοιχτό χώρο στη γειτονιά του Jószefváros της Βουδαπέστης, την 8η δημοτική περιφέρεια της πόλης, μια πυκνοκατοικημένη συνοικία, με έντονο το εργατικό και μικροαστικό στοιχείο που αποτέλεσε και τη γενέτειρα του πρώτου ουγγρικού ποδοσφαιρικού συλλόγου, της Budapesti Torna Club. Η σημασία της μυθιστορηματικής αφήγησης του Molnár όμως δεν αφορά τόσο πολύ το οργανωμένο σπορ, όσο τον ίδιο το χώρο που αυτό συναντούσε τα παιδιά της εργατικής τάξης. Ο ανοιχτός αυτός χώρος, το grund, ήταν ένα σύνηθες στοιχείο στη γεωγραφία της αναδομούμενης Βουδαπέστης στα χρόνια κοντά στην αλλαγή του αιώνα. Στο μυθιστόρημα εξαίρεται ο ηρωισμός των παιδιών που τον υπερασπίζονται ως χώρο του παιχνιδιού τους, ωστόσο στην πραγματικότητα αυτά ήταν τα “γήπεδα” των παιδιών της ουγγρικής πρωτεύουσας, με σκληρά χώματα και πέτρες, που επηρέασαν την τεχνική εξέλιξη των καλύτερων, που στη συνέχεια έγιναν ποδοσφαιριστές των μεγάλων συλλόγων. Οι πρώιμοι σκάουτερ των ομάδων περιδιάβεναν στα grund για να εντοπίσουν τα ταλέντα που θα άλλαζαν την ιστορία μιας μεγάλης εθνικής σχολής ποδοσφαίρου.

Αν και δεν υπάρχει ένα αντίστοιχο θρυλικό στοιχείο που να αφορά τους ανοιχτούς χώρους άλλων πόλεων, τα παιδιά της Βιέννης έβρισκαν ανοιχτωσιές σε αυλές μεταξύ πολυκατοικιών, άδεια οικοδομικά τετράγωνα και αποθήκες σιδηροδρόμων που υπήρχαν κυρίως σε συνοικίες έξω από το Ringstrasse, όπως το Ottakring, το Favoriten και το Meidling. Αντίστοιχα στην Πράγα, οι εργατικές συνοικίες του Karlín και του Žižkov, ήταν γεμάτα από προαύλιους χώρους που αποτέλεσαν την κοιτίδα των μεγάλων ηρώων του τσεχικού ποδοσφαίρου.

Με τον τρόπο αυτό, το ποδόσφαιρο βρισκόταν παντού, αγκαλιάζοντας κάθε κοινωνικό στρώμα. Στις εργατικές συνοικίες τα παιδιά έπαιζαν αυθόρμητα παιχνίδια στους ανοιχτούς χώρους, οι νεοϊδρυμένοι σύλλογοι με τη συμβολή ντόπιων διανοούμενων και Βρετανών μετοίκων οργανώνονταν με καταστατικά, αξιωματούχους και υποδομές, το ντόπιο ταλέντο εξελίσσονταν στη συνέχεια μέσα σε νέα γήπεδα, μεγάλα στάδια και γυμναστηριακές εγκαταστάσεις, ώσπου οι μεγάλοι σύλλογοι που εκπροσωπούσαν κάθε ταξική, εθνοτική ή γλωσσική ομάδα γιγαντώνονταν και γινόντουσαν καθρέφτης της κάθε επιμέρους υπερηφάνειας. Οι σύλλογοι δεν περιορίζονταν μάλιστα στις ποδοσφαιρικές δραστηριότητες: πέρα από τη διοργάνωση κοινωνικών εκδηλώσεων αναψυχής, όπως χοροεσπερίδες, που αποτελούν βασικό κομμάτι στις δραστηριότητες κάθε ποδοσφαιρικού συλλόγου παγκοσμίως, έφτιαξαν τα clubhouses που λειτούργησαν ως συνέχεια των café για τη συζήτηση επί της ποδοσφαιρικής ιδιοσυγκρασίας και τακτικής, ενώ διοργάνωναν συχνά και σεμινάρια ή ημερίδες όπου η ζύμωση πάνω στο ιδεολογικό πλαίσιο της ποδοσφαιρικής ανάπτυξης έβρισκε το κατάλληλο έδαφος για να δημιουργήσει ένα πρωτόγνωρο και όπως φάνηκε από την ιστορία πολύτιμο και μοναδικό πεδίο ποδοσφαιρικής κουλτούρας, η οποία καταγραφόταν και αναπαράγονταν από τον Τύπο της εποχής.

Το νήμα μιας φιλοσοφικής μετάγγισης

Edward Shires

Αναζητώντας κανείς τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες, που διαμόρφωσαν με τη σκέψη και την πολύπλευρη εμπειρίας τους το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης, ξετυλίγει ένα νήμα που ξεκινάει από τον Edward Shires. Ο Shires, που γεννήθηκε το 1878 στο Bollington του Cheshire, εργαζόταν ως υπάλληλος της εταιρείας Underwood, που παρήγαγε γραφομηχανές στο Manchester. Εκεί φαίνεται να ήρθε σε επαφή με το combination game, δηλαδή τον Σκωτσέζικο τρόπο παιχνιδιού που υιοθέτησαν οι αγγλικές εργατικές ομάδες στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο, σε ηλικία 17 ετών, ο Shires μετακομίζει με τον πατέρα του στη Βιέννη, καθώς το κλίμα του Manchester ήταν επιβλαβές για την υγεία του και εκεί παράλληλα με την πώληση γραφομηχανών δραστηριοποιείται και στον τομέα της εισαγωγής αθλητικών ειδών.

Η δραστηριότητά του αυτή και η έντονη παρουσία του στους βρετανικούς κύκλους της Βιένης τον έφεραν σε επαφή με άλλα μέλη της τοπικής ελίτ των μετοίκων, μεταξύ τον οποίων ο Harold William Gandon, με τον οποίο ανέπτυξε προσωπική φιλία. Όταν ο Gandon κέρδισε το πρώτο στην Ιστορία αυστριακό τενιστικό όπεν στην Πράγα το 1894, κερδίζοντας στον τελικό τον Γερμανό Voss, εκπρόσωποι του αθλητικού συλλόγου Regatta, που είχε ιδρυθεί από το γερμανόφωνο κομμάτι της τσέχικης μητρόπολης το 1891 και απέκτησε ποδοσφαιρικό τμήμα το 1893, παρέδωσαν στον Gandon μια επιστολή με αποδέκτη μία ποδοσφαιρική ομάδα της Βιέννης, με την οποία εξέφραζαν την επιθυμία τους να δώσουν ένα φιλικό αγώνα. Ο Gandon, φτάνοντας στη Βιέννη, παρέδωσε με τη σειρά του την επιστολή αυτή στον Shires, ο οποίος αποφάσισε για το σκοπό αυτό να φτιάξει την πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης, με το όνομα First Vienna. Ωστόσο, η επιλογή αυτού του ονόματος ανέδειξε ότι ήδη υπήρχε στην πόλη ομάδα με αυτό το όνομα, που είχε ιδρυθεί από τους Σκωτσέζους κηπουρούς του Rothschild στις 22 Αυγούστου του 1894. Έτσι ο Shires ήρθε σε επαφή μαζί τους, προκειμένου αρχικά να πραγματοποιηθεί το ιστορικό παιχνίδι της 15ης Νοεμβρίου, με αντίπαλο την πλήρως βρετανική ομάδα του Cricket and Football Club, προκειμένου οι δύο σύλλογοι να ενωθούν ώστε να αντιμετωπίσουν τη Regatta στην Πράγα, κερδίζοντας εκείνο το διεθνές διασυλλογικό παιχνίδι με σκορ 2-1.

John Tait Robertson

Ο Shires εξελίχθηκε σε εξέχων στέλεχος του πρώιμου αυστριακού ποδοσφαίρου, εκπροσωπόντας μάλιστα την εθνική ομάδα και όντας ο αρχηγός της σε έναν αγώνα. Το 1904, όμως, η εταιρεία Underwood επιθυμεί τη μεταφορά του στη Βουδαπέστη, προκειμένου να στηρίξει τις δραστηριότητές της στο ουγγρικό κομμάτι της Αυτοκρατορίας. Εκεί ο Shires εντάσσεται στο δυναμικό της MTK, ενός συλλόγου που ιδρύθηκε το 1888 και απέκτησε ποδοσφαιρικό τμήμα το 1901. Πρόεδρος της MTK από το 1905 ήταν ο Alfréd Brüll, εβραϊκής καταγωγής βιομήχανος, που έμεινε στα ηνία του συλλόγου μέχρι και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν και στην πρώτη συμμετοχή της στο εθνικό πρωτάθλημα της Ουγγαρίας, το Nemzeti Bajnokság, η MTK κατέκτησε την 3η θέση και τη δεύτερη σεζόν της αναδείχθηκε πρωταθλήτρια, την ίδια εποχή ξεκίνησε και η πρώτη μεγάλη κυριαρχία του γερμανόφωνου εργατικού σωματείου της πόλης, της Ferencváros, που μέσα σε μια δεκαετία κατέκτησε 8 πρωταθλήματα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Shires, που είχε εξελιχθεί σε παράγοντα της MTK, με τη στήριξη του Brüll, προχώρησε σε αποφασιστική ενίσχυση του συλλόγου, με σημαντικότερη απόφαση την εύρεση του κατάλληλου τεχνικού που θα αναδιαμόρφωνε το ποδοσφαιρικό στυλ του. Όντας λάτρης του Σκωτσέζικου ποδοσφαίρου, με τις κοντινές πάσες και την ομαδική ανάπτυξη, ο Shires εντόπισε ως ιδανική επιλογή για τη θέση του προπονητή τον John Tait Robertson, ενός Σκωτσέζου που έχοντας κερδίσει 3 προωταθλήματα με τους Rangers της Γλασκώβης, στη συνέχεια ανέλαβε θέση παίχτη-προπονητή στην Chelsea, αν και παραιτήθηκε πριν ο λονδρέζικος σύλλογος κερδίσει την άνοδο στην κορυφαία κατηγορία για πρώτη φορά στην ιστορία του. Ο Shires προσέγγισε τον Robertson όταν αυτός ήταν βοηθός προπονητή στη Manchester United και αξιοποιώντας τις γνωριμίες του στους βρετανικούς κύκλους των βιομηχάνων καθώς και την οικονομική εμβέλεια του Brüll κατάφερε να τον φέρει στη Βουδαπέστη. Στα 2 χρόνια που έμεινε ο Robertson στην MTK δεν κατάφερε να κερδίσει το πρωτάθλημα από την Ferencváros, κατακτώντας όμως 2 φορές το Κύπελλο. Ωστόσο, η συμβολή του θεωρείται πολύ μεγαλύτερη, καθώς αναδιαμόρφωσε ριζικά το πρόγραμμα των προπονήσεων και το στυλ παιχνιδιού, επηρεάζοντας την εξέλιξη του ουγγρικού και κεντροευρωπαϊκού ποδοσφαίρου για τις επόμενες δεκαετίες και βάζοντας τις βάσεις για τη μεγάλη ποιοτική αλλαγή που έπονταν.

Jimmy Hogan

Μετά την αποχώρηση του Robertson, ο Shires προσέλαβε τον Robert Holmes, ποδοσφαιριστή της χρήσης γενιάς της Preston North End, στη θέση του προπονητή. Ο Holmes είχε κερδίσει το πρωτάθλημα Αγγλίας ως προπονητής της Blackburn το 1912 και προερχόμενος από την ίδια ποδοσφαιρική σχολή του combination game, όπως και ο προκάτοχός του, βοήθησε την MTK να φτάσει στο θρίαμβο τη σεζόν 1913-14, κερδίζοντας το Πρωτάθλημα και το Κύπελλο Ουγγαρίας. Όμως το 1914, οι πολιτικές εξελίξεις στη Γηραιά Ήπειρο, έφεραν στην MTK μία προσωπικότητα που θεωρείται από πολλούς ο πατέρας της ποδοσφαιρικής τακτικής – όλες οι σχολές και οι φιλοσοφικές προσεγγίσεις που έχουν εμφανιστεί στον κόσμο έχουν κοινές ρίζες και καταλήγουν σε αυτόν, τον Jimmy Hogan.

Ο Hogan γεννήθηκε το 1882 στο Nelson του Lancashire από μια ιρλανδική καθολική οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη. Μεγάλωσε και πήγε σχολείο στο Burnley, ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στο ιερατικό κολλέγιο του St Bede στο Manchester, χωρίς όμως να ακολουθεί το επάγγελμα του ιερέα, κάτι που ήταν το όνειρο του πατέρα του. Η ποδοσφαιρική του καριέρα ξεκίνησε από τη Rochdale Town, όπου έπαιζε σε θέση μέσα επιθετικού, για να μτεαγραφεί στη συνέχεια στη Burnley και μετά από ένα γρήγορο πέρασμα από την τοπική ομάδα του Nelson στη Fulham, με την οποία σημείωσε 18 συμμετοχές. Μετά από ένα πιο σύντομο πέρασμα από τη Swindon Town, το 1908 μεταγράφηκε στη Bolton, με την οποία είχε μια εμπειρία που θα άλλαζε τη δική του ζωή αλλά και την πορεία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Σε ένα παιχνίδι προετοιμασίας η Bolton αντιμετώπισε την ολλανδική Dordrecht. Με τη διαφορά μεταξύ της ποιότητας του ποδοσφαίρου των δύο χωρών να είναι τεράστια, δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι η Bolton κέρδισε εκείνο το παιχνίδι με σκορ 10-0. Ωστόσο, αυτή η διαφορά στην αντίληψη του παιχνιδιού ενέπνευσε τον Hogan να αναλάβει τα ηνία της Dordrecht το 1910, προκειμένου να μεταλαμπαδεύσει τις αρχές του βρετανικού ποδοσφαίρου, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις αρχές του 20ου αιώνα.

Στη διετία που παρέμεινε στο πόστο του τεχνικού της Dordrecht, ο Hogan ανέλαβε την ηγεσία της εθνικής ομάδας της Ολλανδίας σε έναν φιλικό αγώνα απέναντι στη Γερμανία, το οποίο κέρδισε με σκορ 2-1, ενώ η φήμη του φέρεται να τον έφερε για πρώτη φορά στην Αυστρία, όπου προπόνησε περιστασιακά τη Wiener Amateur, δηλαδή τη μετέπειτα Austria της Βιέννης, μεταξύ του 1911 και 1912. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, που ο Hogan βρισκόταν ως προπονητής στην Ολλανδία και την Αυστρία, σημείωνε συμμετοχές και ως ποδοσφαιριστής της Bolton, με την οποία αγωνίστηκε συνολικά 54 φορές ως το 1913, σημειώνοντας 18 γκολ.

Τα συχνά ταξίδια του μεταξύ των 3 χωρών δεν είναι πλήρως καταγεγραμμένα, ωστόσο είναι σίγουρο ότι με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του 1914, ο Hogan βρισκόταν στη Βιέννη, όπου και ως Βρετανός υπήκοος συνελήφθη ως πολίτης εχθρικής χώρας και τέθηκε σε κατ’οίκον περιορισμό. Αυτή η σύλληψη οδήγησε στην ενεργοποίηση μιας σειράς παραγόντων, μεταξύ των οποίων ο Αυστριακός Hugo Meisl που ήταν τότε ο ομοσπονδιακός προπονητής της Αυστροουγγαρίας, οι βρετανοί αδελφοί Blyth, με έναν εξ’αυτών, τον Ernest, να αποτελεί και ιδρυτικό μέλος του Cricket and Football Club, καθώς και των Shires, Brüll και Baron Dirstay, εκ μέρους της ΜΤΚ, ώστε ο Hogan να διαφύγει στη Βουδαπέστη, όπου είχε σχετικά μεγαλύτερη ελευθερία και ανέλαβε την τεχνική ηγεσία του συλλόγου. Ο Hogan ήταν ο ιδανικός συνεχιστής της κληρονομιάς του Robertson στην MTK και το πρόσωπο που έψαχνε ο Shires για να δημιουργήσει την τεράστια ομάδα της εποχής, η οποία κέρδισε 10 κατά σειρά πρωταθλήματα, τα 6 από αυτά υπό τις οδηγίες του Hogan. Ξεκινώντας από τη βάση του combination game, ο Hogan επέμεινε στην ανάπτυξη στοιχείων που ήταν εντελώς άγνωστα στο ευρωπαϊκό παιχνίδι, όπως η πάσα με την πρώτη επαφή, η ευχαίρεια στη χρήση της μπάλας και με τα δύο πόδια, ο έλεγχος και η κατοχή υπό πίεση, καθώς και ο συντονισμός των γραμμών, η συλλογική πίεση, η ομαδική ανάπτυξη και η αντίληψη των επιλογών για την πάσα σε κάθε σενάριο του παιχνιδιού. Ουσιαστικά, ο Hogan βρήκε στην MTK το εύφορο έδαφος για να αναπτύξει την καινοτομία στην τακτική προσέγγιση του παιχνιδιού, επειδή θεωρούνταν εξ’αντικειμένου, λόγω της καταγωγής του, πιο έμπειρος και ικανός να ενσταλλάξει το σωστό τρόπο παιξίματος. Την ίδια στιγμή στην Αγγλία ένας προπονητής είχε μικρότερη προσωπική ελευθερία, ακόμα κι αν το ποδόσφαιρο εξελισσόταν πιο γρήγορα λόγω της συνολικά μεγαλύτερης και πιο μακροχρόνιας ανάπτυξής του, ιδιαίτερα όσο αφορά το επαγγελματικό επίπεδο.

Την εποχή εκείνη, που ο Hogan συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των ποδοσφαιρανθρώπων για πρώτη φορά, κινούμενος κυρίως μεταξύ Βιέννης και Βουδαπέστης (με ένα πέρασμα επίσης από την Ελβετία, για την ομάδα των Young Boys), δημιουργήθηκε ένας από τους πιο σημαντικούς φιλικούς δεσμούς που έχουν υπάρξει για στο ποδόσφαιρο.

Hugo Meisl

Μία από τις πιο επιδραστικές μορφές στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, ο Hugo Meisl, αντιμετώπιζε τον Hogan ως τον Προμηθέα της ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας, της βάσης πάνω στην οποία θα μπορούσε να οργανωθεί το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Ο Meisl ήταν μια πολύπλευρη προσωπικότητα, με εξαιρετικά ταλέντα σε πολλούς τομείς, τα οποία όλα έθεσε στην υπηρεσία της ποδοσφαιρικής ανάπτυξης στην εποχή του. Γεννημένος το 1881 στο Maleschau (Malešov) της Βοημίας, που τότε ανήκε στην Αυστροουγγαρία, γόνος εβραϊκής οικογένειας, μετοίκησε στη Βιέννη το 1895 όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως τραπεζικός υπάλληλος και αγωνιζόταν ως ακραίος επιθετικός στη Vienna Cricket and Football Club. Κοσμοπολίτης και πολύγλωσσος – αφού πέρα από τη μητρική γερμανική γλώσσα μιλούσε επίσης άπταιστα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά – είχε την ικανότητα να επιδρά σε διεθνές επίπεδο, αναπτύσσοντας μάλιστα μια στενή φιλία με μερικούς από τους μεγαλύτερους οραματιστές του ευρωπαϊκού και παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όπως ο πρώτος πρόεδρος της FIFA, Jules Rimet, και ο Henri Delaunay, εμπνευστής του ευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού ενιαίου χώρου, που υπήρξε αργότερα και ο πρώτος γενικός γραμματέας της UEFA.

Ο Meisl αποτελούσε την ιδανική ενσάρκωση της Βιεννέζικης αντίληψης του ποδοσφαίρου, ως βαθιά ιδεολογικοποιημένου σπορ με ιδιαίτερη και ευρεία κοινωνική διάσταση. Υπήρξε ο εμπνευστής και ο βασικός παράγοντας υλοποίησης μιας σειράς ποδοσφαιρικών θεσμών που άλλαξαν το ποδόσφαιρο στις αρχές του 20ου αιώνα και καθόρισαν την ταυτότητά του στο διηνεκές. Ήταν θαμώνας των βιενέζικων café, εκεί που συζητούσε την εξέλιξη της ποδοσφαιρικής τακτικής, εξελισσόμενος και επαγγελματικά από τραπεζικό υπάλληλο σε δημοσιογράφο και γενικό γραμματέα της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου σε διεθνή διαιτητή και έπειτα ομοσπονδιακό τεχνικό της Αυστροουγγαρίας το 1912. Η σχέση του με τον Hogan τον βοήθησε να δώσει έμφαση στην ανάπτυξη του παιχνιδιού με τη μπάλα στο έδαφος και να βάλει τις βάσεις για το μεγάλο έργο του που θα έβαζε τη σφραγίδα στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Όντας πάντα σε νευραλγικές θέσεις μέσα στο διεθνές ποδοσφαιρικό δίκτυο παραγόντων, ήταν αυτός που έφερε ουσιαστικά για πρώτη φορά τον Hogan στην Αυστρία, όταν του ζητήθηκε η γνώμη του για τον Βρετανό τεχνικό από τη Γερμανική ομοσπονδία για τη θέση του εκλέκτορα. Ο Meisl, δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη και αντί να δει τον Hogan που θαύμαζε να αναλαμβάνει την ηγεσία μιας αντίπαλης εθνικής ομάδας, του προσέφερε τη θέση του προπονητή στην Αυστροουγγαρία, με σκοπό την προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1916 που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Το παιχνίδι της ιστορίας, βέβαια, οδήγησε μέσω αυτής της μετακίνησης τον Hogan στη Βουδαπέστη και την MTK, διατηρώντας όμως τη στενή σχέση με τον Meisl, που έκανε παράλληλα ποδοσφαιρικά βήματα στη Βιέννη.

Αυτή η τετράδα των τεράστιων μορφών, θεμελιωτών του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Σχολής, που έμεινε στην ιστορία και ως η “Σχολή του Δούναβη”, άφησε το στίγμα της στην ιστορία επειδή υπήρχαν οι συνθήκες εκείνες που επέτρεπαν το έργο της να ξεδιπλωθεί απρόσκοπτα, με τεράστιες κοινωνικές δυνάμεις και υλικές προϋποθέσεις να το υποστηρίζουν. Το ποδόσφαιρο που είχε περάσει από τους κήπους των ευγενών στους δρόμους των πόλεων και οργανώθηκε σε σύγχρονες εγκαταστάσεις που φιλοξενούσαν τους μεγάλους συλλόγους, μέσα στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα βρέθηκε να παίζεται σε στάδια χωρητικότητας 70 και 80 χιλιάδων θεατών.

Στην Αυστρία, ο πρώτος ποδοσφαιρικός θεσμός ξεκίνησε το 1897. Επρόκειτο για το Challenge Cup, που αρχικά ήταν ένας θεσμός Κυπέλλου στον οποίο αγωνίζονταν μόνο ομάδες της Βιέννης. Από το 1901 όμως, με τη συμμετοχή των ομάδων της Βοημίας, Ceski και Slavia, η διοργάνωση έγινε πολυεθνική, ακόμα κι αν βρισκόταν εντός της ίδιας κρατικής αυτοκρατορικής οντότητας. Στον τελικό εκείνης της χρονιάς, η αναμέτρηση της Slavia με την Wiener Amateur ήταν ουσιαστικά το πρώτο διεθνές επίσημο διασυλλογικό παιχνίδι στην ιστορία του ποδοσφαίρου, που κέρδισαν οι Αυστριακοί με 1-0 και σκόρερ τον Josef Taurer. Η Ferencváros ήταν η πρώτη ομάδα που διέκοψε την κυριαρχία των βιεννέζικων συλλόγων στη διοργάνωση το 1909, κερδίζοντας έτσι τον μοναδικό τίτλο για ομάδα εκτός της αυστριακής πρωτεύουσας, στη σύντομη ιστορία της διοργάνωσης, που πραγματοποιήθηκε για τελευταία φορά το 1911.

Το τέλος του Challenge Cup συνέβη λόγω της έναρξης του αυστριακού πρωταθλήματος, του οποίου η πρώτη σεζόν διεξήχθη το 1911-12, με τη Rapid να κερδίζει τον τίτλο και την Cricket and Football Club να υποβιβάζεται. Στην Ουγγαρία, το πρώτο πρωτάθλημα, με τη συμμετοχή 5 ομάδων σε έναν ενιαίο όμιλο, διεξήχθη το 1901 και το κέρδισε η BTC, ενώ στην Τσεχία υπήρχε εθνικό πρωτάθλημα – που έμοιαζε περισσότερο με ένα υπό διαμόρφωση τουρνουά – από το 1896, διοργανωμένο σε 2 σεζόν, όπως γίνεται στις μέρες μας στην Αργεντινή. Στην Ιταλία, το πρώτο εθνικό πρωτάθλημα ξεκίνησε το 1898, με την κυριαρχία της Genoa και έναν τίτλο της έταιρης βρετανικής ομάδας, της Milan, στην πρώτη φάση της διεξαγωγής του, μέχρι την ίδρυση της λεγόμενης Prima Categoria, το 1904, που και πάλι βρήκε νικήτρια τη Genoa, με την ομάδα του λιμανιού να κερδίζει 6 από τις 7 πρώτες διοργανώσεις.

Η εμβέλεια του ποδοσφαίρου στην κοινωνία συγκρινόταν με αυτή του κινηματογράφου, ξεπερνώντας μορφές τέχνης όπως τα εικαστικά, η μουσική και η λογοτεχνία. Μάλιστα στη Βιέννη υπήρχε το ρητό: “η μπύρα του μπαμπά, το σινεμά της μαμάς και το ποδόσφαιρο του αδερφού”. Αυτή η κοινωνική βάση του σπορ, που στην Αγγλία δημιουργήθηκε μέσα από τεράστιες αλλαγές στη σύνθεση του αστικού πληθυσμού και κοσμογονικές αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και συνεπώς την καθημερινότητα της εργατικής τάξης, συνέβη πολύ πιο γρήγορα στην Αυστροουγγαρία, στη βάση ενός εθνοτικού μωσαϊκού που μάλλον είχε ξεπεράσει το προσδόκιμο που του επέτρεπε η ιστορία του κόσμου. Μεγάλες εξελίξεις θα αναδιαμόρφωναν το έδαφος της αυτοκρατορίας, αλλά δε θα διέκοπταν την ποδοσφαιρική ανάπτυξη, το αντίθετο!

Τα χαρακώματα

Το καλοκαίρι του 1914 η Wiener στέφθηκε για πρώτη φορά πρωταθλήτρια Αυστρίας, κερδίζοντας στην ισοβαθμία το πρωτάθλημα από τη Rapid, ενώ η First Vienna, ο πρωτοπόρος σύλλογος της αυστριακής πρωτεύουσας, υποβιβάστηκε στη 2η κατηγορία. Στην Ουγγαρία η MTK πήρε τα σκήπτρα μετά από την κυριαρχία της Ferencváros, ενώ στην Τσεχία δε διεξήχθη πρωτάθλημα, με τα σκήπτρα να κρατάει από την προηγούμενη χρονιά η Slavia Πράγας. Στην Ιταλία, η Casale θριάμβευσε επί της Lazio στον τελικό της Prima Categoria για να κερδίσει τον πρώτο και μοναδικό τίτλο της ιστορίας της. Αυτά ήταν τα τελευταία πρωταθλήματα που διεξήχθησαν σε ειρηνικές συνθήκες…

Στις 28 του Ιούνη, ο διάδοχος του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος, βρέθηκε στο Σάράγεβο προκειμένου να επιθεωρήσει τις στρατιωτικές ασκήσεις της αυστροουγγρικής διοίκησης στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η περιοχή αυτή είχε περιέλθει δικαιωματικά στην Αυστροουγγαρία με τη Συνθήκη του Βερολίνου, το 1878, μία συμφωνία που ουσιαστικά άναψε το φυτίλι της Ιστορίας στα Βαλκάνια, εκφράζοντας ταυτόχρονα τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις και ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, καθώς και την ύστατη προσπάθεια διαφύλαξης των αυτοκρατοριών της Ανατολικής Ευρώπης. Ωστόσο, η περιοχή παρέμενε ουσιαστικά οθωμανική επαρχία ως και το 1908, όταν με την άνοδο των Νεότουρκων και την αστάθεια στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Αυστροουγγαρία αποφάσισε να διαφυλάξει τις αυτοκρατορικές κτήσεις στα Βαλκάνια και προσάρτησε ολοκληρωτικά την επαρχία στην επικράτειά της. Η κίνηση αυτή ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις εθνικές επιδιώξεις των Σέρβων, που είχαν αποκτήσει επίσης το δικό τους εθνικό κράτος με τη συνθήκη του Βερολίνου.

Ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος, σε μια συμβολική κίνηση, φρόντισε να πραγματοποιήσει την επίσκεψη αυτή την ημέρα του Vidovdan, δηλαδή την επέτειο της μάχης του Κοσσυφοπέδιου, καθώς θεωρείται η πρώτη πατριωτική θυσία απέναντι στην κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, που λειτούργησε και ως γενεσιουργός της σερβικής εθνικής συνείδησης. Έτσι, ο διάδοχος του αυστροουγγρικού θρόνου, θέλησε να επιδείξει τη σιδερένια πυγμή της δικής του Αυτοκρατορίας, που είχε τη δυνατότητα να επιδεικνύει την ισχύ της απέναντι στα μικρότερα εθνικά κράτη σε ένα από τα διαχρονικά ευρωπαϊκά πεδία των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η επιλογή του αυτό, ωστόσο, απεδείχθη θανάσιμη, καθώς ο Gavrilo Princip, μέλος της σερβοβοσνιακής παραστρατιωτικής οργάνωσης “Μαύρο Χέρι”, δολοφόνησε το διάδοχο και τη σύζυγό του Σοφία. Σε μια εποχή που έτσι κι αλλιώς μύριζε μπαρούτι, με την κούρσα των εξοπλισμών στα αναδυόμενα εθνικά καπιταλιστικά κράτη και τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες να κρατάει για περίπου μισό αιώνα, η σκανδάλη του Princip πυροδότησε κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη σφαίρα που είχε τοποθετήσει στο όπλο του: η Ευρώπη θα άλλαζε ριζικά και η Ιστορία θα σημάδευε το τέλος των αυτοκρατοριών. Μαζί με τις αυτοκρατορίες, ωστόσο, θα έβρισκαν τέλος οι ζωές περίπου 9 εκατομμυρίων ανθρώπων, σε μια τετραετή πολεμική σύρραξη που τότε ονομάστηκε “Ο Μεγάλος Πόλεμος”.

Το τέλος του Μεγάλου Πολέμου είχε ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των αυτοκρατοριών των κεντρικών δυνάμεων, δηλαδή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε μια σειρά εθνικών κρατών. Έτσι, σχηματίστηκε το κράτος της Γιουγκοσλαβίας στα Βαλκάνια, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Τσεχοσλοβακία στα εδάφη της Αυστροουγγαρίας, Η δημοκρατία της Βαϊμάρης, ενώ με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ άνοιξε ο δρόμος για τη δημιουργία των κρατών της Πολωνίας, της Λιθουανίας, της Εσθονίας και της Λετονίας. Φυσικά, στο ίδιο διάστημα η Οκτωβριανή Επανάσταση δημιούργησε το πρώτο στην ιστορία εργατικό κράτος, τη Σοβιετική Ρωσία και μετέπειτα τη Σοβιετική Ένωση, που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο, ιδιαίτερα στις ιδεολογικές διαδικασίες που αφορούσαν τις πολιτικές εξελίξεις των νέων εθνικών κρατών.

Τα χρόνια του λεγόμενου “πολέμου των χαρακωμάτων” το ποδόσφαιρο δε σταμάτησε. Στη γενέτειρά του, την Αγγλία, μπορεί να έπεσε το επίπεδο και η ένταση του ανταγωνισμού, όμως συνέχισε να αποτελεί διέξοδο για τις εργατικές μάζες, που ειδικά υπό το βάρος της πολεμικής κατάστασης έψαχναν στο σπορ την απαραίτητη ψυχική ανακούφιση. Οι γυναίκες που πήραν τη θέση των ανδρών στα εργοστάσια, όσο αυτοί πολεμούσαν στα χαρακώματα, έφτιαξαν και τις δικές τους ποδοσφαιρικές ομάδες, γράφοντας χρυσές σελίδες στην ιστορία του σπορ, τόσο σημαντικές που θεωρήθηκαν επικίνδυνες ώστε μεταπολεμικά να προκαλέσουν την απαγόρευση του γυναικείου σπορ για περίπου μισό αιώνα. Πολλοί φαντάροι, εξαντλημένοι από έναν πόλεμο στον οποίο δεν καταλάβαιναν για ποιο λόγο θα σκοτωνόντουσαν, επέστρεφαν στη χώρα τους και βρίσκονταν στα γήπεδα, δηλώνοντας αδυναμία στράτευσης.

Στην Αυστρία, η Wiener Amateur του Hugo Meisl κέρδισε το πρωτάθλημα του 1915, για να ξαναπάρει τα σκήπτρα η εργατική Rapid το 1916 και 1917. Στην Ουγγαρία το πρωτάθλημα διακόπηκε για 2 σεζόν, όμως στα μέσα του πολέμου η MTK συνέχισε την κυριαρχία της υπό τον Jimmy Hogan, κερδίζοντας τα πρωταθλήματα του 1917 και 1918. Στην Τσεχία, η DFC Prag, κληρονόμος των παραδόσεων της Regatta, κέρδισε το πρωτάθλημα του 1917, με δεύτερη μια άλλη ομάδα του γερμανόφωνου κομματιού της Πράγας, τη Viktoria Žižkov. Στην Ιταλία, ωστόσο, διεξήχθη μόνο το πρωτάθλημα της σεζόν 1914-15, το οποίο και κέρδισε η Genoa, επικρατώντας στον τελικό γύρο της Torino, της Inter και της Milan, για να παραλάβει τον τίτλο της όμως μόνο μετά το τέλος του πολέμου.

Αν και το τέλος του πολέμου σήμαινε την ήττα για την Αυστροουγγρική αυτοκρατορία, όσο αφορά το ποδόσφαιρο του Δούναβη ξεκινούσε η πιο λαμπρή εποχή του, ίσως γιατί το ίδιο συνέβαινε και με τις προσδοκίες των λαών αυτών για την επόμενη μέρα σε έναν ειρηνικό κόσμο.

Η εποχή των χαμένων ονείρων

Στη νεοσύστατη Αυστρία, η επόμενη μέρα του Μεγάλου Πολέμου διαμόρφωσε ένα ουσιαστικά διπολικό κράτος, με μία τεράστια πολιτική και κοινωνική ανισομετρία και αντίθεση μεταξύ της πρωτεύουσας, της Βιέννης και της υπόλοιπης χώρας. Το εργαστήρι του αυστριακού ποδοσφαίρου όμως ήταν η κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα και στο έδαφος των εξελίξεων σε αυτήν συντελέστηκαν και μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες που εξέλιξαν την Αυστρία στη μεγαλύτερη ίσως ποδοσφαιρική δύναμη της εποχής. Από το 1919 ως το 1934 η δημοτική διοίκηση της πόλης πέρασε στην κυριαρχία των Σοσιαλδημοκρατών και το κόμμα SDAP. Σε μία ιδεολογική διαπάλη με τους αυστριακούς κομμουνιστές, οι σοσιαλδημοκράτες υποστήριζαν την μετάβαση στο σοσιαλισμό με τη χρήση των εργαλείων διακυβέρνησης της αστικής εξουσίας, κάτι που όποτε κι αν συνέβη στην ιστορία, πριν ή μετά από εκείνη την εποχή, είχε δυστυχώς πάντα εντυπωσιακή αρχή και τραγική κατάληξη. Ωστόσο, η εντυπωσιακή μετάβαση στη σοσιαλιστική, τη λεγόμενη “Κόκκινη Βιέννη”, εκφράστηκε με την κατασκευή εργατικών κατοικιών, με προεξέχον το συγκρότημα Karl-Marx-Hof, καθώς και μεταρρυθμίσεις στη δημόσια υγεία, την εκπαίδευση, την παιδική μέριμνα και τη λαϊκή κουλτούρα. Η σοσιαλιστική ουτοπία που ήταν πλέον καθημερινότητα για τους εργαζόμενους της Βιέννης, τροφοδοτούσε την αντιπαλότητα των συντηρητικών επαρχιών, υποσκάπτοντας σιγά σιγά την ύπαρξη της, μέχρι την τελική σύγκρουση και κατάρρευση το 1934, από το καθεστώς του Engelbert Dollfuss. Αυτά τα χρόνια όμως ήταν καθοριστικά για την εκτόξευση του βιεννέζικου και συνεπώς αυστριακού ποδοσφαίρου, που γινόταν η υλοποίηση των οραμάτων μιας φιλόδοξης ελίτ διανοούμενων.

Σε αυτές τις συνθήκες εμφανίστηκε με μια νέα μορφή, με μεγαλύτερο φιλοσοφικό βάθος, η αντιπαράθεση για τον επαγγελματισμό στο ποδόσφαιρο. Στη Βρετανία ο επαγγελματισμός υπήρχε από πολύ νωρίς, περίπου μια δεκαετία ύστερα από την ίδρυση της Football Association, και επετεύχθη ως αξίωση των εργατικών σωματείων που δε μπορούσαν διαφορετικά να εξασφαλίσουν τον ελεύθερο χρόνο για προπόνηση και αγώνες στους αθλητές τους που αναγκάζονταν να δουλέψουν για την επιβίωση τους. Ωστόσο, υπό το σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς της Βιέννης, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, η είσοδος του επαγγελματισμού συνδεόταν με την εμπορευματοποίηση του παιχνιδιού, κάτι που συνέβη και στη Βρετανία, φέρνοντάς το ξανά υπό τον έλεγχο της άρχουσας τάξης. Έτσι προέκυπτε ένα ηθικό και ιδεολογικό ερώτημα που κρατάει ως τις μέρες μας: είναι ο επαγγελματισμός σύμφυτος με την καπιταλιστική εκμετάλλευση του αθλήματος; Η ιστορία του κόσμου γενικά και του ποδοσφαίρου ειδικά απέδειξε ότι το μόνο που είναι σύμφυτο με τη φύση του αθλήματος είναι η οικονομική βάση, το πολιτικό-κοινωνικό σύστημα της κάθε εποχής. Ο επαγγελματισμός είναι αναγκαίος για να μπορούν να συμμετέχουν και να διακρίνονται σ’αυτό ανεξαιρέτως αθλητές από όλες τις κοινωνικές τάξεις, ωστόσο η εμπορευματική εκμετάλλευσή του ως προϊόντος ή η ανάδειξή του ως κοινωνικού φαινομένου εκπροσώπησης ιδεολογικών ως και φιλοσοφικών αντιλήψεων έχει να κάνει με τον τύπο της οικονομίας. Στην καπιταλιστική οικονομία θα είναι εμπόρευμα, σε μια οικονομία με κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και αντίστοιχο έλεγχο του παραγόμενου πλούτου είναι μια μη εμπορεύσιμη ανάγκη και καθολικό δικαίωμα.

Στη φιλελεύθερη και σοσιαλδημοκρατική Βιέννη ήταν ίσως λογικό να επικρατήσει η λογική της αναγκαιότητας του επαγγελματισμού, κάτι που δε συνέβη σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία ή η Γερμανία, όπου αν και υπήρχε ήδη η ποδοσφαιρική αγορά, με την έννοια των μεταγραφών, δεν επιτρεπόταν οι ποδοσφαιριστές να λαμβάνουν επίσημα μισθό για να παίζουν ποδόσφαιρο. Πρωτεργάτης αυτής της διαδικασίας και ουσιαστικά ιδεολογικός της θεμελιωτής ήταν ο Hugo Meisl, ο οποίος ανέδειξε φυσικά όλους τους τρόπους με τους οποίους το ποδόσφαιρο ήταν ήδη ένα εμπορεύσιμο προϊόν, μέσω της πώλησης εισιτηρίων, που συνδέονταν με τις μεταγραφές και άρα με την επίδοση των συλλόγων. Επίσης, στις οικονομικές σχέσεις που αφορούσαν το προ-επαγγελματικό ποδόσφαιρο της Αυστρίας συμπεριέλαβε τις άτυπες πληρωμές των ποδοσφαιριστών, μέσω αμοιβών για συμβολική εργασία σε άλλους φορείς – κάτι που επαναλήφθηκε αρκετές φορές στην Ιστορία από καθεστώτα που μάχονταν υπέρ του ερασιτεχνικού πνεύματος. Το ποδόσφαιρο, με 40 ως 50 χιλιάδες θεατές στους αγώνες της πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος, ήταν ήδη μια επιχείρηση – το μόνο ερώτημα ήταν αν και οι ποδοσφαιριστές θα θεωρούνταν εργαζόμενοι σε αυτήν. Αυτή η αλλαγή είχε και ως αποτέλεσμα την ίδρυση του πρώτου συνδικάτου ποδοσφαιριστών στην ηπειρωτική ευρώπη, με πρόεδρο τον Josef Brandstetter, αμυντικό και αρχηγό της εργατικής Rapid Βιέννης.

Οι εξελίξεις στη Βιέννη επηρέασαν άμεσα τα πρωταθλήματα της Τσεχοσλοβακίας και της Ουγγαρίας, που αν και πλέον δε βρίσκονταν εντός της ίδιας κρατικής οντότητας, το δίκτυο επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των τριών πρωτευουσών λειτουργούσε καταλυτικά στο να διαδίδονται οι ίδιες ιδέες και αποφάσεις πολύ γρήγορα από τη μία χώρα στην άλλη. Έτσι, το πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα Αυστρίας ξεκίνησε τη σεζόν 1924-25, την επόμενη χρονιά ξεκίνησε το πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα της νεοσύστατης Τσεχοσλοβακίας και την επόμενη, δυο χρόνια μετά την Αυστρία, ξεκίνησε και το επαγγελματικό πρωτάθλημα στην Ουγγαρία.

Η πορεία της Τσεχοσλοβακίας μετά τον πόλεμο έμοιαζε επίσης με ουτοπία, ωστόσο όχι τόσο λόγω της επικράτησης των σοσιαλιστικών ιδεών. Το νέο κράτος, που περιλάμβανε την περιοχή της Σουδητίας, μιας γερμανόφωνης περιοχής με αρκετούς τους κατοίκους του να επιθυμούν την ένταξη σε ένα από τα γερμανικά κράτη της Αυστρίας ή της Γερμανίας, βάζοντας τον σπόρο αρνητικών μελλοντικών εξελίξεων, τη Βοημία και Μοραβία, τη Σλοβακία και την Υποκαρπαθιακή Ρουθηνία. Έτσι, η Τσεχοσλοβακία, που δεν υπήρχε ποτέ στο παρελθόν ως ανεξάρτητο κράτος, παρέμεινε μια οντότητα με πολυεθνική σύσταση, καθώς στο έδαφος της ζούσαν, πέρα από τους Τσέχους, Γερμανοί, Ούγγροι, Σλοβάκοι και Ρουθήνιοι, μία ανατολική σλαβική εθνοτική ομάδα.

Η νέα αστική δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, ουσιαστικά δανείστηκε τα ίδια ιδεολογικά εργαλεία που είχαν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως στην Αυστροουγγαρία, ώστε να αξιοποιήσει το ποδόσφαιρο ως μέσο κοινωνικής και εθνικής σύγκλισης. Όσο αφορά τους τίτλους, αυτοί ήταν μια σχεδόν αποκλειστική υπόθεση μεταξύ Slavia και Sparta Πράγας, με τη γερμανόφωνη Viktoria Žižkov να κερδίζει μόνο τον τίτλο της σεζόν 1927-28. Ωστόσο, το καθεστώς προστάτευσε την ανάπτυξη των συλλόγων όλων των εθνοτικών ομάδων, αξιοποιώντας τον ενιαίο χώρο του νέου εθνικού πρωταθλήματος ως ενσάρκωση της νέας εθνικής ταυτότητας.

Πολύ πιο ταραχώδης ήταν, ωστόσο, από την αρχή της, η μεσοπολεμική περίοδος στην Ουγγαρία. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από την Αυστροουγγαρία συνέβη το 1918, με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Λίγους μήνες αργότερα, το Μάρτιο του 1919, σε αντίθεση με την αστικοδημοκρατική σοσιαλιστική ουτοπία της Βιέννης, εγκαθιδρύθηκε η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία με επικεφαλής τον Béla Kun, έναν εβραίο αξιωματικό του Αυστροουγγρικού στρατού που αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους το 1916 και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στα Ουράλια, όπου και ήρθε σε επαφή με το Κόμμα των Μπολσεβίκων και στη συνέχεια ίδρυσε την Ουγγρική πτέρυγα του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Kun, που στο εσωτερικό των Μπολσεβίκων αντιτάχθηκε στον Lenin, κατηγορώντας τον για συμβιβαστικούς χειρισμούς με τις μεγάλες δυνάμεις κατά την περίοδο της προσπάθειας εκεχειρίας για την εξασφάλιση της εξόδου της Ρωσίας από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνασπίστηκε με άλλους αριστεριστές λεγόμενους “ριζοσπάστες”, όπως ο Ιταλός Terracini και ο Ούγγρος Rákosi γύρω από τη γραμμή των Grigory Zinoviev και Karl Radek. Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία, ο Kun οργάνωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα, παίρνοντας με το μέρος του ένα σημαντικό κομμάτι της μορφωμένης και υπερδραστήριας εβραϊκής κοινότητας της Βουδαπέστης, ανοίγοντας κυριολεκτικό και όχι μόνο ιδεολογικό πόλεμο με τους Σοσιαλδημοκράτες, σε μια πορεία που οδήγησε στην εγκαθίδρυση σοβιετικής εξουσίας στις 21 Μαρτίου του 1919. Όσο όμως ο Kun οργάνωνε την πάλη απέναντι στους Σοσιαλδημοκράτες της πρωτεύουσας, οι αντιδραστικές εθνικιστικές δυνάμεις οργανώνονταν με τη συνδρομή Ρουμάνων εθνικιστών και υπό την ηγεσία του ναύαρχου Miklós Horthy, ώστε το αριστερίστικης γραμμής εγχείρημα να ανατραπεί τον Αύγουστο του 1919, σηματοδοτώντας την αρχή μιας περιόδου τρομοκρατίας απέναντι σε κάθε προοδευτικό στοιχείο και εξαιρετικά επιθετικού αντισημιτισμού που κορυφώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Λευκή Τρομοκρατία του Horthy ουσιαστικά δέχθηκε τρομερό πλήγμα τον Ιούνη του 1920, όταν με τη Συνθήκη του Τριανόν, στις Βερσαλλίες, η Ουγγαρία έχασε με τη συνθήκη αυτή περίπου το εν τρίτο των εδαφών της και από τότε ζει μεταξύ της πάλης των όποιων προοδευτικών στοιχείων και των τάσεων του ακραίου αλητρωτισμού.

Η εβραϊκή κοινότητα της Βουδαπέστης, που είχε εξέχοντα ρόλο στην ποδοσφαιρική ανάπτυξη της ουγγρικής πρωτεύουσας, βρέθηκε προφανώς στο στόχαστρο του νέου καθεστώτος. Ωστόσο, το γεγονός ότι ήταν αφομοιωμένη πολύ βαθιά στην ουγγρική κοινωνία, καθώς και οι κυρώσεις που πλήρωσε ένα πολυεθνικό κράτος που επιθυμούσε να γίνει εθνικό, λειτούργησαν ανασταλτικά, ώστε από το 1920 και μετά, παρά τον συνεχή συστημικό αντισημιτισμό, να σταματήσουν οι διωγμοί και τα πογκρόμ και η τρομοκρατία που κύριο στόχο είχε πρωταρχικά τους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος και όχι τις εθνικές μειονότητες.

Παρόλα αυτά, η Λευκή Τρομοκρατία είχε οδηγήσει ήδη των Hogan σε απομάκρυνση, καθώς χωρίς να αναφέρεται ότι έχασε τη θέση του προπονητή, την ίδια περίοδο εργάστηκε στην Ελβετία για τη Young Boys, ενώ άλλοι εβραϊκής καταγωγής ποδοσφαιριστές, όπως οι αδελφοί Konrád, Kalmán και Jenö, μεταγράφηκαν στη Wiener Amateure του Hugo Meisl, ενώ ο Péter Szabó εντάχθηκε στο δυναμικό της Nürnberg. Οι απώλειες αυτές δε φάνηκε να επηρέασαν την υπεροχή της MTK, τουλάχιστον σε διεθνές επίπεδο, καθώς το tour που πραγματοποίησε στη Γερμανία το καλοκαίρι του 1919 συγκέντρωσε μεγάλα πλήθη, με τα αποτελέσματα απέναντι στις υποδεέστερες γερμανικές ομάδες να είναι θριαμβευτικά. Μάλιστα, μετά από το παιχνίδι με αντίπαλο τη Bayern Μονάχου, που διεξήχθη υπό τα βλέμματα 10,000 θεατών και το τελικό σκορ ήταν 7-1 για τους Ούγγρους, η Bayern ξεκίνησε τη διαδικασία αναμόρφωσης της ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας της με σκοπό την υιοθέτηση των αρχών του Ποδοσφαίρου του Δούναβη.

Το κενό του Hogan κάλυπτε εκείνη την εποχή μια άλλη μεγάλη μορφή του ποδοσφαίρου, που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην εξαγωγή της Κεντρικής Ευρωπαϊκής φιλοσοφίας στην Ελβετία και τη Λατινική Αμερική, ο Dori Kürschner. Επίσης εβραϊκής καταγωγής, ο Kürschner έφυγε το 1920 προκειμένου να αναλάβει επίσημα χρέη προπονητή στη Nürnberg. Ωστόσο, παρά την αναταραχή, η MTK συνέχιζε να θριαμβεύει και εντός των συνόρων, κερδίζοντας μετά το 1919 και τα πρωταθλήματα του 1920 και 1921, ενώ την επόμενη σεζόν ως προπονητής προσελήφθη ένας άλλος εκπρόσωπος του εργατικού ποδοσφαίρου του Manchester, ο Herbert Burgess, ο οποίος αφού πρώτα αγωνίστηκε στις City και United, εντάχθηκε στο δυναμικό της MTK ως ποδοσφαιριστής τα χρόνια του πολέμου και τελικά την οδήγησε από τη θέση του τεχνικού στην κατάκτηση του πρωταθλήματος του 1922. Εκείνη τη σεζόν μάλιστα, που η MTK σημείωσε μόλις μια ήττα σε 22 αγώνες, αγωνίστηκε για μοναδική χρονιά με τα χρώματά της μια ακόμα μεγάλη μορφή που γέννησε ο σύλλογος της Βουδαπέστης, ο επίσης εβραϊκής καταγωγής Béla Guttmann, που έμελε να αφήσει εποχή ως τεχνικός και μέντορας άλλων βασικών εκπροσώπων ολόκληρων ποδοσφαιρικών αντιλήψεων, αλλά και αστέρων του ποδοσφαίρου. Ο Guttmann, ωστόσο, όπως και άλλοι Εβραίοι, έφυγε γρήγορα για τη Βιέννη, στο πιο φιλικό περιβάλλον της αυστριακής σοσιαλδημοκρατικής πρωτεύουσας.

Την ίδια μεταπολεμική εποχή, η Ιταλία, η οποία είχε αποσχιστεί από τις Κεντρικές Δυνάμεις και είχε πολεμήσει στο πλευρό των Συμμαχικών Δυνάμεων, όντας ανάμεσα στους νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ταλανιζόταν από μεγάλα προβλήματα, καθώς η διάσπαση της Αυστροουγγαρίας της έδωσε πολύ ισχνές εδαφικές προσαρτήσεις, με τη νίκη να αποκαλείται “vittoria mutilata”, δηλαδή “κακοποιημένη”. Ο έντονος μεταπολεμικός πληθωρισμός, η ανεργία και η ακρίβεια, δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη ικανοποιητικών συνθηκών ζωής για τις εργατικές μάζες, ενώ υπό την επιρροή των διεθνών εξελίξεων τα εργατικά σωματεία και οι σοσιαλιστικοί, κομμουνιστικοί και αναρχικοί φορείς μεγάλωναν οργανωτικά, το ίδιο και η επιρροή τους. Η ιταλική αστική τάξη ένιωσε την απειλή μιας κομμουνιστικής επανάστασης και στο σχέδιο απεμπλοκής της από αυτό το σενάριο βρήκε το “σωτήρα” της στο πρόσωπο ενός διωγμένου από το σοσιαλιστικό κόμμα τυχωδιωκτικού στοιχείου. Ο Benito Mussolini, εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του στη λαϊκή προπαγάνδα και αξιοποιώντας τις εθνικιστικές επιδιώξεις της μεταπολεμικής ιταλικής αστικής τάξης, δημιούργησε τις πρώτες ένοπλες ομάδες “μελανοχιτώνων” που είχαν στο στόχαστρό τους κάθε εργατικό επαναστατικό στοιχείο. Το 1922, όταν ξεκίνησε τη διαβόητη “Πορεία προς της Ρώμη”, ο βασιλιάς Vittorio Emmanuele ο Γ’ του ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Το φασιστικό κόμμα εδραίωσε σταδιακά την αυταρχική εξουσία του, κατήργησε τα υπόλοιπα κόμματα, ενέτεινε τους πολιτικούς διωγμούς, ωστόσο διατήρησε φιλικές σχέσεις με τη γείτονα Αυστρία, υπό το φόβο μιας γερμανικής επίθεσης, που θεωρούνταν η μεγαλύτερη απειλή για την εθνική κυριαρχία της Ιταλίας.

Όσο κι αν σήμερα φαίνεται παράδοξο, υπό τη γνώση της ιστορικής συνέχειας, τα πρώτα χρόνια της φασιστικής εξουσίας στην Ιταλία δεν υπήρχαν φυλετικές διώξεις και ιδίως δεν υπήρχαν διώξεις των Εβραίων, που αποτελούσαν επίσης ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού του σχετικά νεοσύστατου κράτους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια σειρά Εβραίων τεχνικών και ποδοσφαιριστών από την κυρίαρχη ουγγρική σχολή να ξεκινήσει να διαρρέει προς την Ιταλία, όπου μπορούσε να εργαστεί σε πολύ καλύτερες συνθήκες.

Όσο αφορά το εθνικό πρωτάθλημα, οι προπολεμικές δυνάμεις του βιομηχανικού βορρά συνέχισαν να κυριαρχούν, με τους τίτλους των πρώτων χρόνων να κερδίζουν η Inter (που σύντομα μετονομάστηκε σε Ambrosiana από το φασιστικό καθεστώς), η Pro Vercelli, η Genoa, η Bologna και η Juventus. Από αυτές τις ομάδες, η Bologna ήταν αυτή που είχε τα χαρακτηριστικά που αντιστοιχούσαν περισσότερο από κάθε άλλη με τη φυσιογνωμία του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης. Σύλλογος σε μια κατ’εξοχήν ακαδημαϊκή πόλη, ιδρύθηκε από ένα εθνικά ετερογενές μίγμα μορφωμένων μετοίκων και ντόπιων που είχαν διδαχθεί το ποδόσφαιρο στις γειτονικές χώρες της Αυστρίας και της Ελβετίας. Ακόμα και τα χρώματά της προέρχονταν από το κολλέγιο του Schönberg στο Rossbarg της Ελβετίας, εκεί όπου είχε φοιτήσει και έπαιξε για πρώτη φορά ποδόσφαιρο ο πρώτος αρχηγός της, Arrigo Gradi. Η φυσιογνωμία αυτή της Bologna έπαιξε ρόλο στη θεαματική ιστορία που κατέγραψε κατά τη διάρκεια της χρυσής εποχής του Κεντροευρωπαϊκού Ποδοσφαίρου, ή της λεγόμενης Σχολής του Δούναβη. Προπονητής της ομάδας στο πρώτο της πρωτάθλημα, το 1925, ήταν ο αυστριακός Hermann Felsner, που έμεινε στο τιμόνι της Bologna από το 1920 ως το 1931 και στη συνέχεια από το 1938 ως το 1942, προερχόμενος από τη σχολή της Wiener Sport-Club, ενός από τους πρώτους αθλητικούς και ποδοσφαιρικούς συλλόγους της Βιέννης, που ιδρύθηκε το 1883 και απέκτησε ποδοσφαιρικό τμήμα το 1907.

Το 1926, με τη “Χάρτα του Viareggio” που απέστειλε η Ιταλική Ομοσπονδία στη φασιστική κυβέρνηση, ο επαγγελματισμός εισήχθη και στην Ιταλία, με τη διάλυση των προηγούμενων πρωταθλημάτων και τη δημιουργία της Divisione Nazionale. Στον τελικό γύρο του πρωταθλήματος, στον οποίο συμμετείχαν 6 ομάδες, η Torino κατέκτησε την πρώτη θέση, μπροστά από τη Bologna, όμως ο τίτλος αφαιρέθηκε, καθώς αποκαλύφθηκε σκάνδαλο διαφθοράς, με τους παράγοντας της Torino να εξαγοράζουν παίχτες της Juventus, ώστε να εξασφαλίσουν τη νίκη στο μεταξύ τους παιχνίδι – που τελικά ήρθε, με σκορ 2-1 – η οποία τους έδωσε το πρωτάθλημα. Η Torino κέρδισε τελικά επίσημα τον πρώτο επαγγελματικό τίτλο την επόμενη σεζόν, επικρατώντας στο τελικό τουρνουά 8 ομάδων και τερματίζοντας μπροστά από τη δεύτερη Genoa.

Μέσα σε μια πορεία ανασυγκρότησης μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, όλες οι χώρες της Σχολής του Δούναβη είχαν περάσει από πολυτάραχες πολιτικές διαδικασίες, με δημοκρατικά και αντιδημοκρατικά καθεστώτα να εγκαθίστανται και τελικά να κυριαρχούν. Ωστόσο, όσο αφορά το ποδόσφαιρο, παρά την αναταραχή που επηρέασε το καθεστώς εργασίας πολλών εκ των πρωταγωνιστών του, σε όλες τις χώρες εξελίχθηκε σε επαγγελματικό, σχεδόν μισό αιώνα μετά τη μητρόπολή του, την Αγγλία. Η είσοδος στην επαγγελματική εποχή θα άνοιγε την πόρτα στη χρυσή περίοδο αυτής της Σχολής Ποδοσφαίρου, με την οργάνωση πρωτόγνωρων θεσμών που έβαλαν τις βάσεις για τη διεθνή υπόσταση του αθλήματος στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.

Το ποιοτικό άλμα

Οι διεθνείς ποδοσφαιρικοί αγώνες ξεκίνησαν να διεξάγονται από το 1872, με πρώτη αναμέτρηση την ιστορική συνάντηση της Σκωτίας με την Αγγλία, στο Hamilton Crescent της Γλασκώβης, της οποίας το αποτέλεσμα ήταν λευκή ισοπαλία. Ωστόσο, στα πρώτα χρόνια του ερασιτεχνισμού, στο ποδόσφαιρο ακολουθούνταν μία τακτική που επικράτησε για πολλές δεκαετίες στα άλλα βρετανικά σπορ, όπως το ράγκμπι και το κρίκετ, αυτή την test matches, δηλαδή φιλικών αγώνων έξω από το πλαίσιο κάποιας διοργάνωσης και χωρίς την αιγίδα κάποιου συγκεκριμένου θεσμού.

Η διάδοση του ποδοσφαίρου στην ηπειρωτική Ευρώπη, στην αλλαγή του αιώνα, οδήγησε ωστόσο στη λογική σκέψη της αναγκαιότητας ύπαρξης ενός ενιαίου κεντρικού θεσμού που θα διευθύνει το ποδόσφαιρο σε διεθνές επίπεδο. Η αναγκαιότητα αυτή βρήκε εύφορο έδαφος στους κόλπους των ευρωπαϊκών ομοσπονδιών, όμως συνάντησε την αντίσταση της Football Association, η οποία επισήμως διαφωνούσε στις αρχές του αιώνα με τον ερασιτεχνικό χαρακτήρα του σπορ στην ηπειρωτική Ευρώπη, ωστόσο αναφέρεται ιστορικά ότι δεν έβλεπε το λόγο να ενταχτεί σε μια διεθνή συνομοσπονδία διεύθυνσης του δικού της αθλήματος. Υπό αυτές τις συνθήκες, συνήλθε στθς 21 Μαΐου του 1904 το πρώτο συνέδριο στο Παρίσι, με τη συμμετοχή των ομοσπονδιών της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Δανίας, του Βελγίου, της Ελβετίας και της Σουηδίας, προκειμένου να ιδρυθεί η Fédération International de Football Association, δηλαδή η Διεθνής Συνομοσπονδία του Football Association, όπως είναι το κανονικό πλήρες όνομα του σπορ, η FIFA.

Οι χώρες της Αυστροουγγαρίας είχαν ιδρύσει εθνικές συνομοσπονδίες, με την Αυστρία να αλλάζει αλλεπάλληλα τη μορφή της δικής της, σε μια μετάβαση από τη βρετανική στην εντόπια διοίκηση του αθλήματος. Ωστόσο, αρχικά οι Ομοσπονδίες αυτές δεν έγιναν δεκτές, καθώς δεν εκπροσωπούσαν κάποια ξεχωριστή χώρα ενώ με τη συμμετοχή της Τσεχικής Ομοσπονδίας διαφωνούσε η Αυστρία, καθώς δεν αποτελούσε αναγνωρισμένη διοικητική δομή της Αυτοκρατορίας (όπως ήταν το Βασίλειο της Ουγγαρίας). Η Ιταλία, από τη μεριά της, δεν είχε απεμπλακεί ακόμα από τη βρετανοκρατία στην εθνική της ομοσπονδία, που ιδρύθηκε το 1898, με αποτέλεσμα να μη βρίσκεται σε θέση να αποφασίσει την ένταξή της στο νέο εγχείρημα.

Τελικά, η αυστριακή ομοσπονδία έγινε μέλος της FIFA το 1905, την ίδια χρονιά που εισχώρησε και η ιταλική, ενώ η ουγγρική ένα χρόνο αργότερα, το 1906. Η ομοσπονδία της Τσεχίας έγινε δεκτή στη FIFA το 1907, ωστόσο, λόγω των προστριβών με την Αυστρία απεβλήθη και ξαναέγινε δεκτή ως Τσεχοσλοβακία με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Πρώτος πρόεδρος της FIFA εκλέχτηκε ο Γάλλος Robert Guérin, ενώ 2 χρόνια αργότερα, με την είσοδο και της Αγγλίας, ενόψει της προετοιμασίας του Ολυμπιακού Τουρνουά των Αγώνων του Λονδίνου, που έλαβαν χώρα το 1908, πρόεδρος εξελέγη ο Άγγλος Daniel Burley Woolfall, παραμένοντας στο θώκο του μέχρι και το τέλος του πολέμου.

Η νέα μεταπολεμική πραγματικότητα σφραγίστηκε στο διεθνές ποδοσφαιρικό στερέωμα κατά τη διάρκεια του 12ου Συνεδρίου της FIFA, που έγινε στη Γενεύη, με τη συμμετοχή 17 εθνικών ομοσπονδιών, πολλών εκ των οποίων από τη Νότια Αμερική. Στο Συνέδριο αυτό Πρόεδρος εξελέγη ο Jules Rimet, που ανέπτυξε προσωπική φιλία με τον Hugo Meisl και είχε αντίστοιχες αντιλήψεις για την εξάπλωση του ποδοσφαίρου καθώς και την ιδεολογική τοποθέτηση ότι το λαοφιλές σπορ μπορεί να γίνει γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των εθνών, μια θέση που είχε ιδιαίτερα εύφορο έδαφος να αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης.

Στα συνέδρια της Γενεύης και του Παρισιού, που πραγματοποιήθηκε το 1924, πέρα από τη σταδιακή αποδοχή του επαγγελματισμού, που άνοιξε το δρόμο για να γίνουν και τα εθνικά επαγγελματικά πρωταθλήματα στην Κεντρική Ευρώπη, ξεκίνησαν οι πρώτες ζυμώσεις και για την ύπαρξη διεθνών διοργανώσεων υπό την αιγίδα της FIFA, σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Ως τότε, το κορυφαίο τουρνουά ποδοσφαίρου ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες – και μόνο ερασιτέχνες αθλητές επιτρεπόταν να αγωνιστούν. Οι εξελίξεις όμως που άλλαζαν το ποδόσφαιρο σε κάθε νέα χώρα που αυτό αναπτυσσόταν, μετατρέποντάς το σε ένα μεγάλο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά και ένα πεδίο οικονομικών δραστηριοτήτων, που περιελάμβανε επαγγελματίες αθλητές, έκαναν όλο και πιο άμεση την ανάγκη η FIFA να χαράξει ξεχωριστεί πορεία για το σπορ, έξω από τους κύκλους και τις αντιλήψεις της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Meisl, θιασώτης της ιδέας δημιουργίας ενός ποδοσφαιρικού δικτύου στην Ευρώπη, εργάστηκε με σκοπό τη θεσμοθέτηση ενός διασυλλογικού και ενός διεθνούς τουρνουά, κατά τη διάρκεια των Συνεδρίων που έγιναν το 1925 στην Πράγα και το 1926 στη Ρώμη. Στο τελευταίο αυτή η πρόταση απορρίφθηκε επισήμως από ένα σώμα στο οποίο συμμετείχαν 23 ομοσπονδίες, όμως ο Meisl δεν το έβαλε κάτω και αποφάσισε να βρει τους συμμάχους με τους οποίους θα προχωρούσε το σχέδιό του. Η αλήθεια είναι ότι εκείνα τα χρόνια, με προτεραιότητα το σχεδιασμό ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, καθώς και το φόβο των συγκρούσεων μεταξύ οπαδών που συχνά συνέβαινε σε διεθνείς αναμετρήσεις, μεταφέροντας το πολεμικό κλίμα των μισσαλόδοξων ιδεολογιών της εποχής στην κερκίδα, δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεωρούσαν μεγάλη σπατάλη δυνάμεων την προσπάθεια δημιουργίας περισσότερων διοργανώσεων, πόσο μάλλων περιφερειακών στην Ευρώπη.

Ο Meisl κι οι συνεργάτες του, οι πρόεδροι των ομοσπονδιών της Ουγγαρίας, Fodor, και Τσεχοσλοβακίας, Loos, καθώς και μερικά μέλη της ιταλικής ομοσπονδίας, έψαξαν να βρουν αλλού τη στήριξη που δεν τους έδωσε το συνέδριο της FIFA. Έτσι, σε μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 27 Οκτώβρη του 1926 αποφάσισαν τη δημιουργία 2 θεσμών, ενός διασυλλογικού και ενός διεθνούς, με τη συμμετοχή των ομάδων των χωρών τους, του λεγόμενου Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης και του Διεθνούς Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης αντίστοιχα.

Την επόμενη χρονιά, το 1927, στο συνέδριο της FIFA στο Ελσίνκι οι ενδιαφερόμενες ομοσπονδίες απέτυχαν και πάλι να πετύχουν τη διεξαγωγή των διοργανώσεων υπό την αιγίδα της διεθνούς συνομοσπονδίας και έτσι προχώρησαν με τη χορηγία μιας εταιρείας, της γερμανικής Mitropa AG, η οποία διαχειριζόταν τις κλίνες και τα εστιατόρια των τρένων που κυκλοφορούσαν στην Κεντρική Ευρώπη. Από αυτήν τη χορηγία πήρε το όνομά του ο διασυλλογικός θεσμός του Mitropa Cup, που θεωρείται ο πρόγονος όλων των σύγχρονων ευρωπαϊκών διασυλλογικών ποδοσφαιρικών διοργανώσεων. Λόγω των δυσκολιών να ενταχτούν όλες οι αναμετρήσεις στο βεβαρυμένο πρόγραμμα της κάθε σεζόν, αποφασίστηκε το Mitropa Cup να διοργανώνεται κάθε χρόνο, ενώ το Διεθνές Κύπελλο είχε ακαθόριστη κάθε φορά διάρκεια, ανάλογα με τις συνθήκες.

Το πρώτο Mitropa Cup διεξήχθη από τον Αύγουστο ως το Νοέμβρη του 1927 και συμμετείχαν σε αυτό οι δύο πρώτες ομάδες των πρωταθλημάτων της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, της Τσεχοσλοβακίας και της Γιουγκοσλαβίας, μιας και οι εκπρόσωποι της ιταλικής ομοσπονδίας δήλωσαν ότι υπήρχε δυσκολία για τις ομάδες τους να συμπεριλάβουν το θεσμό στο πρόγραμμά τους. Στο Διεθνές Κύπελλο, ωστόσο, πέρα από την Αυστρία, την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία, συμμετείχε κανονικά και η Ιταλία, καθώς και η Ελβετία.

Η εκκίνηση αυτών των θεσμών, με την τακτική συμμετοχή των 4 χωρών και την περιστασιακή παρουσία της Ελβετίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Ρουμανίας, οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου αξιόλογου ποδοσφαιρικού δικτύου στην Ευρώπη, καθώς την ίδια στιγμή η Νότια Αμερική βρισκόταν σε πιο προχωρημένο στάδιο, με το Copa América να διεξαγεται από το 1916. Οι ευεργετικές συνέπειες που είχε στο επίπεδο των συλλόγων και των εθνικών ομάδων που συμμετείχαν σε αυτές, όχι μόνο σε καθαρά αθλητικό επίπεδο, αλλά συνολικότερα στη διείσδυση του ποδοσφαίρου μέσα στη γενικότερη κουλτούρα τους και την ανάδειξή του ως δραστηριότητας κεντρικής στη λειτουργία των κοινωνιών τους, βοήθησαν καθοριστικά στο να καμφθούν σταδιακά οι αντιστάσεις και να δημιουργηθεί το σύνολο των ευρωπαϊκών θεσμών και διοργανώσεων που υπάρχουν σήμερα. Επιπλέον, ανέδειξε τη σημασία της ανταλλαγής ιδεών και προσεγγίσεων με τρόπο οργανωμένο – κάτι που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία για κάθε μεγάλη ποιοτική αλλαγή σε οποιοδήποτε πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας καθ’όλη τη διάρκεια της γνωστής ιστορίας του είδους μας.

Εκείνη την περίοδο μπήκαν ουσιαστικά και οι βάσεις για να επικρατήσει με μια ευρεία αποδοχή η αντίληψη ότι το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μηχανιστικά, ότι η τακτική του παιχνιδιού, η καινοτομία στον τρόπο παιξίματος και στην προπόνηση, η οργάνωση των συλλόγων, πρέπει να γίνεται μέσα από την ανάπτυξη της αντίστοιχης θεωρητικής επεξεργασίας, με επίσης επαγγελματικό τρόπο, όπως επαγγελματίες ήταν και οι ποδοσφαιριστές πλέον στον αγωνιστικό χώρο. Την εποχή που η Football Association άλλαζε το ποδόσφαιρο με τη ριζική αλλαγή στο νόμο του offside το 1925, η μεγαλύτερη αλλαγή στις τακτικές ήταν αυτή του Herbert Chapman στην Arsenal που αντιλήφθηκε ότι χρειάζονται περισσότεροι παίχτες στην άμυνα για να μπορέσει να λειτουργήσει ολόκληρο το σύνολο. Την ίδια περίοδο όμως στην Κεντρική Ευρώπη άρχισαν να αναπτύσσονται οι πρώτες ιδέες για τη ρευστότητα των θέσεων, να δίνεται έμφαση στην ξεχωριστή κίνηση της κάθε μονάδας, να υπάρξει προβληματισμός για τη συνοχή των διαφορετικών γραμμών, καθώς και η αντίληψη της μετάβασης από ένα παιχνίδι γραμμών, προερχόμενο από την προϊστορία του, σε ένα παιχνίδι χώρου, που άρμοζε στο μέλλον του. Η απτή απόδειξη της υπεροχής αυτής της αντίληψης χρειαζόταν ακόμα κάμποσα χρόνια για να έρθει, αλλά αυτός ο ερχομός ήταν πλέον νομοτελειακός.

Αυτές τις νομοτέλειες γνώριζε αρκετά καλά ο Jimmy Hogan, ο οποίος εκείνα τα χρόνια είχε επιστρέψει αρχικά στην MTK ενώ στη συνέχεια εργάστηκε και στην Austria Βιέννης, την παλιά Wiener Amateure, το σύλλογο του Meisl, πριν μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του για πρώτη φορά εκτός Κεντρικής Ευρώπης στη Racing Club του Παρισιού, τον μεγαλύτερο πολυαθλητικό σύλλογο, βάσει επιτυχιών, που έχει γνωρίσει στην Ιστορία της η Γηραιά Ήπειρος. Ο Hogan και άλλοι Βρετανοί που συνέρρεαν σε αυτό το πολύ πιο δυναμικό ποδοσφαιρικό περιβάλλον, μετέτρεψαν τη γνώση του combination game σε συνεργασία με τους ντόπιους τεχνικούς και παράγοντες σε μία εντελώς νέα μορφή συνεργατικού ποδοσφαίρου.

Οι πρωταγωνιστές της ένδοξης εποχής

Ένας από τους μεγάλους Βρετανούς που ανέλαβαν πατριαρχικό ρόλο στη μετάδοση του ποδοσφαίρου στην Κεντρική Ευρώπη ήταν ο Johny Dick, Σκωτσέζος που γεννήθηκε στο Eaglesham του Renfrewshire το 1876. Ο Dick αγωνίστηκε αρχικά στην τοπική ομάδα των Airdrieonians, πριν αγωνιστεί στη Woolwich Arsenal, όπως ήταν το όνομα της ομάδας πριν τη μεταφορά της στο Βόρειο Λονδίνο, από το 1898 ως το 1912. Το 1919, με το τέλος του Πολέμου, μετέβη στην Πράγα προκειμένου να αναλάβει την τεχνική ηγεσία αρχικά της DFC Prag και στη συνέχεια της Sparta, στης οποίας τον πάγκο κάθησε σε 2 θητείες, με τη δεύτερη να ολοκληρώνεται το 1933. Ο John Dick εφάρμοσε ακριβώς την αναγκαιότητα της εποχής του στη Sparta και ενέπνευσε στην εργατική ομάδα της Πράγας τις αρχές αλλά και τη μοντέρνα εξέλιξη του combination game. Στην πρώτη του θητεία, από το 1919 ως το 1923 κέρδισε 5 πρωταθλήματα σε ισάριθμες σεζόν, με την ομάδα του να χάνει την πρωτιά μόνο μετά την πρώτη αποχώρησή του.

Ωστόσο, υπό την ηγεσία του Τσέχου Václav Šplinder, η Sparta κέρδισε το πρωτάθλημα του 1927 και συμμετείχε στην παρθενική έκδοση του Mitropa Cup. Στον πρώτο γύρο ξεκίνησε με μια θριαμβευτική νίκη επί της Admira Βιέννης με 5-1, χάνοντας τον επαναληπτικό με 5-3 και κερδίζοντας έτσι την πρόκριση. Στα ημιτελικά ωστόσο, αντιμετώπισε την ομάδα-σύμβολο της εποχής, MTK, από την οποία μόλις είχε αποχωρίσει ο Hogan, αφήνοντας τη θέση του στον Ούγγρο Guyla Feldmann. Ο αγώνας της Βουδαπέστης έληξε ισόπαλος με σκορ 2-2 και ο επαναληπτικός της Πράγας με λευκή ισοπαλία. Ωστόσο, η συμμετοχή του Kálmán Konrád με την MTK βρέθηκε να είναι αντικανονική – κάτι που θα έπρεπε να αποτελέσει ιστορικό παράδειγμα για όλους τους συλλόγους στο μέλλον – καθώς ο ποδοσφαιριστής είχε ήδη υπογράψει συμβόλαιο με άλλη ομάδα, τη Hungaria, κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης. Αυτό ήταν κάτι που παρέβαινε τους θεσμοθετημένους κανόνες, με αποτέλεσμα η Sparta να πάρει την πρόκριση για το μεγάλο τελικό. Στον πρώτο αγώνα, τον οποίο παρακολούθησαν στην Πράγα 25,000 θεατές, η Sparta επικράτησε με 6-2 της Rapid Βιέννης, ωστόσο οι Αυστριακοί ήταν τόσο πιστοί στις δυνατότητες της ομάδας τους που στον επαναληπτικό 40,000 άνθρωποι συνέρρευσαν ευελπιστώντας για τη μεγάλη ανατροπή. Τελικά, η Rapid κέρδισε με σκορ 2-1 και η Sparta στέφθηκε η πρώτη τροπαιούχος του νέου θεσμού, του πρώτου στην ιστορία διασυλλογικού ευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού κυπέλλου! Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των οπαδών που γέμιζαν τα γήπεδα των μεγάλων πόλεων της Κεντρικής Ευρώπης καθιστούσε το Mitropa Cup από την παρθενική του σεζόν μια μεγάλη επιτυχία, ένα εγχείρημα που πολλοί άρχισαν σιγά σιγά να ζηλεύουν, αλλά χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να μιμηθούν. Η βάση της ποδοσφαιρικής αριστείας άλλωστε, στην οποία διεξήχθη αυτός ο θεσμός, δεν ήταν ακόμα κοινό κτήμα ολόκληρης της ηπείρου.

Το 1928, πρωταθλήτρια του θεσμού ήταν η Ferencváros κερδίζοντας τον πρώτο διασυλλογικό τίτλο για την Ουγγαρία, ενώ το 1929 το κατόρθωμά της επανέλαβε η Újpest. Στην τρίτη αυτή σεζόν του Mitropa Cup συμμετείχαν για πρώτη φορά και 2 ιταλικές ομάδες, που αντικατέστησαν τις γιουγκοσλαβικές. Ωστόσο, η Genova 1893 (όπως είχε μετονομαστεί στα ιταλικά η Genoa) και η Juventus, δεν κατάφεραν να προχωρήσουν πέρα από την πρώτη, προημιτελική φάση.

Τα σκήπτρα από την Ουγγαρία πήρε για τις επόμενες 2 σεζόν η Αυστρία, με τη Rapid Βιέννης, που μετρούσε ήδη 2 χαμένους τελικούς, να καταφέρνει τελικά να κάμψει την αντίσταση της Sparta σε μια άτυπη ρεβάνς του πρώτου τελικού, ενώ το 1931 ο τελικός ήταν ενδοαυστριακή υπόθεση, με τη First Vienna να κερδίζει τον τίτλο απέναντι στη Wiener AC.

Η διοργάνωση του 1932, ωστόσο, έμελε να είναι ιστορική για διάφορους λόγους, όχι απαραίτητα με θετικό πρόσημο. Η πρώτη φάση χαρακτηρίστηκε από τη σχετικά άνετη επικράτηση των ομάδων που προκρίθηκαν, οι οποίες εξασφάλισαν την πρόκρισή τους από τον πρώτο αγώνα. Η Slavia Πράγας κέρδισε με 3-0 την Admira Βιέννης, χάνοντας τον επαναληπτικό με 1-0, η Bologna, στην πρώτη συμμετοχή της στο Mitropa Cup, ξεκίνησε με μια επιβλητική νίκη απέναντι στη Sparta, με σκορ 5-0 στο Littoriale, όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό Stadio dall’Ara, χάνοντας με 3-0 τη ρεβάνς στην Πράγα. Η Juventus επικράτησε με 4-0 της Ferencváros στο Τορίνο, αποσπώντας και την ισοπαλία με 3-3 στον επαναληπτικό, ενώ στην πιο αμφίρροπη ίσως αναμέτρηση, η First Vienna κέρδισε στον πρώτο αγώνα με 5-3 την Újpest, εξασφαλίζοντας την πρόκριση με το 1-1 του επαναληπτικού.

Ωστόσο, η σειρά τον ημιτελικών σημαδεύτηκε από πρωτοφανή επεισόδια που επηρέασαν και το αθλητικό αποτέλεσμα της διοργάνωσης. Ο ημιτελικός ανάμεσα στη Slavia Πραγας και τη Juventus ξεκίνησε με τον πρώτο αγώνα της σειράς στην Πράγα, τον οποίον οι γηπεδούχοι κέρδισαν με σκορ 4-0. Ωστόσο, σημαδεύτηκε από επεισόδια μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων και χαρακτηρίστηκε από μια πρωτοφανή βιαιότητα των 28,000 οπαδών των γηπεδούχων απέναντι στους παίχτες της Juventus, με τους ποδοσφαιριστές να κινούνται στα ίδια επίπεδα, μετατρέποντας τον ποδοσφαιρικό αγώνα σε κάποια μορφή πολεμικής αναμέτρησης. Μέσα σ’όλα, υπήρξε και εισβολή των οπαδών στο γήπεδο, η οποία αρχικά ηρέμησε, για να ξανασυμβεί μετά από ένα βίαιο φάουλ του Cesarini. Οι οπαδοί επιτέθηκαν στους παίχτες της Juventus και χρειάστηκε η συμβολή της αστυνομίας για να μη συμβούν τα χειρότερα. Αυτό ανάγκασε τους φιλοξενούμενους να τελειώσουν το παιχνίδι με 8 παίχτες, λόγω 1 αποβολής και 2 τραυματισμών από τα επεισόδια, καθώς δεν υπήρχε τότε η δυνατότητα αλλαγών. Στον επαναληπτικό της 10ης Ιουλίου στο Τορίνο οι οπαδοί της Juventus δεν περίμεναν τον αγώνα και ξεκίνησαν τις επιθέσεις από την άφιξη του λεωφορείου των παιχτών της Slavia. Η αναμέτρηση μπορεί να ξεκίνησε κανονικά, με τη Juventus μάλιστα να προηγείται με 2-0 στο 40ο λεπτό, ωστόσο προς το τέλος του ημιχρόνου, ο Junek, επιθετικός της Slavia, επέστρεψε στην κερκίδα ένα από τα αντικείμενα που έπεσαν στον αγωνιστικό χώρο. Μια αλληλουχία γεγονότων οδήγησε την κατάσταση σε γενικευμένη σύρραξη και οι παίχτες της Slavia απομακρύνθηκαν από το γήπεδο από την τοπική αστυνομία. Μετά από αυτή την κακοποίηση του θεσμού και στα δύο γήπεδα, οι διοργανωτές αποφάσισαν την αποβολή και των 2 ομάδων από τη συνέχεια της διοργάνωσης.

Έτσι, χωρίς να το γνωρίζουν, οι ομάδες του άλλου ημιτελικού αγωνίζονταν ουσιαστικά για την κατάκτηση του θεσμού. Ο πρώτος αγώνας διεξήχθη την ίδια μέρα με τον επαναληπτικό της άλλης σειράς. Οι γηπεδούχοι Rossoblu κατάφεραν να κερδίσουν την εντός έδρας αναμέτρηση με σκορ 2-0 και σκόρερ τους Maini και Sansone, ενώ στον επαναληπτικό της 17ης Ιουλίου κατάφεραν να διατηρήσουν το σκορ στο 1-0, εξασφαλίζοντας έτσι τον τίτλο, τον πρώτο διεθνή διασυλλογικό τίτλο στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, ακόμα κι αν ήρθε με κάπως παράδοξο τρόπο.

Αυτό που είχε όμως μεγαλύτερη σημασία και έχει μείνει στις ιστορικές αναφορές ήταν ο τρόπος με τον οποίο η Bologna αγωνίστηκε τα 20 τελευταία λεπτά στον αγώνα της Βιέννης. Ακόμα κι αν το σκορ ευνοούσε τους Ιταλούς, που είχαν κάθε λόγο να παίξουν συντηρητικά για να εξασφαλίσουν τη μεγάλη πρόκριση (ή τίτλο), οι παίχτες της Bologna συνέχισαν να ξεδιπλώνουν το επιθετικό παιχνίδι τους, προσπαθώντας να πετύχουν την ισοφάριση. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της βαθιάς επιρροής που είχε στην εξέλιξη του συλλόγου η επαφή του με το ποδόσφαιρο του Δούναβη.

Η Bologna, που ως πρωταθλήτρια Ιταλίας του 1929 δεν είχε αγωνιστεί στο Mitropa Cup εκείνης της σεζόν, καθώς είχε κανονίσει tour στη Νότια Αμερική, διήνυε μια χρυσή δεκαετία σε όλα τα επίπεδα. Όσο αφορά το αγωνιστικό μέρος, η εποχή του Felsner ήταν αυτή που μετέδωσε για πρώτη φορά στο σύλλογο τις αρχές του ποδοσφαίρου του Δούναβη, για περίπου μια δεκαετία, μετουσιώνοντάς την σε εθνικά πρωταθλήματα και στην μόνιμη διεκδίκηση όλων των τίτλων στις διοργανώσεις που συμμετείχε. Ο Felsner μπορεί να αποχώρησε το 1930, ωστόσο τον διαδέχθηκε ο Ούγγρος Gyula Lelovics, δίνοντας συνέχεια στην Κεντροευρωπαϊκή παράδοση του συλλόγου. Αν και δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για τη ζωή του Lelovics, που το αυθεντικό του όνομα ήταν Lelowichnak, που μαρτυρά σλαβική προέλευση και ίσως εβραιοσλαβική σύνθεση επιθέτου, είναι γνωστή η επαγγελματική του πορεία στην Ιταλία, που ξεκίνησε το 1930 στη Bologna και διήρκησε μέχρι το 1961, περνώντας ακόμα 2 φορές από τον πάγκο της ομάδας της Emilia-Romagna.

Ωστόσο, η Bologna ξεχώριζε και για έναν ακόμα λόγο στο διεθνές ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι της εποχής: ήταν η ομάδα με το μεγαλύτερο και πιο σύγχρονο στάδιο στην Ευρώπη, του οποίου η ιστορία έχει και φαιές αποχρώσεις και γι’αυτό αργότερα άλλαξε όνομα, καθώς δε θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές οι αναφορές αυτές στην πιο προοδευτική ιταλική πόλη του 20ου αιώνα. Το Stadio Littoriale εγκαινιάστηκε στις 29 Μαΐου του 1927, ωστόσο, μισό περίπου χρόνο νωρίτερα, ο Mussolini επισκέφθηκε το γήπεδο, το οποίο θεωρούσε υπόδειγμα της μοντέρνας και φουτουριστικής αρχιτεκτονικής του καθεστώτος του. Ήταν πραγματικά ένα μεγαλειώδες στάδιο, με χωρητικότητα 50,000 θεατών, που θύμιζε στο εξωτερικό του ρωμαϊκή αρένα. Μέχρι σήμερα το γήπεδο αυτό θεωρείται ιστορικό αρχιτεκτονικό μνημείο και η επικείμενη ανακαίνισή του πρόκειται να γίνει με σεβασμό στην ιστορική του ταυτότητα. Τη μέρα της επίσκεψης του Mussolini, όμως, στις 31 του Οκτώβρη του 1926, ο Ιταλός δικτάτορας επιστρέφοντας από το στάδιο στο κέντρο της πόλης δέχθηκε επίθεση με πυροβολισμό. Οι τριγύρω μελανοχίτωνες εντόπισαν ως δράστη έναν 15χρονο γιο τυπογράφου, τον Anteo Zamboni, τον οποίο με εντολή του αρχηγού της αστυνομίας, Carlo Alberto Pasolini, λύντσαραν επί τόπου. Αργότερα, ο πολύ πιο διάσημος γιος του αρχηγού της αστυνομίας, ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Pier Paolo Pasolini, σκιαγράφησε τη σχέση με τον πατέρα του στην ταινία “Οιδίπους Τύρρανος”. Σήμερα, στο σημείο που βρήκε μαρτυρικό θάνατο ο 15χρονος Anteo, στην Piazza Maggiore, υπάρχει μία πλάκα που θυμίζει το γεγονός, ενώ ένας μικρός δρόμος της πόλης έχει πάρει το όνομα του επίδοξου δολοφόνου του φασίστα δικτάτορα.

Για την ιστορία, η τελική απόφαση για την απονομή του τίτλου της επεισοδιακής διοργάνωσης του 1932 πάρθηκε τελικά στις 7 του Νοέμβρη εκείνης της χρονιάς, με τη Bologna να χρειάζεται να περιμένει λίγο ακόμα ώστε να πετύχει τη μεγάλη ιστορική νίκη της στο γήπεδο.

Σε αντίθεση με τη χρονιά των επεισοδίων, η επόμενη σεζόν του Mitropa, αυτή του 1933, ήταν ιστορική για άλλους λόγους, καθώς ήταν ίσως η επιτομή της μάχης μεταξύ των 2 κορυφαίων ποδοσφαιριστών της εποχής. Η κλήρωση έπρεπε να βοηθήσει σ’αυτό και ευτυχώς η Austria Βιέννης και η Ambrosiana (όπως λεγόταν τότε η Inter) δε συναντήθηκαν πριν τον τελικό. Οι Αυστριακοί στον πρώτο γύρο πέρασαν με μια μεγάλη ανατροπή, αντιστρέφοντας το εις βάρος τους 3-1 από τη Slavia Πράγας, κερδίζοντας με 3-0 στη Βιέννη, ενώ στον ημιτελικό κέρδισαν με το ίδιο σκορ τη Juventus πριν φέρουν ισοπαλία με 1-1 στο Torino. Από την άλλη, η Ambrosiana ανέτρεψε το σαφώς πιο ισχνό 1-0 με το οποίο έχασε από τη First Vienna στον επαναληπτικό του Μιλάνου με το ευρύ 4-0, ενώ στα ημιτελικά ξεκίνησε με νίκη 4-1 απέναντι στη Sparta για να εξασφαλίσει την πρόκριση με το 2-2 που ήταν το σκορ του αγώνα της Πράγας.

Με τον τρόπο αυτό οι δύο ομάδες, η Ambrosiana και η Austria, βρέθηκαν αντιμέτωπες στον τελικό. Αυτό σήμαινε ότι το μεγάλο διασυλλογικό τρόπαιο θα διεκδικούσαν ο Giuseppe Meazza για την ιταλική ομάδα και ο Matthias Sindelar για την ομάδα της Βιέννης. Στην ιστορία του ποδοσφαίρου έχουν υπάρξει πολλά διλήμματα για το ποιος είναι ο κορυφαίος της εποχής του, ή ο κορυφαίος όλων των εποχών. Συνήθως, οι αντιπαραθέσεις αυτές διχάζουν τις γενιές που έζησαν σε πιο ευαίσθητες ηλικίες τα κατορθώματα ενός ή άλλου ποδοσφαιριστή, ή ακόμα και το εσωτερικό γενεών που ταυτίστηκαν με τον έναν ή τον άλλο αστέρα της ίδιας περιόδου. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του Pele-Maradona και το πιο πρόσφατο μεταξύ του Messi και του Cristiano Ronaldo. Η τηλεοπτική εικόνα, ακόμα και η κινηματογραφική καταγραφή, επιτρέπει σε επόμενες γενιές να ρίχνουν ματιές στο παρελθόν και να αντιλαμβάνονται αυτά τα διλήμματα. Ωστόσο, το 1933 δεν υπήρχε διαγενεακό δίλημμα, ήταν σίγουρο ότι οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές της εποχής – και όλων των ως τότε εποχών – ήταν οι Meazza και Sindelar. Δυστυχώς πολύ μικρό και αποσπασματικό οπτικό υλικό έχει σωθεί ως τις μέρες μας, μάλιστα ένα κομμάτι είναι από τον πρώτο αγώνα της σειράς του τελικού στο Μιλάνο.

Ο Matthias Sindelar γεννήθηκε με το όνομα Matěj Šindelář στο Kozlov, ένα μικρό χωριό της Νότιας Μοραβίας, κοντά στην πόλη Jihlava. Ο πατέρας του, Jan (ή Johann) Sindelar ήταν σιδεράς και η μητέρα του, Marie Švengrová, πλύστρα. Ακολουθώντας μια κοινή πορεία για πολλές οικογένειες από τη Μοραβία, τη Βοημία και την Ουγγαρία, η οικογένεια του Sindelar μετακόμισε στη Βιέννη και εγκαταστάθηκε στην εργατική συνοικία του Favoriten, όπου ο Matthias πήγε σχολείο και ξεκίνησε να παίζει μπάλα στους δρόμους, σε πάρκα και εγκαταλελειμένα πάρκινγκ. Ωστόσο η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή με την εγκατάσταση στην αυστριακή πρωτεύουσα τσακίστηκε από την πραγματικότητα του πολέμου, καθώς ο πατέρας του σκοτώθηκε σε μία από τις μάχες του ποταμού Isonzo, το 1917, όταν ο Sindelar ήταν 14 χρονών. Έτσι, προκειμένου να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του, που πλέον αποτελούνταν από τη μητέρα του και τις 3 αδερφές του, βρήκε δουλειά ως μαθητευόμενος σιδηρουργός. Το ταλέντο του Sindelar όμως αναγέννησε την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή την ίδια χρονιά, όταν σε έναν από τους αγώνες που επιτρέπονταν να παίξουν οι μαθητές των σχολείων του Favoriten στο τοπικό προπονητικό κέντρο, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του παράγοντα της Hertha Βιέννης, ονόματι Febus, που του πρόσφερε συμβόλαιο στην ομάδα. Ωστόσο, υπάρχουν αναφορές ότι το όνομά του ήταν ήδη γνωστό στο δίκτυο των σκάουτερ που τότε όργωναν τις συνοικίες των μεγάλων πόλεων της αυτοκρατορίας. Έτσι, στις 26 Μαΐου του 1918, σε ηλικία 15 χρονών, ο Sindelar υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο ποδοσφαιριστή. Στη Hertha αγωνίστηκε για 3 χρόνια, με το σύλλογο να μην πετυχαίνει καμία διάκριση και να ταλανίζεται από εσωτερικά προβλήματα. Ωστόσο, από τη δεύτερη σεζόν ο Sindelar άρχισε να ξεχωρίζει ατομικά, αγωνιζόμενος απέναντι στις μεγάλες ομάδες της Βιέννης, ώστε τελικά, το 1921, η Wiener Amateur, που μετονομάστηκε σε Austria Βιέννης με τη μετάβαση στον επαγγελματισμό, να προσφέρει 3000 σελίνια για να αποκτήσει τα δικαιώματα της μεταγραφής του. Σύμφωνα με ύστερη μαρτυρία του Wolfgang Hafer, εγγονού του Hugo Meisl, ο ίδιος ο παππούς του ήταν ο ιθύνων νους της μεταγραφής, καθώς παρακολουθούσε τον Sindelar για αρκετά χρόνια.

Η ενηλικίωση και η είσοδος στο ποδοσφαιρικό στερέωμα του Giuseppe Meazza ήταν ουσιαστικά ένας παράλληλος βίος, μια ιστορία με πολύ κοινά χαρακτηριστικά με εκείνη του Sindelar. Ο Meazza γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1910, κοντά στην Porta Vittoria. Σε ηλικία 7 ετών, το 1917, έχασε επίσης τον πατέρα του, που σκοτώθηκε στον Πόλεμο, μεγαλώνοντας με τη μητέρα του, την οποία βοηθούσε στη δουλειά της, πουλώντας φρούτα σε λαϊκές αγορές. Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο ξυπόλητος σε ηλικία 6 ετών, σε μια ομάδα που λεγόταν Maestri Campionesi και χρησιμοποιούσε για μπάλα ένα σύμπλεγμα από δεμένα κουρέλια στις αλάνες του Greco Milanese και της Porta Romana. Στα 12 του χρόνια η μητέρα του επέτρεψε την εγγραφή του στο σύλλογο Gloria FC, όπου απέκτησε και τα πρώτα του ποδοσφαιρικά παπούτσια. Όντας οπαδός της Milan, πέρασε από δοκιμαστικά στον αγαπημένο του σύλλογο σε ηλικία 14 ετών, όμως απορρίφθηκε λόγω του γεγονότος ότι ήταν πολύ αδύνατος. Ωστόσο, την ευκαιρία που έχασε στη Milan τη βρήκε στην Inter, που τον ενέταξε στο δυναμικό της και αργότερα, λόγω της κορμοστασιάς του, του απένειμε το παρατσούκλι “il Balilla” που φέρεται να είναι μια έμπνευση του Leopoldo Conti. Στα 17 του χρόνια εντάχθηκε στο δυναμικό της πρώτης ομάδας, χωρίς όμως να παίρνει συμμετοχές από τον Ούγγρο προπονητή József Viola. Ωστόσο, με την έναρξη της Serie A, τη σεζόν 1929-30, η Inter στράφηκε σε έναν άλλο Ούγγρο, που άφησε πολύ μεγαλύτερη κληρονομιά στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, τον Árpád Weisz, που είχε αφήσει τη Βουδαπέστη για την Ιταλία το 1924, αγωνίστηκε με την Inter κλείνοντας την καριέρα του τη σεζόν 1925-26 και είχε θητεύσει ήδη μια φορά στον πάγκο της, μεταξύ του 1926 και 1928. Την ίδια σεζόν, που ξεκινούσε το 1929, η Ιντερ έχασε τον κεντρικό επιθετικό της, Fulvio Bernardini, που μεταγράφηκε στη Roma και ο Weisz ουσιαστικά ανακουφισμένος, δήλωσε “επιτέλους, τώρα μπορώ να βάλω το παιδί να παίξει”, αναφερόμενος στον Meazza που θεωρούνταν σε ηλικία 19 ετών ακόμα πολύ μικροκαμωμένος για να αγωνιστεί στο σκληρό ιταλικό πρωτάθλημα.

Οι δύο παίχτες άρχισαν να γράφουν ιστορία με τους συλλόγους τους. Ο Sindelar, επίσης αδύνατος, απέκτησε το παρατσούκλι Die Papierene, ξεχώρισε για τον αέρινο τρόπο με τον οποίο κινούνταν στο γήπεδο. Οι κινήσεις του ήταν τόσο καλλιτεχνικές που ο Alfred Polgar, ένας από τους κορυφαίους εκφραστές του αυστριακού μοντερνισμού, έγραψε γι’αυτόν: “Έπαιζε ποδόσφαιρο όπως ένας κορυφαίος σκακιστής κινεί τα πιόνια του, με μια τέτοια εκτεταμένη διορατικότητα που μπορούσε να υπολογίζει εκ των προτέρων τις κινήσεις και την αντίδραση του αντιπάλου, επιλέγοντας πάντα την καλύτερη επιλογή. Είχε έναν απαράμιλλο έλεγχο της μπάλας, σε συνδιασμό με την ικανότητα να οργανώνει αιφνίδιες αντεπιθέσεις, ενώ ήταν απίστευτα ικανός στο να ξεγελλά τους αντιπάλους του με προσποιήσεις.” Άλλες μεταφορικές περιγραφές του ανέφεραν ότι τα πόδια του είχαν εγκέφαλο, ενώ αυτή η πνευματική διάσταση του παιχνιδιού του τον ανέδειξε ως το πρότυπο του ποδοσφαίρου των café της Βιέννης, μέχρι το σημείο που ονομάστηκε “ο Mozart του ποδοσφαίρου”. Από την άλλη μεριά, ο Meazza ήταν το πρότυπο του φασιστικού ποδοσφαίρου, χωρίς ο ίδιος βεβαίως να ταυτίζεται ιδεολογικά με αυτό με κάποια δήλωση ή δράση του, ωστόσο, όπως και το σύνολο των μεγάλων Ιταλών ποδοσφαιριστών της εποχής, ποτέ δεν προέβη και σε κάποια κίνηση αντίστασης στο καθεστώς, περιοριζόμενος στα ποδοσφαιρικά του καθήκοντα και ακολουθώντας το εκάστοτε πρωτόκολλο με τους αντίστοιχους συμβολισμούς.

Ο πρώτος τελικός του Mitropa Cup του 1933 είχε οριστεί για τις 3 του Σεπτέμβρη και θα διεξαγόταν στην Arena Civica του Μιλάνου, την έδρα της Inter (ή Ambrosiana, όπως ονομαζόταν εκείνα τα χρόνια), ένα πανέμορφο γήπεδο με κερκίδες σε σχήμα οβάλ και νεοκλασσικά στοιχεία αρχιτεκτονικής, που χτίστηκε το 1807 και σώζεται ως σήμερα και διεξάγονται ακόμα αγώνες χαμηλότερων κατηγοριών και γυναικείου ποδοσφαίρου, καθώς και αγώνες ράγκμπι και συναντήσεις κλασικού αθλητισμού. Η ομάδα της Austria, ταξίδεψε με νυχτερινό τρένο από τη Βιέννη και την αποστολή συνόδευαν ο Hugo Meisl και ο πρόεδρος του συλλόγου, Schwarz. Υπό τα βλέμματα 35,000 θεατών που συνέρρευσαν στο μιλανέζικο στάδιο, η Austria ξεκίνησε δυνατά το παιχνίδι, κουβαλώντας και τον τίτλο του φαβορί, χωρίς όμως να καταφέρει να πετύχει κάποιο γκολ παρά γις χαμένες προσπάθειες και μια τρομερή ατομική ενέργεια του Sindelar, που αφού κατάφερε να ξεφύγει με μια προσποίηση από 3 αντιπάλους του, είδε το δυνατό σουτ του να καταλήγει λίγο έξω από την εστία. Ωστόσο, η κατάσταση σταδιακά άλλαζε, με τους Nerazzurri να πετυχαίνουν αρχικά ένα γκολ στο 35ο λεπτό, το οποίο ακυρώθηκε ως offside και στο 40ο λεπτό της αναμέτρησης να ανοίγουν το σκορ με τον Meazza, που στην επαναφορά της μπάλας από απόκρουση του αυστριακού γκολκίπερ, έστειλε τη μπάλα στα αντίπαλα δίχτυα. Ένα μόλις λεπτό εργότερα, ο Levratto σκόραρε με απ’ευθείας εκτέλεση κόρνερ για να κάνει το 2-0 και να προκαλέσει πανδαιμόνιο στις τάξεις των οπαδών των γηπεδούχων. Στο δεύτερο ημίχρονο οι Αυστριακοί ξαναμπήκαν δυνατά, προσπαθώντας με τη δεξιοτεχνία τους να κάμψουν την ιταλική αντίσταση, με τους αντιπάλους τους να προσπαθούν να ελέγξουν το σκορ. Τελικά στο 77ο λεπτό, μετά από μια ασίστ του Sindelar, ο Rudolf Viertl διαμόρφωσε το τελικό 2-1.

Όλα ήταν ανοιχτά για το μεγάλο παιχνίδι του Praterstadion, που διεξήχθη 6 μέρες αργότερα στη Βιέννη. Είναι χαρακτηριστικό το φιλικό κλίμα μέσα στο οποίο διεξήχθησαν οι αναμετρήσεις αυτού του τελικού, κυρίως σε αντίθεση με τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη διοργάνωση της προηγούμενης χρονιάς. Μετά τον πρώτο αγώνα οι δύο ομάδες δείπνησαν μαζί στο Μιλάνο, ενώ η Austria φρόντισε τη φιλοξενία των αντιπάλων της στο ξενοδοχείο Meissl & Schadn, όπου ο Sindelar εθεάθη στο λόμπι να συζητάει με τον Meazza πριν τον επαναληπτικό αγώνα. Στο Praterstadion, οι βιεννέζοι δημιούργησαν το πανδαιμόνιο, σημειώνοντας ρεκόρ προσέλευσης, με 58,000 εισιτήρια να κόβονται για εκείνο το ιστορικό παιχνίδι. Στον αγωνιστικό χώρο, το θέαμα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες, με τις δύο ομάδες να σημειώνουν πολλές ευκαιρίες στο πρώτο ημίχρονο, χωρίς την επίτευξη κάποιου γκολ, μέχρι το 44ο λεπτό, όταν ο Viertl κέρδισε ένα πέναλτι από ανατροπή του Agosteo, προκειμένου ο Sindelar να ανοίξει το σκορ και να ισοφαρίσει το συνολικό σκορ του τελικού. Στο δεύτερο ημίχρονο του αγώνα θα κρινόταν ο μεγάλος τίτλος. Η Ambrosiana πάγωσε το Prater με την έναρξη της επανάληψης, ωστόσο το γκολ του Frione μετά από σέντρα του Meazza ακυρώθηκε ως offside, προκαλώντας διαμαρτυρίες και κάποιες αψιμαχίες για δεύτερη φορά, μετά το πέναλτι του πρώου ημιχρόνου, κάτι που προκάλεσε σταδιακά μεγαλύτερη ένταση, η οποία με τη σειρά της ήταν και ο λόγος που δύο παίχτες της Ambrosiana αποβλήθηκαν για σκληρά φάουλ, με τον Allemandi και τον Demaría να αποβάλονται στο 65ο και 67ο λεπτό αντίστοιχα. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Sindelar έγινε εκτελεστής και του δεύτερου γκολ της ομάδας του, στο 80ο λεπτό, όμως 3 λεπτά αργότερα, ο Meazza, κερδίζοντας μια εναέρια μονομαχία διαμόρφωσε το 2-1 και οι δύο ομάδες βρίσκονταν και πάλι στην απόλυτη ισορροπία. Η Ambrosiana αμυνόταν σθεναρά, όμως σε μια φάση στο 88ο λεπτό ο Sindelar βρέθηκε ελεύθερος στην αντίπαλη περιοχή, με αποτέλεσμα να πετύχει με βολέ, μετά από σέντρα του Molzer, το τελικό 3-1 που έδινε τον τίτλο για πρώτη φορά στην Austria, μέσα σε κλίμα αποθέωσης στο κατάμεστο βιεννέζικο στάδιο. Στο κοντράστ των συναισθημάτων, τα δάκρυα του Meazza, που χαρακτήρισε τις διαιτητικές αποφάσεις “ένα αθλητικό σκάνδαλο”. Η αρθρογραφία της La Stampa, πλούσια όσο αφορά τη σφοδρή κριτική της στον Τσεχοσλοβάκο διαιτητή František Cejnar, είναι ένα μνημείο της απογοήτευσης που επικρατούσε στις τάξεις της Μιλανέζικης ομάδας μετά από αυτό τον μεγάλο χαμένο τελικό. Όμως η ρεβάνς δε θα αργούσε…

Στον τελικό του 1933 το Mitropa Cup βρήκε ίσως το απόγειό του. Ίσως ακόμα κι ο ίδιος ο Meisl δε θα μπορούσε να φανταστεί την επιτυχία του θεσμού που οραματιζόταν για πολλά χρόνια και είχε ξεκινήσει μόλις 6 σεζόν νωρίτερα. Συνολικά 93,000 θεατές βρέθηκαν στα γήπεδα των δύο αναμετρήσεων, το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης είχε αποκτήσει τους δικούς του αστέρες, με τη φήμη τους να φεύγει πολύ έξω από τον αγωνιστικό χώρο και τα γήπεδα, οι τοπικές κοινωνίες των μεγάλων πόλεων ζούσαν για αυτές τις μεγάλες αναμετρήσεις με συλλόγους που προέρχονταν από γειτονικές αλλά ξένες κουλτούρες και το ποδόσφαιρο είχε μετατραπεί στην πραγματικότητα σε μέσο επικοινωνίας των εθνών, της μορφωμένης αστικής τάξης και των εργατικών μαζών. Ωστόσο, την ίδια εποχή, συνέβαιναν και κοσμογονικές αλλαγές στο Παγκόσμιο Ποδόσφαιρο, που εκφράζονταν μέσα από την εξέλιξη του παιχνιδιού των εθνικών ομάδων – που δεν εκπροσωπούσαν συνοικίες, αλλά σχολές ποδοσφαιρικής αντίληψης.

Το διεθνές στερέωμα

Η ανάπτυξη του διεθνούς ποδοσφαίρου ήταν μια διαδικασία πολύ πιο δύσκολη απ’ό,τι μπορεί να φαίνεται σήμερα. Κατά τις πρώτες δεκαετίες ανάπτυξης του σπορ δεν ήταν καθόλου δεδομένη η αντίληψη ότι η ύπαρξη διεθνών διοργανώσεων αποτελεί αναγκαιότητα για τη συνολική ανάπτυξή του. Τα διάφορα φιλικά παιχνίδια, ονομαζόμενα tests, όπως συνέβαινε στο ράγκμπι και στο κρίκετ, διοργανώνονταν μετά από συνεννόηση μεταξύ των εθνικών ομοσπονδιών και δεν υπήρχε κάποια συνάντηση, με συγκεκριμένη περιοδικότητα, που να ορίζει το πρόγραμμα ανάπτυξης του κάθε εθνικού ποδοσφαίου, προκειμένου να συγκριθεί με το σύνολο των άλλων εθνικών σχολών.

Έτσι, τα πρώτα διεθνή ποδοσφαιρικά τουρνουά ήταν αυτά των Ολυμπιακών Αγώνων. Ωστόσο, ακόμα κι εκεί η κατάσταση ήταν πολύ ερασιτεχνική. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού το 1900 και του Σεν Λιούις το 1904, αντί για εθνικές ομάδες, κάποιοι μεμονωμένοι και επιλεγμένοι σύλλογοι, εκπροσώπησαν συμβολικά τις χώρες τους, με τη δομή των τουρνουά να είναι επίσης παράξενη. Για παράδειγμα, στους αγώνες του Παρισιού, η Upton Park κέρδισε το χρυσό μετάλλιο αγωνιζόμενη μόνο στον τελικό, απέναντι στη Stade Français που είχε κερδίσει τους προηγούμενους 3 αγώνες της, σε ένα σύστημα πρόκρισης και αποκλεισμού που θύμιζε περισσότερο τον ανταγωνισμό στην επαγγελματική πυγμαχία. Το 1904 μόνο 2 ομάδες από τις ΗΠΑ και μία από τον Καναδά έλαβαν μέρος, ενώ στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας, το 1906, ο Εθνικός εκπροσωπούσε την Αθήνα, ο Όμιλος Φιλομουσών τη Θεσσαλονίκη, ο Ορφέας τη Σμύρνη και μια ομάδα ενός Δανέζικου πολεμικού πλοίου τη Δανία. Σ’αυτό το τουρνουά ο αγώνας μεταξύ των ομάδων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς σοβαρά επισόδεια έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της ανάπαυλας των 2 ημιχρόνων, θέτοντας ένα ιστορικό προηγούμενο για την κοινωνική και όχι την αθλητική ποδοσφαιρική παράδοση της χώρας.

Τα πράγματα διαφοροποίησε η ίδρυση της FIFA το 1904 και η ενεργή ανάμιξή της στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Τουρνουά, αρχής γενομένης από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908 στο Λονδίνο. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους, άλλωστε, που την προεδρεία της ανέλαβε ο Daniel Burley Woolfall το 1906. Στο Λονδίνο πραγματοποιήθηκε ένα κανονικό τουρνουά με την προγραμματισμένη συμμετοχή 8 ομάδων, εκ των οποίων 2 ήταν γαλλικές. Η Τσεχία θα συμμετείχε ως Βοημία, αντιμετωπίζοντας τη Γαλλία στον πρώτο γύρο και η Ουγγαρία επρόκειτο να αντιμετωπίσει την Ολλανδία. Ωστόσο και οι δύο Κεντροευρωπαϊκές ομάδες απέσυραν τη συμμετοχή τους, επικαλούμενες οικονομικούς λόγους. Η αλήθεια είναι ότι την ίδια χρονιά το Ποδόσφαιρο του Δούναβη υστερούσε ακόμα εμφανώς απέναντι στο Βρετανικό, με την εθνική ομάδα της Αγγλίας να κερδίζει και τους 4 αγώνες που έδωσε απέναντι στις 3 εθνικές ομάδες της αυστοκρατορίας: 6-1 και 11-1 τα σκορ απέναντι στην Αυστρία, 7-0 απέναντι στην Ουγγαρία και 4-0 τη Βοημία.

Το 1912, ωστόσο, η προετοιμασία της Αυστρίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης, ήταν αυτή που γέννησε μία από τις πιο θρυλικές συνεργασίες στην ιστορία του ποδοσφαίρου, καθώς ο Meisl προσέλαβε τον Hogan ως ομοσπονδιακό προπονητή. Η μίξη των ιδεών του combination game με την τακτική ρευστότητα οδήγησαν στην καινοτομία και όσο αφορά τα συστήματα. Εκείνη την εποχή το γενικό στάνταρ, προερχόμενο προφανώς από τη βρετανική σχολή, ήταν το σύστημα 2-3-5, δηλαδή η λεγόμενη “πυραμίδα”. Πολύ πριν την εξέλιξη του συστήματος από τον Herbert Chapman, ο Hogan και ο Meisl συζητούσαν προσαρμογές, όπως το 3-2-2-3, ή μια πολύ πρώιμη μορφή του κεντρικού επιθετικού που θα έπαιζε πιο πίσω από την υπόλοιπη επιθετική τετράδα. Με αυτές τις τακτικές προσαρμογές η Αυστρία κατάφερε να σκορπίσει με 5-1 τη Γερμανία στον πρώτο γύρο του Ολυμπιακού Τουρνουά, όμως η Ολλανδία, στην οποία ήδη είχε εργαστεί ο Hogan ως προπονητής της Dordrecht, ήταν πιο υποψιασμένη, αντιμετωπίζοντας τους αυστριακούς πειραματισμούς και κερδίζοντας τον προημιτελικό με σκορ 3-1. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στο ίδιο τουρνουά ο Meisl συμμετείχε ως διαιτητής, διευθύνοντας τον αγώνα του πρώτου γύρου μεταξύ Ιταλίας και Φινλανδίας, που βρήκε τους Σουόμι νικητές στην παράταση, με σκορ 3-2. Στο ρεπεσάζ, ή πιο σωστά “το τουρνουά της παρηγοριάς” αφού οι αγώνες αυτοί δεν καθόριζαν κάποιο μετάλλιο ή την τελική κατάταξη, συμμετείχαν και οι 3 ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης. Στον πρώτο γύρο η Αυστρία κέρδισε με 1-0 τη Νορβηγία και με το ίδιο σκορ επικράτησε η Ιταλία της Σουηδίας. Έτσι, στον ημιτελικό ήρθαν αντιμέτωπες η ομάδα του Hogan και του Meisl, με την Ιταλία, την οποία προπονούσε για πρώτη φορά ο Vittorio Pozzo, που εκείνη τη μέρα ανέπτυξε μια φιλία με τον Meisl, προκειμένου να διατηρήσουν κι οι δυο μια αντιπαλότητα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Η Αυστρία κέρδισε εκείνο τον αγώνα με 5-1, ενώ στον άλλο ημιτελικό η Ουγγαρία επικράτησε της Γερμανίας με 3-1. Στον τελικό, η Ουγγαρία κέρδισε την Αυστρία με σκορ 3-0, στον μοναδικό επίσημο αγώνα των δύο ομάδων, όσο ακόμα ήταν κομμάτι της ίδιας κρατικής οντότητας.

Το σκανδιναβικό και βορειοευρωπαϊκό ποδόσφαιρο έμοιαζε να υπερέχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, έναντι του Κεντροευρωπαϊκού, ωστόσο αυτό αντανακλούσε περισσότερο την ικανότητα μιμητισμού του αγγλικού παιχνιδιού, που στηριζόταν στη φυσική κατάσταση, παρά στην εξέλιξη του παιχνιδιού εκ μέρους τους. Η Σουηδία και η Δανία ήταν ομάδες που πρωταγωνιστούσαν, με τη Μεγάλη Βρετανία να κερδίζει και τα δύο χρυσά μετάλλια το 1908 και 1912. Η διοργάνωση του 1916 δεν έλαβε ποτέ χώρα, λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην Αμβέρσα, το 1920, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, λόγω της μεταβολής ολόκληρης της ευρωπαϊκής πολιτικής γεωγραφίας. Από την Κεντρική Ευρώπη συμμετείχε μόνο η ομάδα της Τσεχοσλοβακίας, καθώς η Αυστρία ήταν σε κατάσταση πλήρους ανοικοδόμησης και η Ουγγαρία στη μέση μιας πολύ ταραγμένης περιόδου, λίγους μήνες μετά τη Συνθήκη του Τριανόν. Οι Τσεχοσλοβάκοι επικράτησαν με 7-0 στον πρώτο γύρο της νεοσύστατης Σερβίας-Κροατίας-Σλοβενίας, δηλαδή της μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας, ενώ στα προημιτελικά κέρδισαν με 4-0 τη Νορβηγία και στον ημιτελικό με 4-1 τη Γαλλία. Σε έναν κωμικοτραγικό τελικό, όπου η βρετανική διαιτητική τριάδα φαίνεται ότι βοήθησε εξόχως τους οικοδεσπότες Βέλγους να κερδίσουν το πρώτο μεταπολεμικό χρυσό μετάλλιο στο ποδόσφαιρο, η ομάδα της Τσεχοσλοβακίας αποχώρησε από το γήπεδο στο 39ο λεπτό, τη στιγμή που το Βέλγιο είχε το προβάδισμα με 2-0. Οι Τσεχοσλοβάκοι δεν παρέλαβαν ποτέ τα ασημένια μετάλλιά τους – και αυτή ήταν η μοναδική φορά ως τις μέρες μας που ένας διεθνής τελικός ποδοσφαίρου δεν ολοκληρώθηκε. Η Ιταλία, που αγωνίστηκε το ρεπεσάζ, κέρδισε τη Νορβηγία στην παράταση, με 2-1, ενώ στη συνέχεια αποκλείστηκε από την Ισπανία, χάνοντας με 2-0.

Ίσως το πρώτο πραγματικά μεγάλο Ολυμπιακό Τουρνουά ήταν εκείνο του Παρισιού, το 1924, με τη συμμετοχή 22 ομάδων από 4 συνομοσπονδίες και για πρώτη φορά τη συμμετοχή μίας ομάδας από τη Νότια Αμερική. Η Ουρουγουάη, που έφτασε στο Παρίσι ως το απόλυτο αουτσάιντερ, εξέπληξε τους πάντες κερδίζοντας κατά σειρά τη Γιουγκοσλαβία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οικοδέσποινα Γαλλία, την Ολλανδία και στον τελικό την Ελβετία με 3-0, ώστε να κερδίσει το χρυσό μετάλλιο και να στρέψει το παγκόσμιο ενδιαφέρον για πρώτη φορά στις εξελίξεις που αφορούσαν την ανάπτυξη ενός μεγαλειώδους ποδοσφαιρικού δικτύου σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου, εκτός Ευρώπης. Εκείνα τα χρόνια στη Νότια Αμερική ο τρόπος ανάπτυξης του ποδοσφαίρου είχε τη δική του ιδεολογική ταυτότητα, όχι ίδια με αυτήν της Κεντρικής Ευρώπης, αλλά με τρόπο που έδινε τις δυνατότητες να ξεχωρίσει απέναντι στο πολύ υποδεέστερο και ερασιτεχνικά οργανωμένο σπορ των ευρωπαίων. Η απουσία των χαρακωμάτων και των απωλειών του Πολέμου στη Νότια Αμερική, είχε επίσης επιτρέψει την απρόσκοπτη ανάπτυξη εκείνων των ποδοσφαιρικών ιδεών και της αντίστοιχης ποδοσφαιρικής κουλτούρας. Η υπεροχή αυτή, μάλιστα, επισφραγίστηκε 4 χρόνια αργότερα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ, όπου συμμετείχε και η εθνική ομάδα της Αργεντινής, ζηλεύοντας τη δόξα των γειτόνων της. Ο τελικός παίχτηκε φυσικά ανάμεσα στην Ουρουγουάη και την Αργεντινή και χρειάστηκε επαναληπτικός αγώνας προκειμένου η Celeste να κερδίσει το δεύτερο σερί χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο, με μια νίκη που όρισε σε μεγάλο βαθμό τον τόπο διεξαγωγής του Πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA, που εκείνα τα χρόνια ήταν ο μεγάλος στόχος της FIFA, υπό την ηγεσία του Γάλλου Jules Rimet.

Από την Κεντρική Ευρώπη στους αγώνες του 1924 συμμετείχε η Ελβετία και η Ιταλία, με την πρώτη να φτάνει στον τελικό και τη δεύτερη να αποκλείεται στον μεταξύ τους αγώνα για την προημιτελική φάση, ενώ η Ουγγαρία γνώρισε μια ντροπιαστική και ανέλπιστη ήττα, με σκορ 3-0, από την Αίγυπτο. Το 1928, μόνο η Ιταλία και η Ελβετία έλαβαν μέρος, καθώς οι υπόλοιπες ομάδες της παλιάς αυτοκρατορίας δε θεώρησαν σημαντική υπόθεση το Ολυμπιακό Τουρνουά, με την Ιταλία να κερδίζει το χάλκινο μετάλλιο, χάνοντας με σκορ 3-2 στα ημιτελικά από την Ουρουγουάη, τη στιγμή που η Ελβετία έχασε στον πρώτο γύρο με 4-0 από τη Γερμανία.

Όμως, όταν πραγματοποιήθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1928, ήδη για την Κεντρική Ευρώπη είχε ξεκινήσει ένα πολύ μεγαλύτερης σημασίας διεθνές ποδοσφαιρικό τουρνουά. Την ίδια χρονιά που ξεκίνησε το Mitropa Cup, έλαβε χώρα και η πρώτη διοργάνωση του Διεθνούς Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης, με τον πρώτο αγώνα, μεταξύ Τσεχοσλοβακίας και Αυστρίας, να πραγματοποιείται στις 18 Σεπτέμβρη του 1927. Η διοργάνωση θα πραγματοποιούνταν σε ένα εύρος τριών χρόνων, με το καλοκαίρι του 1928 να θεωρείται “νεκρή περίοδος” ώστε να επιτραπεί η συμμετοχή της Ιταλίας και της Ελβετίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Τα μεγάλα φαβορί για τη διοργάνωση του 1927-1930 ήταν η Αυστρία και η Ιταλία. Η Αυστρία με πρώτο βιολί τον Sindelar και τον Hugo Meisl στην τεχνική ηγεσία, βρισκόταν στις απαρχές της οικοδόμησης μιας τεράστιας ομάδας, της λεγόμενης Wunderteam, της ομάδας-θαύμα, που ενσάρκωσε όλη την πρόοδο της βιεννέζικης ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας. Η Ιταλία, στην αρχή του τουρνουά, βρισκόταν σε ένα επίπεδο γοργής ανάπτυξης, που ευνοήθηκε από την αναδιαμόρφωση του επαγγελματικού διασυλλογικού ποδοσφαίρου, όμως οι μεγάλες μορφές που οδήγησαν στην αναμόρφωση της εθνικής ομάδας θα εμφανίζονταν κατά τη διάρκεια της τριετούς διεξαγωγής του. Στον αγωνιστικό χώρο, προεξέχουσα μορφή ήταν προφανώς ο Giuseppe Meazza, ο οποίος φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα της Squadra Azzurra το 1930. Στον πάγκο όμως θα βρισκόταν από το 1929, επιστρέφοντας μετά από τρεις θητείες, το 1912, 1921 και 1924, ο Vittorio Pozzo.

Ο Pozzo γεννήθηκε στο Τορίνο το 1886. Γόνος αστικής οικογένειας, στα μαθητικά του χρόνια ασχολήθηκε με τον κλασικό αθλητισμό και διακρίθηκε στο αγώνισμα των 400 μέτρων, ωστόσο μεγαλώνοντας τον κέρδισε το ποδόσφαιρο. Χωρίς να έχει τα φόντα για να διακριθεί ως ποδοσφαιριστής, συνέχισε τις σπουδές του και μετοίκησε στη Ζυρίχη, όπου σπούδασε στην Σχολή Εμπορίου. Εκεί έγινε πολύγλωσσος, καθώς έμαθε να μιλά με ευχαίρεια Γαλλικά, Γερμανικά και Αγγλικά και ανάπτυξε μια εξωστρέφεια, που ήταν σε αντίθεση με τα σχέδια της οικογένειάς του, που τον πίεζε να επιστρέψει στην Ιταλία. Αντ’αυτού ο Pozzo μετακόμισε στην Αγγλία, αρχικά στο Λονδίνο, στο οποίο όμως δεν ένιωθε άνετα μέσα στην πολυάριθμη κοινότητα των expats. Έτσι, μετακινήθηκε βόρεια, στο Bradford, όπου μπορούσε να ζήσει πλήρως τη βρετανική ζωή, την οποία είχε λατρέψει. Η αγγλοφιλία του ήταν τόσο μεγάλη που, αν και Καθολικός, ξεκίνησε να πηγαίνει τακτικά στην Αγγλικανική εκκλησία τις Κυριακές, ακολουθώντας ένα πρόγραμμα που περιείχε εργασία στη διεύθυνση της υφαντουργίας μέσα στην εβδομάδα και ποδόσφαιρο το Σάββατο. Παρά τις πιέσεις της οικογένειάς του να επιστρέψει, ώστε να αναλάβει διοικητικό πόστο στην εταιρεία του αδερφού του, ο ίδιος αρνήθηκε ακόμα και όταν διακόπηκε η οικονομική στήριξη που είχε από τον πατέρα του. Στην Αγγλία ο Pozzo έγινε οπαδός της Manchester United, συνδεόμενος με το σωματείο και την πόλη που ήδη είχε επηρεάσει μέσω μιας σειράς προσωπικοτήτων το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης, ενώ ανέπτυξε και την πολιτική ιδεολογία του, με βάση την οποία θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει φιλελεύθερο-μοναρχιστή. Οι βρετανικές πολιτισμικές βάσεις που υιοθέτησε ο Pozzo του ενστάλαξαν και μια μιλιταριστική αντίληψη και αντίστοιχο τρόπο ζωής – κάτι που μεταφράστηκε αργότερα και στις μεθόδους που εισήγαγε στο ποδόσφαιρο και συγκεκριμένα την προπόνηση. Ωστόσο, οι μέρες του στην Αγγλία έληξαν άδοξα, καθώς η επιστροφή του στην Ιταλία για να παραστεί στο γάμο της αδερφής του αποτέλεσε το λόγο που πρακτικά του απαγορεύτηκε από την οικογένειά του να ξαναφύγει.

Ο Pozzo, που είχε παρακολουθήσει προπονήσεις μεγάλων ομάδων στη Βρετανία, μεταξύ των οποίων της Arsenal στο Λονδίνο, αλλά και άλλων στο βορρά, όπου έζησε στην συνέχεια, είχε μια δυσεύρετη για τα χρονικά τεχνογνωσία που του εξασφάλισε θέση εργασίας μέσα στην Ιταλική Ομοσπονδία, αναλαμβάνοντας τα χρέη του γραμματέα. Ωστόσο, το 1912, εν’όψει των Ολυμπιακών Αγώνων της Στοκχόλμης, του ζητήθηκε για πρώτη φορά να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της εθνικής ομάδας. Τα αποτελέσματα, όμως, και κυρίως η βαριά ήττα από την Αυστρία στους Ολυμπιακούς αγώνες και η επανάληψή της σε φιλικό αγώνα τον επόμενο Δεκέμβρη, τον οδήγησαν στην απόφαση να παραιτηθεί. Για δύο χρόνια συνέχισε τα ταξίδια του, μέχρι το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, όταν και στρατολογήθηκε ως αξιωματικός ενός τάγματος Αλπινιστών – κάτι που συμβάδιζε με τις μιλιταριστικές αρχές του. Μετά το τέλος του Πολέμου ανέλαβε και πάλι την τεχνική ηγεσία της Ιταλίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού, το 1924, και τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα, ωστόσο ο θάνατος της συζύγου του τον οδήγησε ακόμη μια φορά στην παραίτηση και συνέχισε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες αναλαμβάνοντας διευθυντικό πόστο στην Pirelli, ξοδεύοντας τον ελεύθερό του χρόνο κάνοντας ορειβασία στα Αλσατικά βουνά. Το 1929, όμως, ήταν η στιγμή που η πορεία του Pozzo και της Squadra Azzurra θα ξεκινούσαν ένα μακρύ κοινό ταξίδι, σημαδεμένο από δόξα, αλλά και από τη σύνδεση με ένα καθεστώς, του οποίου το ιστορικό βάρος χρεώθηκε και ο ίδιος ο Pozzo ως προσωπικότητα. Αν και δεν υπήρξε ποτέ μέλος του φασιστικού κόμματος, κι αν και υπήρξαν αργότερα ιστορικές ενδείξεις ότι βοήθησε αντάρτικα σώματα παρτιζάνων στην Biella, καθώς και αιχμαλώτους των Συμμάχων να δραπετεύσουν, στρατευόμενος σαφώς με τη μεριά των Άγγλων και αναπτύσσοντας τεράστια εκτίμηση για τον Winston Churchill, ο Pozzo θεωρείται ότι αξιοποίησε όλα τα εργαλεία που του διέθετε το φασιστικό καθεστώς, υλικά και ιδεολογικά, με αποτέλεσμα το όνομά του στην Ιταλία να μην κοσμεί σήμερα κανένα στάδιο και να μην αναφέρεται ανάμεσα στις μεγάλες προσωπικότητες για τις οποίες οι Ιταλοί νιώθουν εθνική ποδοσφαιρική υπερηφάνεια.

Όσο αφορά το πρώτο Διεθνές Κύπελλο, το 1927 τα αποτελέσματα στο ξεκίνημά του αποτέλεσαν έκπληξη, δεδομένης της θεωρητικής ισχύος της εποχής, καθώς στις πρώτες δύο αναμετρήσεις η Αυστρία γνώρισε ισάριθμες ήττες από την Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία. Η Ιταλία, από τη μεριά της, απέσπασε ισοπαλία εκτός έδρας, με σκορ 2-2, στην Τσεχοσλοβακία. Μετά από αυτά τα αποτελέσματα, τα δύο φαβορί του θεσμού θα βρίσκονταν αντιμέτωπα για πρώτη φορά, στο νεόκτιστο Stadio Littoriale της Μπολόνια, στις 6 του Νοέμβρη. 30,000 θεατές γέμισαν τις κερκίδες του εμιλιάνικου σταδίου, βλέποντας ωστόσο την Αυστρία να παίρνει τη μεγάλη νίκη – την πρώτη της στο θεσμό – με σκορ 0-1 και σκόρερ τον Franz Runge, επιθετικό της Austria Βιέννης, στο 44ο λεπτό. Η Ιταλία βρήκε με τη σειρά της την πρώτη νίκη της απέναντι στην υποδεέστερη Ελβετία, πριν κερδίσει και την Ουγγαρία στο παλιό Flaminio, σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι που έληξε με σκορ 4-3, στις 25 Μάρτη του 1928. Μία βδομάδα αργότερα η Αυστρία έχασε ξανά, αυτή τη φορά εντός έδρας, από την Τσεχοσλοβακία, ενώ η Ουγγαρία επικράτησε της Τσεχοσλοβακίας με 2-0 στον τελευταίο αγώνα πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ. Από το φθινόπωρο του 1928 και μετά όμως η Αυστρία και η Ιταλία άρχισαν να βρίσκουν τη φόρμα τους, με την πρώτη να επικρατεί με 5-1 της Ουγγαρίας και 2-0 της Ελβετίας και την Ιταλία να κερδίζει με 3-2 εκτός έδρας την ελβετία και 4-2 εντός την Τσεχοσλοβακία. Έτσι, στις 7 του Απρίλη του 1929, ξανασυναντήθηκαν, αυτή τη φορά μπροστά σε 49,000 θεατές στο Στάδιο Hohe Warte της Βιέννης, σε ένα παιχνίδι όπου ο Horvath σκόραρε 2 γκολ και ο Weselik άλλο ένα, για να διαμορφώσουν το ευρύ 3-0, που σφράγιζε την υπεροχή της αυστριακής ομάδας απέναντι στους άμεσους αντιπάλους της για το θεσμό. Μετά από εκείνο το παιχνίδι, η Ιταλία προηγούνταν με ένα βαθμό της Αυστρίας στη βαθμολογία, έχοντας 4 νίκες, 1 ισοπαλία και 2 ήττες, έναντι 4 νικών και 3 ηττών των Αυστριακών. Στο τελευταίο παιχνίδι του 1929, η Αυστρία κέρδισε στη Βέρνη την Ελβετία και προσπερνώντας την Ιταλία στο βαθμολογικό πίνακα, περίμενε το αποτέλεσμα του τελευταίου αγώνα της διοργάνωσης, που θα έκρινε και το τρόπαιο.

Όμως, η τεράστια χρονική απόσταση μεταξύ των παιχνιδιών, σήμαινε ότι πολλά μπορούσαν να αλλάξουν για την κάθε ομάδα κατά τη διάρκεια μίας διοργάνωσης. Έτσι, η Ιταλία που είχε γνωρίσει 2 ήττες από την Αυστρία, δεν ήταν η ίδια με την ομάδα που αγωνίστηκε στις 11 Μαΐου του 1930 στη Βουδαπέστη, με αντίπαλο την Ουγγαρία. Δύο προσωπικότητες μπορούν να θεωρηθούν ως οι πιο σημαντικές προσθήκες του μεσοδιαστήματος για τη Squadra Azzurra: στην ενδεκάδα της συμμετείχε ο νεαρός Giuseppe Meazza και στον πάγκο της είχε επιστρέψει ο Vittorio Pozzo. Ο Pozzo, βετεράνος του Πολέμου, πριν από τον κρίσιμο αγώνα προγραμμάτισε περιήγηση των Ιταλών παιχτών στα πεδία των μαχών της Oslavia και της Gorizia, σταματώντας και στο νεκροταφείο πολέμου της Redipuglia. Εκεί οι ποδοσφαιριστές σοκαρίστηκαν από τη βιαιότητα του πολέμου και ο Pozzo τους είπε ότι “ήταν καλό που το θλιβερό και τρομακτικό θέαμα τους σόκαρε” και “αυτό που πλέον ήταν το ζητούμενο γι’αυτούς δεν ήταν τίποτα συγκρινόμενο με όσα ζητήθηκαν από εκείνους που έχασαν τη ζωή τους στους γύρω λόφους”. Αν και δε μπορεί να εξακριβωθεί το κατά πόσο αυτή η περιήγηση λειτούργησε ως ιδεολογική ένεση για να βελτιώσει την απόδοση των Ιταλών, το αποτέλεσμα είναι ότι απέναντι στην Ουγγαρία που διεκδικούσε επίσης τον τίτλο, έχοντας τους ίδιους βαθμούς, ενώ είχε και την υποστήριξη 40,000 θεατών, οι Ιταλοί έγραψαν μια χρυσή σελίδα στην ιστορία τους, κερδίζοντας τον αγώνα με σκορ 5-0, με τον Meazza να πετυχαίνει hat-trick και τη Squadra Azzurra να κατακτά τον πρώτο επίσημο τίτλο στην ιστορία της.

Το ίδιο καλοκαίρι, του 1930, καμία ομάδα της Κεντρικής Ευρώπης δεν ταξίδεψε στην Ουρουγουάη για το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA, καθώς το ταξίδι ήταν μακρινό και όλες οι ομοσπονδίες θεώρησαν ότι ήταν αδύνατο να προσαρμώσουν ανάλογα τα προγράμματα των πρωταθλημάτων και των διεθνών θεσμών προκειμένου να συμμετέχουν σ’αυτό οι ομάδες τους. Άλλωστε, το πρώτο αυτό Παγκόσμιο Κύπελλο, ανατρέχοντας στον Τύπο της εποχής, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι έμοιαζε περισσότερο σαν πειραματική και νεοτερίστικου τύπου διοργάνωση που το κύρος του καμία σχέση δεν είχε με το Μουντιάλ που γνωρίζουμε σήμερα.

Έτσι, η επόμενη διεθνής διοργάνωση που οι ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης πήραν μέρος ήταν το Διεθνές Κύπελλο του 1931-1932. Ο πρώτος αγώνας προγραμματίστηκε να είναι η μεγάλη αναμέτρηση μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας, που αυτή τη φορά έλαβε χώρα στο San Siro. Αν και ο Hovarth άνοιξε το σκορ στο 4ο λεπτό για τους φιλοξενούμενους, ο Meazza στο 34′ ισοφάρισε, σε ένα γήπεδο που αργότερα θα έπαιρνε το όνομά του, ενώ ο Αργεντίνος που είχε πολιτογραφηθεί Ιταλός, Raimundo Orsi, έδωσε στο 52′ τη νίκη στους γηπεδούχους διαμορφώνοντας το τελικό 2-1. Η Αυστρία συνέχισε τη διοργάνωση πετυχαίνοντας 2 νίκες, μεταξύ των οποίων μία με σκορ 8-1, εκτός έδρας με την Ελβετία – που είχε αποκτήσει νέα τεχνική ηγεσία και βοηθοί του προπονητή Teddy Duckworth ήταν δύο από τους μεγάλους διαμορφωτές του ποδοσφαίρου του Δούναβη, ο Jimmy Hogan και ο Dori Kürschner – και 2 ισοπαλίες με την Ουγγαρία, ενώ το ίδιο ρεκόρ είχε και η Ιταλία. Στις 20 Μαρτίου του 1932, οι δύο ομάδες ήρθαν ξανά αντιμέτωπες στο Prater, όπου μπροστά σε 63,000 θεατές και με σκόρερς τους Sindelar και Meazza για την κάθε ομάδα, οι αυστριακοί κέρδισαν με 2-1, φέρνοντας την απόλυτη ισορροπία στο κυνήγι του τίτλου. Οι δύο ομάδες συνέχισαν με εκτός έδρας ισοπαλίες, η Ιταλία στην Ουγγαρία και η Αυστρία στην Τσεχοσλοβακία, με τον τίτλο να κρίνεται τελικά τον Οκτώβρη του 1932. Στις 23 του μήνα, η Αυστρία υποδέχτηκε στο Prater την υποδεέστερη Ελβετία, που ένα χρόνο νωρίτερα είχε φιλοδωρήσει με 8 γκολ στη Βασιλεία, με 55,000 θεατές να προσέρχονται στο Prater. Οι Αυστριακοί κέρδισαν με 3-1 το παιχνίδι, στο οποίο διαιτητής ήταν ο Τσεχοσλοβάκος František Cejnar, ο ίδιος που διηύθυνε τον αγώνα της Austria με την Inter, στο Mitropa Cup του 1933. Μετά από αυτό το αποτέλεσμα, η Ιταλία χρειαζόταν μία ευρεία νίκη απέναντι στην Τσεχοσλοβακία προκειμένου να έχει ελπίδες για τον τίτλο, όμως ηττήθηκε στις 28 Οκτώβρη στην Πράγα, με σκορ 2-1 και η Αυστρία του Meisl και του Sindelar, η Wunderteam, κατέκτησε τον πρώτο και μοναδικό τίτλο στην ιστορία της!

Μετά το θρίαμβό της στο Διεθνές Κύπελλο, η εθνική ομάδα της Αυστρίας, θεωρούμενη η καλύτερη της ηπειρωτικής Ευρώπης, κλήθηκε σε φιλικό παιχνίδι που πραγματοποιήθηκε στις 7 του Δεκέμβρη, στο Stamford Bridge του Λονδίνου, με αντίπαλο την Αγγλία. Η εθνική ομάδα της μητέρας του ποδοσφαίρου, που μετρούσε πλέον περισσότερα από 60 χρόνια διεθνών αγώνων, δεν είχε ηττηθεί ποτέ στην έδρα της από ευρωπαϊκή ομάδα, παρά μόνο από τις ομάδες των βρετανικών νήσων, στο λεγόμενο Home Championship. Η πρώτη της ήττα απέναντι σε ευρωπαϊκή ομάδα συνέβη το Μάιο του 1929, όταν στο Estadio Metropolitano της Μαδρίτης ηττήθηκε από την Ισπανία με 4-3, ενώ το Μάιο του 1931 είχε χάσει και στο Παρίσι, με το βαρύ 5-2 από τη Γαλλία. Η ίδια η πρόσκληση επί βρετανικού εδάφους ήταν μια μεγάλη τιμή από μόνη της, καθώς υπήρχαν μέχρι τότε μόλις 2 αντίστοιχα ιστορικά προηγούμενα: το 1923 η Ολυμπιονίκης ομάδα του Βελγίου προσκλήθηκε σε ένα παιχνίδι που έγινε στο Highbury και η Αγγλία κέρδισε με 6-1, ενώ το 1931 η Ισπανία προσκλήθηκε για τη ρεβάνς του αγώνα του Metropolitano και οι Άγγλοι επικράτησαν και πάλι στο Highbury με 7-1, σφραγίζοντας έτσι την κυριαρχία τους επί αγγλικού εδάφους. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτοί οι αγώνες γίνονταν πάντα Δεκέμβρη, όταν το έδαφος των γηπέδων ήταν αρκετά ταλαιπωρημένο από το βαρύ βρετανικό κλίμα, ευνοώντας τους γηπεδούχους και το παιχνίδι δύναμης που είχαν αναπτύξει. Υπό αυτό το πρίσμα, το κίνητρο για την Αυστρία ήταν τεράστιο, καθώς θα μπορούσε να γίνει η πρώτη ομάδα που θα υποσκέλιζε την Αγγλία μέσα στην έδρα της, κερδίζοντας τον τίτλο της νέας παγκόσμιας ποδοσφαιρικής ηγέτιδας.

Ο Meisl για αυτό το παιχνίδι είχε ξαναζητήσει τη συνδρομή του Jimmy Hogan, που μόλις είχε αφήσει τον πάγκο της Austria για να αναλάβει τη Racing Club de France. Ο Hogan δήλωσε για αυτή την πρόσκληση ότι ήταν “η μεγαλύτερη τιμή της καριέρας του” και “ένα εξαίσιο δώρο για τα 50ά του γενέθλια”. Την ίδια στιγμή, τη διοργάνωση αυτού του μεγάλου φιλικού βοήθησε και ο ίδιος ο Herbert Chapman, ο οποίος συνέβαλε στο να πειστεί η Racing να απελευθερώσει τον προπονητή της για διάστημα 2 εβδομάδων, προκειμένου να προετοιμάσει την ομάδα της Αυστρίας. Διαιτητής της αναμέτρησης ορίστηκε ο κορυφαίος της εποχής, ο Βέλγος John Langenus, που είχε σφυρίξει και στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, 2 χρόνια νωρίτερα.

Στην αποχώρηση της ομάδας της Αυστρίας από τον σταθμό Westbanhof, χιλιάδες οπαδοί παραβρέθηκαν ώστε να εμψυχώσουν την ομάδα τους, ενώ τα προεόρτια στην Αγγλία αντανακλώνται και στον Τύπο της εποχής, που κατά γενικό κανόνα τόνιζε ότι αυτό το παιχνίδι δε θα έμοιαζε με κανένα προηγούμενο, εξαίροντας την ποιότητα των Αυστριακών. Το παιχνίδι ξεκίνησε ιδανικά για τους Άγγλους, που σκόραραν στο 5ο λεπτό με τον Crooks, όμως η ομάδα της Αυστρίας ήταν επικίνδυνη και ο Άγγλος τερματοφύλακας της Birmingham, Harry Hibbs, ήταν σε κακή μέρα, καθώς είχε ιδιαίτερο στρες ξέροντας ότι στις κερκίδες βρισκόταν ο Chapman που μπορούσε να του εξασφαλίσει τη μεταγραφή στην Arsenal. Παρ’όλα αυτά, ο Hampson διπλασίασε τα τέρματα των Άγγλων, διαμορφώνοντας το σκορ του ημιχρόνου. Στο δεύτερο ημίχρονο η Αυστρία συνέχισε να πιέζει με τους Smistik και Sindelar να παίρνουν τον έλεγχο του παιχνιδιού στις πλάτες τους και τελικά τον Zischek της Wacker Βιέννης να μειώνει στο 58ο λεπτό. Ο Houghton στη συνέχεια ξαναμεγάλωσε την απόσταση στο σκορ στο 77ο λεπτό, για να μειώσει και πάλι ο Sindelar 3 λεπτά αργότερα με ένα γκολ που έμοιαζε πολύ με εκείνο του Maradona απέναντι στους Άγγλους, το 1986, εκείνο που έμεινε στην ιστορία ως “το γκολ του αιώνα”. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποδοσφαιρικά καλλιεργημένο αγγλικό κοινό χειροκρότησε την ενέργεια του “Μότσαρτ”. Με 10 λεπτά να απομένουν, τίποτα δεν έμοιαζε να έχει κριθεί και σε ένα παιχνίδι που έμεινε στην ιστορία και για την ομορφιά αλλά και τη συναρπαστική εξέλιξη του σκορ, το κοινό των 40,000 στο Stamford Bridge ξέσπασε στο 82ο λεπτό, όταν ο Hampson, βάζοντας το δεύτερο προσωπικό του γκολ, έδωσε ξανά προβάδισμα ασφαλείας στην ομάδα του. Ο Zischek έβαλε ακόμα ένα γκολ για να μειώσει στο 87′ και ένα γκολ της Αγγλίας ακυρώθηκε στα τελευταία λεπτά της αναμέτρησης με το τελικό σκορ να διαμορφώνεται 4-3 υπέρ των Άγγλων. Η Αυστρία έφτασε πολύ κοντά στην κατάκτηση μιας συνειδησιακής ποδοσφαιρικής κορυφής, ωστόσο αυτός ο άθλος μετατέθηκε για αργότερα στην Ιστορία και θα τον πετύχαινε τελικά μια άλλη ομάδα.

Η διοργάνωση του 1933-1935 είχε ξανά μεγαλύτερη διάρκεια, λόγω της διεξαγωγής του Παγκοσμίου Κυπέλλου, που αυτή τη φορά θα λάμβανε χώρα στην Ιταλία. Το καθεστώς έδινε τα πάντα για να πανηγυρίσει μια διεθνή αθλητική νίκη και αυτό σήμαινε ότι ο Pozzo είχε στη διάθεσή του όλα τα τεχνικά μέσα για να δημιουργηθεί μια τεράστια υπερομάδα, της οποίας την πρωτοκαθεδρία δε θα μπορούσε να απειλήσει κανείς, ιδίως σε ιταλικό έδαφος. Αυτό συμπεριλάμβανε και τις ιταλοποιήσεις παιχτών που είχαν διακριθεί στο παγκόσμιο στερέωμα, με τον νόμο του αίματος του Mussolini, που προέβλεπε ότι κάθε απόγονος Ιταλών, μέχρι 7 γενιές, μπορούσε να λάβει την ιταλική υπηκοότητα. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι οποιοσδήποτε νοτιοαμερικάνος παίχτης, εν ανάγκη και με εφευρέσεις όσο αφορά την οικογενειακή του ιστορία, μπορούσε να γίνει Ιταλός. Αυτή η νέα και πιο ισχυρή Ιταλία μέσα στο 1933 κέρδισε και τα 4 παιχνίδια για το Διεθνές Κύπελλο, απέναντι στην Τσεχοσλοβακία και την Ελβετία εντός έδρας, καθώς και στις έδρες της Ελβετίας και της Ουγγαρίας.

Το παιχνίδι με την Αυστρία στις 11 Φεβρουαρίου του 1934 είχε πολύ φορτισμένο κλίμα, καθώς – πέρα από το γεγονός ότι ήταν αυτό που διαφαινόταν να κρίνει ακόμα μια φορά τον τίτλο – ήταν και η πρώτη αναμέτρηση μετά τον τελικό του Mitropa Cup, ανάμεσα στην Austria και την Inter/Ambrosiana, που άφησε τεράστια πικρία στον Meazza και ένα ολόκληρο έθνος. Επίσης, διεξαγόταν στη γενέτειρα πόλη του Pozzo, το Τορίνο, στο σημερινό Ολυμπιακό Στάδιο, που τότε είχε το όνομα του Ιταλού δικτάτορα. Πέραν των συμβολισμών όμως, το παιχνίδι είχε τεράστια σημασία καθώς από τακτικής άποψης, είχαν διαμορφωθεί πλέον δύο συστήματα που αποτελούσαν την ταυτότητα των δύο ομάδων. Από τη μια, η Ιταλία του Pozzo, έπαιζε το λεγόμενο metodo, ένα σύστημα 2-3-2-3, το οποίο κρατούσε την υπεροπλία στο κέντρο, το οποίο ήταν ενισχυμένο και βοηθούνταν από τους εσωτερικούς επιθετικούς (τότε τα νούμερα 8 και 10), οι οποίοι έπαιζαν πιο πίσω από τους άλλους τρεις. Η Αυστρία του Meisl, από την άλλη, αγωνιζόταν με το λεγόμενο W-M, δηλαδή 3-2-2-3, με τρεις αμυντικούς σε γραμμή και μία διάταξη τετραπλεύρου στο κέντρο, ένα σχηματισμό που βλέπουμε διαχρονικά στο ποδόσφαιρο, κυρίως στη φάση της επιθετικής λειτουργίας των ομάδων. Αμφότερα τα συστήματα ήταν εξέλιξη του 3-2-5 του Herbert Chapman (το οποίο έμοιαζε περισσότερο με το W-M), με το οποίο ο βρετανός τεχνικός θριάμβευσε στην Arsenal. Στην αναμέτρηση του Τορίνο, οι Αυστριακοί κατάφεραν να φύγουν και πάλι με τη νίκη, με το ευρύ 4-2, προκαλώντας προβληματισμό στους αντιπάλους τους και ένα ολόκληρο καθεστώς, λίγους μήνες πριν τη διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Πριν το καλοκαίρι η Αυστρία έπαιξε ακόμα ένα παιχνίδι με αντίπαλο την Ελβετία, την οποία και κέρδισε με σκορ 3-2 στη Γενεύη.

Η παγκόσμια ακτινοβολία

Το καλοκαίρι του 1934 ήρθε η στιγμή που το Ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης θα έλαμπε στο παγκόσμιο στερέωμα. 2 χρόνια νωρίτερα, στο 21ο Συνέδριο της FIFA που έλαβε χώρα στη Στοκχόλμη, 2 χώρες διεκδικούσαν το δικαίωμα διοργάνωσης της 2ης έκδοσης του θεσμού. Ωστόσο, συνεχίζοντας την παράδοση των παραιτήσεων, που είχε ξεκινήσει στη διαδικασία επιλογής του τόπου διεξαγωγής του πρώτου Μουντιάλ, η Σουηδία αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση, καθώς δεν είχε σκοπό να διαθέσει ένα τόσο μεγάλο προϋπολογισμό όπως η Ιταλία, που παρουσίασε ένα σχέδιο που το κόστος του έφτανε τις 3.5 εκατομμύρια λιρέτες.

Για τη συγκεκριμένη διοργάνωση έγιναν για πρώτη φορά και προκριματικά, καθώς από τις 36 Ομοσπονδίες που δήλωσαν συμμετοχή στο τελικό τουρνουά θα αγωνίζονταν οι 16. Η Ιταλία, στον 3ο όμιλο, έπρεπε να κάμψει το εμπόδιο της Ελλάδας, την οποία κέρδισε με σκορ 4-0 στο San Siro του Μιλάνου, στις 25 Μαρτίου του 1934. Η Ουγγαρία και η Αυστρία πέρασαν από τον όμιλό τους επικρατώντας της Βουλγαρίας. Η Τσεχοσλοβακία κέρδισε τη σειρά απέναντι στην Πολωνία με 2-1 εκτός έδρας και άνευ αγώνως εντός, καθώς η αντίπαλη ομάδα αποσύρθηκε. Η Ελβετία πέρασε δεύτερη από τον δύσκολο όμιλο με αντιπάλους τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία, φέρνοντας και με τις 2 ισοπαλίες. Έτσι, όλες οι ομάδες του λεγόμενου ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης θα βρίσκονταν στα ιταλικά γήπεδα, διεκδικώντας τον κορυφαίο ποδοσφαιρικό τίτλο στον πλανήτη, που σιγά σιγά αποκτούσε και την αίγλη που του άρμοζε.

Οι πρώτοι αγώνες, για τη φάση των 16, πραγματοποιήθηκαν στις 27 Μαΐου. Η οικοδέσποινα Ιταλία ξεκίνησε με θρίαμβο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες στο Flaminio, κερδίζοντας με 7-1, με τον Angelo Schiavio της Bologna να πετυχαίνει hat-trick. Εύκολο έργο είχε και η Ουγγαρία, η οποία αν και ισοφαρίστηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα από την Αίγυπτο, στο δεύτερο ημίχρονο πήρε την πρόκριση με σκορ 4-2, στο Partenopeo της Νάπολι. Στο Stadio Littorio της Τεργέστης, η Τσεχοσλοβακία έκαμψε την αντίσταση της Ρουμανίας με ανατροπή στο δεύτερο ημίχρονο, παίρνοντας την πρόκριση με σκορ 2-1, ενώ η Ελβετία κέρδισε στο San Siro την Ολλανδία με 3-2. Την πιο δύσκολη ημέρα είχε η Αυστρία στο Τορίνο, όπου χρειάστηκε να φτάσει στην παράταση με αντίπαλο τη Γαλλία, όπου τελικά στο 109ο λεπτό, με γκολ του Josef Bican, ενός τσέχικης καταγωγής θρυλικού επιθετικού της Rapid, κατάφερε να πάρει την πρόκριση.

Με τις 5 ομάδες του Διεθνούς Κυπέλλου να συμμετέχουν στα προημιτελικά, το τουρνουά έμοιαζε πλέον μια αρκετά γνώριμη υπόθεση – πλήρως ευρωπαϊκή μάλιστα, καθώς Αργεντινή και Βραζιλία είχαν αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο, από τη Σουηδία και την Ισπανία αντίστοιχα. Στα προημιτελικά, που διεξήχθησαν στις 31 Μαΐου, 2 αγώνες αποτελούνταν από τυπικά κεντροευρωπαϊκά ντέρμπι. Η Αυστρία τέθηκε αντιμέτωπη με την Ουγγαρία, στο Littoriale της Μπολόνια, εκεί που είχε πετύχει την πρώτη μεγάλη νίκη της απέναντι στην Ιταλία. Με γκολ των Horvath και Zischek, πήρε το προβάδισμα, ενώ η Ουγγαρία κατάφερε μόνο να μειώσει στο 60′ με πέναλτι του Sárosi. Στον άλλο αγώνα μεταξύ ομάδων του Διεθνούς Κυπέλλου, η Τσεχοσλοβακία κατάφερε να κερδίσει τη βελτιωμένη πλέον Ελβετία στο Τορίνο, με σκορ 3-2, προκειμένου να πάρει το εισιτήριο για τα ημιτελικά. Το πιο δύσκολο έργο αυτή τη φορά είχε η Ιταλία, που στη Φλωρεντία δεν κατάφερε να κερδίσει μετά και το τέλος της παράτασης την Ισπανία, με το τελικό σκορ να είναι 2-1 και τελικά να χρειαστεί ακόμα ένα παιχνίδι, την επόμενη ημέρα, που κρίθηκε από το γκολ του Meazza ώστε να προχωρήσει στην επόμενη φάση. Βέβαια, ιστορικό μυστήριο παραμένει η απουσία του θρυλικού Ισπανού τερματυφύλακα Zamora και των Βάσκων επιθετικών Iraragorri και Langara, από εκείνο το επαναληπτικό παιχνίδι. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Zamora μάλιστα καθόταν λίγο πιο δίπλα από τον Meisl, που είχε παραβρεθεί στο γήπεδο ως θεατής.

Το μεγάλο παιχνίδι της διοργάνωσης, που θα μπορούσε και να χαρακτηριστεί “πρώιμος τελικός”, ήταν αναμφίβολα η ημιτελική αναμέτρηση μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας που είχε προγραμματιστεί για τις 3 Ιούνη, στο San Siro του Μιλάνου. Η Αυστρία και η Ιταλία μπορεί να ήταν στη μέση μιας χρυσής περιόδου ποδοσφαιρικής αντιπαλότητας, όμως στο πολιτικό επίπεδο τα πράγματα ήταν λίγο πιο περίπλοκα. Οι εχθροί του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με την κληρονομιά που άφησε στον Pozzo, αλλά κυρίως σε ποδοσφαιριστές όπως ο Sindelar και ο Meazza, που έμειναν ορφανοί, επαναδιατύπωναν τις μεταξύ τους σχέσεις το Μάρτιο του 1934, με μία συμφωνία μεταξύ Ιταλίας, Αυστρίας και Ουγγαρίας, που έμεινε γνωστή ως τα “Πρωτόκολλα της Ρώμης”. Σε αυτή τη συμφωνία οι τρεις χώρες που είχαν πλέον όλες απολυταρχικά καθεστώτα, καθώς λίγες μέρες νωρίτερα είχε διαλυθεί και η 1η Αυστριακή Δημοκρατία με τον Καγκελάριο Dollfuss, τον λεγόμενο Millimetternich, να αναλαμβάνει επ’αόριστον την εξουσία, δημιούργησαν μια συμμαχία κυρίως υπό το φόβο της γερμανικής επιθετικότητας, καθώς ένα μόλις χρόνο νωρίτερα στις 30 Ιανουαρίου του 1933, την Καγκελαρία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είχε αναλάβει ένας Αυστριακής καταγωγής αποτυχημένος ζωγράφος, μετατρέποντάς τη στο περιβόητο γερμανικό ράιχ. Πέρα από το φόβο των Γερμανών εθνικοσοσιαλιστών, ωστόσο, οι 3 χώρες με τη συμφωνία τους αυτή άνοιγαν και ένα νέο κύκλο επιθετικότητας στα Βαλκάνια, εποφθαλμιώντας τα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας, που η καθεμιά για τους δικούς της λόγους πίστευε ότι έχει ιστορικά κυριαρχικά δικαιώματα, τροφοδοτώντας έτσι τα εθνικιστικά αφηγήματα στον αιώνα τον άπαντα. Αυτή η διπλωματική σύγκλιση, ωστόσο, λίγα πράγματα σήμαινε για τον Pozzo, που έφερε ένα γραμμόφωνο στα αποδυτήρια της Squadra Azzurra προκειμένου να εμψυχώσει τους παίχτες του υπό τους ήχους του Canzone del Piave, ενός πατριωτικού τραγουδιού που υμνούσε την ηρωικότητα των Ιταλών στα πεδία της μάχης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αναγκάζοντας μάλιστα τους ποδοσφαιριστές να το τραγουδήσουν δυνατά πριν βγουν στον αγωνιστικό χώρο. Στην ίδια γραμμή βεβαίως βρισκόταν και ο Mussolini, παρών στο στάδιο, που επιθυμούσε διακαώς να δει την εθνική ομάδα της χώρας του να παίρνει μια νίκη που θα γινόταν σύμβολο του καθεστώτος του.

Τα εισιτήρια για τον αγώνα προφανώς εξαντλήθηκαν και στο San Siro 60,000 θεατές στριμώχτηκαν για να δουν διά ζώσης το μεγαλύτερο παιχνίδι όλων των εποχών μέχρι εκείνη τη μέρα. Πέρα από τη στήριξη των οπαδών τους, ωστόσο, οι Ιταλοί είχαν και την εύνοια του καιρού, καθώς λίγες ώρες πριν την έναρξη του αγώνα μια τρομερή καταιγίδα χτύπησε το Μιλάνο και την ώρα της σέντρας ο αγωνιστικός χώρος ήταν ακόμα σε πολλά σημεία του πλυμμηρισμένος. Αυτό δυσκόλευε εξαιρετικά τις προσπάθειες των Αυστριακών που στηρίζονταν περισσότερο στην υψηλή τεχνική τους και βοηθούσε το πιο δυναμικό παιχνίδι της ιταλικής ομάδας. Ακόμα και σ’αυτές τις συνθήκες όμως ο Sindelar δε σταμάτησε να εντυπωσιάζει, ο Papierene που έμαθε το ποδόσφαιρο στα ανώμαλα εδάφη των ανοιχτών χώρων της εργατικής μεριάς της Βιέννης ήξερε πώς να τα βγάλει πέρα και με ένα πλυμμηρισμένο γήπεδο, σε έναν από τους καλύτερους αγωνιστικούς χώρους της εποχής του. Οι αυστριακές επιθέσεις έρχονταν κατά κύμματα και οι Ιταλοί το μόνο που μπορούσαν να κάνουν είναι να παίζουν ένα ανασταλτικό παιχνίδι, χωρίς καμία θέληση για δημιουργία. Στο έργο τους αυτό αρωγό είχαν και τον Σουηδό διαιτητή Ivan Eklind, στον οποίον είχε δοθεί η υπόσχεση ότι αν κριθεί καλή η παρουσία του θα διευθύνει και τον μεγάλο τελικό της διοργάνωσης. Αυτό το κίνητρο ίσως έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στην απόφαση που πήρε στο 19ο λεπτό, όταν σε μια εναέρια διεκδίκηση μεταξύ του Schiavio και του Αυστριακού τερματοφύλακα Peter Platzer, ο δεύτερος κατάφερε να μαζέψει τη μπάλα. Ωστόσο, ο Schiavio έπεσε με δύναμη πάνω του, σε κάτι που αποτελεί ορισμό του φάουλ στους κανονισμούς του παιχνιδιού, με αποτέλεσμα ο Platzer να χάσει τον έλεγχο της μπάλας ώστε ο Schiavio να τροφοδοτήσει τον Guaita που πέτυχε το γκολ της αναμέτρησης. Για τους Αυστριακούς και ίσως όλο τον κόσμο επρόκειτο για ένα ξεκάθαρο φάουλ, για τον διαιτητή Eklind όμως ίσως ήταν η ευκαιρία για να παίξει στον μεγάλο τελικό της κορυφαίας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης.

Το αποτέλεσμα διατηρήθηκε στο 1-0, παρά τις πολλές ευκαιρίες που είχαν και οι δύο ομάδες, με τους Αυστριακούς να παίζουν καλύτερα για το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα, όμως άλλοτε να συναντούν ένα σκληρό αμυντικό ιταλικό τείχος μπροστά τους και άλλοτε να είναι ελάχιστα άστοχοι, όπως ο Zischek στην εκπνοή της αναμέτρησης. Η Ιταλία είχε περάσει στον τελικό που τόσο ήθελε ο Duce, ωστόσο έμεινε στην ιστορία ο λεκές της άδικης αντιμετώπισης μιας από τις καλύτερες ομάδες που έχει γνωρίσει ο ποδοσφαιρικός κόσμος. Ο Meisl δήλωσε ότι ήταν απίθανο να κερδίσει κανείς την Ιταλία υπό αυτές τις συνθήκες, ενώ ο Josef Bican πήγε ακόμα πιο μακριά στις δηλώσεις του, καταγράφοντας στην ιστοριογραφία ότι ο διαιτητής έφτασε στο σημείο να …πασάρει τη μπάλα σε Ιταλό κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης. Από την άλλη, ο Raimundo Orsi δήλωσε ότι ζούσαν υπό το φόβο της εκτέλεσης, κάτι που θα ήταν πολύ πιθανό αν ο διαιτητής Eklind δεν έπαιρνε το μέρος τους.

Στον άλλο ημιτελικό η Τσεχοσλοβακία, εκπρόσωπος του ποδοσφαίρου του Δούναβη που διέπρεπε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, κέρδισε τη Γερμανία με σκορ 3-1 και hat-trick του Oldřich Nejedlý της Sparta, αν και ο Rudi Noack είχε ισοφαρίσει για τους Γερμανούς, παίρνοντας έτσι το άλλο εισιτήριο για το μεγάλο τελικό που διεξήχθη στη Ρώμη, στις 10 Ιουνίου. Νωρίτερα, στο μικρό τελικό, η αποκαρδιωμένη από την αδικία Αυστρία έχασε από τη Γερμανία στη Napoli, χάνοντας έτσι και το χάλκινο μετάλλιο. Η Squadra Azzura του Pozzo χρειάστηκε να φτάσει στην παράταση, μετά από το 1-1 της κανονικής διάρκειας, προκειμένου να κάμψει την αντίσταση των Τσεχοσλοβάκων, κερδίζοντας τελικά τον “άγιο δισκοπότηρο” με την ονομασία του Jules Rimet χάρη στο γκολ του Schiavio στο 95ο λεπτό.

Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Ιταλία είχε με τη σειρά της την ευκαιρία να αγωνιστεί στο Λονδίνο απέναντι στην Αγγλία τον προσεχή Νοέμβρη, όμως στο γήπεδο της Arsenal έχασε με τρόπο αρκετά πιο εύκολο από ότι συνέβη με την Αυστρία δύο χρόνια νωρίτερα, με το τελικό σκορ να διαμορφώνεται 3-2, χάρη σε 2 γκολ του Meazza στο δεύτερο ημίχρονο. Ωστόσο, οι επιτυχίες της συνεχίστηκαν απέναντι στην Αυστρία, κερδίζοντας το μεταξύ τους παιχνίδι στο Prater για το Διεθνές Κύπελλο, το οποίο και τελικά κατέκτησε το 1935.

Οι δύο ομάδες θα ξανασυναντιόντουσαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936, όπου λόγω των μεταβαλλόμενων πολιτικών συνθηκών οι δύο χώρες μπορούσαν, για διαφορετικούς λόγους, να νιώθουν ότι παίζουν και λίγο στην έδρα τους. Τον Ιούλη του 1934 ο Καγκελάριος και πλέον δικτάτορας “Millimetternich” Dolfuss δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια ενός αποτυχημένου ναζιστικού πραξικοπήματος και την εξουσία είχε αναλάβει ο Kurt Schuschnigg. Ωστόσο, στην Αυστρία η επιρροή του Ναζισμού και η υποστήριξη του Anschluss, δηλαδή της ιστορικής εθνικής ένωσης με τη Γερμανία, που είχε απαγορευτεί από τη Συνθήκη του Τριανόν, κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Η Ναζιστική Γερμανία είχε κάθε λόγο να κάνει επιθέσεις φιλίας και αδελφότητας στην Αυστρία, θέλοντας να προσαρτήσει τη γεννέτειρα του δικού της δικτάτορα στο Ράιχ. Την ίδια περίοδο, η αρχική αμυντική στάση της Μουσολινικής Ιταλίας απέναντι στο Ράιχ είχε αρχίσει να αλλάζει, καθώς δυσχαίρεναν οι σχέσεις με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία λόγω της ιταλικής εισβολής στην Αιθιοπία. Έτσι, σταδιακά οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών βελτιώνονταν, ενώ από το 1935 στη συμμαχία της Ναζιστικής Γερμανίας είχε εισχωρήσει επίσημα και η Ιαπωνία, σε μια από κοινού βλέψη εναντίωσης στην Κομμουνιστική Διεθνή και τη Σοβιετική Ένωση. Ουσιαστικά μέσω της ανάπτυξης φιλικών δεσμών με την Ιαπωνία, που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1936 και επισημοποιήθηκε ουσιαστικά το 1937 όταν η Ιταλία δεν καταδίκασε την ιαπωνική εισβολή στην Κίνα στην Κοινωνία των Εθνών, , ξεκίνησε και η περίοδος της Γερμανοϊταλικής συνεργασίας.

Στο τουρνουά που συμμετείχαν 16 ομάδες η Ιταλία κέρδισε δύσκολα τις Ηνωμένες Πολιτείες με 1-0 στον πρώτο γύρο, πέρασε με επιβλητικό τρόπο απέναντι από τη “φίλη” Ιαπωνία, με 8-0, ενώ χρειάστηκε να φτάσει στην παράταση απέναντι στη Νορβηγία, όπου με γκολ του Annibale Frossi πήρε το εισιτήριο για τον τελικό. Η Αυστρία, που κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της κέρδισε την Αγγλία στο Prater με 2-1, πέρασε από τον πρώτο γύρο νικώντας την Αίγυπτο με 3-1, πριν παίξει σε ένα από τα πιο σκανδαλώδη παιχνίδια της Ιστορίας. Στον προημιτελικό, με αντίπαλο το Περού, οι Αυστριακοί πήραν προβάδισμα με γκολ των Wergin και Steinmetz στο 23ο και 37ο λεπτό αντίστοιχα. Ωστόσο, η ομάδα του Περού μπήκε αποφασισμένη στο δεύτερο ημίχρονο, καταφέρνοντας να ισοφαρίσει το σκορ με γκολ των Alcalde και Villanueva στο 75ο και 81ο λεπτό αντίστοιχα. Στην παράταση, ακόμα κι αν ο Νορβηγός διαιτητής ήταν επιφορτωμένος με το έργο της υποστήριξης της “άρειας” Αυστρίας, οι Περουβιανοί ήταν ανώτεροι, πέτυχαν 5 συνολικά γκολ, από τα οποία ακυρώθηκαν τα 3, ωστόσο ακόμα κι έτσι στη λήξη της αναμέτρησης βρίσκονταν να προηγούνται με σκορ 4-2. Το παιχνίδι μπορεί να έληξε με αυτό το σκορ, ωστόσο, λόγω της “απόδοσης” του διαιτητή του αγώνα Περουβιανοί οπαδοί είχαν εισέλθει στον αγωνιστικό χώρο και αναφέρεται ότι έφτασαν σε σημείο να χτυπήσουν Αυστριακούς ποδοσφαιριστές, ενώ ένας από αυτούς ήταν οπλισμένος. Η Αυστρία άσκησε ένσταση και η FIFA αποφάσισε την επανάληψη του αγώνα, κάτι που το Περού δε δέχτηκε με τη Wunderteam να περνάει στον επόμενο γύρο. Η απόφαση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση των χωρών της λατινικής Αμερικής, που με ανακοινώσεις τους δήλωσαν τη συμπαράστασή τους στο Περού, ενώ οι ολυμπιακές ομάδες του Περού και της Κολομβίας αποχώρησαν από τη Γερμανία.

Στον ημιτελικό, σε πολύ πιο ήρεμο κλίμα, η Αυστρία κέρδισε την εθνική ομάδα μιας άλλης χώρας που εποφθαλμιούσε η ναζιστική ηγεσία, της Πολωνίας. Με σκορ 3-1 οι Αυστριακοί προκρίθηκαν στον τελικό, όπου θα αντιμετώπιζαν ακόμα μια φορά την Ιταλία, στη μεγάλη ρεβάνς του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Μπροστά σε 85,000 θεατές στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου, το απόγευμα του δεκαπενταύγουστου, η Ιταλία επικράτησε στην παράταση με σκόρερ τον Frossi που πέτυχε και τα δύο γκολ για να διαμορφωθεί το τελικό 2-1. Έτσι, η Squadra Azzurra του Pozzo είχε καταφέρει να αφήσει χωρίς παγκόσμιο τίτλο τη μεγάλη Wunderteam, την εκπρόσωπο μιας χώρας που άλλαζε, προερχόμενη από την Κόκκινη Βιέννη που δεν υπήρχε πια, την ενσάρκωση ενός μεταπολεμικού κοσμοπολιτισμού που πλέον έδινε τη θέση του στην εθνικιστική επιθετικότητα σε όλο και περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

Η λάμψη πριν από την καταιγίδα

Η Ευρώπη βάδιζε προς την πιο σκοτεινή περίοδο της ιστορίας της και τα σύννεφα ενός ακόμα πολέμου είχαν αρχίσει να πυκνώνουν κατά το μέσο της δεκαετίας του 1930. Την ίδια στιγμή, η αναπτυσσόμενη συμμαχία που εξελίχθηκε στον Άξονα και η ιδεολογική βάση του φασισμού και του Ναζισμού, συντέλεσαν ώστε να εγκαθιδρυθούν σε μια σειρά χωρών αντιφυλετικοί και αντισημιτικοί νόμοι. Το ένα απολυταρχικό καθεστώς μετά το άλλο, ξεκινώντας από το κυνήγι όλων των προοδευτικών στοιχείων των κοινωνιών τους, έβαλε στο στόχαστρο και την πολυάριθμοι και για αιώνες αφομοιωμένη κοινότητα των Εβραίων, καθώς και τους απανταχού Ρομά, ξεκινώντας από τους αποκλεισμούς και καταλήγοντας σε μια επιχείρηση μαζικού αφανισμού.

Πριν γίνουν όμως όλα αυτά πραγματικότητα, παιζόταν ακόμα ποδόσφαιρο – και μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, στο Mitropa Cup της ίδιας χρονιάς, ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Squadra Azzura, Angelo Schiavio, οδήγησε τη Bologna στο δεύτερο τίτλο της, τον πρώτο που κερδήθηκε μέσα στον αγωνιστικό χώρο, μετά τα γεγονότα του 1932. Το 1935 η Sparta επανέλαβε τον άθλο της Bologna, κατακτώντας επίσης για δεύτερη φορά το θεσμό, ενώ το ίδιο έκαναν τις επόμενες χρονιάς και η Austria Βιέννης και η Ferencváros.

To Μάιο και Ιούνιο του 1937, ωστόσο, μια άλλη διοργάνωση, που έλαβε χώρα μόνο για μία φορά, πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία. Το λεγόμενο Διεθνές Τουρνουά της Παγκόσμιας Έκθεσης του Παρισιού ήταν μία συνάντηση συλλόγων από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές δυνάμεις της εποχής, μεταξύ των οποίων και της Αγγλίας, που μέχρι τότε αρνούνταν να συμμετέχει σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία διασυλλογικής διοργάνωσης μαζί με τις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Συνολικά 8 ομάδες έλαβαν μέρος, εκπροσωπώντας 7 χώρες, με την οικοδέσποινα Γαλλία να συμμετέχει με τη Marseille και τη Socheaux που είχαν τερματίσει στις 2 πρώτες θέσεις του πρωταθλήματος εκείνης της χρονιάς. Από την Αυστρία συμμετείχε η Austria ως κάτοχος του προηγούμενου Mitropa Cup, από την Ουγγαρία η Phöbus FC, που είχε αγωνιστεί την προηγούμενη σεζόν για πρώτη φορά στην κορυφαία κατηγορία, από τη Γερμανία η Leipzig, από την Τσεχοσλοβακία η Slavia Πράγας που είχε κερδίσει το πρωτάθλημα, ενώ από την Ιταλία εκπρόσωπος ήταν η πρωταθλήτρια Bologna. Από την Αγγλία, η ομάδα που συμμετείχε ήταν η Chelsea, που αν και είχε τερματίσει 11η στη Football League που είχε προηγηθεί, προερχόμενη από το πιο κοσμοπολίτικο Λονδίνο, θέλησε να λάβει μέρος σε αυτή τη διοργάνωση προσδοκώντας μάλιστα μια διεθνή επιτυχία.

Έτσι, ενώ από την Αγγλία, τη Γερμανία και την Ουγγαρία επιλέχθηκαν τυχαίες ομάδες, από τις υπόλοιπες χώρες συμμετείχαν κορυφαίοι εκπρόσωποι. Αυτό είχε φυσικά αντίκτυπο στα αποτελέσματα του πρώτου, προημιτελικού γύρου, όπου η Austria Βιέννης απέκλεισε τη Leipzig, η Slavia Πράγας την Phöbus, η Bologna τη Socheaux, ενώ η Chelsea χρειάστηκε το στρίψιμο του κέρματος προκειμένου να προκριθεί επί της Marseille, μιας και τότε δεν υπήρχε ακόμα η διαδικασία των πέναλτι και δεν προβλεπόταν επαναληπτικός αγώνας στη διοργάνωση. Bologna και Chelsea κέρδισαν αμφότερες με 2-0 τις Slavia και Austria αντίστοιχα, προκειμένου να δώσουν ραντεβού για τον μεγάλο τελικό που πραγματοποιήθηκε στις 6 Ιούνη στο Ολυμπιακό Στάδιο του Colombes, έξω από το Παρίσι. Μία από τις μεγαλύτερες ομάδες της ηπειρωτικής Ευρώπης θα αντιμεώπιζε με διακύβευμα ένα διεθνές τρόπαιο μία εκπρόσωπο της Football League και αυτό από μόνο του ήταν κάτι ιστορικό.

Όμως πιο ιστορική και από το διακύβευμα του συγκεκριμένου αγώνα ήταν η προσωπικότητα του τεχνικού που βρισκόταν στον πάγκο της Bologna. O Árpád Weisz γεννήθηκε στο Solt της Δυτικής Ουγγαρίας στις 16 Απρίλη του 1896. Γόνος εβραϊκής μεσοαστικής οικογένειας, καθώς ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος, έφερε το μικρό του όνομα από τον γενάρχη των Μαγυάρων, κάτι που είναι μια ένδειξη της αφομοίωσης του εβραϊκού στοιχείου στα διάφορα εθνικά φύλα της Κεντρικής Ευρώπης. Σε αντίθεση με πολλά παιδιά της εποχής του, η ταξική καταγωγή του τού επέτρεψε να φοιτήσει και στο γυμνάσιο και ξεκίνησε και σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, τις οποίες όμως παράτησε, προκειμένου να ακολουθήσει την ποδοσφαιρική καριέρα στο εξωτερικό. Με το ποδόσφαιρο ασχολήθηκε συστηματικά από τα 15 του χρόνια, καθώς εντάχθηκε στις ακαδημίες της Törekvés, με την οποία έκανε το ντεμπούτο του στο κορυφαίο επίπεδο σε ηλικία 17 χρονών. Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου στρατολογήθηκε και πολέμησε στο πλευρό της Αυστρο-Ουγγαρίας, με αποτέλεσμα να πιαστεί αιχμάλωτος των Ιταλών στις 28 Νοεμβρίου του 1915, στην 4η Μάχη του Isonzo, στο όρος Mrzli. Οδηγήθηκε για την υπόλοιπη διάρκεια του πολέμου σε κέντρο αιχμαλώτων στο Trapani, όπου έμαθε την ιταλική γλώσσα, κάτι που θα σημάδευε τη μετέπειτα ζωή του. Με το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Ουγγαρία και την Törekvés, ενώ το 1923 μεταγράφηκε στην Τσεχοσλοβακική Macabbi Brno. Στις 4 Μαρτίου του 1923 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την εθνική Ουγγαρίας και συμμετείχε και στην αποστολή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού, το 1924. Το 1925, με το κλίμα κατά των εβραϊκών κοινοτήτων να βαραίνει στην Ουγγαρία του Horthy, αποφάσισε να μετακομίσει στην Ιταλία, όπου έπαιξε αρχικά στην Alessandria, πριν μεταγραφεί στο μέσο της ίδιας χρονιάς στην Inter. Ωστόσο, ένας τραυματισμός στο γόνατο έληξε πρόωρα την καριέρα του.

Ο Weisz, έχοντας ζήσει από τα μέσα όλη την πορεία ανάπτυξης του Ουγγρικού ποδοσφαίρου αποφάσισε να γίνει προπονητής και την ίδια χρονιά έγινε προπονητής της Inter, που τότε είχε ήδη μετονομαστεί σε Ambrosiana. Το 1927 ο Weisz ήταν αυτός που εντόπισε στις ακαδημίες του συλλόγου τον νεαρό Giuseppe Meazza και – αν και έλειψε ένα χρόνο από τον πάγκο της μιλανέζικης ομάδας – επέστρεψε το 1929, δίνοντας θέση βασικού στον Meazza και κερδίζοντας το πρωτάθλημα του 1930. Έτσι, σε ηλικία 34 ετών, έγινε ο νεώτερος στην Ιστορία προπονητής που κατακτά το ιταλικό πρωτάθλημα, ένα ρεκόρ που κατέχει ως τις μέρες μας. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε να ασχολείται με την ανάλυση του ποδοσφαίρου και δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο υπό τον τίτλο “Το παιχνίδι του ποδοσφαίρου”, το οποίο προλόγιζε ο Vittorio Pozzo. Ύστερα από ένα πέρασμα από τη Bari, επέστρεψε για τρίτη φορά στην Ambrosiana, όντας ο προπονητής της και στη μυθική σειρά τελικών του 1933. Το 1934 πήγε για μία σεζόν στη Novara, πριν μετακινηθεί το 1935 για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της αποκαλούμενης ως “πιο δουνάβιας ιταλικής ομάδας”, της Bologna. Με τη Bologna, όπου συνέχισε την παράδοση των προπονητών από την Αυστροουγγαρία, κέρδισε τα πρωταθλήματα του 1936 και 1937, πριν βρεθεί στο Παρίσι, αντιμέτωπος της Chelsea για τον τελικό του Κυπέλλου Διεθνούς Έκθεσης.

Στον τελικό του Παρισιού η Bologna μπήκε με τον αέρα της πρωταθλήτριας μιας χώρας που ήταν ταυτόχρονα πρωταθλήτρια κόσμου και χρυσή ολυμπιονίκης, όπως κι αν είχαν έρθει αυτοί οι τίτλοι, μα πάνω απ’όλα με την εμπειρία μιας ομάδας που είχε αγωνιστεί για χρόνια και είχε κερδίσει 2 φορές έναν διεθνή τίτλο, στο υψηλότερο επίπεδο που υπήρχε στην ηπειρωτική Ευρώπη. Έτσι, ο Carlo Reguzzoni, ο οποίος έπαιζε σε θέση έξω αριστερά, πέτυχε ένα γκολ στο 15ο και ένα στο 31ο λεπτό, ενό ο Busoni, μέσος της ιταλικής ομάδας, είχε επίσης σκοράρει στο 20′. Με το 3-0 να είναι το σκορ του ημιχρόνου, διαφαινόταν ότι η πρώτη μεγάλη νίκη του Ποδοσφαίρου του Δούναβη απέναντι στη Μητέρα του Σπορ θα ερχόταν σε διασυλλογικό επίπεδο. Στην επανάληψη ο Reguzzoni επανέλαβε τα κατορθώματά του, σημειώνοντας hat-trick και οι Λονδρέζοι κατάφεραν μόνο να μειώσουν με τον Sam Weawer στο 72ο λεπτό. Η Bologna είχε κερδίσει μια αγγλική ομάδα – το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο μετρούσε την πρώτη μεγάλη νίκη του, στο πεδίο που είχε ξεχωρίσει, δηλαδή στην ανάπτυξη ενός διασυλλογικού ποδοσφαιρικού δικτύου σε διεθνές επίπεδο! Αυτό το αποτέλεσμα ίσως ήταν για το όραμα του Meisl ακόμα πιο σημαντικό και από το να κέρδιζε η μεγάλη Wunderteam την Αγγλία στο γήπεδό της, γιατί μπορεί το διακύβευμα να μην ήταν στο κορυφαίο επίπεδο, όμως η ανάγνωση του αποτελέσματος έδειχνε ότι το όραμά του για το ποδόσφαιρο ήταν δίκαιο – και πριν τον δικαιώσει η ιστορία, τον δικαίωσε ένα θύμα αυτής, ο Árpád Weisz.

Ο Weisz έμεινε ακόμα μια χρονιά στη Bologna, όμως οι διωγμοί των Εβραίων που ξεκίνησαν και στην Ιταλία και η εγκαθίδρυση των ρατσιστικών νόμων τον ανάγκασαν να διαφύγει. Το τελευταίο του παιχνίδι στην Ιταλία, σαν σε παιχνίδι της μοίρας, ήταν αυτό ανάμεσα στη Bologna και την Ambrosiana, τον Οκτώβρω του 1938. Έχοντας διορία να αποχωρήσει από τη χώρα, όπως και όλοι οι υπόλοιποι Εβραίοι, μέχρι το Μάρτιο του 1939, διέφυγε με τη βοήθεια των παραγόντων του συλλόγου στις 10 του Γενάρη, πηγαίνοντας αρχικά στο Παρίσι. Ψάχνοντας να εργαστεί, βρήκε δουλειά στη Dordrecht στην Ολλανδία, την ομάδα από την οποία ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα ο Jimmy Hogan. Εκείνη την εποχή πολλοί Εβραίοι θεωρούσαν την Ολλανδία μια ασφαλή χώρα, καθώς οι συμφωνίες που είχε συνάψει με τη Ναζιστική Γερμανία αποτελούσαν αιτία να πιστεύουν ότι η ναζιστική θηριωδία δε θα επεκταθεί και σε μια χώρα που δε χρειάζεται να κατακτηθεί. Αυτό το λάθος, ωστόσο, απεδείχθει μοιραίο για χιλιάδες Εβραίους, καθώς η Ολλανδία ουσιαστικά άνοιξε τα σύνορα στο Ολοκαύτωμα. Το Σεπτέμβρη του 1941 του απαγορεύτηκε να ξαναδουλέψει και τα παιδιά του, Clara και Roberto, αποβλήθηκαν από το σχολείο. Στις 4 Οκτώβρη του 1942, ο Árpád Weisz και όλη του η οικογένεια επιβιβάστηκαν σε ένα τεθωρακισμένο τρένο με προορισμό το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης του Auschwitz. Εκεί, η σύζυγος, Ilona και τα δύο του παιδιά, στάλθηκαν απευθείας στους θαλάμους αερίων, ενώ ο Árpád κρατήθηκε στη ζωή για να δουλέψει στα καταναγκαστικά έργα. Περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα, ένας από τους μεγαλύτερους τεχνικούς στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου πέθανε από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας, στις 31 Γενάρη του 1944, σε ηλικία 47 ετών.

Το όνομα και η προσωπικότητα του Weisz σήμερα αποτελούν στοιχεία ταυτότητας για την Inter και τη Bologna, ενώ μνημεία του έχουν ανεγερθεί έξω από τα στάδια των δύο ομάδων, καθώς και στο γήπεδο της Dordrecht. Στο Stamford Bridge, το γήπεδο της Chelsea, της ομάδας που κέρδισε σε εκείνο τον ιστορικό αγώνα στο Παρίσι, μια τοιχογραφία του Weisz, του Εβραίου Γερμανού Ολυμπιονίκη Julius Hirsch και του βρετανού τερματοφύλακα Ron Jones, που επίσης πέθαναν στο Auschwitz κοσμεί το εξωτερικό του γηπέδου.

Το ποδόσφαιρο κάτω από τη Σβάστικα

Ο Árpád Weisz ήταν ένα από τα εκατομμύρια θύματα της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια της θηριωδίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα της θηριωδίας του φασισμού και του ναζισμού που ξεκίνησε πριν μεταφερθούν οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στα πεδία των μαχών. Οι χώρες που απάρτιζαν το θαυμαστό δίκτυο του Ποδοσφαίρου του Δούναβη σιγά σιγά άρχιζαν να εξαφανίζονται. Το Διεθνές Κύπελλο του 1936-1938 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, γιατί δεν υπήρχαν πια όλες οι χώρες που ξεκίνησαν να παίζουν σε αυτό – και συγκεκριμένα η Αυστρία.

Στις 15 Μαρτίου του 1938, από ένα μπαλκόνι του Neue Hofburg στην Heldenplatz, μπροστά σε 250,000 ανθρώπους, ο Αδόλφος Χίτλερ ανακοίνωνε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ναζιστικό Ράιχ, η οποία από εκείνη τη στιγμή και έπειτα ονομαζόταν Ostmark. Μαζί με πολλές άλλες κατακτήσεις της Αυστριακής Δημοκρατίας, το ποδόσφαιρο που οραματίστηκαν και έφτιαξαν οι κοσμοπολίτες ιδεολόγοι των café μιας πολυσυλλεκτικής πρωτεύουσας πατήθηκε από το ζυγό του πιο τερατώδους ιδεολογικού μορφώματος που έχει γνωρίσει το είδος μας. Ο Hugo Meisl είχε πεθάνει λόγω ενός καρδιακού επεισοδίου ένα χρόνο νωρίτερα και δεν έζησε να δει αυτή την εξέλιξη. Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο έγινε ερασιτεχνικό, στα γερμανικά πρότυπα και το αυστριακό πρωτάθλημα ένα από τα περιφερειακά πρωταθλήματα του ομοσπονδιακού πρωταθλήματος της Γερμανίας. H Wunderteam, η θρυλική εθνική ομάδα της Αυστρίας, καταργήθηκε και οι παίχτες της θα αποτελούσαν πλέον κομμάτι της ενιαίας γερμανικής ομάδας. Η διαδικασία αυτή θα ξεκινούσε με ένα πανηγυρικό παιχνίδι, το λεγόμενο Anschlusspiel, στο οποίο η εθνική ομάδα της Αυστρίας θα έπαιζε έναν τελευταίο αγώνα, απέναντι στη Γερμανία, πριν οι δύο εθνικές ενωθούν.

Η Αυστριακή ομάδα ήταν ήδη αποδυναμωμένη, καθώς πέρα από τους παίχτες-θρύλους που βρίσκονταν στη δύση της καριέρας τους, πολλοί ακόμα, εβραϊκής καταγωγής, είχαν διαφύγει από τη χώρα. Στις 3 του Απρίλη, 9 μόλις μέρες μετά το δημοψήφισμα που με ποσοστό 99.73% ενέκρινε την προσάρτηση της Αυστρίας, το Praterstadion είχε διακοσμηθεί με τις σβάστιγκες, θυμίζοντας περισσότερο τη Νυρεμβέργη παρά τη Βιέννη. Η αυστριακή ομάδα, καθώς οι δύο εθνικές είχαν τα ίδια χρώματα, έπαιξε με κόκκινες εμφανίσεις, χωρίς καθόλου άσπρο ή μαύρο όμως σε αυτές, ώστε να μην αποτελούν για κανένα λόγο αναφορά στην αυστριακή σημεία. Σ’αυτό το παιχνίδι αγωνίστηκε για τελευταία φορά ο Matthias Sindelar, ο Papierene, ο “Μότσαρτ του Ποδοσφαίρου” που δε δέχθηκε ποτέ να φορέσει τη φανέλα του γερμανικού αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος. Η Αυστρία κέρδισε το παιχνίδι με γκολ των Sindelar και Sesta, ολοκληρώνοντας έτσι, με μια ακόμα νίκη αλλά με τρόπο κάθε άλλο παρά θριαμβευτικό, τον κύκλο της Wunderteam.

Πέρα από την Αυστρία, η ναζιστική Γερμανία ενσωμάτωσε στην κυριαρχία της και εδάφη ακόμα μίας χώρας της Κεντρικής Ευρώπης. Στη συνάντηση που έγινε στο Μόναχο, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1938, με την παρουσία των ηγετών του Ράιχ, της φασιστικής Ιταλίας, της αστικής δημοκρατίας της Γαλλίας και της συνταγματικής μοναρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου, που θα μπορούσε συνεπώς να ονομάζεται και “συμφωνία των Hitler, Mussolini, Chamberlain και Daladier”, αποφασίστηκε η λήξη των εχθροπραξιών της Γερμανίας στην Τσεχοσλοβακία με την παράδοση της περιοχής της Σουδητίας, όπου ήταν συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του γερμανόφωνου πληθυσμού της χώρας, στη Γερμανία. Οι εδαφικές διεκδικήσεις της Γερμανίας, ωστόσο, δε σταμάτησαν εκεί, με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία να αποδέχονται το σχέδιο του Hitler λίγους μήνες αργότερα και ουσιαστικά μέχρι τα τέλη Μαρτίου του 1939 η Τσεχοσλοβακία να πέφτει ολοκληρωτικά στην κυριαρχία του Ράιχ. Έτσι, ακόμα μία κοσμοπολίτικη δημοκρατία παραδινόταν στη ναζιστική λαίλαπα, σβήνοντας μαζί της και μία πολυεθνική ποδοσφαιρική σχολή, περιμένοντας την αναγέννηση με την παράλληλη αναμονή μιας μεγάλης και πανανθρώπινης νίκης.

Την ίδια περίοδο ο Hitler αναγνώριζε ως την Πολωνία και την Ουγγαρία ως χώρες της ευρύτερης γερμανικής επιρροής, διακηρύσσοντας τη θέλησή του να προσαρτίσει και αυτές. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες που είτε παραδόθηκαν μέσω συμφωνιών, είτε κατακτήθηκαν από τους επιθετικούς πολέμους, η Ουγγαρία, υπό την ηγεσία του Horthy γρήγορα ενσωμάτωσε στην πολιτική της ουσιαστικά τον Ναζισμό, ξεκινώντας τα εθνικά πογκρόμ και στο έδαφός της, τα οποία φυσικά στράφηκαν εναντίον της πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας και συνεπώς πολλών εκ των πρωταγωνιστών του μεσοπολεμικού ουγγρικού ποδοσφαίρου. Στις 20 Νοέμβρη του 1940 η Ουγγαρία έγινε το τέταρτο μέλος των δυνάμεων του Άξονα και πλέον οι φορείς ενός παιχνιδιού επικοινωνίας μεταξύ των εθνών έπρεπε να κρυφτούν από τους ξένους κατακτητές και τους φορείς του ντόπιου εθνικισμού.

Την ίδια όμως περίοδο που στη ναζιστική μεριά της Ευρώπης το ποδόσφαιρο πέθαινε, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ένας σπόρος του μεταφυτεύτηκε στην ουδέτερη γη της Ελβετίας. Εκεί, προπονητής της εθνικής ομάδας ήταν από το 1938 ο Αυστριακός Karl Rappan, ο οποίος είχε αγωνιστεί σε 3 ομάδες της Βιέννης, τη Wacker, την Austria και τη Rapid, πριν κλείσει την καριέρα του στη Servette, ώστε στη σενέχεια να κάνει μια μακρά προπονητική καριέρα στην Ελβετία. Ο Rappan προφανώς ήταν κομμάτι της σχολής που ανέπτυξε το W-M, ενώ έβλεπε και την εξέλιξη της βρετανικής πυραμίδας του Chapman. Έχοντας όμως ως στόχο να βελτιώσει την πιο αδύναμη από τις ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης, εστίασε το ενδιαφέρον του στην τακτική αμυντική ενίσχυση. Οι πειραματισμοί του οδήγησαν σε ένα σύστημα με έναν έξτρα αμυντικό παίχτη, ο οποίος είχε το καθήκον να “καθαρίζει” το χώρο και να κλειδώνει με αυτό τον τρόπο την άμυνα. Το σύστημα αυτό, που ονομάστηκε “verrou” και ο παίχτης που καθάριζε, δηλαδή ο “sweeper” που ήταν ελεύθερος να κινείται στην άμυνα, και ονομάστηκε libero, αποτέλεσαν τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης του μεταπολεμικού ποδοσφαίρου σε μεγάλο μέρος της Νότιας Ευρώπης και ιδιαίτερα της Ιταλίας, καθώς αποτέλεσαν τη βάση για το περίφημο catenaccio.

Στα τέλη του Αυγούστου του 1939 τα σύννεφα του πολέμου είχαν πυκνώσει για τα καλά πάνω από την Ευρώπη. Η Σοβιετική Ένωση, που ένα χρόνο νωρίτερα είχε ζητήσει τη συνδρομή της Πολωνίας και της Ρουμανίας, προκειμένου να αποσοβήσει τη Γερμανική επέκταση στην Τσεχοσλοβακία, με τις δύο χώρες να αρνούνται να την παράσχουν έβλεπε την πολεμική μηχανή των Ναζί να ετοιμάζεται για μια μεγάλη έφοδο προς ανατολάς. Έτσι, στις 23 Αυγούστου, οι υπουργοί εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας βρέθηκαν στη Μόσχα ώστε να υπογράψουν ένα “Σύμφωνο Μη Επίθεσης”, το οποίο από τα ονόματά τους έμεινε στην Ιστορία ως “Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ”. Παραταύτα, η Γερμανία μία εβδομάδα αργότερα, την 1η του Σεπτέμβρη του 1939, εισέβαλε στην Πολωνία – και πάλι σε μια περιοχή όπου κυριαρχούσε ο γερμανόφωνος πληθυσμός – ξεκινώντας την πορεία της προς την Ανατολή, που θα εξελισσόταν στην “Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα”, δηλαδή την πλήρη ακύρωση του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, που σήμανε την ολική επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, στις 22 Ιουνίου του 1941. Ολόκληρη σχεδόν η ανατολική Ευρώπη, μέχρι το μέτωπο, βρισκόταν είτε υπό την κυριαρχία των Ναζί, είτε των συμμάχων τους.

Πέρα από τον Weisz που είχε αιχμαλωτιστεί στην Ολλανδία και στάλθηκε στο Auschwitz, μια σειρά άλλων μεγάλων μορφών του κεντροευρωπαϊκού ποδοσφαίρου ήταν θύματα των Ναζιστών. Ο István Tóth, βετεράνος ποδοσφαιριστής και προπονητής της Ferencváros, εκτελέστηκε στη Βουδαπέστη από τα SS στις 6 Φεβρουαρίου του 1945. Ο Géza Kertész, που δούλεψε όπως άλλοι αρκετά χρόνια ως τεχνικός στην Ιταλία, επέστρεψε στη Βουδαπέστη τον Οκτώβρη του 1943, πιστεύοντας ότι το κλίμα των διώξεων βρίσκεται σε ύφεση. Τελικά είχε την ίδια μοίρα μαζί με τον Tóth, όταν αποκαλύφθηκε ένα σχέδιο αντιστασιακής δράσης που αφελώς δεν περιφρούρησαν. Ο József Eisenhoffer, που είχε αγωνιστεί με τη Hakoah της Βιέννης και τη Ferencváros και είχε διατελέσει και προπονητής της Marseille, πέθανε από τα τραύματά του μετά από μια αεροπορική επιδρομή το Φλεβάρη του 1945, λίγο πριν την απελευθέρωση της Βουδαπέστης. Ο Alfréd Schaffer, με τεράστια συμβολή στον εκσυγχρονισμό του γερμανικού ποδοσφαίρου και τεχνικός της Ουγγαρίας το 1938, βρέθηκε δολοφονημένος σε ένα βαγόνι τον Αύγουστο του 1945.

Υπήρχαν ωστόσο και αυτοί που γλίτωσαν, όπως ο Márton Bukovi, σέντερ χαφ που ακολουθούσε προπονητική καριέρα στο Zagreb, προπονώντας την τοπική Gradanski, που μετά τον πόλεμο μετονομάστηκε σε Dinamo. Ο σύλλογος που εναντιώθηκε στη δράση της φιλοναζιστικής εθνικιστικής Ustaše, βοήθησε να διαφύγουν τη σύλλυψη πολλοί Εβραίοι, όπως ο Max Reisfeld, που έζησε κάτω από τις κερκίδες του γηπέδου της για 4 χρόνια. Η συμβολή του Bukovi σ’αυτή την αντιστασιακή δράση ήταν καίρια, καθώς μαζί με άλλους παράγοντες του συλλόγου συντόνιζε την επιχείρηση απόκρυψης και επιβίωσης των κυνηγημένων. O άσχετος με το ποδόσφαιρο Sandor Schwartz έζησε την απελευθέρωση από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης επειδή είπε ψέμματα πως ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και απελευθερώθηκε στις 2 Μαΐου του 1945, έχοντας μεταφερθεί σε τόπο αιχμαλωσίας στη γαλλική Mulhouse, στα σύνορα με την Ελβετία. Ο Béla Guttman, αναμορφωτής του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, μαζί με τον Ernö Erbstein, προπονητή της μεγάλης και αδικοχαμένης Torino του δυστυχήματος της Superga το 1949, απέδρασε από την αιχμαλωσία με τη συμβολή των γύρω κατοίκων. Ο Kálmán Konrád δε σταμάτησε να αλλάζει πόλεις και χώρες προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, καταφέρνοντας έτσι να επιβιώσει. Τέλος, ο Dezsö Steinberger, ο οποίος άλλαξε αργότερα το επώνυμο του σε Solti, συνεργάστηκε με τους Ναζί και τον Josef Meggele κατά τη σύλληψη του και το 1949 διέφυγε από την Ουγγαρία προκειμένου να γίνει ένας από τους πιο περιβόητους ποδοσφαιρικούς παράγοντες στην Ευρώπη, αφήνοντας ιστορία για τον τρόπο που έστηνε αγώνες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Πέρα από τους ήρωες του ποδοσφαίρου, οι ήρωες της αντιφασιστικής πάλης των λαών έδιναν το αίμα τους στο ανατολικό μέτωπο και σε κάθε χώρα όπου οργανώνονταν αντιστασιακές οργανώσεις. Ο πόλεμος κρινόταν όμως στο τεράστιο μέτωπο που οι Ναζί αντιμετώπιζαν τον Κόκκινο Στρατό. Από τη λήξη της πολιορκίας του Στάλινγκραντ, στις 2 Φλεβάρη, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για το Γερμανικό Ράιχ, ενώ η αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού σήμανε και τη μεγάλη ενεργοποίηση των Δυτικών Δυνάμεων που ρίχτηκαν στη μάχη σε άλλα μέτωπα. Η πρώτη πόλη της Κεντρικής Ευρώπης που απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό ήταν η Βουδαπέστη, στις 13 Φλεβάρη του 1945. Στη Βιέννη τα σοβιετικά στρατεύματα εισήλθαν ως απελευθερωτές στις 13 του Απρίλη και στις 9 του Μάη, την ημέρα της αντιφασιστικής νίκης, επέλαυναν και στην Πράγα. Πριν από όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες όμως, ο Κόκκινος Στρατός είχε μπει ως απελευθερωτής στο κολαστήριο του Auschwitz, στις 27 Γενάρη, ενώ στις 29 Απρίλη τα αμερικανικά στρατεύματα έκαμψαν την αντίσταση των γερμανικών στο Dachau. Την ίδια περίοδο οι Ιταλοί παρτιζάνοι, με τη συμβολή των συμμαχικών δυνάμεων, κέρδιζαν τη μία μετά την άλλη τις ιταλικές πόλεις, ανεβαίνοντας προς το βορρά, μπαίνοντας στις 25 Απρίλη στο Μιλάνο και νικώντας ολοκληρωτικά τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν απομείνει, στις 2 Μαΐου. Στις 28 Απρίλη, οι παρτιζάνοι εκτέλεσαν τον Mussolini και την επόμενη μέρα το κουφάρι του κρεμάστηκε στην πλατεία Loreto του Μιλάνου, μαζί με άλλους περιβόητους Ιταλούς φασίστες.

Η Ευρώπη απελευθερώθηκε, ο φασισμός νικήθηκε και ήρθε ξανά η στιγμή για την ελπίδα, για τη συνέχεια της ζωής και μαζί για τη συνέχεια του ποδοσφαίρου. Πάνω στα συντρίμμια του πολέμου και με τη θυσία εκατομμυρίων ανθρώπων, είτε μαχόμενων, είτε αμάχων, οι λαοί της Ευρώπης ξεκινούσαν μία πορεία που θα χαρακτηριζόταν “χρυσή” μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Παρά το γεγονός ότι το 1945 σήμανε την αρχή μιας περιόδου που ολόκληρος ο κόσμος θεωρούνταν χωρισμένος σε δύο μεγάλα στρατόπεδα, αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από μιας μακρόχρονη ειρήνη και ένα διαρκές αίσθημα σταθερότητας, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν εντάσεις που έμοιαζαν να προετοιμάζουν το φυτίλι για τον όλεθρο, δεδομένης της ύπαρξης των πυρηνικών όπλων που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά – και μοναδική ως σήμερα – κατά της ανθρωπότητας από τον αμερικανικό στρατό, στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, τον Αύγουστο του 1945. Δεκαετίες μετά το τέλος εκείνης της εποχής, η οικονομική ανάπτυξη και η ευημερία των λαών σε κάθε μια από τις δύο αυτές μεριές, έχει μείνει να λησμονείται και η αντίληψη ότι ο πλανήτης είναι ένα ήσυχο μέρος όπου οι λαοί μπορούν να ζουν στο σπίτι τους χωρίς φόβο για το μέλλον, μοιάζει μια μακρινή εμπειρία του παρελθόντος.

Η αναγέννηση

Μαζί με την αναγέννηση του κόσμου όμως, αναγεννήθηκε και η ελπίδα για το ποδόσφαιρο και στην Κεντρική Ευρώπη η εμπειρία του μεσοπολεμικού ποδοσφαίρου του Δούναβη αποτέλεσε τη βάση για να αναπτυχθεί ταχύτατα ολόκληρο το ευρωπαϊκό και εν πολλοίς και το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Η πιο αποδυναμωμένη ομάδα του μεταπολεμικού ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης ήταν η άλλοτε κραταιά Αυστρία. Ο Meisl και ο Sindelar είχαν πεθάνει πριν τον πόλεμο, ο Hogan δεν ξαναπροπόνησε μετά τον πόλεμο και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του στην Αγγλία. Ολόκληρο το δίκτυο της παλιάς ποδοσφαιρικής Βιέννης είχε εξαφανιστεί μετά από μία δεκαετία επιβολής του ναζιστικού νόμου. Η Wunderteam ήταν ένα κομμάτι της Ιστορίας και το αυστριακό ποδόσφαιρο δε θα έβρισκε ποτέ ξανά την παλιά του αίγλη, παρά μόνο μέσα από τους βετεράνους του, που τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες βρέθηκαν στους πάγκους συλλόγων κάθε γωνιάς της Ευρώπης.

Σε αντίθεση με την Αυστρία, ωστόσο, η Τσεχοσλοβακία και η Ουγγαρία βρίσκονταν πλέον στο κομμάτι που οικοδομούνταν στην Ευρώπη ο Σοσιαλισμός, εισερχόμενες έτσι και σε ένα άλλο μεγάλο ποδοσφαιρικό δίκτυο, με τη δική του παράδοση και τη δική του ξεχωριστή ιδεολογία. Αμφότερες οι χώρες αυτές γνώρισαν μια νέα περίοδο μεγάλης ποδοσφαιρικής ανάπτυξης. Αυτή που βρήκε όμως την κορύφωση στα μεταπολεμικά χρόνια ήταν η Ουγγαρία, δημιουργώντας μια κληρονομιά που βρίσκεται για πάντα στο πάνθεον της ποδοσφαιρικής ιστορίας. Κεντρικό πρόσωπο της διαδικασίας αυτής, που αποτέλεσε ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του ποδοσφαίρου του Δούναβη και ολοκληρώθηκε με μια ιστορική και συμβολική νίκη, ήταν ο Márton Bukovi, ο προπονητής της Dinamo Zagreb που έκρυβε Εβραίους κάτω από τις κερκίδες του γηπέδου της ομάδας του. Ο Bukovi επέστρεψε στην Ουγγαρία το 1947 για να αναλάβει την ηγεσία της MTK, του συλλόγου που είχε γεννήσει τόσες μεγάλες προσωπικότητες, της ομάδας που γιγάντωσε ο Hogan. Εκεί ξεκίνησε έναν τακτικό πειραματισμό που θα άφηνε ιστορία. Αφορμή για αυτή την τακτική σκέψη ήταν ίσως και το γεγονός ότι το 1948, το βαρύ πυροβολικό της ομάδας, ο σέντερ-φορ Norbert Höfling, πήρε μεταγραφή στη Lazio. Έτσι, ο Bukovi έμεινε χωρίς κάποιον αντίστοιχο παίχτη στη σύνθεση της ομάδας του, αναγκαζόμενος να χρησιμοποιήσει τον Péter Pelotás, έναν παίχτη με περισσότερες δημιουργικές αρετές, στο κέντρο της επίθεσης. Προκειμένου να αξιοποιήσει τις αρετές του Pelotás, ο Bukovi τον έφερε λίγο πιο πίσω, πιο κοντά στους μέσους, αφήνοντας και περισσότερο χώρο στους υπόλοιπους 4 επιθετικούς να δημιουργήσουν ένα αρκετά ευέλικτο σύνολο στον μεγαλύτερο χώρο που είχαν να καλύψουν. Η οπισθοχώρηση αυτή του σέντερ-φορ, που εξελίχθηκε σε έναν ιδιότυπο επιτελικό μέσο, με απουσία παίχτη-αιχμής στο κέντρο της επίθεσης, έκανε πολύ πιο ευέλικτο το Ουγγρικό ποδόσφαιρο. Η MTK στα χρόνια του Bukovi είχε συνεχώς ανοδική πορεία, καθώς από την 6η θέση το 1948, μέχρι το 1954 είχε κατακτήσει 2 πρωταθλήματα και το μοναδικό Κύπελλο Ουγγαρίας υπό την ηγεσία του.

Η τακτική ιδιοφυΐα του Bukovi, ωστόσο, θα αξιοποιούνταν στο διεθνές στερέωμα από έναν άλλο Ούγγρο οραματιστή του ποδοσφαίρου, καθώς και μεγάλη πολιτική προσωπικότητα, που λόγω κυρίως της δεύτερης ιδιότητάς του είχε βρεθεί στο τιμόνι της εθνικής ομάδας. O Gusztáv Sebes ήταν επίσης ποδοσφαιριστής της MTK από το 1927 ως το 1940 και τελείωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα στον ίδιο σύλλογο αγωνιζόμενος και το 1945. Στα χρόνια αυτά είχε αγωνιστεί μόνο μια φορά με τα χρώματα της εθνικής ομάδας. Γεννημένος το 1906 στη Βουδαπέστη, γιος ενός ράφτη, πέρα από ποδοσφαιριστής εξελίχθηκε και σε συνδικαλιστή στη βιομηχανία της Βουδαπέστης και αργότερα στο εργοστάσιο της Renault στο Παρίσι. Στη Γαλλία ξεκίνησε και το ποδόσφαιρο, αγωνιζόμενος στις ομάδες Sauvages Nomades και Club Olympique Billancourt, πριν σταματήσει της συνδικαλιστική του δράση για να ξεκινήσει να αγωνίζεται επαγγελματικά με την MTK, ωστόσο το 1949 η νέα ηγεσία της Ουγγαρίας του ανέθεσε τη θέση του ομοσπονδιακού προπονητή. Προηγουμένως είχε προπονήσει σε έναν αγώνα την MTK, όταν ο Gyula Feldmann υπέστη καρδιακό επεισόδιο, ενώ είχε περάσει από μια σειρά μικρότερων συλλόγων στην κατεχόμενη και μεταπολεμική Ουγγαρία, πριν αναλάβει την εθνική ομάδα.

Ο ιδεολόγος κομμουνιστής Sebes, πέρα από την κληρονομιά του ποδοσφαιρικού Δούναβη, είχε αρχίσει να μελετάει και την εξέλιξη του παιχνιδιού στη Σοβιετική Ένωση. Εκεί, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ξεκίνησε επίσης να διαμορφώνεται μια μεγάλη σχολή ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας, με έναν από τους πρώτους εκπροσώπους της τον Boris Arkadiev, που είχε γράψει το 1946 το βιβλίο “Τακτική στο Ποδόσφαιρο”. Το γεγονός ότι ο Arkadiev ήταν ο προπονητής της Dinamo Μόσχας που απέσπασε ισοπαλία από την Chelsea στο Stamford Bridge, με σκορ 3-3, το 1949, είχε κινήσει το ενδιαφέρον του Sebes, που έψαχνε και λόγω ιδεολογικών αντιλήψεων να καταλάβει καλύτερα τη σοβιετική καινοτομία που είχε ήδη αρχίσει να πειραματίζεται με συστήματα τετράδας στην άμυνα και ένα 4-2-4 που θα ακολουθούσαν πολύ αργότερα σε άλλα μέρη του κόσμου.

Ο Sebes αρχικά υιοθέτησε στην εθνική ομάδα την καινοτομία του Bukovi στην MTK, δίνοντας στον Pelotás το ρόλο του οπισθοχωρημένου σέντερ φορ. Με αυτή την τακτική προσέγγιση και με μια σπουδαία γενιά Ούγγρων ποδοσφαιριστών, της οποίας ηγούνταν ο Ferenc Puskás, που έπαιζε σε θέση μέσα αριστερά, ξεκίνησε μια απίστευτη πορεία θριαμβευτικών αποτελεσμάτων. Αυτή η πορεία οδήγησε στην απίστευτη πορεία της Ουγγαρίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι, το 1952, όπου κερδίζοντας κατά σειρά τη Ρουμανία, την Ιταλία, την Τουρκία και στον τελικό τη Γιουγκοσλαβία, οι Ούγγροι πέτυχαν 20 γκολ, δεχόμενοι μόνο 2, για να αποκτήσουν το προσωνύμιο των Τρομερών Μαγυάρων, ή της Χρυσής Ουγγαρίας, ή της Χρυσής Ομάδας, της Aranycsapat. Όμως ο Sebes, μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων, στο παιχνίδι με την Ελβετία για το Διεθνές Κύπελλο που είχε ξαναξεκινήσει στην Κεντρική Ευρώπη, δοκίμασε να αλλάξει τον Pelotás και στη θέση του να βάλει τον Nándor Hidegkuti της MTK που ως τότε αγωνιζόταν στη δεξιά μεριά του κέντρου. Ο Hidegkuti αποδείχθηκε πολύ πιο κατάλληλος για αυτό το ρόλο και από εκείνο το παιχνίδι και μετά έγινε το σήμα κατατεθέν της θέσης του “ψεύτικου 9”, που εξελίχθηκε αργότερα σε βάθος δεκαετιών.

Όπως συνηθιζόταν πριν από τον πόλεμο, η ομάδα που θεωρούνταν η καλύτερη στην ηπειρωτική Ευρώπη καλούνταν να παίξει φιλικό παιχνίδι στην Αγγλία. Ο μεγάλος αγώνας μεταξύ Ουγγαρίας και Αγγλίας ορίστηκε για τις 25 Νοεμβρίου του 1953, στο θρυλικό, παλιό, αυτοκρατορικό Wembley, που τότε ονομαζόταν The Empire Stadium. Η Αγγλία ακόμα δεν είχε ηττηθεί στην έδρα της και ο κόσμος ολόκληρος περίμενε με τεράστιο ενδιαφέρον αυτή τη μονομαχία, η οποία πριν ακόμα από τη διεξαγωγή της ονομάστηκε “Το Παιχνίδι του Αιώνα”. Αυτό ίσως βοήθησε και την εμπορική επιτυχία του παιχνιδιού, καθώς περισσότεροι 100,000 θεατές βρέθηκαν στο μυθικό στάδιο για να παρακολουθήσουν την ιστορική αναμέτρηση.

Οι Άγγλοι παρατάχθηκαν με ένα κλασικό WM. Τερματοφύλακας ήταν ο Gil Merrick της Birmingham City, στο κέντρο της άμυνας έπαιζε ο Harry Johnston της Blackpool, αριστερός αμυντικός ήταν ο Alf Ramsey της Tottenham (μετ’έπειτα προπονητής της εθνικής) και δεξιά έπαιζε ο Bill Eckersley της Blackburn. Το δίδυμο των μέσων ήταν οι Billy Right των Wolves και Jimmy Dickinson της Portsmouth. Στην επίθεση, έξω δεξιά έπαιζε ο Stanley Matthews της Blackpool, μέσα δεξιά ο Ernie Taylor επίσης της Blackpool, σέντερ-φορ ο Stan Mortensen από τη Blackpool κι αυτός, μέσα αριστερά ο Jackie Sewell της Sheffield Wednesday και έξω αριστερά ο George Robb της Tottenham.

Η Ουγγαρία εμφανίστηκε με τον Gyula Grosics της Honvéd στα γκολπόστ, τον Gyula Lóránt της Honvéd, μετ’ έπειτα προπονητή του ΠΑΟΚ, που άφησε την τελευταία του πνοή στον πάγκο της Τούμπας, αγωνιζόμενο ως sweeper, με αντίστοιχο τρόπο του verrou του Karl Rappan, στα δεξιά της άμυνας έπαιζε ο Jenó Buzánszky της Dorogi και αριστερά ο Mihály Lantos της Vörös Lobogó – όπως είχε μετονομαστεί η MTK – , μέσα αριστερά στην άμυνα ήταν ο József Zakariás της Vörös και μέσα αριστερά, αλλά πιο προωθημένος, ως μέσος, ο József Bozsik της Honvéd, μπροστά σε ελεύθερο χώρο ως επιτελικός μέσος ο Nándor Hidegkuti από τη Vörös, δεξί εξτρέμ o László Budai της Honvéd, αριστερό εξτρέμ ο Zoltán Czibor της Honvéd, ενώ επιθετικό δίδυμο ήταν δεξιά ο Sándor Kocsis και αριστερά ο Ferenc Puskás, αμφότεροι από τη Honvéd.

Το στοιχείο του αγώνα, που έκανε περισσότερο αίσθηση, ήταν η εμφάνιση του Hidegkuti. Ο Άγγλος κεντρικός αμυντικός, Harry Johnston, που είχε επιφορτωθεί το ατομικό του μαρκάρισμα, δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει. Όταν ανέβαινε πιο ψηλά για να τον πλησιάσει, άφηνε ένα τεράστιο κενό στο κέντρο της άμυνας, όταν έμενε πίσω για να κλείσει αυτό το κενό, ο Hidegkuti είχε τεράστια ελευθερία να δημιουργεί μέσα στο γήπεδο. Αυτό φάνηκε από την πρώτη στιγμή, καθώς ο Hidegkuti πέτυχε το πρώτο του γκολ στο 1ο λεπτό της αναμέτρησης. Στο 13ο λεπτό ο Sewell ισοφάρισε, με τον Hidegkuti όμως να ξανασκοράρει στο 20ο λεπτό και τον Puskás με 2 γκολ στο 24′ και 27′ να κάνει το σκορ 1-4! Ο Mortensen μείωσε στο 38′ για να διαμορφώσει το 2-4 που ήταν και το σκορ του ημιχρόνου. Στο 50ο λεπτό, ωστόσο, ο Bozsik ξαναμεγάλωσε το προβάδισμα των Ούγγρων, πριν ο Hidegkuti ολοκληρώσει το hat-trick του στο 53′. Στο 57′ ο Ramsey με penalty διαμόρφωσε το τελικό 3-6, που αποτελούσε φυσικά μια συντριβή βιβλικών διαστάσεων για τους Άγγλους.

59 χρόνια μετά το ιστορικό παιχνίδι στον κήπο της έπαυλης του Rothschild, εκεί που οι βρετανικής καταγωγής κηπουροί επιδείκνυαν το παιχνίδι τους στην ντόπια ελίτ, η Αγγλία είχε ηττηθεί στη μεγαλοπρεπή έδρα της από μια ομάδα που γεννήθηκε μέσα στα grund της Βουδαπέστης, έχοντας στις τάξεις της παιδιά από τις εργατικές της συνοικίες, στην κληρονομιά της το παιχνίδι που ανέπτυξαν οι Εβραίοι προπονητές της και στον πάγκο της έναν τεχνικό που έμαθε το ποδόσφαιρο οργανώνοντας απεργίες στα εργοστάσια της Βουδαπέστης και του Παρισιού! Ο Βασιλιάς είχε πέσει από το θρόνο του και αυτό που δεν κατάφερε η μεγάλη Wunderteam το 1932 και η Ιταλία του Pozzo το 1934 το πέτυχε η Ουγγαρία του Sebes, του Puskás, του Koscis, του Hidegkuti και του Lóránt. Εκτός από αυτούς όμως στο Wembley εκείνη τη μέρα βρισκόταν και ο Jimmy Hogan, που έβλεπε τη δικαίωση ενός έργου ζωής. Ο ίδιος ο Sebes μετά το τέλος του αγώνα δήλωσε πως “ό,τι ξέρουμε για το ποδόσφαιρο το μάθαμε από τον Hogan”, δείχνοντας έτσι την πορεία που ακολούθησε μια ποδοσφαιρική φιλοσοφία πριν ανθρίσει στις χώρες του Δούναβη. Πλέον στόχος ήταν μόνο η παγκόσμια κορυφή.

Το 1954, στα γήπεδα της Ελβετίας, η Ουγγαρία δεν πήγαινε απλά ως το φαβορί, αλλά ως η ανίκητο ομάδα που δε θα μπορούσε κανείς να σταθεί απέναντί της, αφού κατατρόπωσε την Αγγλία μέσα στην έδρα της, ρίχνοντάς την από τον κατά φαντασία ποδοσφαιρικό θρόνο της και επαναλαμβάνοντας το κατόρθωμα της αυτό εντός έδρας, στη ρεβάνς του Μαΐου, όπου οι Ούγγροι μπροστά σε 92,000 θεατές στο Nepstadion κέρδισαν με 7-1 τους Άγγλους σφραγίζοντας την υπεροχή τους. Επόμενος αντίπαλός τους, για τη φάση των ομίλων, στη Ζυρίχη, ήταν η Νότια Κορέα, την οποία σκόρπισαν με 9-0, ενώ απέναντι στη Δυτική Γερμανία, στο αγώνα που έγινε στη Βασιλεία, το σκορ σταμάτησε στο 8-3. Στα προημιτελικά αντίπαλος ήταν η φιναλίστ της προηγούμενης διοργάνωσης, Βραζιλία, την οποία οι Μαγυάροι κέρδισαν με 4-2, ωστόσο χρειάστηκαν την παράταση για να κάμψουν με το ίδιο σκορ την αντίσταση της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Ουρουγουάης, στα ημιτελικά.

Στις 4 Ιούλη του 1954, διεξήχθη στη Βέρνη της Ελβετίας ο τελικός του 5ου Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA. Στον αγωνιστικό χώρο και υπό τα βλέματα 62,500 θεατών, παρατάχθηκαν δύο ομάδες που είχαν τους δικούς τους λόγους για να πανηγυρίσουν την κατάκτηση της κορυφής του ποδοσφαιρικού Έβερεστ. Η Γερμανία, πέρα από τη βαριά ήττα απέναντι στην Ουγγαρία, έπαιξε 2 αγώνες πρώτου γύρου με την Τουρκία, κερδίζοντάς την αρχικά με 4-1 και μετ΄έπειτα με 7-2. Στον προημιτελικό επιβλήθηκε της φιναλίστ του Ολυμπιακού τουρνουά Γιουγκοσλαβίας με 2-0 και στον ημιτελικό διέλυσε την Αυστρία με 6-1. Αντίθετα με το πολύ ελκυστικό σύστημα της Ουγγαρίας, η Γερμανία είχε ήδη υιοθετήσει την φυσιολογική εξέλιξη του metodo, δηλαδή του συστήματος του Pozzo, που είχε κυριαρχήσει στην ηπειρωτική Ευρώπη κατά τον μεσοπόλεμο. Έτσι, αγωνιζόταν με το 4-2-4 και ένα υπερενισχυμένο κέντρο με ένα ιδιότυπο τετράγωνο όπου ο δεξιός εσωτερικός επιθετικός αγωνιζόταν πιο προωθημένος από τον αριστερό (όντας ένας από τους 4 επιθετικούς) και ο αριστερός ήταν ένας από τους 2 μέσους, λίγο πιο μπροστά από τον δεξί χαφ που έπαιζε μπροστά από την αμυντική γραμμή.

Το παιχνίδι του τελικού δεν έμοιαζε καθόλου με εκείνο του ομίλου. Η καταρρακτώδης βροχή που είχε πέσει στο γήπεδο της Βέρνης δυσκόλευε πάρα πολύ τις συνεχείς πάσες του παιχνιδιού των Ούγγρων. Αν και στην αρχή βρέθηκαν να προηγούνται 2-0 με γκολ των Puskás και Czibor, στο 6ο και 8ο λεπτό αντίστοιχα, ισοφαρίστηκαν επίσης γρήγορα με γκολ που πέτυχαν οι Morlock και Rahn στο 10′ και 18′. Στην επανάληψη ο αγωνιστικός χώρος βρίσκονταν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, ευνοώντας το παιχνίδι της λιγότερο τεχνικής ομάδας, δηλαδή της Δυτικής Γερμανίας, που ευτύχησε με τον Rahn να σκοράρει ξανά στο 84ο λεπτό για να γράψει το τελικό σκορ της αναμέτρησης.

Η νίκη αυτή, η επονομαζόμενη και ως “Θαύμα της Βέρνης” άνοιξε τεράστιες συζητήσεις για τη φυσική κατάσταση των Γερμανών παιχτών, ωστόσο αυτό που ακόμα κι αν δε συζητήθηκε πολύ έμεινε ως παρακαταθήκη είναι η σημασία του σχηματισμού και του τρόπου ανάπτυξης του παιχνιδιού ανάλογα όχι μόνο με τις ικανότητες των παιχτών, των αντιπάλων και την αντίπαλης τακτικής, αλλά και συνθηκών όπως οι κλιματικές και άλλες εξωτερικές συνθήκες κατά τη διάρκεια του αγώνα ενός σπορ που είναι φτιαγμένο για να παίζεται σε ανοιχτό γήπεδο.

Ο χαμένος τελικός για την Ουγγαρία έμοιαζε με το χαμένο ημιτελικό της Αυστρίας το 1934. Η μεγαλύτερη και πιο εντυπωσιακή ομάδα της εποχής γνώριζε την ήττα από ένα σύνολο που είχε τη φυσική δύναμη να ανταπεξέλθει σε ένα παιχνίδι που δε μπορούσε να υπερισχύσει η τεχνική. Σε αντίθεση με το 1934, ωστόσο, 20 χρόνια αργότερα δε συνέβησαν τα ίδια διαιτητικά σκάνδαλα. Ο αγώνας αυτός αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της μεγάλης γενιάς του ουγγρικού ποδοσφαίρου που σκόρπισε υπό και την επιρροή της πολιτικής αναταραχής, της τρομοκρατίας κατά των κομμουνιστών από οργανωμένους πολιτικούς φορείς της ουγγρικής αστικής τάξης, που επιθυμούσε την εγκαθίδρυση μιας αστικής δημοκρατίας που ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ στη χώρα.

Τα κύματα του Δούναβη

Η Ουγγαρία μπορεί να μην κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1954, όμως η δεκαετία του ’50 ήταν αυτή που το ποδοσφαιρικό οικοδόμημα της Σχολής του Δούναβη βρήκε την ιστορική δικαίωση, μέσω της εξάπλωσης του πυρήνα των ιδεών που το δημιούργησαν. Το Διεθνές Κύπελλο θα παιζόταν για τελευταία φορά την πενταετή σεζόν 1955-1960 και θα το κέρδιζε η νέα μεγάλη εκπρόσωπος του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης, η Τσεχοσλοβακία. Ωστόσο, αυτή η κληρονομιά σε επίπεδο εθνικών ομάδων θα άφηνε το χώρο για να αναπτυχθεί σε ευρεία κλίμακα ένα ποδοσφαιρικό δίκτυο που θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Το 1954 ιδρύθηκε η ευρωπαϊκή συνομοσπονδία ποδοσφαίρου, η UEFA, και το 1960 διεξήχθη στα γαλλικά γήπεδα το πρώτο Ευρωπαϊκό Κύπελλο Εθνών, αυτό που στη συνέχεια έμεινε να αποκαλείται ως Euro. Η πρωτοκαθεδρία στο παιχνίδι των συλλόγων πέρασε από την Κεντρική στη Νότια Ευρώπη, που ξεκίνησε να διοργανώνει το λεγόμενο Λατινικό Κύπελλο, ως τουρνουά μικρής διάρκειας σε ουδέτερη έδρα, με τη συμμετοχή των πρωταθλητών από την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Από αυτές τις χώρες προήλθαν και οι πρώτες πρωταθλήτριες ομάδες Ευρώπης, σε μια εποχή που το Mitropa Cup έχανε την αίγλη του, με υποδεέστερες ομάδες να συμμετέχουν, καθώς είχε ξεκινήσει να διεξάγεται από τη σεζόν 1955-56 το Ευρωπαϊκό Κύπελλο, αυτό που στη δεκαετία του 1990 μετατράπηκε στο Champions League.

Η κληρονομιά του Meisl δεν ήταν μόνο η Wunderteam, η τακτική εξέλιξη του W-M, το ποδοσφαιρικό δίκτυο που για πρώτη φορά έφερε τον επαγγελματισμό στην Κεντρική Ευρώπη και γέμισε τα ποδοσφαιρικά γήπεδα με δεκάδες χιλιάδες θεατές, αποθεώνοντας τα παιδιά των εργατικών συνοικιών που γίνονταν λαϊκοί ήρωες, εκπροσωπόντας ιδεολογίες και αφηγήματα. Ήταν και ολόκληρο ουσιαστικά το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό οικοδόμημα, με την ίδρυση της UEFA, των διεθνών και διασυλλογικών θεσμών της, ενός δικτύου που περιλαμβάνει κάθε έθνος της Γηραιάς Ηπείρου και έχει γεννήσει τις ιστορίες που μοιράζονται οι λαοί της!

Πέρα από το υπόβαθρο για την ποδοσφαιρική ανάπτυξη όμως, η Σχολή του Δούναβη γέμισε τον κόσμο με τεχνικούς που έμαθαν το ποδόσφαιρο αυτό σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο Dori Kürschner θεωρείται ο αναμορφωτής του ποδοσφαίρου στη Βραζιλία, ο Imre Hirschl, που ήταν άγνωστος στη χώρα του, ήταν ο δημιουργός της τρομερής River Plate της δεκαετίας του ’30, επηρρεάζοντας την αντίληψη του ιδιαίτερα ιδεολογικοποιημένου αργεντίνικου ποδοσφαίρου, ο Béla Guttmann πέρασε από δεκάδες ευρωπαϊκούς πάγκους, αφήνοντας ιδιαίτερη κληρονομιά στην Πορτογαλία, ανακαλύπτοντας και ανδρώνοντας ποδοσφαιρικά τον Eusebio, ενώ νωρίτερα ήταν από τους πρωτοπόρους που αγωνίστηκαν στο πρωτάθλημα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο επίπεδο της τακτικής, το verrou του Karl Rappan, αποτέλεσε τη βάση για το catenaccio του Nereo Rocco που αποθέωσε ο Helenio Herrera στην Inter, ενώ το ποδόσφαιρο του Hogan αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη του πιο εντυπωσιακού ποδοσφαιρικού πειράματος, του totalvoetbal, που μέσα από την ιδιοφυΐα του Cruijff άλλαξε χώρες, περνώντας από την Ολλανδία στην Ισπανία και από εκεί επηρέασε ολόκληρες γενιές προπονητών που κερδίζουν τίτλους μέχρι τις μέρες μας.

Το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης, η λεγόμενη ποδοσφαιρική Σχολή του Δούναβη, αναπτύχθηκε μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, ακόμα και κατά τη διάρκεια μεταβολών της οικονομικής βάσης στην οποία οικοδομούνταν οι εκάστοτε κοινωνίες. Ξεκίνησε από τα κέντρα της εκβιομηχάνισης των μεγάλων πόλεων μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας και έφτασε μέσα από μια ενιαία διαδικασία ανάπτυξης να ενσαρκώνει την εκπροσώπηση νέων εθνικών κρατών. Πρωτοπαρουσιάστηκε ως ασχολία με την οποία επιδίωκε να κερδίζει το πρεστίζ της η άρχουσα τάξη για να γίνει το μέσο με το οποίο θα ξεκλείδωναν τη δόξα τα παιδιά των εργατικών συνοικιών. Εμφανίστηκε ως το προϊόν ενός ξένου πολιτισμού για να γίνει από τη μια ένα από τα πιο εξαγώγιμα πολιτισμικά προϊόντα των χωρών του Δούναβη και από την άλλη να θριαμβεύσει απέναντι στον ξένο πολιτισμό από τον οποίο προερχόταν. Η μορφή του άλλαζε, πρώτα ως θεωρία, μέσα σε κοσμοπολίτικα café και μετά στην πράξη, με την υλοποίηση των ιδεών των αναμορφωτών του και την τεχνική δεξιοτεχνία των πρωταγωνιστών του, που τη διδάχθηκαν σε ανώμαλους αγωνιστικούς χώρους και τη χρήση μιας ευρείας γκάμας αντικειμένων που περισσότερο συμβόλιζαν παρά αντικαθιστούσαν την ίδια τη μπάλα. Όμως πάνω απ’όλα το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης αρνήθηκε να σβήσει μέσα σε πολέμους, κάτω από απολυταρχικά καθεστώτα, ακόμα και κάτω από τη φρικαλεότητα του Ναζισμού που έβαλε στο ιδεολογικό του στόχαστρο όλη τη φιλοσοφία του ποδοσφαιρικού Δούναβη και στο πραγματικό του στόχαστρο τους εμπνευστές και πρωταγωνιστές του.

Το ποδόσφαιρο στις χώρες του Δούναβη από εμπειρία μετατράπηκε σε γνώση και αυτή είναι η μεγαλύτερη προσφορά του. Όπως πολλές μορφές τέχνης, ξέφυγε από τα καθιερωμένα πλαίσια της ψυχαγωγικής ασχολίας και όχι μόνο συστηματοποιήθηκε το ίδιο, αλλά συστηματοποιήθηκε και ο τρόπος που εξελίσσεται η μεθοδολογία του. Αυτό συνέβη γιατί ο στόχος των εμπνευστών του δεν ήταν απλά το αποτέλεσμα. Το ποδόσφαιρο αποτελείται από αναμετρήσεις με σκορ – και φυσικά το αποτέλεσμα είναι πάντα ένα ζητούμενο. Αλλά στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης το ζητούμενο ήταν το αποτέλεσμα να έρθει μέσα από την εξέλιξη της μορφής του, μέσα από την αναζήτηση των στοιχείων εκείνων που θα ήταν άξια να παράξουν τη μεθοδολογία που θα δημιουργούσε τα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο υπήρξε και η βάση διαφορετικών ποδοσφαιρικών σχολών που φτάνουν ως τις μέρες μας, που στο όσο ποτέ εμπορευματοποιημένο σπορ το αποτέλεσμα είναι το ζητούμενο για την επαγγελματική επιβίωση. Πάνω απ’όλα, το ποδόσφαιρο του Δούναβη έβαλε τις βάσεις για να γνωρίζουμε τον τρόπο που το ποδόσφαιρο αλλάζει μορφή μέσα στο χρόνο, μέσω των δικτύων ανταλλαγής ιδεών και αντιλήψεων, μέσω των αναμετρήσεων που αυτές δοκιμάζονται και βελτιώνονται, ξεπερνώντας έτσι τα όρια μιας αυστηρά περιορισμένης σωματικής ασχολίας, όπως ήταν στη Βρετανία και μεταβάλλοντας το χαρακτήρα του σε ένα πεδίο πνευματικών αναζητήσεων, κάτι που η εξέλιξη της τεχνολογίας επαλήθευσε με το μοντέρνο σπορ να βασίζεται σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό στην τεχνική και περίπλοκη ανάλυση του κάθε στοιχείου του.

Όμως το ποδόσφαιρο είναι παιχνίδι και ως τέτοιο πάνω απ’όλα το ποδόσφαιρο του Δούναβη είναι ξεχωριστό γιατί η ύπαρξή του έφτιαξε ένα κομμάτι της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων που είτε βρέθηκαν σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό για να χαιρετήσουν την ομάδα τους που ταξίδευε σε μια γειτονική χώρα, είτε στριμώχνονταν μέσα στα στάδια κατά δεκάδες χιλιάδες ελπίζοντας σε αδύνατες ανατροπές, λόγω της πίστης στην ανωτερότητα της δικής τους ποδοσφαιρικής παράδοσης, είτε απλά είχαν ιστορίες να πουν για τους ήρωες των δικών τους χρόνων στις γενιές που ακολούθησαν και με την απουσία του οπτικοακουστικού υλικού μπορούν να εκτείνουν στο άπειρο τα όρια της φαντασίας τους στην προσπάθεια να διαισθανθούν το κλίμα και τις εικόνες μιας ολόκληρης εποχής. Ήταν η εποχή που μια ολόκληρη ήπειρος γονάτισε και σηκώθηκε πάλι όρθια για να γιορτάσει την πιο μεγάλη νίκη, όλων των λαών, μαζί με το ποδόσφαιρο, το παιχνίδι όλων των λαών.