Η οικονομία του ποδοσφαίρου δεν αφορά μόνο την εμπορευματοποίησή του, είναι ο τρόπος που το αντιλαμβάνεται και το αναλύει κανείς ως φαινόμενο, αφήνοντας κατά μέρους τη – φαινομενικά ρομαντική – εμπειρική προσέγγισή του και αναλύοντας σε ποσότητες και μηχανισμούς όλα τα επιμέρους στοιχεία του. Είναι ουσιαστικά η αντίληψη του ποδοσφαίρου με έναν τρόπο τεχνοκρατικό μεν, που ξεφεύγει από τα πλαίσια της καφενειακής κουβέντας, αλλά και αυτόν που μπορεί να εξηγήσει γιατί συμβαίνει το καθετί, γιατί κερδίζει η μία ομάδα και όχι η άλλη, γιατί έχει περισσότερους οπαδούς ένας σύλλογος, γιατί σε κάποιες χώρες οι αντιδράσεις στο αποτέλεσμα ενός ποδοσφαιρικού αγώνα είναι διαφορετικές από κάποιες άλλες, ακόμα και το πώς σχετίζονται όλα αυτά με διαδικασίες που επηρεάζουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τη ζωή των κοινωνιών.
Αυτά τα στοιχεία, καθώς και την περιγραφή των αναλυτικών μεθόδων που τα εξετάζουν, παρουσιάζουν στο βιβλίο τους Soccernomics οι Simon Kuper και Stefan Szymański. Ο Kuper, δημοσιογράφος με πολλά χρόνια εργασίας στους Financial Times, αλλά περισσότερο γνωστός για μερικά εμβληματικά έργα της ποδοσφαιρικής βιβλιογραφίας, με πιο γνωστό το Football Against the Enemy, συνάντησε τον Szymanski, πλέον καθηγητή Sport Management στο University of Michigan, σε ένα συνέδριο στο Παρίσι, όπου και γεννήθηκε η ιδέα για αυτό το σύγγραμμα, που με το πέρασμα του χρόνου συνεχώς ανανεώνεται και εμπλουτίζεται για να εξηγήσει και τα νεότερα συμβάντα στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα, αλλά και να διαμορφωθεί κατάλληλα ώστε να περιέχει την πιο σύγχρονη γνώση επί της μεθοδολογίας που προσεγγίζεται αναλυτικά κάθε φαινόμενο που αφορά το λαοφιλές σπορ.
Στην εισαγωγή του βιβλίου τους, οι συγγραφείς κάνουν σαφή αναφορά στην έμπνευση, που αποτέλεσε το Moneyball, ένα βιβλίο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο συλλέγονται και αξιοποιούνται οι πληροφορίες στο baseball, με τη φήμη του να φτάνει τέτοια επίπεδα ώστε η διαδικασία της συγγραφής του και της χρήσης του από την ομάδα των Oakland A’s να γίνει και ταινία. Ωστόσο, αναφέρονται από την αρχή οι διαφορές που υπάρχουν στα ποδοσφαιρικά analytics σε σχέση με εκείνα του baseball και για το λόγο αυτό το βιβλίο δε στέκεται μόνο στην παρουσίαση των σχέσεων μεταξύ αριθμητικών στοιχείων και ποσοτήτων, αλλά σε μια σύνθεση μεθοδολογιών που προέρχονται από πολλές επιστήμες.
Ο σκοπός των συγγραφέων είναι να αποδείξουν ότι πολλές φορές η καφενειακή σοφία, που έχει παράξει παγιωμένες αντιλήψεις για τον τρόπο που λειτουργεί το σπορ και η οικονομία του, δεν είναι πάντα σωστή, πολλές φορές μάλιστα προσφέρει έναν αρκετά διαστρεβλωμένο τρόπο για να καταλάβει κανείς το πώς λειτουργεί το ποδόσφαιρο, ιδιαίτερα στο κορυφαίο επαγγελματικό επίπεδο και αυτό των εθνικών ομάδων. Για το λόγο αυτό από τη μια ξεκινάνε με την κατάρριψη μύθων που είναι ευρέως αποδεκτοί ως παντοτινές αλήθειες, από την άλλη εξηγούν με ποιον τρόπο οι προπονητές, πρόεδροι και άλλοι παράγοντες συλλόγων και ομοσπονδιών είναι ανάγκη πέρα από την εμπειρική γνώση να εμπιστευτούν και τα analytics ώστε να μπορέσουν να δουν ουσιαστικά αποτελέσματα στις προσπάθειες που γίνονται για την ποδοσφαιρική εξέλιξη και βελτίωση σε όποιο επίπεδο.
Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ασχολούνται με την ανάπτυξη των συλλόγων, επικεντρώνοντας την προσοχή στον τρόπο που αναπτύσσονται οι σύλλογοι της Premier League, καθώς και τα σημεία στα οποία υστερούν. Μέσα από στοιχεία παρουσιάζουν τον υφυπάρχοντα ρατσισμό που υπάρχει στο εμπορευματοποιημένο σπορ, καθώς φαίνεται ότι οι λευκοί ποδοσφαιριστές μπορούν πιο εύκολα να εξυπηρετήσουν την εικόνα του σταρ την οποία με τη σειρά τους θέλουν να προσφέρουν οι ιδιοκτήτες στους οπαδούς, ενώ ακόμα χειρότερη είναι η κατάσταση όσο αφορά τους μη λευκούς προπονητές, που η εμφάνισή τους είναι εξαιρετικά σπάνια στο κορυφαίο επίπεδο.
Στο ίδιο μέρος, παρουσιάζοντας τα οικονομικά στοιχεία των συλλόγων, δείχνουν ότι παρά την εμβέλειά του, το ποδόσφαιρο δεν είναι μια τόσο μεγάλη βιομηχανία, οικονομικά μιλώντας. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα που αναφέρουν, ότι ένας μικρομεσαίος σύλλογος της Premier League έχει κύκλο εργασιών που συγκρίνεται με ένα υποκατάστημα αλυσίδας σουπερμάρκετ. Εξηγούν λοιπόν ότι η εμπλοκή κροίσων με το σπορ δε γίνεται ούτε για το κέρδος, καθώς τα μεγέθη είναι μικρά, ούτε καν για το μικρό κέρδος, καθώς συνήθως η επένδυση στο ποδόσφαιρο είναι μια ζημιογόνα δραστηριότητα. Αυτό που κάνει ουσιαστικά το ποδόσφαιρο να ξεχωρίζει, ακόμα και ως πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας, είναι η κοινωνική του εμβέλεια, το γεγονός δηλαδή ότι ένας κροίσος μπορεί να κερδίσει αναγνωρισιμότητα και δημοφιλία όντας παράγοντας ενός ποδοσφαιρικού συλλόγου, με όποιο οικονομικό τίμημα μπορεί να συμβεί αυτό.
Εξηγούν ότι ο σκοπός ενός προέδρου-επενδυτή πολλές φορές δεν είναι καν οι αγωνιστικές επιτυχίες, αντιθέτως, αυτό που επιδιώκουν είναι οι φαινομενικά σίγουρες επιλογές, αυτές που μπορεί να κοστίζουν ακριβά, αλλά δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στους οπαδούς να αμφισβητήσουν τη συμβολή τους στη ζωή του συλλόγου. Με λίγα λόγια, ένας πρόεδρος προτιμά να αγοράσει έναν παίχτη δαπανώντας ένα τεράστιο ποσό, ακόμα κι αν τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτός δε θα βοηθήσει πολύ την ομάδα, παρά να στηριχτούν σε αναλυτικά στοιχεία που δείχνουν ότι μια πιο συνετή οικονομική προσέγγιση θα έχει καλύτερα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα. Αν χάσει στο γήπεδο έχοντας ξοδέψει στα γραφεία, απλά θα την πληρώσει ο προπονητής. Αν όμως κάνει τη συνετή οικονομική επιλογή, τότε παίρνει το ρίσκο να φαίνεται ότι ο ίδιος ευθύνεται για την αγωνιστική κάμψη, αν κάτι τέτοιο συμβεί.
Στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου, οι συγγραφείς εξηγούν γιατί το ποδόσφαιρο έχει μεγαλύτερη επιτυχία στις μεγάλες πόλεις, πέρα από τις ιστορικές συνθήκες, λόγω της μεγαλύτερης πιθανότητας να συγκεντρώσει εκείνες τις προϋποθέσεις ώστε ένας σύλλογος να μπορεί να διακριθεί, ενώ εξηγούν γιατί το βρετανικό σπορ κυριάρχησε σε όλο τον κόσμο εκτός από τις ΗΠΑ, που τη θέση του καταλαμβάνει στην κορυφή της δημοφιλίας το λεγόμενο “αμερικανικό ποδόσφαιρο” (gridiron football). Αναλύοντας μια σειρά από πολιτισμικές, αποικιοκρατικές και σύγχρονες διπλωματικές και διεθνείς οικονομικές συνθήκες, βοηθούν τον αναγνώστη να καταλάβει γιατί το ποδόσφαιρο, πέρα από λαϊκή λατρεία, αποτελεί και το πιο εμπορεύσιμο σπορ σε όλο τον κόσμο έξω από την Αμερική και μερικές ακόμα πρώην βρετανικές αποικίες.
Στο δεύτερο κεφάλαιο οι συγγραφείς αφήνουν κατά μέρος τα οικονομικά στοιχεία των συλλόγων και το ποδόσφαιρο ως εμπόρευμα, προκειμένου να ασχοληθούν με τη στατιστική και την κοινωνιολογία των οπαδών. Εξηγούν διαφορές που υπάρχουν από χώρα σε χώρα όσο αφορά το βαθμό και τον τρόπο συμμετοχής στην ποδοσφαιρική ζωή και εξηγούν το πώς αυτά τα επιμέρους χαρακτηριστικά από τη μια δημιουργούν ξεχωριστές ποδοσφαιρικές σχολές και από την άλλη ξεχωριστούς ποδοσφαιρικούς μύθους, που δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα. Εξετάζουν το κατά πόσο ο πλούτος μιας χώρας ή των ανθρώπων που ζουν σε αυτήν είναι παράγοντας που ρυθμίζει το βαθμό της επιτυχίας στο ποδόσφαιρο και χρησιμοποιώντας τα παραδείγματα της Βραζιλίας και της Νορβηγίας εξηγούν μια σειρά από στοιχεία που υπάρχουν σε μια κουλτούρα – και όχι σε μια άλλη – προκειμένου να την ξεχωρίσουν ποδοσφαιρικά σε σχέση με τις υπόλοιπες.
Τέλος, στο κεφάλαιο αυτό ασχολούνται και με την ψυχολογία των οπαδών, την πολύ ιδιαίτερη και ξεχωριστή σχέση που έχουν είτε με το σύλλογο είτε με την εθνική ομάδα της χώρας τους, παραθέτοντας ιστορικά παραδείγματα που δείχνουν αντιθέσεις μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών. Αναλύουν το ποδόσφαιρο ως φαινόμενο που συμβάλει στην κοινωνική ζωή κυρίως μέσα από τη δύναμη να δημιουργεί συμβολισμούς που συντονίζονται με την ψυχοσύνθεση των οπαδών, δημιουργώντας αυτό το μοναδικό βάθρο της κοινωνικής επέκτασης του ποδοσφαίρου.
Τέλος, στο τελευταίο κεφάλαιο, ίσως το πιο αναλυτικό από όλα, προσπαθούν με στοιχεία να αναδείξουν γιατί κάποιες εθνικές ομάδες κερδίζουν, γιατί κάποιες άλλες όχι και γιατί κάποιες ομάδες, με βάση τις παραμέτρους που έχουν θέσει μέσα από την αναλυτική αυτή εξέταση, δείχνουν να τα πάνε καλύτερα ή χειρότερα από το αναμενόμενο. Ο πλούτος μιας χώρας, το μέγεθος του πληθυσμού της, καθώς και η ύπαρξη της απαραίτητης οργάνωσης, είναι απαραίτητα συστατικά για να κερδίσει κανείς στο διεθνές επίπεδο και ο μύθος του ποδοσφαιριστή που ξεκινάει από τις φαβέλες και φτάνει να κερδίσει το μουντιάλ μόνο χάρη στο ταλέντο του αποδομείται, εξηγώντας ποιες ήταν οι συνθήκες και η προετοιμασία ώστε κάθε φορά το γνήσιο λαϊκό ταλέντο να βρει μια ισχυρή βούληση για ποδοσφαιρική οργάνωση ώστε να κατακτηθεί το ποδοσφαιρικό Έβερεστ.
Στην κατακλείδα, επιχειρούν μια πρόγνωση για το μέλλον του ποδοσφαίρου σε παγκόσμιο επίπεδο, αναδεικνύοντας ότι αυτό που οδηγεί μια χώρα ή μια σειρά χωρών στην επιτυχία είναι το να αποτελούν κομμάτια ενός ποδοσφαιρικού δικτύου όπου ανταλλάσσονται ιδέες και η βελτίωση αφορά όλα τα μέρη του – κάτι που άλλωστε διαπνέει ολόκληρο το βιβλίο, που το ίδιο ακριβώς αναφέρει, ακόμα και μέσα στα αυστηρά οικονομικά πλαίσια, για τον τρόπο λειτουργίας της Premier League, όπου ο ισχυρότερος σύλλογος ουσιαστικά έχει συμφέρον από την ενδυνάμωση και του πιο αδύναμου.
Το Soccernomics αποτελεί ένα κλασικό πλέον σύγγραμμα που οποιοσδήποτε θέλει να κατανοήσει τον τρόπο που λειτουργεί το σύγχρονο ποδόσφαιρο και τον τρόπο που λαμβάνονται αλλά και πρέπει να λαμβάνονται οι αποφάσεις μέσα σ’αυτό, πρέπει σίγουρα να διαβάσει. Πέρα από τη γνώση που το ίδιο περιέχει, ίσως το σημαντικότερο είναι ότι παρουσιάζει μια σειρά από διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις που ανοίγει τους ορίζοντες ώστε κάποιος να αναζητήσει την κατανόηση του ποδοσφαίρου στη μελέτη πολλών διαφορετικών επιστημονικών πεδίων, ακόμα και στην ανάπτυξη προσωπικών δεξιοτήτων ώστε να δημιουργεί νέους και προσωπικά διαμορφωμένους τρόπους ποδοσφαιρικής ανάλυσης που σιγά σιγά, λόγω και της δεδομένης τεχνολογικής ανάπτυξης, αντικαθιστούν την παραδοσιακή καφενειακή κουβέντα.
Το ποδόσφαιρο θα συζητιέται πάντα στο καφενείο, γιατί έτσι πρέπει και γιατί έτσι φτιάχτηκε και γιατί αυτό είναι κομμάτι της παράδοσης και του ρομαντισμού του. Όμως στην πραγματικότητα το ποδόσφαιρο πάντα εξελισσόταν και μεγάλωνε χάρη σε εκείνους που καταλάβαιναν την αναγκαιότητα αξιοποίησης της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης και για την εξέλιξη ενός παιχνιδιού. Αυτή την ιστορία μας λέει το Soccernomics!

