Πριν από την εποχή του εμπορευματικού “εξευγενισμού” του ποδοσφαίρου, στα τέλη του 20ου αιώνα, η διανόηση σχεδόν αρνούνταν να μιλήσει για το ποδόσφαιρο, ενώ σε πολλές περιπτώσεις το αντιμετώπιζε ως εχθρό της, ως ένα κοινωνικό φαινόμενο που υπάρχει για να αποκοιμίζει τις συνειδήσεις που η ίδια φαινομενικά είχε σκοπό να αφυπνίσει. Αυτή η διανόηση, βέβαια, δεν αποτελούσε και δεν αποτελεί ποτέ το σύνολο των καλλιτεχνών, των ανθρώπων του πνεύματος, που παρατηρούν τον κόσμο και θέλουν να μιλήσουν με τη δική τους εκφραστική φόρμα για τα φαινόμενα που εξελίσσονται, για τους αγώνες που πρέπει να δοθούν μέσα σ’αυτά, για τη μορφή που αυτά οι ίδιοι οραματίζονται και για τις εμπειρίες που δημιουργούν. Με λίγα λόγια, μια ελιτίστικη διανόηση που αρνείται να μπει στη διαδικασία να ζήσει όπως οι λαοί του κόσμου ήταν και είναι αυτή που γυρίζει την πλάτη στο ποδόσφαιρο. Σ’αυτη τη διανόηση δεν είχε θέμα όμως ο Eduardo Galeano, ο Ουρουγουανός δημοσιογράφος και συγγραφέας, που αφιέρωσε τη ζωή και το έργο του στο να γράφει την αλήθεια των λαών της ηπείρου του και ήρθε σε σύγκρουση με τις στιγνές (συνήθως αμερικανοκίνητες) δικτατορίες.
Γεννημένος στις 3 του Σεπτέμβρη του 1940, ο Galeano μεγάλωσε σε μια μεσοαστική οικογένεια του Montevideo, ξεκινώντας ωστόσο από την εφηβική του ηλικία να εργάζεται, καταλήγοντας στα πρώτα του δημοσιογραφικά βήματα στην εφημερίδα “El Sol”, μια εβδομαδιαία έκδοση των σοσιαλιστών της Ουρουγουάης. Μεγαλώνοντας και ζώντας στο Montevideo ο Galeano έγινε υποστηρικτής της Nacional, μίας εκ των δύο μεγάλων ομάδων της χώρας, βλέποντας όμως μέσα από τον οπαδισμό – που ποτέ δεν αρνήθηκε – την ανεκπλήρωτη ανάγκη του να αγαπήσει συνολικά το ποδόσφαιρο, όταν αναγκαζόταν να θαυμάσει παίχτες και κατορθώματα της – κατά τ’άλλα μισητής – Peñarol, της παραδοσιακής ομάδας της εργατικής τάξης στην Ουρουγουάη. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση ίσως οδήγησε και στη βαθύτερη πνευματική αναζήτηση των φαινομένων που σχετίζονται με το ποδόσφαιρο, που βρήκε για πρώτη φορά συγγραφική διέξοδο στο έργο “Su majestad el fútbol” (Η αυτού μεγαλειώτης, το ποδόσφαιρο), το 1968.
Σχεδόν 3 δεκαετίες αργότερα, ο Galeano που είχε ήδη τις περγαμηνές ενός τεράστιου κύρους συγγραφέα, που είχε βάλει το δικό του στίγμα στην πνευματική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, με ένα έργο που περιελάμβανε έργα τα οποία αποτελούσαν “κόκκινο πανί” για κάθε απολυταρχικό σύστημα της ηπείρου, με προεξέχον το “Las venas abiertas de América Latina”, αποφάσισε να γράψει ξανά για το ποδόσφαιρο. Έτσι, το 1995, στο λυκαυγές του 21ου αιώνα, προσέγγισε και πάλι το σπορ, αυτή τη φορά με ένα διαφορετικό στόχο: να επαναδιατυπώσει τη γλώσσα του ποδοσφαίρου μέσα από την πολιτιστική ταυτότητα της Λατινικής Αμερικής. Το εγχείρημα αυτό συντέθηκε μέσα από τη συγγραφή μιας σειράς κειμένων που αφορούσαν μία διαφορετική λέξη, ή ένα διαφορετικό γεγονός. Με τον τρόπο αυτό, ο Galeano σε μια επιχείρηση συγγραφής που μοιάζει με αυθόρμητο λόγο, αποτύπωσε τους δικούς του καλλιτεχνικούς ορισμούς για τα φαινόμενα. Τα κείμενα αυτά – ή η συλλογή αυτών των κειμένων – εκδόθηκε στο έργο του με τίτλο “El fútbol a sol y sombra” (Το ποδόσφαιρο στον ήλιο και το σκοτάδι).
Από τη σελίδα των περιεχομένων ο αναγνώστης του βιβλίου καταλαβαίνει ότι πρόκειται για ένα αλφαβητάρι, καθώς η δομή θυμίζει εγκυκλοπαίδεια. Τα κείμενα που έχουν τίτλους όπως “Ο παίχτης”, “Ο τερματοφύλακας”, “Το είδωλο”, “Ο οπαδός” ή ακόμα και “Το θέατρο”, “Η γλώσσα των επιστημόνων του ποδοσφαίρου” και “Χορογραφημένος πόλεμος”, ταξινομούν θεματικά τα στοιχεία που ο συγγραφέας θεωρεί ότι αποτελούν δομικά υλικά του μεγάλου ποδοσφαιρικού φαινομένου. Η προσέγγιση είναι καθαρά καλλιτεχνική και καθόλου τεχνική. Ακόμα κι αν υπάρχουν μέσα στο βιβλίο πολλές ενδιαφέρουσες ιστορικές πληροφορίες για τα πρώτα χρόνια του λατινοαμερικανικού ποδοσφαίρου, αυτές δεν παρουσιάζονται ως ιστορική γνώση, αλλά ως γεγονότα που αποτελούν τη βάση για να εξηγηθεί η σχέση του αγωνιστικού χώρου με την εξέδρα και την κοινωνία. Οι παίχτες δε φοράνε μόνο τη φανέλα τους, αλλά είναι αυτοί που κυκλοφορούν στους δρόμους, εργάζονται, ζουν στις ίδιες γειτονιές με τον κόσμο. Οι οπαδοί δεν είναι μόνο αυτοί που φωνάζουν στο γήπεδο, αλλά αυτοί που ζουν και νιώθουν κάθε μέρα μέσα από τον ποδοσφαιρικό παλμό, την ίδια στιγμή που παλεύουν για τη ζωή τους.
Σε αυτές τις ιστορικές πληροφορίες μαθαίνει κανείς για τον πρώτο μαύρο ποδοσφαιριστή της Ουρουγουάης, για το “Ολυμπιακό γκολ” (το απευθείας γκολ από κόρνερ), για την πολιτιστική ταυτότητα που είχε ανάγκη να επιδείξει η Λατινική Αμερική όταν απελευθερώθηκε από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες, χρησιμοποιώντας μία από τις δικές τους εφευρέσεις, την πιο ευχάριστη! Σε ένα από τα αποσπάσματα που αρκετές φορές έχω χρησιμοποιήσει και στα δικά μου κείμενα, έδωσε τον πιο όμορφο και περιεκτικό ορισμό της μετάλλαξης του ποδοσφαίρου από κτήμα της άρχουσας τάξης σε καμβά δημιουργίας για το λαό: “Όπως το τάνγκο, το ποδόσφαιρο άνθησε στις φτωχογειτονιές. Δεν απαιτούσε χρήματα και μπορούσε να παιχτεί μόνο με ατόφια επιθυμία. Σε χωράφια, σε στενά και σε παραλίες, παιδιά ντόπια και νέοι μετανάστες έπαιζαν αυθόρμητα χρησιμοποιώντας μπάλες φτιαγμένες από παλιές κάλτσες γεμισμένες με κουρέλια ή χαρτί και δύο πέτρες για τέρμα. Χάρη στη γλώσσα του ποδοσφαίρου, που σύντομα έγινε παγκόσμια, οι εργάτες που είχαν διωχθεί από την ύπαιθρο μπορούσαν να επικοινωνήσουν άριστα με τους εργάτες που είχαν διωχθεί από την Ευρώπη. Η Εσπεράντο της μπάλας συνέδεσε τους ντόπιους φτωχούς με τους κολασμένους που είχαν διασχίσει τη θάλασσα από το Βίγκο, τη Λισαβόνα, τη Νάπολη, τη Βηρυτό ή τη Βεσσαραβία με τα όνειρά τους να χτίσουν την Αμερική – φτιάχνοντας νέους δρόμους, κουβαλώντας φορτία, ψήνοντας ψωμί ή σκουπίζοντας δρόμους. Το ποδόσφαιρο είχε κάνει ένα υπέροχο ταξίδι: πρώτα οργανώθηκε στα κολέγια και πανεπιστήμια της Αγγλίας και ύστερα έφερε χαρά στη ζωή των Νοτιοαμερικανών που δεν είχαν ποτέ πατήσει το πόδι τους σε σχολείο.”
Στο βιβλίο του ο Galeano επιτίθεται στη διανοουμενίστικη ελίτ που κοιτά αφ’υψηλού το ποδόσφαιρο, αναδεικνύοντας τους εκπροσώπους της διανόησης που έκαναν ακριβώς το αντίθετο – γιατί μη συμβατική και μη συναινετική στάση κράτησαν και απέναντι στην κοινωνία της οποίας τους συσχετισμούς δύναμης δεν αποδέχονταν. Έτσι, βοηθάει τον αναγνώστη να μάθει ότι ο Gramsci χαρακτήριζε το ποδόσφαιρο “το υπαίθριο βασίλειο της ανθρώπινης μεγαλοπρέπειας”, ή τον Camus που έγραφε για τα χρόνια του ως τερματοφύλακα ότι “Έμαθα ότι η μπάλα ποτέ δεν έρχεται εκεί που την περιμένεις. Αυτό με βοήθησε πολύ στη ζωή μου, ειδικά σε μεγάλες πόλεις όπου οι άνθρωποι δε συνηθίζουν να είναι αυτό που λένε”, κοροϊδεύοντας την ίδια στιγμή την άρχουσα τάξη μην παραλείποντας να αναφέρει ότι “Στο στάδιο του Colombes (σσ. Στην έναρξη του Μουντιάλ του 1938), ο Γάλλος πρόεδρος Albert Lebrun έκανε την τελετουργική σέντρα: στόχευσε στη μπάλα, αλλά χτύπησε στο έδαφος”. Σε ένα άλλο σημείο, χρησιμοποιεί μια ολόκληρη ενότητα για να επιτεθεί στον όρο “όπιο του λαού” που οι λογής διανοούμενοι δίνουν στη λαϊκή μπάλα, για να αντιπαραθέσει το ποδόσφαιρο και τη θρησκεία, χαρακτηρίζοντάς το εμβληματικά “τη μόνη θρησκεία χωρίς άθεους”.
Το έργο του ακολουθεί μια χρονολογική σειρά, ανακατεύοντας ξεχωριστές ιστορίες με τα Μουντιάλ, από το 1930 ως το 2010 (στη νεότερη έκδοση), βοηθώντας τον αναγνώστη να αντιλαμβάνεται και πώς εξελίσσεται το παιχνίδι, μια εξέλιξη την οποία ο Galeano, ως ρομαντικός, δεν έβλεπε θετικά – αντ’αυτού εξύψωνε τα χαρακτηριστικά του σπορ που θεωρούσε ότι πραγματικά το αναδεικνύουν. Στην αφήγηση των Μουντιάλ, δύο προτάσεις επαναλαμβάνονται μέσα στο κείμενο, σε κάθε διοργάνωση, δείχνοντας την ιστορική έκταση μερικών φαινομένων που παρουσιάζονται ως παροδικά, δημιουργώντας ιστορική σύγχυση και στις καθημερινές κουβέντες αλλά και στην πολιτική στάση των ανθρώπων. Η πρώτη είναι “Καλά πληροφορημένες πηγές στο Μαϊάμι ανακοίνωναν την άμεση πτώση του Fidel Castro, ήταν μόνο θέμα ωρών” – και η δεύτερη “Ισραηλινά τανκς γκρέμιζαν τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, έτσι ώστε οι Παλαιστίνιοι να μπορούν να συνεχίσουν να πληρώνουν για το Ολοκαύτωμα που δε διέπραξαν”.
Η πιο όμορφη και ποιητική περιγραφή του ποδοσφαιρικού φαινομένου, όμως, βρίσκεται εκεί που ο Galeano κλείνει το έργο του, ουσιαστικά συνοψίζοντας το στις λέξεις “Μερικές φορές το ποδόσφαιρο είναι μια απόλαυση που πονά, και η μουσική μιας νίκης που σηκώνει τους νεκρούς να χορέψουν μοιάζει πολύ με τη θορυβώδη σιωπή ενός άδειου γηπέδου, όπου ένας από τους ηττημένους, ανίκανος να κουνηθεί, κάθεται ακόμη στη μέση των απέραντων κερκίδων, μόνος.” Η τέχνη έχει σκοπό να εμπνέει, είτε για μία καινούρια πραγματικότητα, είτε με τη δημιουργία νέων συναισθημάτων, στηριγμένη σ’αυτά που γεννούν οι εμπειρίες μας στη δεδομένη πραγματικότητα. Η ματιά του Galeano μπορεί να μοιάζει σε κάποιους ίσως ιδιαίτερα ρομαντική, όμως – όπως φαίνεται και από αυτές τις τελευταίες γραμμές του βιβλίου του – είναι φτιαγμένη χωρίς υποκρισία, μέσα από την πραγματικότητα που μερικές φορές κρύβει τα υλικά για να φτιαχτούν ιστορίες καλύτερες κι από τα πιο διάσημα παραμύθια. Αυτό ζει η εργατική τάξη στο ποδόσφαιρο, μερικές ώρες από το δικό της παραμύθι, που στερείται έξω από το γήπεδο, που με τις δικές του λέξεις ανέλαβε να ζωγραφίσει ο Galeano.

