Στη βόρεια όχθη του Μεύση, ένας μαθητής κουβαλάει σε ένα οικοδομικό καροτσάκι μερικά από τα υλικά που χρειάζεται για να χτίσει ένα κομμάτι της ζωής του: κάποια δίχτυα, μερικά ζευγάρια παπούτσια, δυο δερμάτινες μπάλες και ένα μπόγο από κατακόκκινες φανέλες. Μπροστά του βρίσκεται το πλήθος των τσιμινιέρων, η υπογραφή της βιομηχανικής επανάστασης, που στα 1909 έχει αλλάξει ολοκληρωτικά το τοπίο της πόλης που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Είναι το παρόν και το μέλλον το δικό του και των γενεών που θα έρθουν. Η πλάτη του είναι γυρισμένη σε μια πόλη με στενά πλακόστρωτα σοκάκια, πλατείες, καθεδρικούς ναούς, θρησκευτικά κτίρια εξουσίας, αγάλματα και μνημεία συγκρούσεων από μια εποχή που ο ίδιος ποτέ δεν έζησε. Μαζί με όλα τ’άλλα έχει γυρισμένη την πλάτη του και στο σχολείο του, το Κολλέγιο του St Servais, που κρατώντας μια παράδοση από τον Μεσαίωνα μόρφωσε και τον ίδιο ως γόνο μιας αστικής τάξης που βρήκε την ταυτότητά της στα μέσα του 14ου αιώνα, για να ψάξει έναν καινούριο βηματισμό στον 20ο.
Οι μπάλες, τα παπούτσια, οι κόκκινες φανέλες, είναι τα υλικά με τα οποία ο μαθητής, μαζί με τους συντρόφους του, θα χτίσουν μια νέα, άυλη ταυτότητα, προερχόμενη από την αστική τάξη της πόλης, από το περιβάλλον των καθεδρικών και των σχολείων, για τους κολασμένους της Γης, εκείνους που δίνουν ζωή στα εργοστάσια. Η διαδρομή τους, παρά το γεγονός ότι έχει διεύθυνση ανάποδη με τη ροή του Μεύση, είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με την ιστορική εξέλιξη – όπως και ο σύλλογος που δημιούργησαν 11 χρόνια νωρίτερα κάποιοι άλλοι μαθητές του σχολείου τους: η Standard FC Liégois, που στις μέρες μας είναι γνωστή ως Royal Standard de Liège.
Η αντιθετική ροή της Ιστορίας
Κατά τον 6ο αιώνα, ο επίσκοπος του Μάαστριχτ Monulphe πορευόταν με διεύθυνση αντίθετη από εκείνους τους μαθητές, “κατεβαίνοντας” τον Μεύση, από το Ντινάν, για να φτάσει στην έδρα της επισκοπής του. Περνώντας από το σημείο που βρισκόταν ένα μικρό ρυάκι με το όνομα Legia, πιθανώς ονομαστική κληρονομιά κάποιας ρωμαϊκής λεγεώνας, αντίκρυσε ανάμεσα σε ποτάμια και ρυάκια, που σχημάτιζαν αμέτρητες μικρές νησίδες, ανάμεσα στα βουνά που χαμηλώνουν για να περάσει ο μεγάλος ποταμός, μερικές καλύβες. Δεν ήθελε πολύ για να αντιληφθεί τη στρατηγική σημασία που είχε ένα τέτοιο μέρος, για οποιαδήποτε εξουσία, αναλαμβάνοντας να δώσει χρησμό ώστε αυτή να γίνει μέρος της θρησκευτικής εξουσίας του. Στο χρησμό του έλεγε “Εδώ είναι το μέρος που διάλεξε ο Θεός για τη σωτηρία πλήθους ανθρώπων, εδώ μέλλει να υψωθεί αργότερα μια ισχυρή πόλη – εμείς οι ίδιοι θα χτίσουμε εδώ ένα μικρό προσευχητήριο προς τιμήν των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού”.
Η μεταφυσική προφητεία κάθε άλλο παρά αμιγώς πνευματική ήταν, καθώς η τοποθεσία συγκέντρωνε όλες τις υλικές προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί σ’αυτήν κάθε είδους δραστηριότητα, επικοινωνώντας μέσω των φυσικών οδών της εποχής, τα ποτάμια, με μεγάλο μέρος της πιο αναπτυγμένης περιοχής της Δυτικής Ευρώπης. Υπεύθυνος γι’αυτό είναι ο ποταμός Μεύσης, που αν και το όνομά του δε δεσπόζει ανάμεσα σε εκείνα των πιο τραγουδισμένων ποταμών της Γηραιάς Ηπείρου, η σημασία του και οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στα περίπου 1000 χιλιόμετρα του μήκους του, έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη φυσιογνωμία της.
Με την πηγή του σε υψόμετρο μόλις 409 μέτρα, στην περιοχή Le Châtelet-sur-Meuse των γαλλικών Αρδέννων, είναι ένα από τα πιο εύκολα πλωτά ποτάμια της ηπείρου, με αποτέλεσμα στις όχθες του να βρίσκονται κάμποσα σημαντικά οικονομικά κέντρα ενώ η εκβολή του, στο Δέλτα του Ρήνου, βρίσκει το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό λιμάνι, στο Ρότερνταμ. Οι αμέτρητοι μαιανδρισμοί του επιτρέπουν σε σημαντικές υποδομές να βρίσκονται στις όχθες του – και αν υπάρχει κάποιο μέρος που αυτοί οι μαιανδρισμοί έδιναν με το παραπάνω αυτή τη δυνατότητα, αυτό ήταν σίγουρα το σημείο που επέλεξε για την “προφητεία” του ο Monulphe. Η καθολική εκκλησία ουσιαστικά μετέτρεψε το χρησμό σε στρατηγική που εκφράστηκε από τη συχνή παρουσία του επισκόπου Lambert, που δολοφονήθηκε εκεί το 705, με τον διάδοχό του, Humbert, να μεταφέρει στην πόλη την έδρα της Επισκοπής. Η θρησκευτική εξουσία στην πόλη δε θα αργούσε να γίνει και πολιτική, καθώς από το 985 ξεκινάει μια μακραίωνη ιστορία ύπαρξης του Πριγκιπάτου-Επισκοπής της Λιέγης, που τελείωσε την περίοδο της Μεγάλης Επανάστασης των Γάλλων, το 1795.

Το Πριγκιπάτο-Επισκοπή της Λιέγης, που αποτελούσε έναν “διάδρομο ουδετερότητας” μέσα στα εδάφη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατά τον Μεσαίωνα, είχε προφανώς θρησκευτικό ηγέτη, ενώ τα εδάφη του δεν είχαν συνέχεια, στο χάρτη έμοιαζε περισσότερο σαν διάσπαρτες κηλίδες. Λόγω της απουσίας πολιτικών προστριβών και της θρησκευτικής εξουσίας μετατράπηκε κατά την περίοδο του Άνω Μεσαίωνα (11ος-14ος αιώνας) σε πνευματικό κέντρο. Στις εκκλησιαστικές σχολές, όπου δίδασκαν πασίγνωστοι δάσκαλοι της θεολογίας, του κανονικού και κοσμικού δικαίου, φοιτητές συνέρρεαν από όλες τις γύρω περιοχές, αλλά και από τη Γερμανία, την Ιταλία και τις Σλαβικές χώρες, προκειμένου να φοιτήσουν στα εκκλησιαστικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, που είχαν μια συγκρότηση αντίστοιχη με την αρχική του αρχαιότερου πανεπιστημίου του κόσμου, εκείνου της Μπολόνια. Αυτή η πνευματική ταυτότητα της πόλης της έδωσε το προσωνύμιο “Αθήνα του Βορρά” και ο χαρακτήρας της έμεινε αναλλοίωτος όσο και η ιστορία της Ευρώπης εξελισσόταν χωρίς μεγάλα ποιοτικά άλματα.
Παρά το γεγονός ότι η Καθολική Εκκλησία ήλεγχε το Πριγκιπάτο-Επισκοπή, η πόλη της Λιέγης δεν ήταν ποτέ ένα ήσυχο μέρος με πειθαρχημένους και πειθήνιους υπήκοους. Κάθε πολιτική εξέλιξη, κάθε απόφαση, έπρεπε να έχει τη λαϊκή συναίνεση για να μπορέσει να εφαρμοστεί και να επιβιώσει. Οι χωρικοί της Λιέγης εξέφραζαν συχνά και δυναμικά τη δική τους θέληση, κάτι που θα χαρακτήριζε την πόλη διαχρονικά, δίνοντάς της αργότερα το πολύ πιο γνωστό μεταφορικό προσωνύμιο Cité Ardente, δηλαδή της Πύρινης Πόλης. Με την παραγωγή της νομικής γνώσης να βρίσκεται εντός των τειχών αποτελεί ένα ιστορικό παράδειγμα η απόσπαση δύο συνταγματικών συνθηκών κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα: αρχικά της Ειρήνης του Fexhe, το 1316 και εν συνεχεία του Tribunal du XXII, το 1343. Αυτοί οι δύο νόμοι υπαγόρευαν τον τρόπο που ο λαός είχε λόγο στις πολιτικές αποφάσεις.
Η ιστορία του Πριγκιπάτου-Επισκοπής θα τελείωνε με το τέλος της παλιάς Ευρώπης, όταν το 1795 η πόλη προσαρτήθηκε στη Γαλλική Δημοκρατία, αποτελώντας για πρώτη φορά ουσιαστικά κομμάτι ενός κοσμικού κράτους, ενώ το 1815, μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό, θα περάσει στα χέρια των Ολλανδών, για να απελευθερωθεί μαζί με το υπόλοιπο Βέλγιο το 1830.
Η συθέμελη ανατροπή ενός ολόκληρου κόσμου στην Ευρώπη εκφράστηκε ως υπέρμετρη αντίθεση στη Λιέγη, η ιστορία της οποίας ακολούθησε μια εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία. Η ήττα του Ναπολέοντα και η νίκη του στρατού του Νέλσονα στο Βατερλό άνοιξε το δρόμο για την αγγλική βιομηχανία, που αναπτυσσόταν ραγδαία στη Γηραιά Αλβιώνα, στα εδάφη των Κάτω Χωρών. Η Λιέγη, εκτός από πόλη που βρίσκεται στην κοίτη του Μεύση, βρίσκεται και πάνω σε έναν άλλο πολύ σημαντικό, από οικονομικής πλευράς, γεωλογικό σχηματισμό: τη μεγάλη Βορειοδυτική Ευρωπαϊκή λεκάνη άνθρακα του Λιθανθρακοφόρου, δηλαδή ένα σχηματισμό που ξεκινάει από την Ουαλία και φτάνει μέχρι την Πολωνία και αποτέλεσε κυριολεκτικά το υπέδαφος πάνω στο οποίο συνετελέσθη η Βιομηχανική Επανάσταση. Ο δρόμος του άνθρακα και των βρετανικών στρατιών έφερε στη Λιέγη το 1817 έναν Άγγλο βιομήχανο, τον γεννημένο στο Lancashire, John Cockerill. Η εταιρεία του, η Société Anonyme John Cockerill, κυριάρχησε σε μια έκταση 570 στρεμμάτων στα νότια περίχωρα της πόλης, στην περιοχή του Seraing, όπου εκατοντάδες ανθρακωρύχοι, χρυσωρύχοι και εργάτες εργοστασίων εργάζονταν από τις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας δραστηριότητας που θα κυριαρχούσε στην οικονομία της πόλης και από αυτήν θα εξαρτώνταν η ζωή του μεγαλύτερου μέρους του πλυθησμού της μέχρι και τις μέρες μας.

Πέρα από τον άνθρακα, ωστόσο, οι βιομηχανικές δραστηριότητες επεκτάθηκαν και στην παραγωγή χάλυβα, με την παραγωγή να φτάνει στο λυκαυγές του 20ου αιώνα τους 500 χιλιάδες τόνους ετησίως, ενώ πάνω στα βασικά αυτά βιομηχανικά υλικά που εξάγονταν από τη Βαλλωνική γη στήθηκαν κι άλλοι ακόμα τομείς της βιομηχανικής παραγωγής επιτρέποντας και την ανάπτυξη της σχετικής τεχνογνωσίας. Είναι χαρακτηριστική η εξαγωγή της τεχνογνωσίας που αποτυπώνεται στους αριθμούς των Βέλγων της Λιέγης που εγκαταστάθηκαν στις περιοχές του Donbas και των Ουραλίων, με 20,000 ανθρώπους να εργάζονται στην Τσαρική Ρωσία σε εργοστάσια χάλυβα, τραμ και εργοστάσια γυαλιού.
Η βιομηχανία κρυστάλλων, με προμετωπίδα την εταιρεία Cristalleries du Val Saint-Lambert, που ιδρύθηκε το 1826, αποτέλεσε σχεδόν μονοπώλιο στις παγκόσμιες εξαγωγές από το 1880 μέχρι το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εξάγοντας κυρίως προς την Τσαρική Ρωσία, μια χώρα με την οποία η πόλη της Λιέγης απέκτησε ιδιαίτερους δεσμούς.
Τεράστιας σημασίας επιχείρηση ήταν επίσης και η Fabrique Nationale d’Armes de Guerre, γνωστή ως FN, η οποία είχε την έδρα της στη βόρεια μεριά της πόλης, το Herstal και ιδρύθηκε στις 3 Ιούλη του 1889. Με την παρουσία της η Λιέγη δεν ήταν μόνο μια πόλη παραγωγός του πλούτου, αλλά και των μέσων με τα οποία οι λαοί θα σκοτώνονταν στη διεκδίκηση της ιδιοκτησίας του.
Πέρα από το χαρακτήρα της πόλης της Λιέγης, ωστόσο, τον 19ο αιώνα άλλαζε και ο ίδιος ο χάρτης της. Τα μικρά νησάκια, αποτέλεσμα των μαιανδρισμών του Μεύση, δεν ήταν συμβατά με την ανάγκη για γρήγορη μεταφορά των βιομηχανικών πρώτων υλών και των προϊόντων τους. Έτσι, το 1850 ολοκληρώθηκε ένα έργο που άλλαξε δραστικά το μορφολογικό ανάγλυφο, με τη διάνοιξη του καναλιού Λιέγης-Μάαστριχτ, που δημιούργησε εν πολλοίς και το σημερινό σχηματισμό της νησίδας της Outremeuse.
Η πνευματική πόλη, των εκκλησιαστικών σχολείων και των χωρικών είχε δώσει πλέον τη θέση της στους ζάμπλουτους βιομήχανους και σε μια μεγάλη εργατική τάξη, το βιομηχανικό προλεταριάτο που έμπαινε με φόρα στο ιστορικό προσκήνιο, κυριολεκτικά μέσα από την κόλαση που φτιαχνόταν για τη διαβίωσή του. Όπως ακριβώς συνέβαινε και στη Βρετανία, οι συνθήκες ζωής των προλετάριων της Λιέγης ήταν άθλιες, με απουσία οικιακής υγιεινής, υπερπληθυσμό στις εργατικές γειτονιές και φυσικά την έκθεση των εργατών σε κάθε είδους ασθένεια, με τα όποια μέτρα να αφορούν μονάχα την απομόνωση αυτών των συνθηκών σε μέρη έξω από το ζωτικό χώρο της αστικής τάξης, που παρέμενε το κέντρο της πόλης. Οι εργοδότες, θέλοντας να ελέγξουν πλήρως τη ζωή των εργατών τους, έπαιρναν πίσω το πενιχρό τους εισόδημα ελέγχοντας όλη τη νυχτερινή ζωή και μέσω της διασκέδασης εξασφάλιζαν την παραγωγικότητα των εργατών αλλά και την υλική επιστροφή των μεροκάματων.
Το προλεταριάτο της Cité Ardente, ωστόσο, γνήσιος συνεχιστής των παραδόσεων της πόλης, δεν έμενε άπραγο μπροστά στην εξαθλίωση και τις συνθήκες που δυσχαίρεναν κυρίως στις περιόδους της κρίσης. Μια τέτοια χρονιά ήταν και το 1886. Λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα της ιστορικής πρωτομαγιάτικης απεργίας στο Σικάγο, οι εργάτες της Λιέγης, γιορτάζοντας την επέτειο των 15 χρόνων από την Παρισινή Κομμούνα, στις 18 Μαρτίου, διοργάνωσαν μια εξέγερση που έμεινε στην Ιστορία με το όνομα Jacquerie Industrielle, η οποία οδήγησε στο ματοκύλισμα του Fusillade de Roux και παρά το γεγονός ότι δεν έδωσε άμεσους καρπούς δημιούργησε κάτι πολύ μεγαλύτερο για τους Βέλγους εργάτες, τη δημιουργία της Commission du Travail και την ανάταση του νεοϊδρυμένου Βελγικού Εργατικού Κόμματος (Parti ouvrier belge – Belgische Werkliedenpartij).
Η ίδια η διαδυκότητα της πόλης, πέρα από την ιστορική διχοτόμηση, εκφραζόταν ωστόσο και στην εξέλιξη της πνευματικής δραστηριότητας, ακολουθώντας “κατά γράμμα” τις ανάγκες της εποχής. Σε μια έντονα βιομηχανοποιημένη πόλη υπήρχε η ανάγκη για υψηλά ειδικευμένο προσωπικό, μηχανικούς που θα ετίθεντο στην πρώτη γραμμή του σχεδιασμού της φρενήρους βιομηχανικής ανάπτυξης. Στα πλαίσια του Πανεπιστημίου της Λιέγης, που ιδρύθηκε το 1817 από την Ολλανδική διοίκηση, με πρωτοβουλία του Georges Montefiore-Levi, ενός πολιτικού και μηχανικού που γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ιδρύθηκε το Institut Électrotechnique Montefiore, το οποίο σήμερα είναι κομμάτι της Πολυτεχνικής Σχολής (Science Appliquées) του Πανεπιστημίου. Ο Montefiore επιστρέφοντας από τη Διεθνή Έκθεση Ηλεκτρισμού που έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1881, εισηγήθηκε την ανάγκη ίδρυσης και λειτουργίας μιας σχολής με αποκλειστικό αντικείμενο τις εφαρμογές της ηλεκτρομηχανικής στη βιομηχανική Λιέγη, βάζοντας τα θεμέλια για να υπάρξουν πολλές γενιές ντόπιων υψηλά μορφωμένων μηχανικών, αρχικά κατ’αποκλειστικότητα προερχόμενων από την αστική τάξη. Όσο αφορά την ψυχαγωγία της άρχουσας τάξης, στο κέντρο της πόλης, την ίδια εποχή ιδρύθηκε το Théâtre Royal και εγκαινιάστηκε η Salle Philharmonique. Τέλος, η σχολική εκπαίδευση της αστικής τάξης λάμβανε χώρα στο επανιδρυμένο Collège Saint-Servais, το 1828, που αναβίωνε τη μακρά παράδοση του κολλεγίου των Ιησουιτών στην πόλη που κρατούσε από το 1582. Σ’αυτό το κολλέγιο, πέρα από τους σπόρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας φυτεύτηκε και ο σπόρος που θα έδινε τους μεγαλύτερους ποδοσφαιρικούς καρπούς στην Ιστορία της πόλης.
Ο ερχομός της μπάλας
Σε αντίθεση με τη Βρετανία, που κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της Βιομηχανικής Επανάστασης, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, η οργάνωση της εργατικής τάξης πέρα από συνδικάτα έβρισκε έκφραση και σε ποδοσφαιρικούς συλλόγους, στο Βέλγιο το ποδόσφαιρο δεν γεννήθηκε ως θεσμός “από τα κάτω”. Μία πιθανή εξήγηση αυτής της διαφοράς είναι ότι ενώ στη Βρετανία το ποδόσφαιρο αποτέλεσε την εξέλιξη μιας ασχολίας του πληθυσμού ανά τους αιώνες, που κωδικοποιήθηκε και θεσμοθετήθηκε στις βιομηχανικές πόλεις, στο Βέλγιο δεν υπήρχε κάποια αντίστοιχη δραστηριότητα. Ο ερχομός του ποδοσφαίρου στη Λιέγη έχει περισσότερα κοινά με τον τρόπο που αυτό έφτασε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
Φορέας της γέννησης του ποδοσφαίρου στο Βέλγιο ήταν η αστική τάξη, η οποία εμφορούμενη από θαυμασμό για το Βρετανικό τρόπο ζωής, προσπαθούσε να εντάξει τις βρετανικές αθλητικές δραστηριότητες στο πρόγραμμα των ασχολιών της. Το ποδόσφαιρο και το κρίκετ εμφανίζονταν σε κάθε πόλη, είτε ως ασχολία των Βρετανών που βρίσκονταν έξω από την πατρίδα τους εργαζόμενοι για την “άτυπη Αυτοκρατορία”, δηλαδή τις αμέτρητες επιχειρήσεις βρετανικών συμφερόντων σε ξένα εδάφη, είτε ως δραστηριότητα των εντόπιων ελίτ. Ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος που ιδρύθηκε στο Βέλγιο ήταν το Antwerp Football and Cricket Club, το 1880, δηλαδή 15 χρόνια πριν ιδρυθεί η Βελγική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Λόγω της αρχαιότητάς του, όταν το 1926 δημοσιεύτηκε η λίστα με τον αύξοντα αριθμό του κάθε σωματείου – κάτι που συνοδεύει την ταυτότητα του κάθε συλλόγου στο Βέλγιο – η Antwerp πήρε το νούμερο 1. Ωστόσο το Football and Cricket Club της Αμβέρσας δεν ιδρύθηκε από ντόπιους, αλλά από Βρετανούς εργαζόμενους στο ταχέως αναπτυσσόμενο λιμάνι της Φλάνδρας.
Στη Λιέγη, ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος που ιδρύθηκε ήταν το 1892 η FC Liège, που σήμερα είναι περισσότερο γνωστή από τα αρχικά του πλήρους ονόματός της, RFCL. Ιδρυτές της FCL ήταν μέλη του ποδηλατικού συλλόγου, ο οποίος μεγαλουργούσε σε μια τοποθεσία όπου διεξάγεται ως σήμερα ο αρχαιότερος θεσμός ποδηλασίας δρόμου, το “Liège-Bastogne-Liège”. Τα μέλη της FCL έγιναν φορείς του “ποδοσφαιρικού μικροβίου” μέσω της επαφής με Βρετανούς που έπαιζαν το “παράξενο παιχνίδι” στο κεντρικό Parc de la Boverie, κομμάτι της νησίδας της Outremeuse, όπως είχε διαμορφωθεί μετά τη διάνοιξη του καναλιού Λιέγης-Μάαστριχτ. Η ημερομηνία ίδρυσης της FCL την κατέστησε ιδρυτικό μέλος της Βελγικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, ενώ στη συνέχεια έλαβε τον αύξοντα αριθμό (matricule) 4. Την ίδια περίοδο, στην επαρχία της Λιέγης, Βρετανοί ίδρυσαν το Club Sportif Verviétois, το 1896, μερικά χιλιόμετρα νοτιοανατολικά. Όμως αυτή δεν ήταν η μοναδική ποδοσφαιρική δραστηριότητα στην πόλη.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1890, οι μαθητές του Ιησουιτικού Κολλεγίου του St Servais ίδρυσαν τη δική τους ομάδα, η οποία είναι γνωστό ότι είχε κόκκινες φανέλες και για έμβλημά της το μνημείο της πόλης, το λεγόμενο Perron. Το Perron, το οποίο σήμερα έχει τη μορφή μιας κολώνας τοποθετημένης πάνω σε μια εξαγωνική κατασκευή με συντριβάνι, είναι κάτι περισσότερο από ένα μνημείο της πόλης – θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και ως θεσμός. Συμβολίζει την προστασία των ελευθεριών στην πόλη της Λιέγης, κατά τους αιώνες του Πριγκιπάτου-Επισκοπής, αλλά και στα χρόνια της κοσμικής εξουσίας. Είναι το σύμβολο της υπερηφάνιας της. Μάλιστα, το 1467, ο Κάρολος ο Τολμηρός, Δούκας της Βουργουνδίας, μετά τη νίκη του επί των Λιεζουά στη μάχη του Brustem, άρπαξε το μνημείο και το τοποθέτησε στην Μπρυζ, προκειμένου να ταπεινώσει τους υπερήφανους και αδούλωτους κατοίκους της Πύρινης Πόλης.

Αυτό το σύμβολο της αιώνιας υπερηφάνιας και ελευθερίας της Λιέγης υιοθέτησε ως έμβλημα και η FCL, η οποία λίγο μετά την ίδρυσή της επέλεξε ως χρώματα το βαθύ μπλε και το κόκκινο, “Sang et Marine”, ως αναφορά στο Dulwich, περιοχή προέλευσης αρκετών εκ των Βρετανών αθλητών της. Τα χρώματα αυτά όμως συμβόλιζαν και κάτι περισσότερο από μια τυχαία επιλογή μεταξύ συναθλητών, ήταν ο αντικατοπτρισμός μιας ταυτότητας, που θα οδηγούσε σε ένα ιστορικό σχίσμα. Όπως είναι κατανοητό, η FCL ήταν η επιτομή της Αγγλοφιλίας της αστικής τάξης της εποχής, με χαρακτηριστικά εξαιρετικά εξωστρεφή και σχεδόν μονοκατευθυντικά προς τη Μεγάλη Βρετανία. Στους κόλπους της η FCL όμως φιλοξένησε για ένα μικρό διάστημα και την ομάδα των μαθητών του Κολλεγίου St Servais, που εμφορούνταν από τις ιδέες του Μυώδους Χριστιανισμού (Christianisme musculaire) και την εντόπια καθολική παράδοση. Αυτή η σύγκρουση ταυτοτήτων γρήγορα θα οδηγούσε σε ένα ιστορικό σχίσμα που έμελε να παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις.
Το καλοκαίρι του 1898, μία ομάδα μαθητών, με επικεφαλής τον 16χρονο Joseph Debatty, αποφάσισε την απόσχιση του συλλόγου τους από την FCL και τη δημιουργία νέου συλλόγου. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι μαθητές αυτής της ηλικίας είχαν τη δυνατότητα, πέρα από το να γίνουν φορείς και γενήτορες μιας ιδεολογικής ποδοσφαιρικής ταυτότητας, να δημιουργήσουν και έναν νέο σύλλογο με ό,τι αυτό σημαίνει όσο αφορά τις πρακτικές και κυρίως διοικητικές απαιτήσεις μιας τέτοιας κίνησης. Όπως είναι ιστορικά καταγεγραμμένο, την πρώτη ημέρα της σχολικής χρονιάς, που θα πρέπει να ήταν η Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου του 1898, οι μαθητές αποφάσισαν τη δημιουργία του δικού τους συλλόγου. Ύστερα από μια δημοκρατική διαδικασία το όνομα Standard υπερίσχυσε για μία ψήφο έναντι του ονόματος Skill. Τα δύο αυτά ονόματα φανερώνουν ένα παράδοξο: παρά το γεγονός ότι οι μαθητές ήθελαν να απεμπλακούν από το βρετανοφιλές κλαμπ της FCL, δε μπορούσαν να αντιληφθούν το ποδόσφαιρο χωρίς αναφορές στη βρετανική κουλτούρα. Το όνομα της Standard, μάλιστα, που υπερίσχυσε, ήταν εμπνευσμένο από το Standard Athletic Club de Paris, έναν αθλητικό σύλλογο της ελίτ, με τεράστια βρετανική επιρροή, που είναι και η πρώτη στην Ιστορία πρωταθλήτρια ποδοσφαίρου στη Γαλλία, καθώς κέρδισε τη διοργάνωση του 1893-94. Η Standard Football Club, με το πλήρες βρετανικό όνομα, ξεκινούσε τη δική της πορεία σε μια πόλη για να γίνει το σύμβολο ενός πληθυσμού που στην ίδρυσή της δεν είχε καμία απολύτως σχέση μαζί του.
Η νεοϊδρυθείσα Standard, παρά το γεγονός ότι μπόρεσε να αποκτήσει νομική υπόσταση, είχε τεράστιο πρόβλημα σε βασικά πρακτικά ζητήματα, με ένα από αυτά να αφορά τον ιματισμό. Οι μαθητές δεν είχαν τους πόρους και το απαραίτητο δίκτυο για να εξοπλίσουν κατάλληλα το σωματείο τους. Έτσι προέκυψε ακόμα ένα παράδοξο: τις φανέλες του νέου συλλόγου τις δάνεισε η FCL, ο σύλλογος από τον οποίο αποσχίστηκε. Στο πλαίσιο εκείνο, βέβαια, η FCL έβλεπε την κίνηση των μαθητών περισσότερο με συμπάθεια, χωρίς να νιώθει το φόβο του ανταγωνισμού – η Ιστορία θα διέψευδε φυσικά αυτή τη θεώρηση. Η Ιστορία όμως έχει καταγράψει ότι οι πρώτες κατακόκκινες φανέλες της Standard, χωρίς το Perron, καθώς αυτό ήταν το έμβλημα της FCL, δόθηκαν από το “παλιό” σωματείο της πόλης. Η Standard θα ήταν μόνιμα η νεώτερη ομάδα, χαρακτηριζόμενη από το matricule 16, ενώ χρειάστηκε περίπου μισός αιώνας για να καταφέρει να ανατρέψει τους αρνητικούς ιστορικούς συσχετισμούς.
Κόντρα στον Μεύση
Η μαθητική Standard, με τις δανεισμένες κόκκινες φανέλες, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στους ανοιχτούς χώρους της πόλης, στο λόφο του Cointe, που βρίσκεται πολύ κοντά στο Κολλέγιο St Servais και στην αντίπερα όχθη του Μεύση, στο Grivegnée, που αν και σήμερα αποτελεί μια πυκνοκατοικημένη περιοχή, τότε αποτελούσε μια μεγάλη έκταση αγροτικών πεδίων. Το Cointe ωστόσο αποτελεί ακόμα μια σύμπτωση της Ιστορίας της Standard και της RFCL, καθώς και η παλιότερη ομάδα της Λιέγης ξεκίνησε από εκεί την αθλητική της δραστηριότητα πριν κατηφορίσει προς το κέντρο της πόλης. Η κοιτίδα αυτή του ποδοσφαιρικού πολιτισμού της Πύρινης Πόλης είναι συνώνυμη με τα προνόμια της ελίτ, καθώς αποτελούσε παραδοσιακά χώρο αναψυχής της άρχουσας τάξης, ενώ είχε υπάρξει ακόμα και ιδιωτικό πάρκο. Κι αν η FCL κατέβηκε από το Cointe για να συναντήσει την εξέλιξη της “Αθήνας του Βορρά”, οδηγούμενη από τη ροή του Μεύση, η ιστορική πορεία της Standard πήγε κόντρα στη ροή του μεγάλου ποταμού.
Ο Joseph Debatty παρέμεινε στην προεδρία του συλλόγου μέχρι το 1902, πριν αποχωρήσει για να γίνει ιερέας, ενώ μετά από κάμποσες διοικητικές αλλαγές, το 1909, στη διοίκηση του σωματείου ήρθε ένας βιομήχανος ο Maurice Dufrasne, ο άνθρωπος που θα καθόριζε την ιστορική ταυτότητα του συλλόγου, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι το 1931.
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Λιέγη συνέχιζε να γνωρίζει την ανάπτυξη που είχε ξεκινήσει τον 19ο. Χρονιά-ορόσημο ήταν το 1905, όταν σε 660 στρέμματα στην περιοχή του Vennes και Boverie διοργανώθηκε η Διεθνής Έκθεση. Εκείνη τη χρονιά ολοκληρώθηκε η εξαιρετικής αισθητικής γέφυρα του Fragnée, που μοιάζει με τη γέφυρα Alexandre III του Παρισιού, η γέφυρα της Fétinne, το Palais des Beaux-Arts, ενώ δημιουργήθηκε η οικιστική περιοχή της Vennes. Αυτή η πολεοδομική και κατασκευαστική ανάπτυξη οδήγησε σε μεγάλη άνθιση και των προσωπικών οικονομικών του Maurice Dufrasne, που ως πολιτικός μηχανικός και βιομήχανος, από οικογένεια με μεγάλη παράδοση στον κατασκευαστικό τομέα στη Βαλλωνία, έκανε “χρυσές δουλειές”. Όμως ο Dufrasne, πέρα από επιχειρηματικό δαιμόνιο, αποδείχθηκε ότι ήταν και εξαιρετικός ποδοσφαιρικός παράγοντας, σε μια εποχή που ο συγκεκριμένος ρόλος λίγο διέφερε από ένα κοινό χόμπι.

Με την ανάληψη της διοίκησης του συλλόγου, ο Dufrasne αποφάσισε το νομαδικό κλαμπ να αποκτήσει το δικό του χώρο – όχι στην “Αθήνα του Βορρά”, όχι στο κέντρο της πόλης με την πνευματική παράδοση, ούτε στο συνδεμένο ιστορικά με την ελίτ Cointe. Κοιτώντας προς τη νότια πλευρά, εκεί που υψώνονταν οι τσιμινιέρες των εργοστασίων της σιδηρουργίας και της επεξεργασίας των ορυκτών, εκεί που ζούσαν οι εργάτες, έβλεπε το ταπεινό, βιομηχανικό και προλεταριακό Sclessin ως το φυσικό χώρο που η Standard θα γινόταν το σύμβολο μιας ταυτότητας που ως τότε δεν είχε σύμβολα.
Γυρνώντας κυριολεκτικά την πλάτη της στο ιστορικό κέντρο, η Standard ξεκίνησε την πορεία της προς τα Νοτιοδυτικά, “ανεβαίνοντας” τον Μεύση, σε μια κινητοποίηση που απουσία μέσων μεταφοράς έγινε με οικοδομικά καροτσάκια, μέσα στα οποία τα μέλη του συλλόγου μετέφεραν όλα όσα χρειάζονται για να παιχτεί ποδόσφαιρο, από τα δοκάρια των τερμάτων, μέχρι τις κόκκινες εμφανίσεις της Standard, που ταίριαζαν απόλυτα με την “άγνωστη” εργατική τάξη που πήγαινε να συναντήσει. Το 1909 έγινε η πρώτη γνωριμία του προλεταριάτου της Λιέγης με τη Standard και από τότε ο έρωτάς τους παραμένει άσβηστος και το πάθος τους κυριολεκτικά πύρινο.
Το παραμύθι της Standard ξεκινούσε με μεγάλες προσδοκίες, ωστόσο για να μπορέσει να προχωρήσει έπρεπε ο σύλλογος, όπως και η πόλη, όπως και όλος ο κόσμος, να καταφέρει να επιβιώσει από το πρώτο μεγάλο χτύπημα του 20ου αιώνα. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914 κάνει τη βιομηχανική Λιέγη στόχο των γερμανικών επιθέσεων και οι βιομηχανικές της υποδομές καταστρέφονται σχεδόν ολοκληρωτικά από βομβαρδισμούς. Το 1918 μέσα από τα ερείπια έπρεπε να ξαναφτιαχτεί το “θαύμα” που χρειάστηκε έναν αιώνα για να οικοδομηθεί. Αυτό ακριβώς έγινε, ένα θαύμα, γιατί μέσα σε 6 χρόνια, το 1924, η βιομηχανία της Λιέγης είχε επιστρέψει στην προπολεμική παραγωγικότητα. Την ίδια στιγμή, η Standard, που είχε αγωνιστεί για πρώτη φορά στην Α’ κατηγορία τα χρόνια 1909-1914, επέστρεψε στην κορυφαία κατηγορία το 1921, προκειμένου να μείνει εκεί ως σήμερα, καταγράφοντας 105 συνεχόμενες σεζόν στην ποδοσφαιρική ελίτ του Βελγίου, αριθμό που αποτελεί ρεκόρ.
Την ίδια εποχή ο Dufrasne προχωρά στην αγορά οικοπέδων γύρω από το γήπεδο της Standard, προχωρώντας στην κατασκευή ενός νέου οικοδομήματος, με κερκίδες από μπετόν και χωρητικότητα 24 χιλιάδων θεατών, το 1923. Αυτό το γήπεδο, η “κόλαση” της Standard, χτισμένο ακριβώς απέναντι από το εμβληματικό εργοστάσιο του Cockerill, που σήμερα δεσπόζει ως μνημείο μιας ανεπίστρεπτης εποχής του άνθρακα και του χάλυβα, έχει πάρει το όνομα του εμπνευστή του και είναι γνωστό στους φίλους του ποδοσφαιρικού πολιτισμού ως Stade Maurice Dufrasne.

Κι ενώ ο κόσμος ξαναγονάτιζε από τις επιπτώσεις του λεγόμενου “κραχ” του 1929, στη Λιέγη τα μεγαλεπήβολα σχέδια δεν είχαν σταματημό. Το 1930 διοργανώθηκε η Exposition internationale de la grande industrie, science et applications, art wallon ancien, που ήταν περισσότερο από μια έκθεση, η σφραγίδα της συμμετοχής της βιομηχανικής Βαλλωνίας στη βελγική εθνική οικονομία, σε αντιπαράθεση με την ανάπτυξη της Αμβέρσας, του μεγάλου λιμανιού, που η διεθνής ακτινοβολία του εκφράστηκε και με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1920. Με αφορμή τη διοργάνωση της έκθεσης νέα έργα πραγματοποιούνται στην πόλη, με την ευθυγράμμιση του Μεύση, την κατασκευή του φράγματος-γέφυρας του Monsin και της γέφυρας της Coronmeuse. Η προσέλευση, ωστόσο, είναι απογοητευτική: αντί για 12 εκατομμύρια επισκέπτες, που αναμένονταν, καταφθάνουν στη Λιέγη μόνο 6 εκατομμύρια, σε μια αντανάκλαση των παγκόσμιων οικονομικών συνθηκών και μιας εποχής που μυρίζει μπαρούτι.
Τα αποτελέσματα της παγκόσμιας κρίσης χτυπάνε τη Λιέγη το 1932, με την ανεργία στο Βέλγιο να αγγίζει το 20% και μια τεράστια Γενική Απεργία να ξεσπάει σε όλη τη χώρα, που παρά το γεγονός ότι δεν οδήγησε σε υλικά κέρδη, συνετέλεσε εκ νέου, μετά από την εξέγερση του 1886, στη ριζοσπαστικοποίηση του προλεταριάτου της Βαλλωνίας. Οι αποσπάσεις υλικών νικών ήρθαν, ωστόσο, για τη βελγική εργατική τάξη, 4 χρόνια αργότερα, όταν με τη Γενική Απεργία του 1936, που ξεκίνησε στα docks της Αμβέρσας και είχε τεράστια συμμετοχή στη Λιέγη, θεσμοθετήθηκαν οι διακοπές μετ’αποδοχών, η 40ωρη εργάσιμη εβδομάδα, η αναγνώριση των συνδικάτων, καθώς και αυξήσεις των μισθών κατά 7%.
Όσο αφορά την ανάπτυξη της πόλης, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1939, ολοκληρώθηκε ένα εξαιρετικής σημασίας έργο για τη βελγική οικονομία, καθώς το Κανάλι Albert ένωνε το βιομηχανικό κέντρο της Λιέγης με το λιμάνι της Αμβέρσας, καθιστώντας το λιμάνι της Φλάνδρας το 2ο μεγαλύτερο της Ευρώπης.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει και πάλι το προλεταριάτο της Λιέγης να υπερασπίζεται την ιστορική του ταυτότητα. Οι Ναζί κατακτητές, σε αντίθεση με τη γερμανική καταστροφική μηχανή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αντί να διαλύσουν τις υποδομές επέλεξαν να τις λειτουργήσουν προς όφελός τους. Έτσι, η εργασιακή εκμετάλλευση, η μισθωτή δουλεία, έγινε και υποδούλωση στον ξένο κατακτητή-αφεντικό. Το 1941, όμως, υπό τις συνθήκες εξαθλίωσης, οι εργάτες της Λιέγης, με πρωτεργάτη της κίνησης το Κομμουνιστικό Κόμμα, προχωρούν στις 10 του Μάη στη μεγαλύτερη υπό κατοχή απεργία στην Ιστορία, τη λεγόμενη “Απεργία των 100 χιλιάδων” λόγω του αριθμού της συμμετοχής σε αυτήν, η οποία ανάγκασε τις δυνάμεις κατοχής σε παραχωρήσεις προς τον εντόπιο πληθυσμό, που αφορούσαν κυρίως τις συνθήκες σίτισης.
Bandiera Rossa
Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα φέρει κοσμογονικές αλλαγές σε όλο τον πλανήτη, αλλά θα αποτελέσει και την έναρξη ενός εντελώς νέου κεφαλαίου για την κοινωνική ιστορία της Λιέγης. Αν η βιομηχανική επανάσταση δημιούργησε στην πνευματική πόλη του πρώην Πριγκιπάτου-Επισκοπής ένα τεράστιο και εξαιρετικά ριζοσπαστικοποιημένο προλεταριάτο, το 1946 είναι η χρονιά που η ίδια η σύνθεση αυτού του προλεταριάτου θα αρχίσει να αποκτά διαφορετικά και διευρυμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά.
Με το τέλος του Πολέμου, μαζί με τους Ναζί κατακτητές αποχώρησαν και περίπου 65,000 Γερμανοί εργάτες που εργάζονταν στη βιομηχανία της Λιέγης. Η αποχώρηση αυτή δημιούργησε μια άμεση ανάγκη για εργατικά χέρια, τα οποία βρέθηκαν χάρη σε μια διμερή συμφωνία μεταξύ του Βελγίου και της Ιταλίας, από την οποία κατέφθασαν 50,000 εργάτες, αδυνατώντας να βρουν εργασία στη χώρα τους που είχε γονατίσει από τη φασιστική επέλαση. Σε αντάλλαγμα το Βέλγιο θα εξήγαγε στην Ιταλία καθημερινά 200 κιλά άνθρακα. Οι Ιταλοί εργάτες που έφταναν στη Λιέγη έμεναν σε τολ (Nissen Huts) που ονομάζονταν cantines, υπό άθλιες συνθήκες, ξαναζώντας ουσιαστικά την εμφάνιση του βιομηχανικού προλεταριάτου του 19ου αιώνα. Τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης έκανε ακόμα χειρότερες ο κοινωνικός ρατσισμός και η γκετοποίηση, καθώς και οι άγρια εκμετάλλευση στους τόπους εργασίας, της οποίας κλιμάκωση ήταν η τραγωδία του Bois du Cazier, κοντά στο Charleroi, τον Αύγουστο του 1956, που οδήγησε στο θάνατο 262 ανθρώπων και τη λήξη της διμερούς συμφωνίας. Όμως το ιταλικής προέλευσης προλεταριάτο έγινε από τότε αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης της Λιέγης και η κουλτούρα του συναντιέται πέρα από την πόλη και στις κερκίδες του Maurice Dufrasne, εκεί όπου σε πολλές περιπτώσεις αναρτώνται πανό με συνθήματα γραμμένα στη “γλώσσα του Δάντη”.

Σε μια νέα – και μάλιστα χρυσή – εποχή έμπαινε και η Standard, στους διοικητικούς κόλπους της οποίας εισήλθε ο Roger Petit, ένας παράγοντας του οποίου η ιστορική συμβολή μπορεί να συγκριθεί επάξια με το αποτύπωμα του Dufrasne. Ο Petit, που είχε αγωνιστεί ως επιθετικός αρχικά και ως αμυντικός στη συνέχεια, από το 1931 ως το 1943, καταγράφοντας 207 συμμετοχές και πετυχαίνοντας 8 γκολ, ανέλαβε χρέη Γενικού Γραμματέα το 1945 και έμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 1984! Ο Petit μετέτρεψε τις δραστηριότητες του σωματείου σε μια βιομηχανία, υιοθετώντας αντίστοιχες πρακτικές για όλες τις περί τον σύλλογο δραστηριότητες, πέρα από το αγωνιστικό τμήμα, που έπρεπε να παραμείνει μη κερδοσκοπικό. Ουσιαστικά μετέτρεψε τη Standard σε έναν οργανισμό που από αυτόν εξαρτώνταν η ίδια η διαβίωση ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού της πόλης, με έμφαση στο εργατικό Sclessin. Επιπλέον, δούλεψε εντατικά ώστε να κερδίσει το ποδοσφαιρικό παρασκήνιο, δημιουργώντας μια επικών διαστάσεων κόντρα με το alter ego του στην Anderlecht, τον Constant Vanden Stock, που εκφράστηκε σταδιακά – και μέσα από τη σύγκρουση ιδεολογικών ταυτοτήτων – και στην ανάπτυξη της μεγαλύτερης αντιπαλότητας μεταξύ σωματείων ιστορικά στο Βέλγιο.
Κι αν η Standard ακόμα δεν κέρδιζε τίτλους, ακόμα κι αν η RFCL ήταν θεωρητικά η μόνη μεγάλη ομάδα της πόλης – κερδίζοντας τα τελευταία της πρωταθλήματα τις σεζόν 1952 και 1953 – το προλεταριάτο της Λιέγης “κατακτούσε” και τις Βρυξέλλες. Το 1950, όταν ήταν σε πλήρη εξέλιξη το λεγόμενο Question Royale, δηλαδή το αν θα επέστρεφε στο θώκο του ο Βασιλιάς του Βελγίου Λεοπόλδος ο 3ος, το 58% της Βαλλωνίας ψήφισε εναντίον της Μοναρχίας. Ωστόσο, με 72% των ψήφων των Φλαμανδών και ένα οριακό αποτέλεσμα στην περιοχή των Βρυξελλών η Μοναρχία αποκαταστάθηκε και ο Λεοπόλδος επέστρεψε στο θρόνο του. Οι εργάτες της Λιέγης, που είχαν υποφέρει υπό το Ναζιστικό ζυγό, εξεγέρθηκαν εναντίον ενός βασιλιά που είχε συνεργαστεί με τους κατακτητές. Η πορεία των Βαλλώνων εργατών προς τις Βρυξέλλες, στις 30 Ιούνη του 1950, οδήγησε στην αιματοχυσία του Fusillade de Frâce-Berleur, με 4 νεκρούς διαδηλωτές. Αποτέλεσμα ήταν το θρόνο να αναλάβει ο γιος του Λεοπόλδου, Beaudoin, ωστόσο τα γεγονότα άφησαν μια ακόμα παρακαταθήκη δημοκρατικών φρονημάτων για την πόλη της Λιέγης.
To 1954 ήταν η χρονιά που η Standard θα κατακτούσε το πρώτο τρόπαιο στην Ιστορία της. Ήταν παιχνίδι της μοίρας, ίσως, μια χρονιά μετά το τελευταίο πρωτάθλημα της RFCL να ξεκινήσει η εποποιία που θα όριζε την αλλαγή των ιστορικών συσχετισμών στην πόλη. Το Μάρτιο του 1954 η Standard έκαμπτε την αντίστασε της Sint-Truiden για τον γύρο των “32” ενώ τον Απρίλη απέκλεισε την Club Brugge με το επιβλητικό 5-1 και τη Daring στα προημιτελικά με 1-2. Στα τέλη του Μάη, επικράτησε της RFC Sérésien με 2-5, προκειμένου να αγωνιστεί στον μεγάλο τελικό της 6ης Ιουνίου, στο Stade du Centenaire (γνωστό και ως Jubilé ή Heysel και σήμερα Stade Roi Beaudoin). Με αντίπαλο την RC Mechelen η Standard άνοιξε το σκορ στο 1ο μόλις λεπτό με σκόρερ τον Sébastien Jacquemyns, ενώ πριν συμπληρωθεί το δεκάλεπτο ο Joseph Givard, που αγωνιζόταν σε θέση μέσα δεξιά (8) στο σύστημα 2-3-5 της εποχής, διπλασίασε τα τέρματα των Λιεζουά. Στο 30ο λεπτό ο Mannaerts μείωσε για την Mechelen, όμως στο 86ο λεπτό, ο αρχηγός και σέντερ φορ της Standard, Fernand Blaise, κλείδωσε τη νίκη και τον τίτλο για την ομάδα του, γράφοντας το τελικό 3-1. Αυτή ήταν η επίσημη είσοδος της Standard στο κλαμπ των μεγάλων συλλόγων του βελγικού ποδοσφαίρου.
Αυτή ήταν και η εξαιρετική πρώτη σεζόν μιας μεγάλης προσωπικότητας που αναδιαμόρφωσε αγωνιστικά τη Standard. Το καλοκαίρι του 1953 έφτασε στη Λιέγη ο Γάλλος προπονητής André Riou, ένας πρώην ποδοσφαιριστής από το Moulins της βόρειας Αρβέρνης που είχε συνδέσει το όνομά του προηγουμένως με τον σύλλογο της Toulouse. Ο Riou, είχε αγωνιστεί τη δεκαετία του 1930 στη Racing του Παρισιού (μετά το πέρασμα του Hogan) και στη συνέχεια στην Toulouse, προκειμένου να ξεκινήσει από εκεί την προπονητική του καριέρα. Είχε κερδίσει την Β’ κατηγορία της Γαλλίας το 1950 με την ομάδα της Stade Français – Red Star, πριν γίνει ο πρώτος επαγγελματίας προπονητής της Standard, μένοντας στην ιστορία ως “ο άνθρωπος με το μπερέ”.
Ο Riou στην πρώτη του χρονιά έφερε το πρώτο κύπελλο για τη Standard και στην τελευταία του σεζόν έβαλε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην Ιστορία του συλλόγου, όντας ο αρχιτέκτονας μιας πορείας που οδήγησε στο πρώτο πρωτάθλημα, τη σεζόν 1957-58. Σε μια κούρσα που κράτησε από την πρώτη ως την τελευταία αγωνιστική με ανταγωνίστρια την κάτοχο του τίτλου Antwerp, η Standard κατάφερε να εξασφαλίσει τον τίτλο στην ισοβαθμία χάρη σε ένα γκολ, αφού στα μεταξύ τους παιχνίδια είχε ηττηθεί με 1-0 στην Αμβέρσα, αλλά είχε επικρατήσει με 2-0 στο Sclessin. Οι πρώτοι πρωταθλητές με τα χρώματα της Standard ήταν οι Toussaint Nicolay (τερματοφύλακας), Jean Mathonet (αρχηγός), Maurice Bolsée, Gilbert Marnette, Henri Thellin, Joseph Happart, Karel Mallants, Jean Jadot, Joseph Givard, Jean Van Herck, André Piters ο λεγόμενος και Popeye, Denis Houf και Marcel Paeschen.

Η κατάκτηση του πρωταθλήματος σήμαινε και την πρώτη έξοδο της Standard στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, την επόμενη σεζόν. Με νέο προπονητή τον Ούγγρο-Τσεχοσλοβάκο Géza Kalocsay, ποδοσφαιριστή της ομάδας της Sparta Πράγας που είχε κατακτήσει το Mitropa cup το 1935, η ευρωπαϊκή πορεία της νεοφώτιστης Standard στον σχετικά νεαρό θεσμό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Στον 1ο γύρο, έκαμψε το εμπόδιο της σκωτσέζικης Hearts, κερδίζοντας με 5-1 στο Sclessin και χάνοντας με 2-1 εκτός έδρας, ενώ στους “16” αντιμετώπισε τη μεγάλη Sporting της Λισαβώνας, την οποία κέρδισε εκτός έδρας με 2-3 και διέλυσε με 3-0 στη Λιέγη. Στα προημιτελικά αντίπαλος ήταν η Reims του Juste Fontaine, που το καλοκαίρι του 1958 είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του Μουντιάλ της Σουηδίας πετυχαίνοντας 13 γκολ (επίδοση που μέχρι σήμερα δεν έχει ξεπεραστεί). Η Reims, που είχε αγωνιστεί μερικά χρόνια νωρίτερα στον παρθενικό τελικό της διοργάνωσης, τα βρήκε σκούρα στη Λιέγη, με τη Standard να επικρατεί με 2-0, χάρη σε γκολ των Jadot και Givard, όμως στον επαναληπτικό, ένα γκολ του Piantoni και 2 του μέγιστου σκόρερ Fontaine στέρησαν από τη Standard μια μεγάλη πρόκριση.
Η Standard θα ξαναβρισκόταν στην κορυφή του Βελγικού ποδοσφαίρου σε μια χρονιά που επίσης “χρωματίστηκε” από τη δράση του προλεταριακού στοιχείου της. Στις 30 Ιουνίου του 1960, το ιστορικό χρυσωρυχείο (ή διαμαντωρυχείο) του Βελγίου, μία χώρα που έγινε σύμβολο της στυγνής αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης, το Βελγικό Κονγκό, έγινε ανεξάρτητη χώρα, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, με πρώτο πρωθυπουργό τον Patrice Émery Lumumba, που δολοφονήθηκε το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς. Οι οικονομικές επιπτώσεις για το Βέλγιο ήταν τεράστιες, κάτι που οδήγησε τον πρωθυπουργό Gaston Eyskens να προτείνει την επιβολή ενός προγράμματος αυστηρής λιτότητας, το λεγόμενο Loi Unique, προκειμένου να απορροφηθεί η κρίση χρέους που προέκυψε από την απώλεια της αφρικανικής δεξαμενής αιματοβαμμένου πλούτου. Απάντηση των εργατών της Βαλλωνίας ήταν η τρομερή απεργία εκείνου του χειμώνα, με ηγέτη της τον André Renard από το σωματείο της FGTB, που κλιμακώθηκε στις 6 Ιανουαρίου του 1961. Αν και ο νόμος τελικά πέρασε στις 14 του Φλεβάρη, τα γεγονότα εκείνης της χρονιάς ανέδειξαν ένα πολιτικό σχίσμα μεταξύ των γλωσσικών περιοχών του Βελγίου, με τους εργάτες της Βαλλωνίας να αποκτούν μια ξεχωριστή “εθνική” ιδεολογική ταυτότητα, η οποία εξελίχθηκε με διάφορους τρόπους και ιδεολογικά παρακλάδια στις διάφορες πολιτικές αποχρώσεις του “βαλλωνισμού”.
Τη στιγμή που οι κόκκινες σημαίες της FGTB έφτιαχναν νέες πολύπλοκες πολιτικές ταυτότητες, ωστόσο, οι κόκκινες φανέλες της Standard, στην τελευταία σεζόν του Kalocsay, έβρισκαν και πάλι την πορεία προς το θρίαμβο, σε ένα πρωτάθλημα ιστορικό για την πόλη της Λιέγης, καθώς η Standard πήρε τον τίτλο, αφήνοντας δεύτερη την RFCL, με την επικράτηση αυτή να δείχνει κάτι περισσότερο από τον συσχετισμό της στιγμής, μια ιστορική πορεία. Αυτό θα ήταν και το πρώτο πρωτάθλημα μιας δεκαετίας που στην κορυφή θα εναλάσσονται αποκλειστικά η Standard και η Anderlecht, δημιουργώντας το μεγάλο δίπολο του βελγικού ποδοσφαίρου. Ήρωας εκείνης της ομάδας και κορυφαίος ποδοσφαιριστής της σεζόν ήταν ο Jean Nicolay, τερματοφύλακας που γεννήθηκε το 1937 στη συνοικία του Bressoux και αγωνίστηκε επίσης 39 φορές με την εθνική ομάδα του Βελγίου.
Les Rouches
Τη δεκαετία του 1960 η Standard θα επισημοποιούσε τη θέση της ως ενός εκ των γιγάντων του βελγικού ποδοσφαίρου και θα γινόταν και σημείο αναφοράς του βαλλωνικού ποδοσφαίρου, με τη φήμη του συλλόγου να φεύγει πολύ έξω από τα εθνικά σύνορα, καθώς οι επιτυχημένες πορείες στους ευρωπαϊκούς θεσμούς έκαναν το σωματείο ουσιαστικά πρέσβη της πόλης της Λιέγης σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο. Με τον εκμοντερνισμό της ποδοσφαιρικής παρακολούθησης μέσω της τηλεόρασης, η εικόνα από το Sclessin μπορούσε να φτάνει πολύ πέρα από τα όρια της πόλης και από τις περιγραφές, κυρίως του Luc Varenne, που εργαζόταν στο γαλλόφωνο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο RTBF, έγινε γνωστό το δημοφιλέστερο προσωνύμιο του συλλόγου: “Les Rouches”, που δεν είναι κάτι παραπάνω από την εκφορά της λέξης “οι κόκκινοι” (les rouges) με την ιδιαίτερη προφορά της Λιέγης.
Ο ίδιος εκμοντερνισμός αντικατοπτριζόταν και στην εικόνα της πόλης της Λιέγης, που για μια ακόμα εποχή μεταμορφωνόταν – όχι απαραίτητα όσο ονειρικά είχε σχεδιαστεί. Ένα μεγάλο πλάνο δημιουργίας υπόγειου σταθμού λεωφορείων στην Place St Lambert έμεινε για πολλά χρόνια στάσιμο, αφήνοντας για δεκαετίες μια τρύπα στο κέντρο της πόλης. Το 1967 χτίστηκε το κτήριο της Cité Administrative, ένας από τους πρώτους ουρανοξύστες της πόλης, που σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Jean Poskin και Henri Bonhomme. Την ίδια περίοδο στο Droixhe σχεδιάστηκε μια περιοχή που φιλοδοξούσε να γίνει ο παράδεισος του σύγχρονου τρόπου αστικής κατοίκησης. Μια σειρά από επιφανείς καλλιτέχνες, όπως οι Jo Delahaut, Pol Bury, Georges Collignon, Jean Rets και άλλοι, κόσμισαν με έργα τους τις εισόδους των νέων ουρανοξυστών-συγκροτημάτων κατοικιών. Όλα αυτά σε ένα σχέδιο αστικής δόμησης που συμπεριελάμβανε ό,τι χρειαζόταν για μια άνετη ζωή, όπως εμπορικά καταστήματα, ελεύθεροι χώροι παιχνιδιού, αθλητικές εγκαταστάσεις, σχολεία, βιβλιοθήκες, ιατρικό κέντρο και ένας μεγάλος κινηματογράφος.

Η Standard εκπροσωπώντας μια πόλη σε πλήρη βιομηχανική ανάπτυξη θριάμβευε στην Ευρώπη, καθώς η επιστροφή της στο Κύπελλο Πρωταθλητριών σημαδεύτηκε από ακόμα μία εκπληκτική πορεία. Στη διοργάνωση του 1961-62 κατάφερε να κερδίσει διαδοχικά τις Fredrikstad και Haka από τις Σκανδιναβικές χώρες, προκειμένου να αντιμετωπίσει στα προημιτελικά του θεσμού την ισχυρότατη Rangers της Γλασκώβης. Στην πρώτη αναμέτρηση, στο Sclessin, ο Claessen άνοιξε το σκορ για τους Rouches στο 7ο λεπτό, πριν ισοφαρίσει ο Wilson στο 18′. Με 2 γκολ του Crossan, στο 40′ και 51′ και ένα ακόμα του Vliers στο 56′, η Standard έπαιρνε όμως ένα εξαιρετικό προβάδισμα προκειμένου να βρεθεί ένα βήμα πιο μακριά από εκεί που έφτασε το 1959. Στον επαναληπτικό του Ibrox οι Rangers προηγήθηκαν με τον Brand στο 28ο λεπτό όμως δε μπορούσαν να σκοράρουν περισσότερο ώστε να καλύψουν την αρνητική διαφορά τριών τερμάτων. Τελικά κατάφεραν μόνο να τη μειώσουν, με ένα penalty που εκτέλεσε ο Caldow στο 89ο λεπτό και έτσι η Standard να πάρει τη μεγάλη πρόκριση για τα ημιτελικά, όπου θα αντιμετώπιζε την πεντάκις πρωταθλήτρια Ευρώπης, Real Μαδρίτης, που την προηγούμενη σεζόν είχε χάσει το στέμμα της από τη Benfica. Οι ημιτελικοί που διεξήχθησαν στις 22 Μαρτίου και 12 Απριλίου ήταν μια πολύ πιο δύσκολη υπόθεση και η Standard με δύο ήττες δεν κατάφερε να βρεθεί στον τελικό του Amsterdam.
Τη σεζόν 1962-63, σε ένα πρωτάθλημα που διεκδικούσαν με αξιώσεις τουλάχιστον 6 ομάδες, η Standard πέρασε την Anderlecht στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα στην 20η αγωνιστική, με 10 ακόμα να απομένουν για το τέλος της σεζόν. 5 αγωνιστικές αργότερα η Standard είχε πετύχει ακόμα 4 νίκες και η Andlerecht μόλις μία ισοπαλία, με την Antwerp και την RFCL να βρίσκονται 6 και 7 βαθμούς από την κορυφή αντίστοιχα. Η μεγάλη αυτή διαφορά (με το σύστημα βαθμολογίας 2-1-0 τότε) έμοιαζε να κινδυνεύει μόνο μετά το πέρασμα της Anderlecht από το Sclessin και την ήττα της Standard με 0-1, στην 26η αγωνιστική (που ήταν η εξ’ αναβολής 23η). Με 4 νίκες στους τελευταίους 4 αγώνες, ωστόσο, οι Standardmen πανηγύρισαν ακόμα έναν εθνικό τίτλο, φτάνοντας τα 3 πρωταθλήματα και έχοντας μάλιστα στις τάξεις τους τον πολυτιμότερο παίχτη του πρωταθλήματος, τον τερματοφύλακα Jean Nicolay, που εξελισσόταν σε θρύλο του Sclessin.
Την επόμενη τριετία η Standard δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί στο πρωτάθλημα την άσπονδη εχθρό Anderlecht, όμως στις 8 Ιουνίου του 1966 δόθηκε η ευκαιρία για τη μεγάλη σύγκρουση των δύο γιγάντων, στον τελικό του Κυπέλλου που διεξήχθη στο Heysel. Η Standard, στης οποίας την τεχνική ηγεσία βρισκόταν ο Γιουγκοσλάβος Michel (Milorad) Pavić, επικράτησε χάρη στο γκολ που πέτυχε στο 32ο λεπτό ο Λιμβουργέζος αμυντικός Nico Dewalque, πετυχαίνοντας μια νίκη με πολλούς συμβολισμούς καθώς πέρα από το γεγονός ότι έκαμψε την αντίσταση της μεγάλης αντιπάλου της διέθετε πλέον στην τροπαιοθήκη της 3 πρωταθλήματα και 2 κύπελλα, ισοφαρίζοντας τα 5 τρόπαια (πρωταθλήματα) της συμπολίτισσας RFCL.
Αυτή η κατάκτηση του Κυπέλλου, ωστόσο, ήταν και το εισιτήριο για μια ακόμα θριαμβευτική πορεία στην Ευρώπη, στο Κύπελλο Κυπελλούχων του 1966-67. Στη δεύτερη τη τάξη ευρωπαϊκή διοργάνωση, η Standard απέκλεισε τη Valur από την Ισλανδία, με το ματς στο Dufrasne να λήγει με το εμφατικό 8-1, ενώ στους επόμενους γύρους πέρασε επιτυχώς τις εξετάσεις της απέναντι στον Απόλλωνα Λεμεσού και τη Chemie Leipzig. Στα προημιτελικά το εμπόδιο της Vasas αποδείχθηκε πιο δύσκολο, καθώς την 1η Μαρτίου του 1967 οι Ούγγροι επικράτησαν με 2-1 στο Györ, με τον Semmeling ωστόσο να σημειώνει ένα “χρυσό” (όπως αποδείχθηκε) γκολ στο 85ο λεπτό. Στον επαναληπτικό, οι Claessen και Jurkiewicz έγραψαν το 2-0 για τη Standard που μέσα σε μια δεκαετία βρέθηκε για δεύτερη φορά σε ημιτελικά ευρωπαϊκής διοργάνωσης, ξεπερνώντας και σε αυτή την άτυπη σύγκριση την RFCL που είχε φτάσει νωρίτερα στα ημιτελικά του Κυπέλλου Εκθέσεων, του προγόνου του Κυπέλλου UEFA. Στα ημιτελικά, αν και δε γνώρισε συντριβή, όπως είχε συμβεί με τη Ρεαλ το 1962, ηττήθηκε με 2-0 εκτός έδρας και 1-3 εντός έδρας από τη Bayern Μονάχου, χάνοντας την ευκαιρία να διεκδικήσει το ευρωπαϊκό τρόπαιο στον τελικό της Νυρεμβέργης.
Με το τέλος της δεκαετίας, απέμενε ο εκθρονισμός της Anderlecht από την κορυφή του βελγικού πρωταθλήματος, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε χωρίς μεγάλη πίεση. Αυτό έγινε τη σεζόν 1968-69, όταν υπό τις οδηγίες του René Hauss, που είχε έρθει από την RC Strasbourg, οι Rouches ξαναβρήκαν τη γη της επαγγελίας. Πρωταγωνιστής εκείνης της σεζόν ήταν ο Wilfried Van Moer, ο γεννημένος το 1945 στο Beveren μέσος, που αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίχτης του πρωταθλήματος για δεύτερη φορά, μετά το 1966 που το είχε καταφέρει ως ποδοσφαιριστής της Antwerp. Ωστόσο, αιχμή του δόρατος της Λιεζουά επίθεσης ήταν ο Ούγγρος Antal Nagy, που σε 28 συμμετοχές στο πρωτάθλημα έστειλε τη μπάλα 20 φορές στα αντίπαλα δίχτυα.
Την επόμενη σεζόν ο Nagy αποχώρησε με μεταγραφή για την Antwerp αλλά οι Rouches του Hauss, με ηγέτη και πρωταγωνιστή τον Van Moer που ξανακέρδισε τον τίτλο του πολυτιμότερου παίχτη του πρωταθλήματος, έκαναν μια εκπληκτική πορεία με 22 νίκες, 5 ισοπαλίες και 3 ήττες, προκειμένου να κερδίσουν για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το πρωτάθλημα, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Αυτό σήμαινε ότι η Standard πλέον είχε όσα πρωταθλήματα και η RFCL, είχε σταθερή παρουσία στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και είχε αναδειχθεί στον de facto εκπρόσωπο του Βαλλωνικού ποδοσφαίρου μέσα από μια διαμάχη με την Anderlecht που άφησε μια θρυλική ιστορική παρακαταθήκη. Η χρυσή τριετία του Hauss ολοκληρώθηκε την επόμενη σεζόν, στην οποία η Standard με υπερόπλο στην επίθεση τον Γερμανό Erwin Kostedde, που πέτυχε 26 γκολ σε 27 αγώνες, κατάφερε να τερματίσει με ένα βαθμό περισσότερο από την Brugges την κούρσα του πρωταθλήματος, παρά τον μηδενισμό στο παιχνίδι με την Antwerp εκτός έδρας (το οποίο η Standard είχε κερδίσει με 0-2) για τη χρήση περισσότερων από τους επιτρεπόμενους ξένους παίχτες στο γήπεδο.
Ο θάνατος του άνθρακα και το κύκνειο άσμα
Η χρυσή αυτή τριετία, καθώς και η απόλυτη κυριαρχία της Standard και της Anderlecht στο βελγικό πρωτάθλημα, θα τελείωνε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μιας δεκαετίας στην οποία τελείωσε και το ευρωπαϊκό όνειρο της ευημερίας. Σε πολλές χώρες της δυτικής Ευρώπης έχει περάσει στη συλλογική μνήμη η ύπαρξη των “ένδοξων τριάντα” (trente glorieuses) χρόνων, δηλαδή των τριών δεκαετιών από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Η αλματώδης ανάπτυξη του ευρωπαϊκού και γενικότερα του δυτικού καπιταλισμού, που υπό το βάρος και του ιδεολογικού ανταγωνισμού με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και την ύπαρξη ισχυρών εργατικών κινημάτων σε κάθε χώρα μπόρεσε να παραχωρήσει δικαιώματα και καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας στην εργατική τάξη των χωρών αυτών, έφτανε στο τέλος της. Η λεγόμενη “πετρελαϊκή κρίση” που εκδηλώθηκε ως κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου το 1973 συνέπεφτε με την είσοδο στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά χωρών έξω από τον παραδοσιακό Ευρωπαϊκό και Βορειοαμερικανικό χώρο παραγωγής ενέργειας. Η Ιαπωνία και η Βραζιλία εισήλθαν ως ισχυροί παίχτες στην αγορά ενέργειας, την ίδια στιγμή που ο άνθρακας δεν ήταν πια η απαραίτητη ενεργειακή πρώτη ύλη που χρειαζόταν η βιομηχανία, όπως συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες και ο χάλυβας παραγόταν φτηνότερα σε άλλους τόπους. Έτσι, η μεγάλη πλουτοπαραγωγική ζώνη της Λιθανθρακοφόρου Ζώνης, ξεκίνησε να ζει μια μεγάλη ιστορική ύφεση.
Στη Λιέγη αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνεται στους αριθμούς των εργαζόμενων στο εμβληματικό εργοστάσιο Cockerill. To 1957 στη συγκεκριμένη μονάδα εργάζονταν 45,000 άνθρωποι, ενώ ακριβώς πριν το χτύπημα της μεγάλης κρίσης, το 1974, ο αριθμός αυτός είχε φτάσει τους 65,000. Μία δεκαετία αργότερα, το 1984, μόλις 18,700 εργάτες αποτελούσαν το δυναμικό του ιστορικού εργοστασίου, με τον αριθμό να μειώνεται στους 12,100 εργάτες το 1988.
Η οικονομική ύφεση στην πόλη της Λιέγης αντικατοπτριζόταν και στην πορεία της Standard, που παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στο επίκεντρο των διαξιφισμών του ποδοσφαιρικού παρασκηνίου, χάρη στον Roger Petit, δε μπορούσε να κοντράρει τις ομάδες της Φλάνδρας επάξια, με την Brugge να αναδεικνύεται ως μια νέα μεγάλη δύναμη του βελγικού ποδοσφαίρου, κερδίζοντας το 1973 το πρώτο πρωτάθλημα (και δεύτερο συνολικά) μετά από 53 χρόνια. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας η Brugge είχε φτάσει συνολικά τα 6 πρωταθλήματα, φτάνοντας τη Standard στον σχετικό ιστορικό πίνακα, ενώ το 1978 αγωνίστηκε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, χάνοντας στο Wembley από τη μεγάλη Liverpool του Bob Paisley με γκολ του Dalglish στο 64ο λεπτό.
Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν μια “στεγνή” δεκαετία ώστε να έρθει η στιγμή των τελευταίων θριάμβων, που αποτέλεσαν ουσιαστικά το κύκνειο άσμα εκείνης της χρυσής εποχής για τη Standard. Ήταν η εποχή που σημαδεύτηκε από την παρουσία μερικών από τους μεγαλύτερους θρύλους του βελγικού ποδοσφαίρου στο Sclessin. Εξέχων μεταξύ αυτών ήταν ο Eric Gerets, δεξί μπακ, που γεννήθηκε στο Rekem το 1954 και έμεινε στην Ιστορία με το προσωνύμιο “το λιοντάρι του Rekem”. Ο Gerets σε 11 σεζόν που φόρεσε τη φανέλα της Standard έγραψε 413 συμμετοχές πετυχαίνοντας 30 γκολ, πριν μεταγραφεί στη Milan. Άλλη μεγάλη φυσιογνωμία ήταν ο θρυλικός Βέλγος τερματοφύλακας Michel Preud’homme, γεννημένος το 1959 στο Ougrée στα νότια περίχωρα της Λιέγης. Στον πάγκο της Standard καθόταν μία τεράστια μορφή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, ο αναμορφωτής της Brugge, ένας προπονητής που συνέδεσε το όνομα του με την πορεία του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης μετά την εποποιία της Σχολής του Δούναβη, ο Ernst Happel.

Αυτή η θρυλική ομάδα της Standard βρήκε τον πρώτο τίτλο της στις 7 του Ιούνη του 1981, όταν αντιμετώπισε στο Heysel των Βρυξελλών τη Lokeren για τον τελικό του Κυπέλλου. Η επικράτηση των Rouches ήταν κάτι περισσότερο από άνετη, καθώς με γκολ των Edström, Daerden, Tahamata και Önal, δηλαδή 4 παιχτών με 4 διαφορετικές υπηκοότητες πριν την μετά-Bosman εποχή, κέρδισε με 4-0 για να προσθέσει το 4ο κύπελλο στην τροπαιοθήκη της. Το 1981 συνέβη όμως ακόμα ένα σημαντικό γεγονός για τη Standard, ακόμα κι αν δεν ήταν υπό τον έλεγχό της. Στο τέλος της σεζόν, η Beerschot, ομάδα από τα νότια περίχωρα της Αμβέρσας, υποβιβάστηκε, παρά το γεγονός ότι τερμάτισε στη 15η θέση του πρωταθλήματος των 18 ομάδων, λόγω της αποκάλυψης ενός σκανδάλου από το σύλλογο του Beringen. Η υπόθεση οδήγησε στον υποβιβασμό της και έτσι τελείωσε ένα σερί 65 συνεχόμενων παρουσιών στην ελίτ. Από τη σεζόν του 1981-82 η Standard θα ήταν ο σύλλογος με την πιο μακρά αδιάκοπη παρουσία στην πρώτη κατηγορία του βελγικού ποδοσφαίρου.
Το κύπελλο του 1981 ήταν μόνο η αρχή για εκείνη την ομάδα, που τη σεζόν 1981-82 διέπρεψε, καταγράφοντας ίσως την καλύτερη σεζόν στην ιστορία του συλλόγου. Στον πάγκο τον Ernst Happel αντικατέστησε ο Raymond Goethals, ο προπονητής που αργότερα θα κέρδιζε το Champions League με τη Marseille, βάζοντας έτσι ένα ορόσημο στο γαλλικό ποδόσφαιρο. Τη Standard του Gerets και του Preud’homme ενίσχυσε ο ερχομός του Arie Haan, μέσου του θρυλικού Ajax των αρχών της δεκαετίας του ’70, που κατηφόρησε στη Λιέγη μετά από μια εξαετή θητεία στην Anderlecht.
Στο πρωτάθλημα η Standard με μια σταθερή αλλά όχι υπερηχητική πορεία κατάφερε να επικρατήσει, ολοκληρώνοντας τη σεζόν μπροστά από την Anderlecht και προσθέτοντας το 7ο πρωτάθλημα στην τροπαιοθήκη της. Όμως η σεζόν σημαδεύτηκε από τη μνημειώδη ευρωπαϊκή πορεία στο Κύπελλο Κυπελλούχων. Στον πρώτο γύρο η μαλτέζικη Floriana αποδείχθηκε αντίπαλος πολύ κατώτερος των προσδοκιών, με το σκορ στο Sclessin να σταματάει στο 9-0. Στον δεύτερο γύρο, μια παλιά γνώριμη, η ουγγρική Vasas, αυτή τη φορά δεν έβαλε δύσκολα στη Standard, η οποία με νίκες 0-2 εκτός και 2-1 εντός πέρασε στον επόμενο γύρο. Στα προημιτελικά ωστόσο, αντίπαλος ήταν η ανερχόμενη Porto, που ακόμα δεν κυριαρχούσε στο πορτογαλικό ποδόσφαιρο, όμως ξεκινούσε μια πορεία που λίγα χρόνια αργότερα θα έφτανε στην ευρωπαϊκή κορυφή. Η Standard κατάφερε με γκολ του Engelbert και αυτογκόλ του Gabriel να κερδίσει με 2-0, ώστε όταν ο Jean-Michel Lecloux σκόραρε στο Estádio das Antas να έχει ουσιαστικά κλειδώσει τη νίκη, στον επαναληπτικό που τελικά έληξε ισόπαλος με σκορ 2-2. Η μεγάλη πρόκληση ήταν ασφαλώς τα ημιτελικά, όπου η Standard έπρεπε να φτάσει πιο μακριά από τις προηγούμενες δύο φορές. Ο εκτός έδρας αγώνας έβαλε τα θεμέλια, καθώς χάρη στο γκολ του Daerden οι Rouches αποχώρησαν νικητές από το Στάδιο Lenin της Τυφλίδας, με αντίπαλο την τοπική Dinamo, ενώ στον επαναληπτικό και πάλι ο Daerden διαμόρφωσε το ίδιο σκορ για να στείλει τους Standardmen στον τελικό της Βαρκελώνης.
Όταν ο τελικός μιας ευρωπαϊκής διοργάνωσης γίνεται στο Camp Nou, υπό τα βλέμματα 100,000 θεατών, ο τελευταίος αντίπαλος που θα ήθελε κανείς να αντιμετωπίσει είναι σίγουρα η Barcelona. Η καταλανική θρυλική ομάδα ήταν ωστόσο η αντίπαλος της Standard το βράδυ της 12ης Μαΐου του 1982 και παρ’όλα αυτά το παιχνίδι ξεκίνησε πολύ καλά για τη βαλλωνική ομάδα, καθώς ο Guy Vandermissen άνοιξε το σκορ για τους τυπικά και πάνω απ’όλα ουσιαστικά φιλοξενούμενους στο 8ο λεπτό. Στην εκπνοή του ημιχρόνου, ωστόσο, η Barcelona ισοφάρισε με τον Simonsen και τελικά ο Quini με γκολ στο 63ο λεπτό στέρησε έναν ευρωπαϊκό τίτλο από την Ιστορία της Standard.

Η σεζόν του 1982, ωστόσο, πέρα από τον ευρωπαϊκό τελικό, στιγματίστηκε και από το σκάνδαλο Standard-Waterschei. Οι δύο ομάδες αγωνίζονταν μεταξύ τους στο Sclessin για την τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος, στις 8 Μαΐου, ενώ στις 12 του ίδιου μήνα η Standard θα έπαιζε ευρωπαϊκό τελικό στη Βαρκελώνη. Η εκτός έδρας ήττα της Standard από τη Waregem στην 31η αγωνιστική, στις 18 Απριλίου, είχε φέρει την κατάσταση σε ένα οριακό σημείο, με τους Rouches να βρίσκονται μόλις 1 βαθμό μπροστά από την Anderlecht. Στη συνέχεια η Anderlecht ήρθε ισόπαλη στην 33η αγωνιστική, με τη Standard να απέχει 2 βαθμούς και να της αρκεί μία ισοπαλία στον τελευταίο αγώνα για να κερδίσει το πρωτάθλημα. Προκειμένου να εξασφαλίσει τον τίτλο του πρωταθλήματος αλλά να προστατεύσει και παίχτες από τραυματισμό για τον ευρωπαϊκό τελικό, ο Roger Petit κινήθηκε στο παρασκήνιο προκειμένου να συμφωνήσει ένα θετικό αποτέλεσμα για την ομάδα του. Τελικά η Standard κέρδισε εκείνο το παιχνίδι με 3-1, ακόμα κι αν αρκούσε η ισοπαλία που φαίνεται ότι συμφωνήθηκε, αλλά το σκάνδαλο θα είχε ιστορικές επιπτώσεις.
Η Standard του Goethals έγινε η δεύτερη ομάδα στην ιστορία του συλλόγου που κέρδιζε δύο σερί πρωταθλήματα, το 1983, ανεβαίνοντας παράλληλα στην 3η θέση της διασυλλογικής κατάταξης της UEFA, την ίδια χρονιά, ισοβαθμώντας με τη θρυλική Liverpool, πίσω από τις Barcelona και Real Μαδρίτης. Ωστόσο, η έρευνα και διαλεύκανση του σκανδάλου Standard-Waterschei ανέδειξε τις ευθύνες του Petit, οδηγώντας τελικά στην απομάκρυνσή του από το σύλλογο που υπηρετούσε για σχεδόν 40 χρόνια. Αυτό ήταν ένα σοκ για τη Standard που στο απόγειό της έχανε τον σημαντικότερο και σίγουρα εμβληματικότερο διοικητικό στέλεχός της. Μέσα σε ένα κλίμα ύφεσης, με τη μετατροπή της Λιέγης σε ένα φάντασμα ενός ονείρου του παρελθόντος, την ουσιαστική γκετοποίηση του “παραδείσου” του Droixhe και τη στασιμότητα στην πόλη, η εποποιία της ομάδας του Goethals ήταν το κύκνειο άσμα όχι μόνο για ένα σύλλογο, αλλά και για τον συμβολισμό της ευημερίας και της ανάπτυξης σε μια πόλη που ενσάρκωσε τη βιομηχανική ατμομηχανή της δυτικής Ευρώπης για περίπου έναν αιώνα.
Τα πέτρινα χρόνια
Από τη μια η απομάκρυνση του Petit και από την άλλη οι οικονομικές συνθήκες που δυσχαίρεναν στην πόλη της Λιέγης, συνέθεταν ένα σκηνικό μέσα στο οποίο ήταν πολύ πιο δύσκολο να συνεχιστεί η προηγούμενη ανάπτυξη. Το 1977 είχε ήδη αποχωρήσει από την προεδρία του συλλόγου ο αρχιτέκτονας της μεταπολεμικής Standard, Paul Henrard, ενώ ο Charles Huriaux, που κρατούσε τα διοικητικά ινία του συλλόγου την περίοδο της τελευταίας θριαμβευτικής πορείας του, παρέδωσε το 1986 τη σκυτάλη στον Camille Heusghem. Στα πρωταθλήματα που ακολούθησαν η Standard αδυνατούσε να βρεθεί στο επίπεδο των Anderlecht και Brugge, που δημιούργησαν ένα νέο δίπολο, που κρατάει ως τις μέρες μας, το οποίο δεν έχει το ίδιο ιδεολογικό βάθος με την αντιπαλότητα της Standard με την Anderlecht, αλλά είναι στο επίκεντρο όσο αφορά τη διεκδίκηση των τίτλων. Μάλιστα, τη σεζόν 1987-1988 η Standard ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα στη 10η θέση της βαθμολογίας, χάνοντας μάλιστα την πρωτοκαθεδρία και στην ίδια την πόλη της Λιέγης μετά από πολλά χρόνια, καθώς η RFCL τερμάτισε στην 5η θέση, έχοντας συγκεντρώσει 14 περισσότερους βαθμούς.
Το ίδιο σκηνικό, με την αναγεννημένη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 RFCL επαναλήφθηκε την επόμενη σεζόν και η Standard, που το 1988-89 ισοφάριζε το ρεκόρ συνεχόμενης παρουσίας στην Α’ κατηγορία της Beerschot, έβλεπε την ιστορική εντός των τειχών αντίπαλο να βρίσκεται σε θέση που μπορεί να αναποδογυρίσει μια ανατροπή που είχε συντελεστεί τις προηγούμενες δεκαετίες. Το 1988 όμως τις τύχες του συλλόγου ανέλαβε ο Jean Wauters, ένας επιχειρηματίας γεννημένος στο βιομηχανικό Herstal, στα βόρεια της πόλης, που ανέλαβε να ξανατονώσει την ομάδα του Sclessin. To 1989-90, η Standard έγινε η ομάδα με τις περισσότερες συνεχόμενες παρουσίες στην ιστορία της Α’ κατηγορίας, όμως η RFCL, που τερμάτισε 12η στο πρωτάθλημα, κατάφερε έναν αναπάντεχο θρίαμβο. Στις 19 Μαΐου, η άσπονδη εχθρός, καθοδηγούμενη από τον Robert Waseige, έναν προπονητή που συνέδεσε το όνομά του με την ιστορία της Standard αλλά και γενικότερα του βαλλωνικού και συνολικότερα του βελγικού ποδοσφαίρου, κέρδιζε στο Heyzel την Germinal του Ekeren με 2-1 για να ξαναφέρει έναν τίτλο στην άλλη μεριά της Λιέγης, αυξάνοντας τα τεμάχια στην τροπαιοθήκη της μετά από 37 χρόνια, φτάνοντας την ίδια σεζόν και στα προημιτελικά του Κυπέλλου UEFA, όπου αποκλείστηκε από τη Werder Βρέμης.
Η αρχή της δεκαετίας του 1990, ωστόσο, έδειξε ότι αυτή η πορεία ανατροπής συσχετισμών δε θα συνεχιζόταν. Το 1992 η Standard ξαναβρήκε την έξοδο στην Ευρώπη, κατακτώντας την 3η θέση στο πρωτάθλημα, τη στιγμή που η RFCL βρισκόταν και πάλι στο βάθος του βαθμολογικού πίνακα, ενώ το 1993, η Standard του Arie Haan, που πλέον είχε επιστρέψει ως προπονητής, αντιμετώπισε στον τελικό του Κυπέλλου τη Charleroi του Waseige και μέσα στο γήπεδο Vanden Stock της μισητής Anderlecht, που φέρει το όνομα του αιώνιου προσωπικού αντιπάλου του Petit, κέρδισε με γκολ των Henk Vos και Philippe Léonard έναν ακόμα τίτλο.

Στην πολύ πιο εμπορευματοποιημένη εποχή του ποδοσφαίρου, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι σύλλογοι της αποβιομηχανοποιημένης Λιέγης πάσχιζαν να βρουν το βηματισμό τους. Η Standard κατάφερε να διεκδικήσει μέχρι τέλους το πρωτάθλημα του 1994-95, το οποίο έχασε για ένα βαθμό από την Anderlecht, όμως εκείνη η σεζόν αποτέλεσε χαριστική βολή για την RFCL, η οποία υπό το βάρος των οικονομικών προβλημάτων κατέρρευσε, τερματίζοντας στην τελευταία θέση και αποχαιρετώντας τη μεγάλη κατηγορία μετά από 50 συνεχόμενες συμμετοχές. Επιπροσθέτως, η Λιέγη βρέθηκε στο επίκεντρο του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού ενδιαφέροντος, καθώς η υπόθεση ενός ποδοσφαιριστή της RFCL που απαιτούσε το δικαίωμα να μπορέσει να αγωνιστεί σε όποια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση το κοινοτικό δίκαιο άλλαξε για πάντα τους όρους του επιχειρηματικού παιχνιδιού στο ποδόσφαιρο. Ο Jean-Marc Bosman, που είχε αγωνιστεί στη Standard για 5 σεζόν μεταξύ του 1983 και 1988, καταγράφοντας 86 συμμετοχές και 3 γκολ, μεταπήδησε στην RFCL, στην οποία αγωνίστηκε μόλις 3 φορές. Απαιτώντας την εφαρμογή της Συνθήκης της Ρώμης και στο ποδόσφαιρο κατάφερε ένα συντριπτικό πλήγμα στις παλιές τακτικές διοίκησης των συλλόγων στην Ευρώπη, ενώ και ο ίδιος υπήρξε θύμα της κατάστασης, χωρίς να βρίσκει ξανά ομάδα για να αγωνιστεί, βλέποντας στη συνέχεια τη ζωή του να διαλύεται. Θύμα αυτής της κατάστασης ήταν όμως και η RFCL, η οποία βρέθηκε στο χείλος της καταστροφής, αναγκάστηκε να συγχωνευθεί με την FC Tilleur για να επιβιώσει και να κρατήσει το ιστορικό matricule 4 και τα τελευταία 30 χρόνια έχει βρεθεί μόλις για 1 σεζόν στην πρώτη κατηγορία.
Η μετριότητα όμως χαρακτήριζε και την πορεία της Standard, που ενώ είχε “καθαρίσει” το τοπίο στην πόλη, εξελισσόμενη στον μοναδικό σύλλογο που την εκπροσωπεί στην ελίτ του εθνικού ποδοσφαίρου, δε μπορούσε να βρει τις δόξες των προηγούμενων δεκαετιών, περιοριζόμενη σε θέσεις που οδηγούσαν μόλις σε μερικές συμμετοχές στο Intertoto, όντας μακριά από τις πρωταγωνίστριες ομάδες της εποχής. Η δεύτερη αυτή κάθοδος είχε ναδίρ το 1998, όταν η Standard τελείωσε το πρωτάθλημα στην 9η θέση, έχοντας συγκεντρώσει μέσα στη σεζόν σχεδόν τους μισούς βαθμούς από την πρωταθλήτρια Brugge (43 έναντι 84). Στη ζοφερή αυτή στιγμή εμφανίστηκε ο Robert Louis-Dreyfus, ένας Γάλλος επιχειρηματίας που τότε ήταν και CEO της Adidas και παράλληλα ιδιοκτήτης της Marseille. Ο Dreyfus αναδιοργάνωσε το σύλλογο, ρίχνοντας ιδιαίτερο βάρος στις ακαδημίες, από τις οποίες τα επόμενα χρόνια βγήκαν μερικοί από τους πιο εμβληματικούς παίχτες του βελγικού ποδοσφαίρου, όπως ο Steven Defour, ο Axel Witsel και ο Marouane Fellaini. Ο Dreyfus ήταν ουσιαστικά ο πρώτος ιδιοκτήτης της Standard που συμβάδιζε με τις απαιτήσεις της νέας ποδοσφαιρικής βιομηχανίας και η Standard μπόρεσε αρχικά τουλάχιστον να αποφύγει μία μοίρα αντίστοιχη με εκείνη της RFCL.
Η μεταβιομηχανική εποχή
Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα η Λιέγη έμοιαζε με ένα απομεινάρι του παρελθόντος, με μια βιομηχανία που αλλού είχε εξαφανιστεί και αλλού αργοπέθαινε, με την αναγκαιότητα να βρεθεί ένα νέο πλάνο για την επιβίωση και ανάπτυξη της πόλης. Η στρατηγική της θέση, αυτή που κατανόησε 15 αιώνες νωρίτερα ο Επίσκοπος Monulphe, έγινε η βάση για την ανάπτυξη ενός νέου σχεδίου. Η μεγαλύτερη υποδομή που κληρονόμησε η πόλη από τη Βιομηχανική επανάσταση ήταν το παραποτάμιο λιμάνι της, το 3ο μεγαλύτερο στην Ευρώπη, το οποίο συνδέεται με τα 2 μεγαλύτερα λιμάνια της ηπείρου, του Ρότερνταμ και της Αμβέρσας. Η Λιέγη είναι επίσης ένα σταυροδρόμι μεταξύ πολλών σημαντικών πόλεων, όπως οι Βρυξέλλες, η Αμβέρσα, το Λουξεμβούργο, το Μαάστριχτ, το Ρότερνταμ, το Άαχεν, η Κολόνια, το Στρασβούργο, ακόμα και το Παρίσι που οδικώς απέχει 4 ώρες, μόλις 2 με το TGV. Έτσι ήταν σχεδόν προφανής η επιλογή να αρχίσει να μεταμορφώνεται σε ένα διαμετακομιστικό κέντρο, με τη δημιουργία ενός τεράστιου εμπορευματικού αεροδρομίου και την ανάπτυξη σιδηροδρομικών γραμμών μεγάλης ταχύτητας, που συμπληρώνουν την ύπαρξη του λιμανιού της.

Την ίδια στιγμή, το προαιώνιο δίπολο μεταξύ βιομηχανίας και πνευματικού κέντρου έβρισκε αυτή τη φορά μια συνθετική διέξοδο δίνοντας βάρος στο δεύτερο. Η τόνωση της καινοτομίας, στην περιοχή του Sart-Tilman, γύρω από το Πανεπιστήμιο, αποτέλεσε προτεραιότητα, με την προσέλκυση εταιριών που δραστηριοποιούνται στους τομείς της βιοτεχνολογίας και της διαστημικής. Όμως αυτή η λύση, όσο κι αν μπορούσε να δώσει διέξοδο στα κεφάλαια που βρίσκονταν ή περνούσαν από την πόλη, δε μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της επιβίωσης και της εργασίας για το τεράστιο βιομηχανικό προλεταριάτο που ήταν επίσης η κληρονομιά μιας υπεραιώνιας πορείας υπερεκμετάλλευσης των παραγωγικών δυνατοτήτων της πόλης. Την ίδια στιγμή, το προλεταριάτο αυτό που αρχικά είχε μπολιαστεί με τους Ιταλούς εργάτες, στη συνέχεια με Έλληνες και Ισπανούς πολιτικούς εξόριστους και αργότερα με εργάτες από το Μαρόκο και την Τουρκία που ήρθαν επίσης με διμερείς συμφωνίες, άρχισε να συμπεριλαμβάνει και πρόσφυγες από τόπους πολέμου και πλήρους εξαθλίωσης που με καραβάνια έφταναν από χώρες της Αφρικής και της Ασίας, δημιουργώντας ένα πολυπολιτισμικό μωσαϊκό φτώχειας και ανέχειας σε ένα μεγάλο κομμάτι της πόλης και μερικές νησίδες υψηλής ειδίκευσης και έντονης τοποθέτησης κεφαλαίων. Αυτοί οι δύο κόσμοι μοιάζουν να μη συναντιούνται, η γεωγραφία της πόλης είναι τέτοια που επιτρέπει να συνυπάρχουν αλλά να μην ακουμπάει ο ένας τον άλλον ποτέ.
Η Standard όμως είναι η ομάδα του βιομηχανικού και προλεταριακού Sclessin, απέναντι από το εργοστάσιο του Cockerill που το 1998 ιδιωτικοποιήθηκε και πέρασε στα χέρια της γαλλικής Usinor, προκειμένου να παρακμάσει στα χέρια των νέων ιδιοκτητών του και τελικά να κλείσει το 2014. Είναι η ομάδα των εργατών που αντιμετωπίζουν σταθερά διψήφια ποσοστά ανεργίας μέσα στον 21ο αιώνα και η παρουσία του Louis-Dreyfus στην αρχή του millennium μόνο ως παρουσία Μεσσία μπορούσε να χαρακτηριστεί, όσο αφορά τα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα του συλλόγου.
Η Standard που τη δεκαετία του 2000 είχε σχεδόν καπαρώσει την άτυπη 3η θέση στη σειρά δυναμικότητας του βελγικού ποδοσφαίρου, πίσω από την Anderlecht και τη Brugge, ξαναείδε έναν μεγάλο ποδοσφαιριστή να φοράει τη φανέλα της το 2004. Ο Sergio Conceição, μετά από μία αποτυχημένη δεύτερη θητεία στη Lazio και ένα σύντομο πέρασμα από την Porto, έφτασε στη βαλλωνική γη. Η πρώτη του χρονιά στη Standard ήταν εκπληκτική, καθώς σε 34 συμμετοχές πέτυχε 11 γκολ, έχοντας μεγάλη ευθύνη στη δημιουργία του παιχνιδιού της ομάδας που προπονούσε ο Dominique D’Onofrio, που είχε διαδεχθεί τον Waseige μετά το τελευταίο πέρασμά του από το Sclessin. Ο Conceição αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίχτης του πρωταθλήματος το 2005, με τη Standard να τερματίζει στην 3η θέση και να υπάρχει λόγος, στην εμπορευματοποιημένη εποχή του σπορ, να πουληθούν φανέλες ενός παίχτη σε όλη την πόλη και ακόμα παραπέρα.

Η εποχή του θριάμβου ξαναήρθε τη σεζόν 2007-08, με τη Standard να βρίσκεται στο μεταξύ σταθερά στην πρώτη τριάδα του πρωταθλήματος. Στον πάγκο της ομάδας βρισκόταν ο εμπβληματικός τερματοφύλακας της Standard και της εθνικής Βελγίου, Michel Preud’homme και στον αγωνιστικό χώρο ο 20χρονος Axel Witsel οδηγούσε τους Rouches, που στην 4η αγωνιστική βρέθηκαν για πρώτη φορά στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα, προσπερνώντας τη Ghent. Ακολουθώντας για μεγάλο διάστημα μέσα στο χειμώνα τη Brugge, η Standard ξαναβρέθηκε στην κορυφή στην 24η αγωνιστική προκειμένου να κατακτήσει ένα πρωτάθλημα με τη μεγαλύτερη διαφορά στην ιστορία της, ολοκληρώνοντας τη σεζόν με 22 νίκες, 11 ισοπαλίες και μόλις μία ήττα εκτός έδρας από τη Charleroi.
Το κατόρθωμα των ομάδων των αρχών του ’70 και του ’80 επαναλήφθηκε το 2009, με τη Standard να κατακτά ξανά δεύτερο σερί τίτλο, αυτή τη φορά υπό την ηγεσία του Ρουμάνου τεχνικού László Bölöni, που ήταν ήδη γνωστός για το πέρασμά του από τη Sporting Λισαβώνας, το οποίο συνδιάστηκε με την ανάπτυξη και αξιοποίηση του ταλέντου των ακαδημιών, κάτι που αποτελούσε πρωταρχικό στόχο του πλάνου του Louis-Dreyfus για τη Standard.
Όμως, στις 4 Ιούλη του 2009 ο Louis-Dreyfus πέθανε, ύστερα από μια μακρά μάχη με τη λευχαιμία και ο Ελβετός Reto Stiffler που εκτελούσε χρέη προέδρου την περίοδο της ιδιοκτησίας του έψαξε να βρει χέρια για να μεταβιβάσει τις τύχες του συλλόγου. Αρχικά ο Roland Duchâtelet, ένας επιχειρηματίας με καταγωγή από τη Λιέγη που αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτική, ανέλαβε το σύλλογο μέχρι το 2015, πριν οι μετοχές περάσουν στα χέρια του Bruno Venanzi, ενός επιχειρηματία απόγονου των Ιταλών αφιχθέντων στην πόλη. Τη δεκαετία του 2010 η Standard κατάφερε να κερδίσει τρία κύπελλα (2011, 2016 και 2018) όμως η διαχείριση του Venanzi ήταν καταστροφική, με τα χρέη να γιγαντώνονται και τελικά με το ξέσπασμα της πανδημίας η κατάσταση να γίνεται αφόρητη και ο σύλλογος να κινδυνεύει ακόμα και με πτώχευση. Αυτό που δεν κατάφερε να κάνει ο Venanzi όμως με την κακή διαχείριση κόντεψε να το καταφέρει ο όμιλος 777 Partners, που με την αγορά μιας σειράς ομάδων και τη δημιουργία ενός ποδοσφαιρικού δικτύου οδήγησε το σύλλογο στο απόλυτο οικονομικό ναδίρ, ένα βήμα πριν την κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων!

Τα τελευταία χρόνια, με τη διεξαγωγή και των playoffs για την κατάκτηση του πρωταθλήματος στο Βέλγιο, η Standard δεν καταφέρνει να μπει στην κορυφαία τετράδα ή εξάδα που οδηγεί στον τίτλο, αγωνιζόμενη συνήθως για κάποια θέση στο Conference League, επίσης με αποτυχία. Η χειρότερη βαθμολογική συγκομιδή ήρθε στο πρωτάθλημα του 2021-2022 όταν τερμάτισε στη 14η θέση, τη χειρότερη από το 1921 που συμμετέχει στην πρώτη κατηγορία, με μόλις 36 βαθμούς σε 34 αγώνες. Το καλοκαίρι του 2025 ο Giacomo Angelini, ακόμα ένας ντόπιος, απόγονος Ιταλών μεταναστών, ανέλαβε να σώσει το σύλλογο από τη χρεωκοπία και να εξασφαλίσει αρχικά την επιβίωση και εν συνεχεία την ανάπτυξή του, όμως αυτό που φαίνεται να είναι στις μέρες μας η Standard είναι ό,τι ακριβώς και η πόλη της Λιέγης: ένα φάντασμα του παρελθόντος.
Υπάρχει μέλλον στις όχθες του Μεύση;
Από τη μέρα της ιστορικής απόφασης του Maurice Dufrasne να συνδέσει το σύλλογο της Standard με το βιομηχανικό προλεταριάτο της πόλης της Λιέγης, η Ιστορία και η μοίρα του συλλόγου συνδέθηκε άρρηκτα με την οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Τα αποτελέσματα στο γήπεδο ήταν σχεδόν ευθεία αντανάκλαση των όσων συνέβαιναν στα εργοστάσια του Sclessin και του Seraing, των τόνων του άνθρακα και του χάλυβα και του αριθμού των εργαζόμενων που θρέφονταν από την επεξεργασία των μετάλλων της Πύρινης Πόλης. Σήμερα όμως, συμπληρώνοντας το αργυρό ιωβηλαίο του millennium, η ανάπλαση της πόλης με στόχο μια διαφορετικού τύπου ανάπτυξη γίνεται με πολύ αργά βήματα, πολλές φορές με καταστροφικές καθυστερήσεις, όπως η κατασκευή του tram που ολοκληρώθηκε το 2025 αντί για το 2017, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο. Η αργή αυτή μεταμόρφωση της πόλης με τις απαραίτητες σύγχρονες υποδομές έχει διαλύσει τον εμπορικό ιστό της, αφήνοντας το κέντρο της ουσιαστικά χωρίς ζωή. Την ίδια στιγμή, η αδυναμία να ενσωματωθεί στο νέο μοντέλο καινοτομίας το μεγάλο προλεταριάτο που δεν έχει πρόσβαση στην απαραίτητη υψηλή ειδίκευση κρατάει εξωφρενικά υψηλά τα ποσοστά της ανεργίας. Άραγε, υπό αυτές τις συνθήκες, προς τα πού θα πήγαινε το κονβόι των μαθητών ο Dufrasne;

Η Standard για να μπορέσει να επιβιώσει, όπως και κάθε ποδοσφαιρικός σύλλογος, χρειάζεται μια γερή οπαδική βάση που να μπορεί να στηρίζει και υλικά τη μακροημέρευση και τις επιτυχίες του συλλόγου. Όσο κι αν το ποδόσφαιρο διοικείται και αποτελεί ιδιοκτησία εκατομμυριούχων και δισεκατομμυριούχων, στο τέλος της εξίσωσης η δυνατότητα των οπαδών να στηρίξουν το σύλλογο είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας που κρίνει το αποτέλεσμα. Μέσα σε συνθήκες σταθερής οικονομικής ύφεσης, το άκρως ριζοσπαστικοποιημένο κοινό της Standard, χάρη στην ιδεολογική κληρονομιά που του άφησαν οι προηγούμενες γενιές των οπαδών των Rouches και των εργατών της Πύρινης Πόλης, μπορεί να κρατάει ψηλά και με υπερηφάνια την ιδιαίτερη ταυτότητα του στις τσιμεντένιες κερκίδες του Sclessin. Όμως για να μπορέσει αυτή η υπερηφάνια να συνδυαστεί και με νέα αγωνιστική ανάταση χρειάζεται ο κόσμος που ξεκινάει να πάει στο γήπεδο να έχει λύσει κι άλλα προβλήματα στη ζωή του, όπως τότε, στα ένδοξα τριάντα, που στη Λιέγη μοιάζουν εικόνα από ένα παραμύθι του παρελθόντος.
Το μέλλον όμως πάντα κρύβει την αισιοδοξία και με όποιον τρόπο καταφέρει η εργατική τάξη της Λιέγης να βρει και πάλι το δρόμο προς την προκοπή, με αυτόν το δρόμο θα μπορέσει να ανορθωθεί και η Standard, που σε αντίθεση με άλλους συλλόγους της βελγικής πρωτεύουσας δε μπορεί να στηριχθεί σε “χθεσινούς” οπαδούς που είτε πολεμώντας την πλήξη τους, είτε ψάχνοντας ένα οποιοδήποτε κοινωνικό περιεχόμενο, ανακαλύπτουν νέες ποδοσφαιρικές αγάπες. Η Standard έχει μόνο έναν έρωτα, το προλεταριάτο της Λιέγης – και για τους εργάτες της Λιέγης ισχύει το ίδιο!

