Press "Enter" to skip to content

Pibe, charrúa, malandro

Στην Argentina FC London,

Στις 30 Ιουλίου του 1930, λίγο μετά τις 4 το απόγευμα, στο Estadio Centenario του Montevideo, έχει ξεκινήσει το δεύτερο ημίχρονο του πρώτου Μεγάλου Τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA. Περισσότεροι από 68.000 θεατές βρίσκονται στις τσιμεντένιες κερκίδες του μεγαλειωδούς μοντέρνου σταδίου, παρακολουθώντας με πάθος και αντιδράσεις που αγγίζουν τα όρια της αγριότητας, το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό παιχνίδι που είχε παιχτεί ποτέ, μέχρι εκείνη τη μέρα. Στο πρώτο ημίχρονο, που παίχτηκε με μια σκωτσέζικη μπάλα που έφερε η ομάδα της Αργεντινής, οι Αργεντίνοι χόρευαν πάνω στο γρασίδι του γηπέδου που υμνούσε την εκατονταετία ύπαρξης της Ουρουγουάης. Αν και η Celeste είχε ανοίξει το σκορ στο 12ο λεπτό με τον Pablo Dorado, οι Carlos Peucelle και Guillermo Stabile είχαν ανατρέψει την κατάσταση. Όμως εκείνη η στιγμή του δευτέρου ημιχρόνου ανήκε σε έναν 20χρονο από τη La Plata, τον μέσα δεξιά επιθετικό Pancho Varallo, ποδοσφαιριστή της Gimnasia y Esgrima, που επέλαυνε σε μια ακόμα αργεντίνικη αντεπίθεση.

Οι μέρες πριν τον τελικό ήταν δύσκολες για τον Varallo: το γόνατό του ήταν τραυματισμένο και εάν επρόκειτο για οποιονδήποτε συνηθισμένο αγώνα, σίγουρα δε θα αγωνιζόταν εκείνη τη μέρα. Όμως ήταν ο τελικός του πρώτου Μουντιάλ και πάνω απ’όλα ένας τελικός με αντίπαλο την Ουρουγουάη. Ήταν ένα παιχνίδι που έκανε τους παίχτες να κοιμηθούν το προηγούμενο βράδυ φορώντας τις albiceleste φανέλες, μια αναμέτρηση που ανέβασε χιλιάδες Αργεντίνους πάνω σε ατμόπλοια που προσπαθούσαν, οι περισσότεροι μάταια, να προσεγγίσουν την άλλη όχθη του Rio de la Plata, ένα ραντεβού που συνοδεύτηκε από χιλιάδες τηλεγραφήματα που έφτασαν μέχρι και στα αποδυτήρια, λίγο πριν τη σέντρα. Ο Varallo δε θα έχανε με τίποτα αυτή τη μάχη – και κανένας συμπαίχτης του δεν ήθελε να τον δει παροπλισμένο, το ίδιο κι ο Carlos Gardel που επισκέφθηκε την αποστολή της Αργεντινής το προηγούμενο βράδυ. Έτσι από το πρωί ο Pancho πήγε στο κοτέτσι δίπλα από το ξενοδοχείο στην περιοχή της Santa Lucía και άρχισε να κλοτσάει μια μπάλα, ξανά και ξανά, για να εμπιστευτεί το τραυματισμένο του γόνατο. Όλα έδειχναν ότι μπορούσε να παίξει…

Και εκείνη τη στιγμή όχι μόνο έπαιζε, αλλά ήταν μερικά βήματα πριν γράψει την Ιστορία του ποδοσφαιρικού κόσμου. Απέναντί του, ο Ουρουγουανός τερματοφύλακας Enrique Ballestero περιμένει, ο Varallo επιχειρεί ένα σουτ με τη βαριά αγγλική μπάλα του δευτέρου ημιχρόνου, αυτή παίρνει μια τροχιά που περνάει τον Ballestero και το Centenario σωπαίνει, βλέποντας το σφαιρικό αντικείμενο να κατευθύνεται προς τα δίχτυα των γηπεδούχων …όμως ο ήχος των διχτυών δεν ακούγεται ποτέ, αντ’αυτού το χτύπημα της μπάλας στη συμβολή των δοκών σημαίνει ότι ο Τελικός δεν έχει τελειώσει. Το μόνο που τέλειωσε εκείνη τη στιγμή ήταν το γόνατο του Varallo, που όχι μόνο απέτυχε να γράψει με τον τρόπο που εκείνος ήθελε την ποδοσφαιρική Ιστορία, αλλά δε μπόρεσε να αγωνιστεί με καλές προϋποθέσεις στο υπόλοιπο του αγώνα. Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν αλλαγές, αυτό σήμαινε ότι η Αργεντινή έχανε μια πολύτιμη μονάδα στον αγωνιστικό χώρο του Centenario. Ο Pedro Cea, ο Santos Iriarte και ο Héctor Castro σκόραραν για την Ουρουγουάη και η Ιστορία του ποδοσφαίρου που γεννάει μύθους έγραψε στην πρώτη αυτή σελίδα του Μουντιάλ ως πρωταθλήτρια την Ουρουγουάη, στο σημαντικότερο ίσως επεισόδιο της πρώτης αυτής εποχής της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής ανάπτυξης.

Αυτή την εποχή, καθώς και την είσοδο του κόσμου στην έννοια της ποδοσφαιρικής μυθολογίας, σημάδεψαν οι τρεις χώρες της Νότιας Αμερικής που κουβαλάνε το μεγαλύτερο μερίδιο του αντίβαρου της ποδοσφαιρικής Ευρώπης, οι τρεις παγκόσμιες πρωταθλήτριες, η Αργεντινή, η Ουρουγουάη και η Βραζιλία. Κι αν τα παγκόσμια τρόπαια είναι μοιρασμένα στις δύο μεριές του Ατλαντικού, ο τρόπος που γεννιούνται οι μύθοι, η ικανότητα δημιουργίας ταυτότητας, ακόμα και εθνικής ταυτότητας, μέσα από το ποδόσφαιρο, ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει το μέγεθος που δημιουργήθηκε εκείνα τα χρόνια σε αυτές τις τρεις χώρες.

Πώς έφτασαν όμως εκεί;

Απόβαση στην παρθένα γη

Στις 25 Αυγούστου του 1535 11 πλοία με 2.000 άνδρες ξεκινούν από το Sanlúcar de Barrameda, λίγο έξω από το Cádiz, για να διασχίσουν τον Ατλαντικό και να πραγματοποιήσουν την αποστολή που ανατέθηκε από τον Carlos V (τον πρώτο Αψβούργο) σε έναν γόνο μιας αριστοκρατικής οικογένειας της Ανδαλουσίας, τον Pedro de Mendoza. Ο Mendoza, καιροσκόπος όπως και κάθε conquistador, φιλοδοξεί να επαναλάβει τα κατορθώματα του Pizarro σε μια περιοχή που ένας Βενετός εξερευνητής, ο Sebastian Cabot, είχε ονομάσει “ποταμό του ασημιού”, Río de la Plata. Επρόκειτο για ένα εκβολικό σύμπλεγμα, το λεγόμενο estuario, στις όχθες του οποίου ο Cabot άφησε τους συνεχιστές των ταξιδιών του να πιστεύουν ότι βρίσκονται αμύθητα πλούτη, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο ιστορικό μύθο που χαρακτηρίζει την περιοχή.

Η εκβολή αυτή βρισκόταν στο νότιο μέρος της περιοχής μεταξύ του 25ου και 37ου νότιου παράλληλου, που ονομαζόταν Nueva Andalucía, από το χωρισμό της Νότιας Αμερικής που όρισε ο Ισπανός βασιλιάς. Επρόκειτο για την περιοχή που είχαν χαρτογραφήσει με τα ταξίδια τους ο Juan Díaz de Solís, καθώς και ο Μαγγελάνος, που αμφότεροι δεν έψαχναν τίποτ’άλλο παρά ένα πέρασμα προς τον Ειρηνικό ωκεανό και την Ασία. Το ταξίδι δεν ήταν εύκολο για τον Mendoza. Προσθέτοντας 3 πλοία στο στόλο του, στα Κανάρια, έχασε 2 σε μια καταιγίδα ανοιχτά της Βραζιλίας ενώ ο ίδιος αρρώστησε βαριά. Τελικά, στις 2 Φλεβάρη του 1536 φτάνει στις εκβολές του Riachuelo, του μικρού ποταμού που σήμερα είναι γνωστός ως Matanza. Εκεί αποφασίζει να δημιουργήσει την πόλη που προσδοκεί να γίνει το κέντρο της κυριαρχίας του. Ίσως θέλοντας να εξευμενίσει τα θεία μετά το δύσκολο ταξίδι του, αποφασίζει να αφιερώσει την πόλη στην Παναγία των Καλών Ανέμων, τη Santa María del Buen Ayre.

Η επίκληση της θείας βοήθειας, ωστόσο, δε φαίνεται να άλλαξε πολύ τη μοίρα του Mendoza και των ανδρών του, καθώς οι άποικοι αντί να βρουν έναν τόπο γεμάτο πλούτη βρήκαν μια άδεια και ακαλλιέργητη γη, υπέφεραν από την πείνα, τις αρρώστιες και τις επιθέσεις των Querandí, της ιθαγενούς φυλής που βρισκόταν στην περιοχή. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι οι άποικοι έφτασαν να τρώνε αρουραίους, φίδια, ακόμα και τα παπούτσια τους, πριν φτάσουν στον κανιβαλισμό. Ο ίδιος ο Mendoza πήρε το δρόμο της επιστροφής το 1537, χωρίς να καταφέρει ποτέ να φτάσει στην Ισπανία, αφού πέθανε στη διαδρομή, ενώ οι άποικοι που άφησε πίσω του δεν κατάφεραν να ριζώσουν στην οραματιζόμενη Νότια Γη της Απαγγελίας και το 1541 τράβηξαν το δρόμο προς τα βόρεια, περνώντας στην επαρχία της Nueva Tolédo, για να εγκατασταθούν σε ένα μέρος που βρήκε ο Gonzalo de Mendoza, συγγενής του Pedro, το 1537 και προκειμένου να εξευμενίσει ακόμα περισσότερο τη θεϊκή βούληση αφιέρωσε στην Παναγία της Αναλήψεως, την Nuestra Señora Santa María de la Asunción, τη σημερινή πρωτεύουσα της Παραγουάης.

Οι άποικοι μπορεί να μην κατάφεραν να στεριώσουν στις εκβολές του κατ’ευφημισμό Río de la Plata, ωστόσο πολύ καλύτερα από τους ανθρώπους τα κατάφερε ένα άλλο είδος του ζωικού βασιλείου, διαμορφώνοντας την Ιστορία της περιοχής στους αιώνες που θα ακολουθούσαν. Επτά άλογα και πέντε φοράδες που ταξίδεψαν με την αποστολή του Mendoza, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, θα προσαρμόζονταν καταπληκτικά στις απέραντες πεδιάδες της νότιας απόληξης της αμερικανικής υποηπείρου, δημιουργώντας αιώνες αργότερα και μια ξεχωριστή ανθρώπινη κουλτούρα που θα γινόταν στοιχείο εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας.

Κι αν η εγκατάσταση των Ισπανών στο Νότιο Ατλαντικό ήταν ιδιαίτερα επεισοδιακή και τραυματική, δεν ίσχυε το ίδιο και για τους Πορτογάλους αποίκους, που κατευθύνονταν λίγο πιο βόρεια, σε ένα κομμάτι γης που οριζόταν από έναν μεσημβρινό μεταξύ του 46ου και 47ου, ή πιο συγκεκριμένα, όπως αναγραφόταν στο Σύμφωνο του Tordesillas, 370 λεύγες δυτικά από τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου. Σ’αυτό το χώρο, που ξεκινάει λίγο βορειότερα από τον Τροπικό του Αιγόκερω, οι Λουζιτανοί βρίσκονταν για περίπου δύο αιώνες σε μόνιμο πόλεμο με τους εντόπιους ιθαγενείς πληθυσμούς, χωρίς όμως ποτέ να αποδεκατίζονται αποφασιστικά, όπως συνέβη με το στρατό αποίκων του Mendoza. Ίσως αυτός να ήταν και ένας λόγος που στην ονοματοδοσία της περιοχής, αντί να ζητούν έμμεσα τη θεϊκή στοργή, υμνούσαν την ίδια τη φύση της περιοχής, πλούσια σε ένα είδος ψυχανθούς, ιδιαίτερα γενναιόδωρο στην παροχή τροφής, το λεγόμενο pau-brazil που οι ντόπιοι Tupi ονόμαζαν ybyrapytanga.

Από τα μέσα του 16ου αιώνα, όμως, οι Λουζιτανοί άποικοι ανακαλύπτουν ένα άλλο είδος που αποτελεί ουσιαστικά την πηγή πλούτου ως εξαγώγιμο προϊόν προς την Ευρώπη. Δεν πρόκειται για ασήμι και χρυσάφι, αλλά για το ζαχαροκάλαμο, που βρίσκεται σε τέτοια αφθονία, ενώ και οι κλιματικές συνθήκες ευνοούν την ταχεία παραγωγή του, που τα διαθέσιμα χέρια δεν είναι αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες της νέας αυτής παραγωγής. Αρχικά οι άποικοι βάζουν τους ιθαγενείς να δουλέψουν ως σκλάβοι στις φυτείες της ζάχαρης, ωστόσο τα σχέδια τους εμποδίζει μία πανδημία που αποδεκατίζει τους ιθαγενείς στην περιοχή της Bahia το 1562-63 και η απόβαση των Ιησουιτών, που υπερασπίζονται τα δικαιώματα των αποκαλούμενων “Ινδιάνων” και τελικά το 1570 καταφέρνουν να τους αναγνωρίσουν το δικαίωμα της ελευθερίας με ένα βασιλικό διάταγμα που διήρκησε όμως μόλις 4 χρόνια. Οι Πορτογάλοι που εγκαθιστούν στη νέα γη της Βραζιλίας ένα φεουδαρχικό σύστημα, με βασικό κομμάτι φεουδαρχικής εξουσίας τη γη του engenho και φεουδάρχη τον λεγόμενο senhor de engenho, βρίσκονται συνεχώς σε έναν αγώνα υποδούλωσης των εντόπιων πληθυσμών, για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της παραγωγής.

Το “πρόβλημα” αυτό λύνουν με μία από τις πιο εγκληματικές επιχειρήσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας, το διατλαντικό εμπόριο σκλάβων. Τον 16ο αιώνα χιλιάδες Αφρικανοί μεταφέρονται με καραβέλες από τις Πορτογαλικές κτήσεις της κεντρικής Αφρικής στην απέναντι όχθη του ωκεανού, ώστε στα τέλη του περίπου 13 με 15 χιλιάδες Αφρικανών να εργάζονται στις φυτείες του ζαχαροκάλαμου, αποτελώντας περίπου το 70% της εργατικής δύναμης. Μέσα στο 17ο αιώνα, οι αριθμοί των μεταφερόμενων σκλάβων αυξάνονται, με τις ιστορικές πηγές να υποστηρίζουν έναν αριθμό 4000 σκλάβων το χρόνο στο πρώτο μισό και 8000 σκλάβων στο δεύτερο μισό του αιώνα. Αυτή η γιγαντιαία εξαναγκασμένη μεταφορά πληθυσμού, ωστόσο, θα αποτελέσει την πηγή που θα δώσει χαρακτηριστικά στη μοντέρνα κοινωνία που θα δημιουργηθεί σε εκείνη τη λουζιτανική κτήση που θα εξαπλωθεί γύρω από τον Αμαζόνιο.

Η ανάπτυξη των ανθρώπινων κοινωνιών, ωστόσο νότια από τον 25ο παράλληλο θα είναι πιο αργή. Ο ποταμός του ασημιού, όπως τον είχε ονομάσει ο Cabot, δε μετέφερε τίποτ’άλλο παρά νερό και άλλα φερτά υλικά, ενώ ακόμα πιο νότια, σε ολόκληρη την Nueva Andalucía και Nueva León, αχανείς ερημικές εκτάσεις στερούνταν δυνατοτήτων αγροτικής καλλιέργειας, καθώς και ορυκτού πλούτου, σε αντίθεση με τις βορειότερες ισπανικές επαρχίες του Perú και το México, όπου μια γενοκτονία ιθαγενών πληθυσμών συνοδευόταν από το άρμεγμα του πλούτου της παρθένας γης που βρήκαν οι απόγονοι του Pizarro και των συντρόφων του.

Παρόλα αυτά, 40 περίπου χρόνια μετά την ανάβαση στην Asunción, στις 15 Ιούνη του 1580, o Juan de Garay, μαζί με ένα στρατό νέων καιροσκόπων στους οποίους υποσχέθηκε περιουσία γης και ελεύθερη χρήση των ζώων για την οργάνωση της προσωπικής τους αγροτικής παραγωγής, ξανακατέβηκε στο λιμάνι των καλών ανέμων ιδρύοντας για δεύτερη φορά το Buenos Aires. 65 συνολικά νέοι ιδιοκτήτες με τις οικογένειές τους ξεκίνησαν αυτή την επιχείρηση ανάκτησης των νότιων εδαφών, που αποτελούσαν μια παραμεθόριο περιφερειακή κοινωνία για περίπου δύο αιώνες.

Οι ισπανικής καταγωγής ιδρυτές (ή επανιδρυτές) του Buenos Aires δεν έχουν σκλάβους, ακόμα κι αν επιδίδονται σταθερά στον πόλεμο και τον αποδεκατισμό των ιθαγενών πληθυσμών, ακολουθώντας το αυτοκρατορικό παράδειγμα των συμπατριωτών τους σε άλλες επαρχίες. Ωστόσο, το ενδιαφέρον τους είναι να δημιουργήσουν το δικό τους πλούτο σε μια περιοχή την οποία δε διεκδικεί κάποιο άλλο κομμάτι των αποίκων, καθώς φαίνεται επί της ουσίας καταραμένη. Σε αυτό το καθήκον τους τα καταφέρνουν μάλλον καλά – και σίγουρα καλύτερα από τους πρώτους αφιχθέντες στο estuario – καθώς δημιουργούν μια κοινότητα που εξαπλώνεται προς τις νότιες εκτάσεις, ενώ άλλες ομάδες, ακολουθώντας το παράδειγμά τους, κινούνται νότια της Asunción προκειμένου να φτιάξουν πόλεις στις σημερινές βόρειες επαρχίες της Αργεντινής. Μάλιστα, ο ίδιος ο Juan de Garay, είχε πρώτα ιδρύσει την Santa Fe de la Vera Cruz, το 1573, πριν ξεκινήσει την αναζήτηση των νέων κατοίκων του Buenos Aires.

Το δίκτυο αυτών των πόλεων, που ακμάζουν, αν και με πολύ αργούς ρυθμούς, οδηγεί σε μια στρατηγική επιλογή στα τέλη του 18ου αιώνα. Το γεγονός ότι η Asunción συνδέεται πλέον με ένα σχετικά πυκνό δίκτυο κοινοτήτων και πόλεων με το Buenos Aires και τις εκβολές του Río de la Plata, ενώ η πόλη που βρίσκεται στη συμβολή των ποταμών Pilcomayo και Paraguay, στο σημείο που θεωρείται η αρχή του Paraná, επικοινωνεί ουσιαστικά με τις ανατολικές πλαγιές των Άνδεων και τις πλουτοπαραγωγικές περιοχές του Άνω Περού (δηλαδή της σημερινής Βολιβίας), δείχνει ότι όλη αυτή η περιοχή της παλιάς Nueva Andalucía έχει μια γεωστρατηγική σημασία που δε μπορούσε να φανεί νωρίτερα, χωρίς την ύπαρξη του δικτύου αυτού.

Η δημιουργία μιας ισχυρής πολιτειακής οντότητας ανατολικά των Άνδεων, με το Buenos Aires να αποτελεί το λιμάνι-έξοδο προς τον Ατλαντικό, έχει τη δυνατότητα να αναδιαμορφώσει τους δρόμους του ισπανικού εμπορίου και για το λόγο αυτό, το 1776, ιδρύεται η Αντιβασιλεία του Río de la Plata με πρώτο επικεφαλής της πολιτικής εξουσίας τον Pedro Antonio de Cevallos Cortés y Calderón, έναν στρατιωτικό που ήταν κυβερνήτης του Buenos Aires από το 1757 ως το 1766 και είχε ουσιαστικά αποκρούσει την επέκταση των Πορτογάλων ως επικεφαλής της πρώτης και δεύτερης εκστρατείας των Ισπανών κατά τη διάρκεια δύο Ισπανο-Πορτογαλικών πολέμων. Ο ίδιος ο Cevallos, ως Αντιβασιλέας του Río de la Plata, ήταν αυτός που ηγήθηκε και της απόσπασης των εδαφών της σημερινής Ουρουγουάης, αναγκάζοντας σε υποχώρηση προς τα βόρεια τους Πορτογάλους. Ίσως όμως η επιδραστικότερη συμβολή του ήταν η εισαγωγή του Νόμου Εμπορίου του 1778, που έδινε τη δυνατότητα στο Buenos Aires να διατηρεί απευθείας εμπόριο με την Ισπανία, χωρίς να χρειάζεται τα εμπορεύσιμα προϊόντα να περνούν μέσα από την κραταιά ως τότε Αντιβασιλεία του Perú. Η κίνηση αυτή θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις.

Το Buenos Aires, ως πρωτεύουσα της νέας Αντιβασιλείας, μετατρέπεται από μια περιφερειακή πόλη σε διοικητικό κέντρο και λιμάνι με καθοριστικό ρόλο στο εμπόριο μεταξύ της Μητρόπολης και των αποικιών. Μάλιστα, σε συνδυασμό με την ίδρυση του φρουρίου του San Felipe y Santiago de Montevideo, όπου εγκαθίστανται κυρίως πληθυσμοί από τη Γαλικία και τα Κανάρια και γίνεται η σημαντικότερη ναυτική βάση της Ισπανίας στο Νότιο Ατλαντικό, η περιοχή του estuario αποκτά απότομα τεράστια γεωστρατηγική σημασία, συγκεντρώνει τις οικονομικές δραστηριότητες και οδηγείται σε μια αέναη υπερτροφία η οποία συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

Πέρα από την ανάδειξη της ηγεμονικής θέσης του Buenos Aires, καθώς και της κοινής πορείας του με το Montevideo στην άλλη όχθη του estuario, η εξέλιξη αυτή καθορίζει όμως και την ιδιοσυγκρασία ενός ολόκληρου τοπικού πολιτισμού. Η κοινωνία που θα αναπτυχθεί στην περιοχή είναι εκ φύσεως εξωστρεφής, έχει τον πιο άμεσο δεσμό με την Ευρώπη συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη της νεοκατακτημένης ηπείρου και αποτελεί “σταθμό” στο ταξίδι πολλών γενιών που θα ψάξουν τη μοίρα τους στην άλλη μεριά του ωκεανού.

Την ίδια περίοδο υπάρχει μια αντιδιαμετρική, όσον αφορά την οργάνωσή της, οικονομική ανάπτυξη στο εσωτερικό. Οι αποικιοκράτες που δεν αποκτούν, ή δε διεκδικούν μερίδιο στη διαχείριση του ηγεμονικού λιμανιού του Buenos Aires, προσανατολίζονται στη μεγάλη ιδιοκτησία γης στο εσωτερικό και έτσι οι Pampas μετατρέπονται από ερημικές εκτάσεις σε μεγάλες φεουδαρχικού τύπου κτήσεις, τις λεγόμενες estancias, που λειτουργούν σχεδόν ως αυτάρκεις κοινωνίες.

Έτσι, η αποικιοκρατική γεωγραφία της Νότιας Αμερικής, ανατολικά των Άνδεων, διαμορφώνεται σε ένα σύστημα λιμανιών, με σημαντικότερο το Buenos Aires, τη ναυτική βάση του Montevideo, καθώς και το Πορτογαλικό Río de Janeiro και τεράστιες φεουδαρχικές εκτάσεις, τις estancias στις ισπανικές και τις fazendas στις πορτογαλικές κτήσεις. Όσον αφορά αυτά τα latifundia, ωστόσο, δύο διαφορετικοί τύποι πληθυσμών θα διαμορφώσουν διαφορετικά τις δύο περιοχές. Η έντονη παρουσία του αφρικανικού πληθυσμού στις πορτογαλικές φυτείες θα δημιουργίσει ένα φυλετικό μωσαϊκό που για αιώνες συνθέτει την αναπτυγμένη πάνω στα θεμέλια της δουλείας κοινωνία της Βραζιλίας, ενώ η εμφάνιση ενός ιδιαίτερου κοινωνικού πρωτύπου, ίσως αντίστοιχου του βορειοαμερικανικού cowboy, που χαρακτηρίζεται από την ίδια αίσθηση ατομικής ελευθερίας, αλλά κουβαλάει τα ισπανικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, εξαπλώνεται στις Pampas, χάρη και στον τεράστιο πληθυσμό των αλόγων που ξεκίνησαν τα ζώα που συντρόφευσαν στο ταξίδι τους άντρες του Mendoza, δύο αιώνες νωρίτερα.

Αυτή η διαμόρφωση των κοινωνιών δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά βασικός κρίκος της εξέλιξης των κοινωνιών των τριών χωρών, της Αργεντινής, της Ουρουγουάης και της Βραζιλίας, καθώς και του εθνικού τους ποδοσφαίρου, γιατί δεν ήταν στιγμιαία, αλλά αποτέλεσε την οριστικοποίηση του καμβά πάνω στον οποίο θα λάμβαναν χώρα όλα τα μετέπειτα κοινωνικά φαινόμενα. Αυτή είναι και η σημαντικότερη ιδιαιτερότητα του ποδοσφαίρου της Νότιας Αμερικής: το γεγονός ότι αποτέλεσε φαινόμενο που γεννήθηκε πάνω σε έναν φρεσκοφτιαγμένο κοινωνικό καμβά, επηρεάστηκε έντονα από τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά αλλά ακόμα πιο έντονα επηρέασε τη λαϊκή τους αφήγηση.

Όσον αφορά την καταγραφή των μεγάλων γεγονότων της Ιστορίας, ωστόσο, η πλήρης διαμόρφωση του κοινωνικού εδάφους πάνω στο οποίο λειτουργούσαν αυτές οι ως τότε επαρχίες έγινε η αιτία για την αλλαγή του παγκόσμιου χάρτη. Η αυτάρκεια των κοινωνιών, το ολοκληρωμένο σύστημα διοίκησης και εξουσίας, η διαφορετική κοινωνική δομή που δε χωρούσε πλέον στην κουλτούρα των ευρωπαϊκών βασιλείων και φυσικά πάνω απ’όλα ο διαχωρισμός των οικονομικών συμφερόντων των κατεχόντων την εντόπια εξουσία, στις αρχές του 19ου αιώνα, ενός αιώνα που σφραγίστηκε από εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις, αποτέλεσαν λόγους για να δημιουργηθούν και να υπάρξουν και στη Νότια Αμερική ανεξάρτητες κρατικές οντότητες.

Y los libres del mundo responden

Στην Ευρώπη η αρχή του 19ου αιώνα μύριζε παντού το άρωμα της Γαλλικής Επανάστασης και του ονείρου της αστικής δημοκρατίας. Στην ίδια τη Γαλλία, βέβαια, αυτό το όνειρο έμοιαζε αρκετά εύθραυστο, καθώς η παρουσία του Ναπολέοντα στην πολιτική ηγεσία οδήγησε στο τέλος της Πρώτης Δημοκρατίας και εγκατέστησε το Αυτοκρατορικό Σύστημα από το 1804, με τον Κορσικανό στρατιωτικό να αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας και να προσβλέπει στην κατάκτηση εδαφών προς κάθε γωνιά της Γηραιάς Ηπείρου. Παρόλα αυτά, το αυτοκρατορικό σύστημα του Ναπολέοντα έμοιαζε η νέα δύναμη που θα γκρεμίσει τους θρόνους της παλιάς Ευρώπης και κέρδιζε φιλελεύθερους οπαδούς σε κάθε χώρα, οι οποίοι συνέβαλαν στην εσωτερική αποσταθεροποίηση, κυρίως σε εποχές κρίσεων που η λαϊκή δυσαρέσκεια εντεινόταν και οι βασιλικοί νόμοι έσφιγγαν πιο πολύ το ζωνάρι και στην ανερχόμενη αστική τάξη. Το ίδιο συνέβη και στην Ισπανία, η οποία σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής βρισκόταν σε μια κατάσταση συμμαχίας και αντιπαλότητας με τη Ναπολεόντια Γαλλία, ενώ στο εσωτερικό της υπήρχε αναβρασμός.

Έπειτα από τη Ναυμαχία του Trafalgar, όπου ο Γάλλοϊσπανικός στόλος ηττήθηκε από τον Βρετανικό του ναυάρχου Nelson, η Βρετανία βρισκόταν σε ευνοϊκή θέση για να ισχυροποιήσει τη θέση της στις ευρωπαϊκές ακτές του Βόρειου Ατλαντικού. Απέναντι σ’αυτό το ενδεχόμενο η Γαλλία και η Ισπανία συμφώνησαν στο Fontainebleau ο γαλλικός στρατός να περάσει μέσα από τα ισπανικά εδάφη προκειμένου να επιτύχει την κατάληψη της Πορτογαλίας, επιχειρώντας τον ηπειρωτικό αποκλεισμό των Βρετανών. Το Νοέμβριο του 1807 οι Γάλλοι κατέλαβαν τη Λισαβόνα και το Πορτογαλικό Στέμμα μεταφέρθηκε στη Βραζιλία. Ωστόσο, το Φλεβάρη του 1808 τα γαλλικά στρατεύματα του Ναπολέοντα επιτέθηκαν και στην Ισπανία, από τα Πυρηναία, καταλαμβάνοντας τις εθνικά καταπιεσμένες περιοχές της Ναβάρρας και της Καταλωνίας, για να ξεκινήσει ο Πόλεμος της Ιβηρικής που διήρκησε τελικά μέχρι το 1814, με τη συμμετοχή και των Βρετανών καθώς και μιας σειράς άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Την αποδυνάμωση αυτή της Ισπανίας που είχε να αντιμετωπίσει εχθρούς σε εσωτερικά και κυρίως εξωτερικά μέτωπα βρήκαν ως ευκαιρία οι ελίτ του Buenos Aires για να κινηθούν με σκοπό την ανεξαρτησία των δικών τους εδαφών. Το Φλεβάρη του 1810 τα στρατεύματα του Ναπολέοντα είχαν φτάσει πλέον να ελέγχουν ακόμα και μεγάλο κομμάτι της Ανδαλουσίας, με την ισπανική διοίκηση ουσιαστικά να αποφασίζει τη διάλυσή της στο Cádiz, την 1η Φεβρουαρίου. Με πρόσχημα την αντίσταση στον Ναπολέοντα που εκείνη την περίοδο ήταν φαινομενικά ο άρχοντας της Ισπανίας, καθώς και με πιθανή καθοδήγηση και βοήθεια από Βρετανούς, μία ομάδα νομικών του λιμανιού του Buenos Aires αποφάσισε τη διενέργεια ενός cabildo, δηλαδή μιας ανοιχτής συνέλευσης, προκειμένου να οριστεί η τύχη της Αντιβασιλείας του Río de la Plata, στις 22 Μαΐου. Η κίνηση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του ισπανικού καθεστώτος, που έβλεπε το cabildo ως αποστασία, με αποτέλεσμα την αναταραχή που οδήγησε στη λεγόμενη Επανάσταση και την παραίτηση της Ισπανικής Διοίκησης στις 25 Μαΐου του 1810 στο παλάτι του Cisneros. Αυτή η ημέρα, που θεωρείται η ιδρυτική ημερομηνία της Αργεντινής, είναι και η ημερομηνία έναρξης του Πολέμου της Ανεξαρτησίας.

Ο λεγόμενος δεσμός των επιφανών πολιτών του Buenos Aires, η λεγόμενη στα ισπανικά junta, με Πρόεδρό της τον Cornelio Saavedra και επιφανή προσωπικότητα τον γραμματέα Πολέμου Mariano Moreno, πήρε την εξουσία της πόλης στα χέρια της και σκοπός της ήταν η απελευθέρωση όλων των λεγόμενων Νότιων Επαρχιών, δηλαδή ολόκληρης της περιοχής που αποτελούσε την Αντιβασιλεία του Río de la Plata και την ένταξή τους σε ένα νέο ενιαίο ανεξάρτητο κράτος.

Ωστόσο, το εγχείρημά τους είχε ένα μεγάλο πρόβλημα. Η λεγόμενη Πρώτη Junta του Buenos Aires εξέφραζε αποκλειστικά τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης του λιμανιού-πρωτεύουσας. Αυτή η απουσία πολυσυλλεκτικότητας όσον αφορά την εξυπηρέτηση πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και η ουσιαστική άρνηση της νέας εξουσίας να εκχωρήσει δικαιώματα σε άλλες ομάδες τοπικών αρχόντων, θεωρώντας ότι αυτά δεν αντικατόπτριζαν τους δεδομένους συσχετισμούς δύναμης, οδήγησε σε συγκρούσεις μεταξύ των υπό ανεξαρτησία περιοχών και τελικά τη γέννηση νέων εθνικών οντοτήτων. Αρχικά, το 1811 η Asunción, που ιστορικά ήταν δεμένη με την ύπαρξη του Buenos Aires, ξεφεύγει από τον έλεγχο της εξουσίας των porteños και στις 15 Μαΐου δημιουργείται η Παραγουάη. Αργότερα, ο José Gervasio Artigas, υπό την απειλή – ή το πρόσχημα της απειλής – μιας εκ βορρά εκστρατείας της Πορτογαλίας, σπάει τους δεσμούς του με την κεντρική διοίκηση των Ενωμένων Επαρχιών και προχωρά στην απόσχιση του τμήματος βορειοανατολικά του Estuario, της λεγόμενης Banda Oriental, δημιουργώντας ουσιαστικά το 1814 την ιστορική βάση για να υπάρξει το Ουρουγουανικό έθνος. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η κοινή Ιστορία Αργεντινής και Ουρουγουάης παύει να υπάρχει. Δύο χώρες που βγήκαν από την ίδια μήτρα, που τις ενώνει ο ίδιος πολιτισμός, θα ακολουθούσαν διαφορετικές πολιτικές διαδρομές και αργότερα ακόμα διαφορετικές και συγκρουόμενες θρυλικές ποδοσφαιρικές πορείες. Η Ουρουγουάη θα δεχθεί τελικά την επίθεση από τη Βραζιλία και θα καταληφθεί το 1816, ώστε να κερδίσει οριστικά την ανεξαρτησία της στις 27 Αυγούστου του 1828.

Την ίδια περίπου περίοδο και ύστερα από το τέλος των Ναπολεόντιων πολέμων με την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ, ο Πορτογάλος βασιλιάς αποφάσισε την επιστροφή του στην Πορτογαλία αφήνοντας πίσω του ένα διοικητικό κενό που φρόντισαν να εκμεταλλευτούν οι υπουργοί που άφησε στη θέση του. Με επικεφαλής τον Dom Pedro, τέταρτο γιο του βασιλιά Ιωάννη VI και άρα χωρίς ελπίδες διαδοχής του θρόνου, οι εντόπιες ελίτ οργάνωσαν ένα σχέδιο συνταγματικής ανεξαρτητοποίησης που ύστερα από μια σειρά συγκρούσεων με το Πορτογαλικό Στέμμα οδήγησε στην ανεξαρτητοποίηση της Βραζιλίας στις 7 Σεπτέμβρη του 1822. Έτσι, μέχρι το 1830 όλες οι παλιές αποικίες του Νότιου Ατλαντικού ήταν πλέον ανεξάρτητα κράτη, με εθνική σύνθεση που αντανακλούσε τις εξελίξεις των προηγούμενων αιώνων.

Είναι σημαντικό να σταθεί κανείς σε αυτή την περίοδο της ανεξαρτητοποίησης των αμερικανικών κρατών του Νότιου Ατλαντικού, καθώς σε αντίθεση με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ευρώπη, που συνήθως αποτελούσαν τη μάχη καταπιεσμένων εθνοτήτων που είχαν σκοπό να αποτάξουν το ζυγό της όποιας παλιάς αυτοκρατορίας, για να δημιουργήσουν τα λεγόμενα εθνικά κράτη, το ιστορικό υπόβαθρο σ’εκείνες τις χώρες δεν ήταν το ίδιο. Προφανώς οι κοινωνίες εξελίσσονταν πλέον διαφορετικά από την Ισπανία και την Πορτογαλία, όμως η εθνική συνείδηση δεν ήταν ξεχωριστή, καθώς όλοι – μεταξύ των “Ευρωπαίων” αποίκων – γνώριζαν ότι ήταν μέρος του ίδιου εθνικού πολιτισμού, έχοντας την ίδια γλώσσα, την ίδια θρησκεία και γενικώς την ίδια πολιτισμική παράδοση με την ευρωπαϊκή χώρα της οποίας αποτελούσαν και υπήκοους.

Ο αγώνας για την ανεξαρτησία των αμερικανικών κρατών ήταν μια καθαρά πολιτική υπόθεση, όχι με την έννοια της ταξικής σύγκρουσης, αλλά ως σύγκρουση για την πολιτική εξουσία ως έκφραση υπαρκτών συσχετισμών δύναμης, δηλαδή την αδυναμία των παλιών βασιλείων και αυτοκρατοριών να επιβληθούν στις ταχύτατα αναπτυσσόμενες τοπικές ελίτ. Επειδή όμως καμία ανεξαρτησία δε μπορεί να συμβεί χωρίς κάποιο ιδεολογικό υπόβαθρο, αυτό θα έπρεπε να βρεθεί έστω και εκ των υστέρων – και για τον λόγο αυτό η ζωή των κρατών εκείνων ξεκίνησε ως ένα αέναο κυνήγι της εθνικής τους ταυτότητας, κάτι που εκφράστηκε υπέρμετρα στο ποδόσφαιρο, στο σημείο που το ίδιο το σπορ έγινε κομμάτι της.

Σε ένα νέο παγκόσμιο χάρτη, ωστόσο, οι νέες αυτές χώρες θα έπρεπε να αλλάξουν πολλά περισσότερα από μια εθνική ιδεολογία. Η απόσχιση από τις μητροπόλεις τους άλλαζε και τους συμμάχους τους, τους εμπορικούς εταίρους. Άραγε θα έβρισκαν έναν τρόπο να σταθούν στον νέο αυτό κόσμο χωρίς να καταρρεύσουν και άραγε αυτή η αλλαγή ήταν αποτέλεσμα ή αιτία της μάχης για την ανεξαρτησία τους;

Κι ύστερα ήρθαν οι Άγγλοι

Η ανεξαρτησία των αμερικανικών χωρών του Νότιου Ατλαντικού είχε κάθε λόγο να αντιμετωπιστεί με τα πιο θετικά συναισθήματα από τους Βρετανούς, οι οποίοι επέκτειναν στα μέσα του 19ου αιώνα το κόκκινο στο χάρτη, δηλαδή τη δική τους αυτοκρατορική αποικιοκρατία, αλλά και τη λεγόμενη “άτυπη αυτοκρατορία”, δηλαδή χώρες και τοποθεσίες που δεν καταλάμβαναν, αλλά φρόντιζαν να αναπτύξουν ιδιαίτερη δραστηριότητα σε σημείο που αποκτούσαν κυριαρχική θέση στις οικονομικές δραστηριότητες, θέτοντας πολλές φορές στρατηγικές υποδομές υπό τον έλεγχό τους. Ο στόχος της Βρετανίας εκείνη την εποχή, όχι μόνο στη Νότια Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη, ήταν η δημιουργία νέων ανεξάρτητων κρατών, που θα διαμέλιζαν τις μεγάλες αυτοκρατορίες, δηλαδή τους εχθρούς του Βρετανικού Στέμματος και θα αποτελούσαν κρατικές οντότητες στις οποίες πολύ πιο εύκολα θα μπορούσαν να εισβάλλουν τα βρετανικά συμφέροντα.

Το ενδιαφέρον, δε, των Βρετανών για την περιοχή του Νότιου Ατλαντικού και ιδιαίτερα για το estuario του Río de la Plata, είχε ήδη εκφραστεί από το 1806 και 1807 με τις πρώτες βρετανικές εισβολές. Τα λιμάνια του Buenos Aires και του Montevideo ταίριαζαν απόλυτα με τον τρόπο ανάπτυξης της άτυπης βρετανικής αυτοκρατορίας, η οποία δεν ενδιαφερόταν τόσο πολύ για την ενδοχώρα, όσο για τα λιμάνια, από τα οποία ξεκινούσε την ανάπτυξη των σιδηροδρομικών υποδομών για να ακολουθήσουν οι οικονομικές δραστηριότητες εντός του κάθε κράτους. Όμως, το προσωπικό τους, η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία εκεί που είχαν την εξουσία, ή οι επιχειρηματίες και τεχνοκράτες εκεί που υπήρχαν άλλες κρατικές οντότητες, ήταν συγκεντρωμένο στα λιμάνια και γενικώς σε παράκτιες περιοχές, καθώς αυτές θεωρούνταν η καρδιά όλου του συστήματος της κάθε εθνικής οικονομίας.

Οι Βρετανοί, που σίγουρα είχαν λόγους να θέλουν οι Νότιες Επαρχίες της Αντιβασιλείας του Río de la Plata, καθώς και η Βραζιλία, να αποδεσμευτούν από τις ευρωπαϊκές και αντίπαλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, ίσως δεν είχαν τόσο ουδέτερο ρόλο στη διαδικασία ανεξαρτητοποίησής τους. Το γεγονός ότι ιστορικά έχει καταγραφεί η συμπάθεια και η στήριξη του εγχειρήματος της ανεξαρτητοποίησης ίσως δεν αποτελεί ένα γεγονός χωρίς πολιτικό υπόβαθρο, ίσως δηλαδή είναι αποτέλεσμα μιας παρέμβασης και όχι απλά η αξιοποίηση μιας διαμορφωθείσας κατάστασης.

Ο τρόπος που στηρίχθηκε ιδεολογικά η ανεξαρτητοποίηση των Ενωμένων Επαρχιών του Río de la Plata, δηλαδή η αρχική μορφή του κράτους που εξελίχθηκε στην Αργεντινή, ταίριαζε απόλυτα με τον τρόπο που δραστηριοποιούνταν οι Βρετανοί έξω από τη Γηραιά Αλβιώνα. Το ρίσκο της Πρώτης Junta να υπερθεματίσει για μια απόλυτα λιμανίσια διοίκηση, εις βάρος των συμφερόντων των αρχόντων των εσωτερικών επαρχιών, θέτοντας σε μεγάλο κίνδυνο το ίδιο το εγχείρημα της απελευθέρωσης από την κραταιά και παραδοσιακά ισχυρή Ισπανία, ίσως δεν εξηγείται μόνο ως αποτέλεσμα έκφρασης εσωτερικού συσχετισμού δύναμης. Το μεγαλύτερο όμως ιστορικό γεγονός που αποτελεί ως σήμερα δυσεπίλυτο γρίφο για τους ιστορικούς είναι η φαινομενικά αλλοπρόσαλλη στρατιωτική καριέρα του José de San Martín, του φερόμενου ως απελευθερωτή της Αργεντινής, της Χιλής και του Περού.

Γεννημένος μάλλον το 1778 στο Yapeyú της τότε Αντιβασιλείας του Río de la Plata, o José Francisco de San Martín y Matorras μετακινήθηκε αρχικά με την οικογένειά του το 1781 στο Buenos Aires και οριστικά στην Ισπανία το 1783. Εκεί, από ηλικία 11 ετών ξεκίνησε τη στρατιωτική του εκπαίδευση, περνώντας ουσιαστικά ολόκληρη τη ζωή του ως στέλεχος του Ισπανικού Στρατού, πολεμώντας για το Στέμμα σε μια σειρά από μάχες και εκστρατείες, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου της Ιβηρικής. Όμως, ξαφνικά, το 1811, σε ηλικία 35 ετών, παραιτήθηκε από τον Ισπανικό στρατό, προκειμένου να επιστρέψει στη Νότια Αμερική υπό την προστασία των Άγγλων. Οι ιστορικές αφηγήσεις για αυτή του την επιλογή είναι τρεις: είτε ότι του έλειψε η πατρογονική γη, την οποία είχε ωστόσο αποχωριστεί όταν ήταν μόλις 7 χρονών, και ένιωθε χρέος να πολεμήσει για την απελευθέρωσή της από τη χώρα που όμως ως στρατιωτικός υπηρετούσε, είτε ότι προσελήφθη από τους Άγγλους, είτε ότι ιδεολογικά δε χωρούσε στο δίπολο μεταξύ του Διαφωτισμού και της απολυταρχίας που χαρακτήριζε τις συγκρούσεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μία εκ των οποίων και ο Πόλεμος της Ιβηρικής. Η συμμετοχή του στη μασωνική οργάνωση της Στοάς των Ορθολογικών Ιπποτών περιπλέκει ακόμα περισσότερα τα πράγματα, καθώς ο μυστικιστικός χαρακτήρας της οργάνωσης αποκρύπτει το δίκτυο πραγματικών συμφερόντων που κρύβονταν πίσω από τη διαδικασία απελευθέρωσης των κρατών της Νότιας Αμερικής. Σε κάθε περίπτωση, η προστασία που προσέφεραν οι Άγγλοι στον San Martín είναι μια ευθεία απόδειξη ότι μετά τις αποτυχημένες εισβολές του 1806 και 1807 οι Βρετανοί όντως υιοθέτησαν τη γραμμή της οικονομικής εξάρτησης, προσπαθώντας μόνο την απόσχιση των αποικιών από την Ισπανία και όχι την προσάρτησή τους στη Βρετανοκρατούμενη επικράτεια. Μάλιστα, πέρα από τον San Martín, που είναι η εξέχουσα προσωπικότητα σε αυτή τη διαδικασία, υπάρχουν κι άλλοι στρατιωτικοί, στελέχη του ισπανικού στρατού στον Πόλεμο της Ιβηρικής που ακολούθησαν αντίστοιχη πορεία, ενώ είναι γνωστή και η δράση πιο ανοιχτά αγγλόφιλων στοών στο Buenos Aires, που συνδέονταν με στελέχη της Πρώτης Junta.

Στη Βραζιλία, που η διαδικασία της ανεξαρτητοποίησης ήταν μια πολύ πιο ειρηνική υπόθεση, με τη σύγκρουση να μαίνεται και εντός της βασιλικής οικογένειας, οι Βρετανοί δε φαίνονται τόσο πολύ στο προσκήνιο. Ωστόσο, φρόντισαν να εξασφαλίσουν τα συμφέροντα στην περιοχή με άλλο τρόπο. Βλέποντας ότι η Βραζιλία έχει καταφέρει ουσιαστικά να υποσκελίσει την εξουσία του Πορτογαλικού Στέμματος, ανακοινώνοντας την ανεξαρτησία της το 1822, εμφανίστηκε σαν ήρεμη αποικιοκρατική δύναμη που διαπραγματεύτηκε τους όρους με τους οποίους θα αναγνωρίσει το νέο ανεξάρτητο κράτος. Έτσι, αφού εξασφάλισε πρώτα ότι η βραζιλιάνικη ανεξαρτησία έχει αναγνωριστεί από την ίδια την Πορτογαλία, διαπραγματεύτηκε την υπόσχεση κατάργησης του δουλεμπορίου εκ μέρους της Βραζιλίας, αλλά και προνομιακό δασμολόγιο στη νέα εποχή του εμπορίου, που πλέον γινόταν ελεύθερα με όλες τις χώρες κόβοντας φυσικά τους δεσμούς αποκλειστικότητας με τη μητρόπολη.

Με τον τρόπο αυτό, οι Βρετανοί είχαν εξασφαλίσει μια προνομιακή θέση στην περιοχή του Νοτίου Ατλαντικού. Ως μεγάλη ναυτική δύναμη είχαν επιπλέον ευνοϊκούς όρους στις εμπορικές τους δραστηριότητες, με αποτέλεσμα ουσιαστικά να ελέγχουν ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του όγκου του εμπορίου μεταξύ των δύο ηπείρων. Αυτή η θέση της Βρετανίας οδήγησε, όπως και σε άλλα μέρη, στη μεταφορά ενός ολόκληρου στρατού τεχνοκρατών, διοικητικών στελεχών, αλλά και της βρετανικής εργατικής τάξης στις τρεις χώρες της Νότιας Αμερικής. Την ίδια στιγμή που στην ενδοχώρα μαίνονταν πόλεμοι για το μοίρασμα των εκτάσεων και τη χάραξη των νέων εθνικών συνόρων και τη στιγμή που στη μετέπειτα Αργεντινή οι εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των porteños – που οραματίζονταν ένα ισχυρό ενωμένο κράτος με επίκεντρο το Buenos Aires – και των caudillos των εσωτερικών επαρχιών – που προσέβλεπαν σε μια ομοσπονδιακή κρατική οντότητα με σχετική αυτονομία των περιοχών τους – δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη κανενός αισθήματος ομαλής ανάπτυξης της νέας κρατικής οντότητας, στο λιμάνι ανθίζει η βρετανική δραστηριότητα. Βρετανικοί εμπορικοί οίκοι εισαγωγών και εξαγωγών εγκαθίστανται, το εμπόριο χρηματοδοτείται από τις βρετανικές τράπεζες, οι βρετανοί έμποροι αγοράζουν και εξάγουν δέρματα και κρέας, καθώς και άλλα κτηνοτροφικά προϊόντα και έτσι ορίζουν de facto το εξαγωγικό μοντέλο της χώρας, το οποίο είναι εναρμονισμένο με τα δικά τους συμφέροντα. Όταν μάλιστα τα πράγματα στην εσωτερική πολιτική σκηνή της χώρας δεν πήγαιναν όπως ήθελαν, απέκλειαν το λιμάνι και με αιματηρά εμπάργκο, όπως το 1845, καθώς και επεμβάσεις, επέβαλαν τη θέλησή τους.

Κι αν στην Αργεντινή η παρουσία των Άγγλων στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα όρισε το εξαγωγικό μοντέλο της χώρας και προοδευτικά την παραγωγή της, στη Βραζιλία η βρετανική απαγόρευση του δουλεμπορίου διαμόρφωσε νέους όρους για την κοινωνική ανάπτυξη. Οι Βρετανοί έμποροι και οι ελίτ που ήλεγχαν το διεθνές εμπόριο και τις διατλαντικές συναλλαγές, δεν είχαν βεβαίως κάποια ηθική ευαισθησία ενάντια στη δουλεία. Αυτό που είχε αλλάξει για τη Βρετανία ήταν η πολιτική αντίληψη της εργασίας μέσα στα πλαίσια της βιομηχανικής επανάστασης, η μισθωτή εργασία αντί της δουλείας αποδεικνυόταν σύστημα πιο σταθερό, προστατευμένο από εξεγέρσεις σκλάβων που δεν είχαν τίποτα να χάσουν, τη στιγμή που το ίδιο πράγμα δεν ήταν ορατό από την ταξικά ασυνείδητη εργατική τάξη. Για τη Βραζιλία όμως αρχικά η κατάργηση του δουλεμπορίου σήμαινε το σταμάτημα της ροής Αφρικανών προς τα εδάφη της, ενώ η τελική κατάργηση της δουλείας, που συνέβη με το νόμο του 1888, δημιουργεί τις νέες συνθήκες φυλετικών διακρίσεων, παγιώνει τις ιεραρχικές σχέσεις μέσα σε ένα φαινομενικά φιλελεύθερο κοινωνικό σύστημα και γίνεται πλέον ορατό ότι οι πρώην σκλάβοι, οι μαύροι και μικτοί πληθυσμοί, δεν έχουν καμία δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης δίπλα στη λευκή ελίτ. Αυτό το σύστημα μη θεσμοθετημένων αποκλεισμών θα αποτελέσει τη ρίζα της εθνικής αφήγησης ενός έθνους.

Η παρουσία των Βρετανών όμως, καθώς αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά, δεν περιορίζεται στις οικονομικές δραστηριότητες και τη διπλωματική και πολιτική παρέμβαση. Στο Buenos Aires το πρώτο βρετανικό σχολείο ιδρύεται το 1838, πρόκειται για το St. Andrew’s Scots School, στην οδό Piedras, νούμερο 55, που ξεκινάει τη λειτουργία του την 1η του Σεπτέμβρη στο χώρο όπου βρίσκεται η Πρεσβυτεριανή εκκλησία. Το 1844 ιδρύεται το Hospital Británico, με επικεφαλής τον αιδεσιμότατο Barton Lodge, με σκοπό την περίθαλψη κυρίως των Βρετανών εργατών και ναυτών που βρίσκονται στην πόλη. Πολλά άλλα σχολεία και κοινωνικοί θεσμοί, καθώς και θρησκευτικά ιδρύματα, που αφορούν την οργάνωση των Βρετανών εποίκων, αποτελούν κομμάτι του πολιτισμικού παζλ της νέας λιμανίσιας πρωτεύουσας. Αντίστοιχα, στο Montevideo το πρώτο βρετανικό νοσοκομείο ιδρύεται το 1857, ενώ νωρίτερα, το 1828, έχει ανοίξει βρετανικό κοιμητήριο. Από τα σημαντικότερα, ωστόσο, στοιχεία της πολιτισμικής διείσδυσης των Βρετανών, είναι η ίδρυση της εφημερίδας The Standard, από τους αδελφούς Edward και Michael Mulhall, το 1861 στο Buenos Aires. Η Standard θα αποτελέσει το βασικό όργανο της βρετανικής κοινότητας και αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πηγές επιχειρηματικών ειδήσεων.

Όσο αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, οι Βρετανοί μεταφέρουν την Ιστορία της βιομηχανικής επανάστασης από την πατρίδα τους και στις τρεις χώρες, βάζοντας δύο από τους σημαντικότερους πυλώνες που χρειάστηκαν γι’αυτήν, το σιδηρόδρομο και τις τράπεζες. Το 1857 ανοίγει η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή της Αργεντινής με τη χρήση της ατμομηχανής La Porteña, που είχε κατασκευαστεί στο Leeds, το 1862 ιδρύεται η Buenos Aires Great Southern Railway και το 1867 η São Paulo Railway Company, για να αποτελέσουν μόνο την αρχή της ανάπτυξης ενός σιδηροδρομικού δικτύου που θα επεκταθεί προς την ενδοχώρα, θα δημιουργήσει νέα εξαγώγιμα προς την Ευρώπη προϊόντα και θα χρειαστεί ειδικευμένους βρετανούς εργάτες για τη λειτουργία του. Αυτή μάλιστα η επέκταση της οικονομικής ανάπτυξης προς το εσωτερικό και τις Pampas έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε να επιτευχθεί σταθερότητα και ειρήνη, καθώς η άρχουσα τάξη και εκείνων των επαρχιών είχε πια μερίδιο από τα κέρδη που έφερνε ο εκσυγχρονισμός του νεοδημιουργημένου κράτους. Όσον αφορά τις τράπεζες, το 1862 ιδρύεται η Banco de Londres y Río de la Plata στο Buenos Aires, ενώ την επόμενη χρονιά ιδρύεται η London and Brazilian Bank στο Rio de Janeiro. Οι βρετανικές τράπεζες αποτέλεσαν την πιστωτική μηχανή της νοτιοαμερικανικής ανάπτυξης, δένοντάς την ουσιαστικά με δάνεια προς βρετανικά συμφέροντα, κάτι που θα ταλάνιζε τις οικονομίες των χωρών για περισσότερο από έναν αιώνα και τα αποτελέσματα αυτού του δανεισμού θα συνεχίζουν να εκφράζονται ως τις μέρες μας.

Όμως οι Βρετανοί δεν ήταν οι μόνοι που έφταναν στις αμερικανικές ακτές του Νότιου Ατλαντικού.

Η ανακάλυψη της Αμερικής από την εργατική τάξη της Μεσογείου

Περίπου τρεις αιώνες μετά την πρώτη απόβαση των Ευρωπαίων αποικιοκρατών στη Νότια Αμερική, με αποστολές που σφραγίζονταν από βασιλικά διατάγματα και στόχο την εύρεση αμύθητου πλούτου για κάθε μικρό ή μεγάλο καιροσκόπο και εξερευνητή, μία άλλη μεγάλη απόβαση, διαφορετικού τύπου, άρχισε να συντελείται στα μέσα του 19ου αιώνα. Η εξαγωγή της βιομηχανικής επανάστασης στο Νότιο Ατλαντικό πρόσφερε ευκαιρίες για εργασία και καλυτέρευση της ζωής για χιλιάδες κατοίκους των νότιων ευρωπαϊκών χωρών, που ζούσαν τη φτώχεια, την επισιτιστική ανασφάλεια, εργαζόμενοι πολλές φορές στη γη ως κολίγες, με φεουδαρχικές σχέσεις εκμετάλλευσης. Για χιλιάδες Ιταλούς κατά κύριο λόγο, αλλά και Ισπανούς και Πορτογάλους, οι τρεις χώρες προσέφεραν νέες ευκαιρίες σε ένα περιβάλλον που τους ήταν πολιτισμικά αρκετά γνώριμο, με αποτέλεσμα μέσα στο 19ο αιώνα να συμβάλουν αποφασιστικά στη διαμόρφωση του πολιτισμικού μωσαϊκού αυτών των κοινωνιών.

Η Αργεντινή το 1870, χρονιά που είχε εδραιωθεί πλέον η έντονη οικονομική ανάπτυξη, είχε ένα πληθυσμό μικρότερο από 2 εκατομμύρια. Μέσα στα επόμενα 50 χρόνια, οι αφίξεις Ισπανών και Ιταλών ήταν περίπου 3,5 εκατομμύρια, διαμορφώνοντας ένα εντελώς νέο κοινωνικό καμβά, όμως διατηρώντας ένα μόνιμο πολιτισμικό χαρακτηριστικό: η Αργεντινή ήταν η χώρα-σύμβολο των μεταναστών. Μάλιστα, το γεγονός ότι το δουλεμπόριο από την Αφρική προς τις δύο χώρες του Río de la Plata δεν ήταν τόσο έντονο όσο προς τη Βραζιλία, που η μεγάλη πλειονότητα της εργατικής τάξης ήταν μαύρη, καθώς και το γεγονός ότι ο μικρότερος σε μέγεθος μαύρος πληθυσμός αναμιγνυόταν σταθερά με αυτά τα κύματα της μεσογειακής εργατικής τάξης, οδήγησαν στη συρρίκνωση του καθαρού αφρικανικού πληθυσμού, δημιουργώντας το αφήγημα της “πιο ευρωπαϊκής χώρας της Νότιας Αμερικής”, κάτι που θα επηρεάσει έντονα και την εθνική ποδοσφαιρική ανάπτυξη τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Στη Βραζιλία, όπου η ζάχαρη είχε δώσει τη θέση της στον καφέ, ως κύριο εξαγώγιμο προϊόν, μέχρι τα τέλη του αιώνα, δεκάδες χιλιάδες Νοτιοευρωπαίοι μετανάστες κατέφθαναν με κύριο προορισμό το São Paulo, στο οποίο από το 1887 υπήρχε και γραφείο υποδοχής μεταναστών, η Hospedaria de Imigrantes, που κατεύθυνε τους νεοαφιχθέντες εκεί που υπήρχε ζήτηση εργατικής δύναμης. Ο συγκεκριμένος θεσμός, πέρα από την πρακτική του χρησιμότητα, είχε ιδρυθεί και για ιδεολογικούς λόγους, καθώς η άρχουσα τάξη επιθυμούσε τη “λευκοποίηση” του πληθυσμού, κάτι στο οποίο συνέβαλαν προφανώς οι αφίξεις των νοτιοευρωπαίων φτωχών μεταναστών. Μέχρι το 1920 είχαν εισέλθει στο São Paulo περισσότεροι από 1 εκατομμύριο Ιταλοί, ενώ περίπου το εν δέκατο αυτού του αριθμού αποτελούσαν Ισπανοί μετανάστες.

Σε αντίθεση με τους Βρετανούς, που διήγαγαν τη ζωή τους μέσα στις γενικά κλειστές κοινότητες των εκπατρισμένων ομοεθνών τους, οι Νοτιοευρωπαίοι μετανάστες που μιλούσαν την ίδια γλώσσα, είχαν τις ίδιες θρησκευτικές πεποιθήσεις, ενώ κουβαλούσαν σε ένα βαθμό και μια κοινή εθνική διαδρομή, έγιναν κομμάτι του ντόπιου πληθυσμού και πολιτισμού, διαμορφώνοντας τον δεύτερο αποφασιστικά. Εγκαταστημένοι στις νέες μεγαλουπόλεις, στις γειτονιές που αποτελούσαν μικρές κοινότητες-κύτταρα του νέου έθνους, συνέδεσαν την εγκατάστασή τους με την ανάπτυξη του barrio, ως γεωγραφικής οντότητας στα πλαίσια της οποίας οι άνθρωποι αναπτύσσουν συλλογικούς δεσμούς και επομένως ταυτότητα του ανήκειν, τη λεγόμενη pertenencia.

Οι νέοι αυτοί μετανάστες δε δημιούργησαν μόνο κοινότητες, φυλετικούς τύπους και στερεότυπα, όπως για παράδειγμα το cocoliche, η υβριδική ισπανοϊταλική διάλεκτος του Buenos Aires, και τρόπο ζωής, αλλά δημιούργησαν και νέα χαρακτηριστικά του πολιτισμού αυτών των χωρών. Αναμιγμένοι με τους φτωχούς πληθυσμούς που προϋπήρχαν από την αποικιοκρατία, χωρίς εθνικά κόμπλεξ, λόγω της ταξικής τους καταγωγής, αγκάλιασαν το ρυθμό και τη μουσική που είχαν δημιουργήσει οι Αφρικανοί, εντάσσοντας στις συνήθειες του ελεύθερου χρόνου τους τη milonga, μία αφρικανικής προέλευσης μουσική που περιγράφεται με αυτή την πλήρως αφρικανική λέξη, το candombe, που χόρευαν οι Αφρικανοί στο καρναβάλι του Montevideo, το ρυθμό της κουβανέζικης habanera, καθώς και την payada, που προερχόταν από την ενδοχώρα και ήταν η μουσική των gauchos. Ζώντας τη ζωή τη νύχτα, τις ώρες που δεν εργάζονταν, τη συνέδεσαν με αυτούς τους ήχους, που έξω από φόρμες και πλαίσια εξελίχθηκαν ώστε να δημιουργηθεί ένα ξεχωριστό είδος χορού και μουσικής, ταυτόσημο σχεδόν με τη ζωή του υποκόσμου, με πορνεία, συμμορίες και τη σκληρή, αν και σήμερα ρομαντικοποιημένη, ζωή του λιμανιού, το tango. Το tango, στο οποίο μελετητές βρίσκουν στοιχεία από πολλά ευρωπαϊκά μουσικά και χορευτικά ήδη, όπως για παράδειγμα η polka και το flamenco, θα γινόταν το πιο αναγνωρίσιμο πολιτισμικό στοιχείο της Αργεντινής και της Ουρουγουάης και την περίοπτη αυτή θέση στο λαϊκό πολιτισμό θα μοιραζόταν αργότερα μόνο με το ποδόσφαιρο. Το tango έμεινε ως ο χορός που περιέχει τη μελαγχολία του μετανάστη, τη σκληρότητα της ζωής του λιμανιού που συνοδεύεται όμως και από έντονα συναισθήματα, το σπάσιμο του καθωσπρεπισμού που αρμόζει στην λεγόμενη “υψηλή κοινωνία” και τις κινήσεις του σώματος που αντανακλούν την απουσία ορίων στις φυσικές κοινωνικές σχέσεις των φτωχών ανθρώπων.

Στη Βραζιλία, η μεγαλύτερη παρουσία του αφρικανικού πληθυσμού εξέλιξε αντίστοιχα και τη μουσική χωρίς να επηρεάζεται τόσο έντονα από την ευρωπαϊκή μουσική παράδοση, δημιουργώντας την πολύ πιο γρήγορη και χαρούμενη samba, η οποία εξελίχθηκε σε μια μεγάλη ομπρέλα μουσικών παραδόσεων, εκφραζόμενη με διαφορετικά μοτίβα σε κάθε επαρχία της τεράστιας πορτογαλόφωνης χώρας. Η samba, όμως, όπως και το tango, έγινε σημείο αναφοράς για τη μυθολογική εξήγηση των χαρακτηριστικών ενός έθνους που διαμορφώθηκε αργά στην Ιστορία των ανθρώπων (με βάση τη σημερινή κλίμακα) και την αντίστοιχη ποδοσφαιρική εθνική μυθολογία. Το σημαντικότερο στοιχείο αυτών των χορευτικών και μουσικών παραδόσεων είναι ότι σχετίζονται με την παράλληλη ανάπτυξη των σχεδόν στερεοτυπικών μοτίβων των κοινοτήτων της εργατικής τάξης, του barrio στις ισπανόφωνες χώρες και της favela στη Βραζιλία. Η “ταπεινή” αυτή ταξική τους καταγωγή τις συνέδεσε ακόμα και με την παρανομία και τον υπόκοσμο, όπως μπορεί να παρατηρήσει κανείς όμως σε πάρα πολλές λαϊκές μουσικές παραδόσεις, πριν αυτές αποκτήσουν το σεβασμό της πνευματικής πρωτοπορίας και αναχθούν σε στοιχεία εθνικής πολιτισμικής κληρονομιάς.

Η συμβολή των Ευρωπαίων εργατών μεταναστών και στις τρεις χώρες ήταν τεράστια και χρησιμεύει καθοριστικά στην εξήγηση των κοινωνικών φαινομένων τις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν, καθώς τη στιγμή που οι Βρετανοί δημιουργούσαν την οικονομική βάση πάνω στην οποία θα στηριζόταν η εξέλιξη αυτών των χωρών, οι εργάτες από την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, κάπως λιγότεροι και από τη Γαλλία, μαζί με τους φτωχούς γηγενείς πλέον ευρωπαϊκής και αφρικανικής καταγωγής, δημιουργούσαν την ίδια την εθνική ταυτότητα.

“Πράγματα για τρελούς Άγγλους”

Οι πρώτες αφηγήσεις που αφορούν την έλευση του ποδοσφαίρου, ή πιο σωστά των ποδοσφαιρικών παιχνιδιών, στη Νότια Αμερική είναι καταγεγραμμένες πολύ πριν την εποχή της κωδικοποίησης του παιχνιδιού. Η ποδοσφαιρική κουλτούρα ήταν εθνικό πολιτισμικό στοιχείο για τους Βρετανούς από τον μεσαίωνα, με τη λέξη foot-ball να περιγράφει μία οικογένεια παιχνιδιών με μπάλα που κατά γενικό κανόνα είχαν δύο ομάδες που προσπαθούσαν να την οδηγήσουν σε κάποια εστία στην απέναντι άκρη του όποιου ορισμένου αγωνιστικού χώρου. Ο ελεύθερος χρόνος των Βρετανών ήταν συνηφασμένος με αυτή τη δραστηριότητα και είναι πολύ φυσικό κάπως έτσι να περνούσαν το χρόνο τους και οι Βρετανοί ναυτικοί που έφταναν με τα καράβια της Αυτοκρατορίας στην άλλη άκρη του ωκεανού κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Έτσι, φτάνουν ως τις μέρες μας οι περιγραφές περί το 1840 για ναυτικούς που παίζουν τέτοιου είδους παιχνίδια στις αποβάθρες του Buenos Aires. Αυτή η ασχολία είναι κάτι εντελώς ξένο για την κουλτούρα των ντόπιων που βλέπουν το παιχνίδι ως κάτι εξωτικό, μάλιστα η εφημερίδα του Buenos Aires “La Razón” το περιγράφει ως ένα παιχνίδι “που αποτελείται από τρέξιμο γύρω από μια μπάλα”. Είναι, ίσως, εξαιρετική η σύμπτωση ότι ακόμα και σήμερα όσοι δεν έχουν και δε θέλουν να έχουν καμία σχέση με το ποδόσφαιρο χρησιμοποιούν την ίδια έκφραση. Ίσως οι ισπανόφωνοι συντάκτες του εν λόγω αποσπάσματος είχαν οραματιστεί πολύ διαφορετικά τη μελλοντική σχέση της χώρας τους με αυτή την παράξενη ασχολία.

Η Αργεντινή είναι μία από τις πρώτες χώρες που εκδίδονται οι κανονισμοί του ποδοσφαίρου. Το 1867, μόλις 4 χρόνια μετά τη συνάντηση στη Freemason’s Tavern του Λονδίνου, όπου ιδρύθηκε η Football Association και συμφωνήθηκαν οι πρώτοι κανονισμοί του σπορ, η βρετανική εφημερίδα The Standard δημοσιεύει τους κανόνες στη μακρινή αυτή γη. Ο ερχομός του ποδοσφαίρου φαίνεται ότι είναι και πάλι αποτέλεσμα των συνθηκών που αφορούν την οικονομική βάση, εκεί που κυριαρχούν τα βρετανικά συμφέροντα. Οι Άγγλοι μπορεί να μη βρίσκονται στα barrios, μπορεί να μη χορεύουν tango και να μη συγχρωτίζονται με την πολιτισμική πανσπερμία του λιμανιού του Río de la Plata, όμως φέρνουν ένα πολιτισμικό στοιχείο από τη δική τους κουλτούρα, που θα αγκαλιάσει αργότερα όχι μόνο η Αργεντινή, η Ουρουγουάη και η Βραζιλία, αλλά και κάθε χώρα του πλανήτη σαν δικό της.

Οι κανόνες δεν ήταν απαραίτητα άγνωστοι στη βρετανική παροικία του Buenos Aires. Η δημοσίευσή τους, άλλωστε, στην εφημερίδα The Standard δεν έγινε χωρίς σκοπό: στις 6 Μαΐου του 1867, στο ίδιο έντυπο μέσο, ο Tomás Hogg δημοσιεύει ένα άρθρο-ανακοίνωση με τίτλο “Foot Ball: A Preliminary Meeting”, καλώντας τους ενδιαφερόμενους να συνέλθουν σε μια συνάντηση όπου θα αποφασιζόταν η ίδρυση ίσως του πρώτου ποδοσφαιρικού θεσμού της ηπείρου. Την Πέμπτη 9 Μαΐου του 1867 ιδρύεται στην Calle Temple, τη σημερινή οδό Viamonte, το “Buenos Aires Football Club” με ιδρυτικά μέλη κυρίως εργάτες του σιδηροδρόμου, προερχόμενους από τη Βόρεια Αγγλία, ενώ στη σύνθεση και τη διοίκησή του συμμετέχουν μέλη της ελίτ, όπως ο Thomas Hogg και ο αδερφός του James. Το νέο κλαμπ ορίζει κόστος συνδρομής τα 30 pesos και αναφέρει στο καταστατικό του ότι υιοθετεί ελαφρώς τροποποιημένους τους κανονισμούς της Football Association. Η ανακοίνωση του πρώτου αγώνα δημοσιεύεται επίσης στη Standard και ορίζεται για την εξαιρετικής σημασίας ημέρα της 25ης Μαΐου, δηλαδή την επέτειο της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας. Ωστόσο, το παιχνίδι αυτό δεν πραγματοποιείται ποτέ, λόγω της δυνατής βροχής.

Περίπου ένα μήνα αργότερα, την ημέρα εθνικού εορτασμού της αργεντίνικης σημαίας που ορίστηκε την ημέρα θανάτου του εμπνευστή της, Manuel Belgrano, στις 20 του Ιούνη, το Buenos Aires Cricket Ground, στη συνοικία του Palermo, γίνεται ο τόπος του πρώτου ποδοσφαιρικού παιχνιδιού στην ιστορία της Αργεντινής. Το Cricket Ground αποτελούσε το γήπεδο του Cricket Club, το οποίο ιδρύθηκε το 1831, μέσα από αυτό δημιουργήθηκε το Football Club, και όπως μαρτυρά και το όνομά του αφορούσε τις αθλητικές ασχολίες της ελίτ και του δικού της αγαπημένου παιχνιδιού. Ωστόσο, έμεινε στην ιστορία, καθώς είναι το πρώτο γήπεδο που φιλοξένησε αγώνα ποδοσφαίρου (1867) και ράγκμπι (1873) στην Αργεντινή, τα δύο δημοφιλέστερα σπορ της χώρας ως σήμερα. Η 20η Ιούνη του 1867 θεωρείται ως η ημερομηνία γέννησης του ποδοσφαίρου στην Αργεντινή και ο Thomas Hogg ο Προμηθέας που μετέφερε αυτή τη φλόγα που καίει ασίγαστα στις ψυχές ενός ολόκληρου έθνους. Χρειάστηκαν να περάσουν μόλις 3 χρόνια, για να γράψει η εφημερίδα El Nacional ότι το ποδόσφαιρο είναι “αυτό το Αγγλικό παιχνίδι, που δε θα αργήσουμε να συνηθίσουμε” (“this English game, it will not be long before we get used to it”).

Ο αγώνας διεξάγεται μεταξύ δύο ομάδων που παρά την αποκλειστική συμμετοχή Βρετανών δανείζονται ονομασίες από την ισπανική γλώσσα και οι Colorados, που φορούσαν κόκκινα καπέλα, αντιμετώπισαν τους Blancos, που φορούσαν λευκά. Αρχηγός της μίας ομάδας είναι ο 24χρονος Thomas Hogg και της έταιρης ο 29χρονος Walter Heald, αμφότεροι μέλη της διοίκησης του Buenos Aires Football Club. Με βάση τους κωδικοποιημένους κανόνες, παίζονται δύο ημίχρονα των 50 λεπτών και κάθε ομάδα αποτελείται από 8 παίχτες στον αγωνιστικό χώρο. Το πρώτο αυτό παιχνίδι κέρδισαν οι Colorados με 4-0, ενώ στις 9 Αυγούστου που οι δύο ομάδες ξανασυναντήθηκαν οι Colorados κέρδισαν και πάλι με 3-0.

Ωστόσο έχουν μεγάλη σημασία οι αναφορές για τις συζητήσεις που αφορούσαν την προετοιμασία του παιχνιδιού, με τους προβληματισμούς που αυτές εξέφραζαν, όπως για το αν είναι πρέπον να αγωνίζονται άνδρες με κοντά παντελονάκια μπροστά σε γυναίκες θεατές, φανερώνοντας ότι η όλη διοργάνωση ήταν πλήρως επηρεασμένη από τις κοινωνικές συμβάσεις των κοινωνικών ελίτ. Ο Heald, αρχηγός των Blancos, αναφέρει στις σελίδες ημερολογίου του ότι η ομάδα του πήρε το τρένο για το Palermo, όρισαν τον αγωνιστικό χώρο με σημαίες και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν στην Confitería για ψωμί, τυρί και μπύρα porter, περιμένοντας τους υπόλοιπους. Επίσης αναφέρει και τους τρομερούς πόνους στη μέση που ένιωθαν οι υπερκαταβεβλημένοι ποδοσφαιριστές μετά την αναμέτρηση, μαρτυρώντας κάποια στοιχεία για τη φυσική τους κατάσταση.

Το Football Club, όμως, δε μακροημέρευσε. Η επιδημία κίτρινου πυρετού, η οποία κόστισε το 8% περίπου των κατοίκων του Buenos Aires, το 1870, διέκοψε τη λειτουργία του και όταν αυτό ξανασυστάθηκε, το 1873, υιοθέτησε τους κανονισμούς του rugby union, οι οποίοι είχαν κωδικοποιηθεί από τη Rugby Football Union 2 χρόνια νωρίτερα. Έτσι, το ίδιο το κλαμπ άλλαξε όνομα και είναι ως σήμερα γνωστό ως Buenos Aires Cricket and Rugby Club, με το ποδόσφαιρο να χρειάζεται άλλους συνεχιστές, ίσως με διαφορετικά κίνητρα από αυτές τις πρώτες ελίτ που συνεργάστηκαν με τους Βρετανούς σιδηροδρομικούς εργάτες προκειμένου μόνο να διατηρήσουν μια ασχολία της τάξης τους στη μακρινή γη που τους φιλοξενούσε.

Αν ο Thomas Hogg και οι Άγγλοι του Cricket Club μπορούν να θεωρηθούν οι αγγελιοφόροι του ποδοσφαίρου στην πρωτεύουσα της Αργεντινής, οι πραγματικοί θεμελιωτές του ήταν Σκωτσέζοι. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εξέλιξη της ποδοσφαιρικής σκέψης στη Βρετανία στα τέλη του 19ου αιώνα, επηρέασε καθοριστικά το αργεντίνικο εθνικό στυλ, καθώς και εκείνο της Ουρουγουάης. Μεταξύ των ομάδων της ελίτ, που αντιλαμβάνονταν το ποδοσφαιρικό παιχνίδι ως μια αναμέτρηση φυσικής δύναμης, και των ομάδων της εργατικής τάξης, που δημιουργούσαν σταδιακά ένα παιχνίδι συνεργασίας, το λεγόμενο combination game, εμφανιζόταν μια διαχωριστική γραμμή σε δύο σχολές ποδοσφαιρικής σκέψης. Αυτές οι δύο αντιλήψεις, σε εθνικό επίπεδο, αντιστοιχούσαν και στην προσέγγιση της εθνικής ομάδας της Αγγλίας, η πρώτη, και σε εκείνη της Σκωτίας, η δεύτερη, που ήδη από το 1870 είχαν ξεκινήσει να αγωνίζονται τακτικά μεταξύ τους, με τη Σκωτία μάλιστα να χτίζει μια κυριαρχία έναντι του αγγλικού παιχνιδιού από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 και μετά.

Ο χώρος που ξεκίνησε η πραγματική εγκαθίδρυση του ποδοσφαίρου στην Αργεντινή ήταν το St. Andrew’s Scots School, που είχε ιδρυθεί αρχικά ως σχολείο θηλέων το 1838 και αργότερα ξεκίνησαν να φοιτούν σε αυτό και αγόρια. Το 1882 έφτασε στο Buenos Aires για να διδάξει στο σχολείο ο Alexander Watson Hutton. Ο Watson Hutton είχε γεννηθεί το 1853 στο Gorbals της Γλασκώβης και φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Όντας ο ίδιος αθλητής, συμμεριζόταν τις απόψεις που όλο και περισσότερο κυριαρχούσαν στη Βικτωριανή Αγγλία ότι ο αθλητισμός αποτελεί απαραίτητο κομμάτι της εκπαίδευσης. Έτσι, περνώντας τον Ατλαντικό, έβαλε ίσως σκοπό της ζωής του να εδραιώσει το ποδόσφαιρο όχι μόνο μέσα στα σχολεία, αλλά να δουλέψει και για την ανάπτυξη της ποδοσφαιρικής κουλτούρας στην τοπική κοινωνία.

Δύο χρόνια μετά από την πρόσληψή του στο St. Andrew’s, ο Watson Hutton θα αποχωρήσει από το σχολείο που δε διέθετε τους απαραίτητους πόρους για να δημιουργήσει αθλητικές εγκαταστάσεις. Το 1884, θα ιδρύσει το Buenos Aires English High School, το οποίο θα γίνει το κέντρο των δραστηριοτήτων του, που όλο και περισσότερο αφορούσαν το ποδόσφαιρο παρά τα γράμματα. Η αρχική τοποθεσία του σχολείου ήταν η Calle Perú, στο κέντρο της πρωτεύουσας και τα σπορ είχαν περίοπτη θέση στο πρόγραμμά του, καθώς πέρα από το ποδόσφαιρο, μια σειρά από αθλήματα, όπως κωπηλασία, κολύμβηση, τέννις, ξιφασκία και πυγμαχία, συμπεριλαμβάνονταν στις δραστηριότητες ενός εκπαιδευτικού θεσμού που ήταν φτιαγμένος κατ’αυτό τον τρόπο στα πρότυπα της χριστιανικής μυϊκής ανάπτυξης (christian muscularity).

Το 1886 ο Watson Hutton προσκαλεί τον γιο της παλιάς σπιτονοικοκυράς του στη Γλασκώβη, William Waters, προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα προπονητή ποδοσφαίρου στη σχολική μονάδα. Ο Waters φτάνει στην Αργεντινή με ένα σάκο γεμάτο με δερμάτινες μπάλες. Στο τελωνείο οι υπάλληλοι δε μπορούσαν να αναγνωρίσουν τη χρηστική αξία αυτών των αντικειμένων και αναρωτιόντουσαν αν πρόκειται για ασκούς κρασιού ή για δερμάτινα καπέλα, με έναν εξ αυτών να αποφασίζει ότι πρόκειται για “Πράγματα για τρελούς Άγγλους”. Ο Waters αργότερα έγινε ένας από τους πιο επιφανείς εισαγωγείς αθλητικών ειδών στην Αργεντινή. Μαζί με τον Watson Hutton, όμως, δημιούργησαν μια ποδοσφαιρική σχολή της οποίας η αντίληψη ήταν εμπνευσμένη από το combination game της σκωτσέζικης Queen’s Park, που είχε κερδίσει το λεγόμενο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, δηλαδή τον αγώνα μεταξύ των κυπελλούχων της Αγγλίας και της Σκωτίας, το 1881 και 1882, στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα συντρίβοντας με 8-0 την αριστοκρατική ομάδα των Old Carthusians που έπαιζε ακόμα το παιχνίδι της φυσικής δύναμης, το λεγόμενο rushing game.

Την ίδια περίοδο όμως που ο Watson Hutton και ο Waters έσπερναν τη φύτρα του αργεντίνικου ποδοσφαίρου στο Buenos Aires, στην απέναντι όχθη του Río de la Plata ένας άλλος σκωτσέζικης καταγωγής Άγγλος δάσκαλος δημιουργούσε το δικό του ποδοσφαιρικό κίνημα στο English High School του Montevideo. Γεννημένος το 1866 στο Kent και με σπουδές στο Cambridge, o William Leslie Poole έφτασε στην Ουρουγουάη το 1885. Στην πρωτεύουσα της χώρας του estuario οι Βρετανοί είχαν ιδρύσει ήδη τους συλλόγους που ασκούσαν τα αθλήματα της ελίτ, δηλαδή το cricket και την κωπηλασία, όμως δεν υπήρχε κάποιος αναπτυγμένος ποδοσφαιρικός θεσμός. Μάλιστα, ο πρώτος καταγεγραμμένος ποδοσφαιρικός αγώνας στη χώρα διεξήχθη τον Ιούνη του 1881 μεταξύ των δύο αυτών συλλόγων. Με άλλα λόγια, υπήρχε μια παράλληλη διαδρομή της ανάπτυξης των αθλητικών ασχολιών των Βρετανών με εκείνη στο Buenos Aires. Άλλωστε, οι δύο χώρες που μοιράζονταν κοινή ιστορία και κουλτούρα, αλλά ξεχωριστές πολιτικές διαδρομές, ίσως δε θα μπορούσαν να μην έχουν και παράλληλες ιστορίες όσον αφορά τη γέννηση του ποδοσφαίρου.

Κι αν ο Watson Hutton χρειαζόταν την έλευση του Waters για να αναπτύξει το combination game της Queen’s Park στην Αργεντινή, ο Poole υπήρξε μέντορας του Henry Candid Lichtenberger, ενός Αγγλοβραζιλιανοαλσατικής καταγωγής Ουρουγουανού αθλητή, που στα 18 του χρόνια ίδρυσε τον πρώτο ποδοσφαιρικό σύλλογο της χώρας, το Club Albion, το οποίο μάλιστα δεχόταν μόνο γηγενείς ως μέλη του. Η ανάπτυξη του ποδοσφαίρου μέσα στις Βρετανικές κοινότητες, των οποίων τα μέλη είχαν πολλαπλασιαστεί από το 1880 και μετά, λόγω της ανάπτυξης των σιδηροδρόμων, ήταν ραγδαία. Έτσι, τον Αύγουστο του 1889 διεξήχθη το πρώτο διεθνές παιχνίδι μακριά από τη Γηραιά Αλβιώνα, καθώς μια ομάδα επίλεκτων παιχτών του Buenos Aires αντιμετώπισε μια αντίστοιχη του Montevideo στο Cricket Club της πρωτεύουσας της Ουρουγουάης. Σε αυτό το άτυπο πρώτο παιχνίδι μεταξύ των δύο χωρών οι εκπρόσωποι της Αργεντινής κέρδισαν με 3-1, ενώ ο αγώνας εντάχθηκε στους εορτασμούς για τα 70 χρόνια της Βασίλισσας Victoria.

Η πρώτη ίδρυση του αργεντίνικου ποδοσφαίρου

Η μεγαλύτερη όμως τομή στην ιστορία του νοτιοαμερικανικού ποδοσφαίρου, με τεράστια σημασία για την εξέλιξη του σπορ παγκοσμίως, συνέβη στην Αργεντινή το 1891. 20 χρόνια μετά την έναρξη του πρώτου ποδοσφαιρικού θεσμού, του FA Cup, και 3 χρόνια μετά την ίδρυση της Football League και την αποδοχή του επαγγελματισμού στη Βρετανία, το πρώτο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα διοργανώθηκε εκτός Μεγάλης Βρετανίας. Στις 14 Φλεβάρη η Standard δημοσίευσε την πρόσκληση για μια συνάντηση όπου καλούσε τους ποδοσφαιριστές που ενδιαφέρονται να προσέλθουν προκειμένου να συγκροτηθεί η Argentine Association Football League. Στις 7 Μαρτίου υπογράφηκε η ιδρυτική πράξη και στις 12 του Απρίλη ξεκίνησε το πρώτο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα στην Αργεντινή, με τη συμμετοχή 5 ομάδων. Οι ιστορικοί αυτοί σύλλογοι ήταν οι Old Caledonians, Buenos Aires and Rosario Railway, Buenos Aires Football Club, Belgrano Football Club και St. Andrews, που υπέγραψαν και την ιδρυτική διακήρυξη, ενώ αν και δήλωσε συμμετοχή δεν έπαιξε τελικά κανέναν αγώνα η Hurlingham.

Εμπνευστής αυτής της κίνησης, κατά την αποδοχή και της αργεντίνικης ομοσπονδίας στις μέρες μας, ήταν ο Alec Lamont, ο διευθυντής του St. Andrew’s, από το οποίο λίγα χρόνια νωρίτερα είχε αποχωρήσει ο Watson Hutton. Πέρα από την ομώνυμη ομάδα του σχολείου, οι Old Caledonians ήταν η ομάδα των Σκωτσέζων εργατών μιας αγγλικής εταιρείας που δραστηριοποιούνταν στα έργα αποχέτευσης, η Buenos Aires and Rosario Railway ήταν η εργοστασιακή ομάδα της ομώνυμης εταιρείας, η Buenos Aires Football Club δεν είχε σχέση με το κλαμπ του Thomas Hogg, αλλά επρόκειτο για μια άλλη ομάδα που αγωνίστηκε μόνο σε αυτή τη διοργάνωση, όπως και η Belgrano FC, ενώ η Hurlingham ήταν μια κατεξοχήν ομάδα της βρετανικής ελίτ, που μέχρι τις μέρες μας διατηρεί μια τεράστια παράδοση στο polo και το cricket.

Στην ιστορική αυτή διοργάνωση, οι Old Caledonians και το St. Andrew’s ισοβάθμισαν με 6 νίκες, 1 ισοπαλία και 1 ήττα, με τους Old Caledonians να έχουν καλύτερη διαφορά τερμάτων ενώ το St. Andrew’s καλύτερα αποτελέσματα στα μεταξύ τους παιχνίδια (μία νίκη και μια ισοπαλία), όμως δεν υπήρχε κανονισμός που να ορίζει τη λύση της ισοβαθμίας και έτσι αμφότερες αναδείχθηκαν πρωταθλήτριες. Στις 13 του Σεπτέμβρη ο μεταξύ τους αγώνας έκρινε την απόδοση του τροπαίου και των μεταλλίων. Το St. Andrews κέρδισε με 3-1 στην παράταση, χάρη σε χατ-τρικ του Charles Douglas Moffatt κι έτσι ο Lamont είδε την ομάδα του να κατακτά το πρώτο τρόπαιο του θεσμού που οραματίστηκε. Σήμερα η παγκόσμια υπηρεσία στατιστικής του ποδοσφαίρου (RSSSF) αναγνωρίζει και τους δύο συλλόγους ως νικητές της διοργάνωσης και τον αγώνα μπαράζ ως παιχνίδι τυπικότητας για την απόδοση του τροπαίου, όμως η αργεντίνικη ομοσπονδία ποδοσφαίρου (AFA) καταγράφει ως νικητές της διοργάνωσης το St. Andrew’s. Ένα ακόμα στοιχείο που εξαίρει την προσφορά της ποδοσφαιρικής σχολής της Σκωτίας σε αυτά τα πρώτα βήματα του αργεντίνικου ποδοσφαίρου είναι το γεγονός ότι όλοι οι ποδοσφαιριστές του St. Andrew’s ήταν Σκωτσέζοι ενώ αρχηγός και προπονητής ήταν ο William Waters που είχε φύγει από το English High School του Watson Hutton.

Παρά το γεγονός ότι στο καταστατικό της λίγκας αναφερόταν ότι η διοργάνωση θα διεξάγεται κάθε χρόνο, το 1892 δεν ήταν δυνατό να επαναληφθεί το πρωτάθλημα λόγω έλλειψης πόρων. Το πρώτο δοξασμένο εγχείρημα είχε ένα άδοξο τέλος, αλλά χρειάστηκε μόνο ένας χρόνος ώστε ο Alexander Watson Hutton να καταφέρει αυτό που δεν ολοκλήρωσε ο Alec Lamont: να θεμελιώσει μια για πάντα το ποδόσφαιρο στην Αργεντινή. Στις 21 Φεβρουαρίου του 1893, o Watson Hutton, μαζί με εκπροσώπους της Quilmes, των Old Caledonians, του St. Andrew’s, του Buenos Aires High School, της Lomas και του Flores επανιδρύει τη λίγκα με το ίδιο όνομα. Αυτή θεωρείται ως σήμερα η ημερομηνία ίδρυσης της Αργεντίνικης Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (AFA), που αποτελεί την ίδια οντότητα μέσα από την εξέλιξη του καταστατικού της. Με βάση μάλιστα αυτή την ημερομηνία ίδρυσης η Αργεντίνικη Ομοσπονδία είναι η πρώτη του είδους της που έχει ιδρυθεί εκτός Ευρώπης.

Η μεγάλη δύναμη των πρώτων χρόνων του αργεντίνικου πρωταθλήματος ήταν η Lomas Athletic Club, η οποία είχε ιδρυθεί στο προάστιο του Lomas de Zamora, στο νότιο Buenos Aires. Από το 1893 ως το 1898 η Lomas κέρδισε 5 από τους 6 τίτλους, ενώ το 1897 τη διοργάνωση κέρδισε η Lomas Academy, δηλαδή η δεύτερη ομάδα του συλλόγου, που δημιουργήθηκε για να υπάρχει μεγαλύτερος ανταγωνισμός στο πρωτάθλημα. Ο ποδοσφαιρικός σύλλογος ιδρύθηκε το 1891 μέσα από τα σπλάχνα του ομώνυμου Cricket Club, στο οποίο ιδρυτής ήταν ο James Hogg, ο αδερφός δηλαδή του Thomas Hogg και συνιδρυτής του Buenos Aires Football Club το 1867. Επρόκειτο για ένα σύλλογο φτιαγμένο μέσα σε μια συνοικία που υπήρχε μεγάλη συγκέντρωση Άγγλων εργατών και τεχνοκρατών και έναν από τους ιδρυτικούς συλλόγους του River Plate Rugby Championship, κάτι που ως τις μέρες μας αντανακλά περισσότερο τη μακρά ιστορία του κλαμπ, που πλέον διατηρεί μόνο τμήμα ράγκμπι στην πρώτη κατηγορία, ενώ το ποδοσφαιρικό τμήμα της διαλύθηκε το 1909.

Η νέα διοργάνωση, παρά το γεγονός ότι είχε λίγες ομάδες για τα σημερινά δεδομένα, συγκέντρωνε όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον του βρετανικού και προοδευτικά του γηγενούς πληθυσμού. Η επιτυχία της φαίνεται από μια σειρά στοιχείων, όπως οι 500 θεατές στο παιχνίδι τίτλου με αντίπαλο τη Flores, με αναφορές να πληροφορούν ότι αρκετοί από αυτούς είχαν ανέβει στα δέντρα για να παρακολουθήσουν την αναμέτρηση το 1893, ενώ το 1899 προστίθεται και δεύτερη κατηγορία, χωρίς ωστόσο να υπάρχει σύστημα ανόδου και υποβιβασμού μέχρι το 1906.

Η ίδρυση στην Ουρουγουάη

Το κατά πόσο η ίδρυση και η επιτυχία της αργεντίνικης λίγκας επηρέασε τις ποδοσφαιρικές εξελίξεις στην Ουρουγουάη είναι κάτι για το οποίο δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πηγές που να το υποστηρίζουν. Ωστόσο, ήταν μετά από αυτή την πρώτη εποχή της δόξας του αργεντίνικου πρωταθλήματος που ένας αντίστοιχος θεσμός ξεκίνησε στην άλλη όχθη του Río de la Plata. Το Montevideo υπάρχοντας μόνιμα ανταγωνιστικά και παράλληλα με το Buenos Aires, από τα χρόνια του Artigas και έπειτα, γνώριζε την ποδοσφαιρική άνθιση με αντίστοιχο τρόπο. Πέρα από την άφιξη του Poole και την εξαιρετικής σημασίας ίδρυση της Albion Football Club ως συλλόγου των ντόπιων, σε μια εποχή που στην Αργεντινή ποδόσφαιρο έπαιζαν σχεδόν αποκλειστικά οι Βρετανοί, άλλες ομάδες που αντανακλούσαν την κουλτούρα των μετοίκων από τη Βόρεια Ευρώπη είχαν ιδρυθεί, διαμορφώνοντας ένα ποδοσφαιρικό δίκτυο μιας ιδιάζουσας ελίτ, που θεωρούσε εαυτόν ως ανώτερο από την φυλετικά ανεμιγμένη καθώς και προερχόμενη από την Νότια Ευρώπη εργατική τάξη.

Το σίγουρο είναι ότι οι criollo εργατικές μάζες ακόμα δεν είχαν αγκαλιάσει το σπορ όσο οι ανώτερης και κατώτερης ταξικής θέσεις Βρετανοί. Έτσι, το Albion Club, αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει στην αρχική θέση αποκλεισμού των Βρετανών, ώστε να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά του. Δίπλα του, ιδρύθηκαν άλλοι σημαντικοί σύλλογοι, όπως η Central Uruguay Railway Cricket Club, που αποτελούσε εργοστασιακή ομάδα της Central Uruguay Railway και ξεκίνησε την ποδοσφαιρική της πορεία το 1891, η Uruguay Athletic Club, που ιδρύθηκε το 1898 στην Punta Carretas από την ένωση δύο άλλων συλλόγων, της American και της Nacional Football Club, καθώς και την Deutscher Fussball Klub, που ιδρύθηκε στην πραγματικότητα το 1896 από Γερμανούς μετοίκους, αν και το καταστατικό της εγκρίθηκε στις 23 Μαΐου του 1897. Οι τέσσερις αυτές ομάδες, με τεράστια συμμετοχή των Βορειοευρωπαίων μετοίκων στις συνθέσεις τους, ξεκίνησαν το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα της χώρας το 1900, ιδρύοντας και την Uruguayan Football Association την ίδια χρονιά.

Ως αντίβαρο της ύπαρξης, όμως, αυτών των συλλόγων, υπήρξε η ίδρυση της Club Nacional de Football. Στην Ουρουγουάη εκείνη την εποχή φαίνεται ότι δεν είχαν μεγάλη φαντασία όσον αφορά τα ονόματα. Έτσι, ενώ η βρετανοκρατούμενη Athletic Club του Punta Carretas αποτελούσε αποτέλεσμα συγχώνευσης στην οποία συμμετείχε η Nacional Football Club, η criollo Club Nacional de Football ήταν αποτέλεσμα της συγχώνευσης της Athletic Club της La Uniòn, μιας άλλης περιοχής του Montevideo, το 1899. Τα χρώματα μάλιστα αυτού του “εθνικού” συλλόγου ήταν το μπλε, το άσπρο και το κόκκινο, εμπνευσμένα από τα χρώματα της σημαίας του εθνικού απελευθερωτή Artígas. Το γεγονός ότι οι σύλλογοι των μετοίκων οργάνωναν το ποδόσφαιρο με σκοπό τη δική τους ψυχαγωγία και όχι τη διάδοση της ποδοσφαιρικής κουλτούρας στις κοινωνίες που ζούσαν αποδεικνύεται από την άρνηση των 4 ιδρυτικών συλλόγων της ομοσπονδίας να δεχθούν τη Nacional στο πρώτο πρωτάθλημα του 1900. Η CURCC κέρδισε εκείνη την πρώτη διοργάνωση, ενώ την επόμενη χρονιά έγινε τελικά δεκτή και η Nacional, τερματίζοντας δεύτερη, πίσω πάλι από την CURCC. Η Nacional τελικά κατέκτησε το πρώτο της πρωτάθλημα το 1902 και από εκείνα τα πρώτα χρόνια ξεκίνησε μία υπερβολικά μονότονη αντιπαλότητα των δύο συλλόγων, που συνεχίζεται ως σήμερα. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η Nacional έχει κερδίσει 50 πρωταθλήματα, ενώ η CURCC που μετονομάστηκε σε Peñarol, έχει κερδίσει 52. Βέβαια, υπάρχουν αρκετοί που υποστηρίζουν ότι η Peñarol δεν είναι όντως η εξέλιξη της CURCC, διότι έτσι η Nacional είναι πολυνίκης του θεσμού – αλλά και σε ποια χώρα δεν υπάρχουν τέτοιες μυθικές ποδοσφαιρικές ιστορίες;

Το γεγονός ότι υπήρχαν δύο πρωταθλήματα στις δύο γειτονικές χώρες, γέννησε όμως ακόμα ένα θεσμό, που προηγουμένως υπήρχε μόνο στη μητρόπολη του σπορ – τις διεθνείς διοργανώσεις. Μπορεί το πρώτο παιχνίδι στην ιστορία όπου ομάδες των δύο πρωτευουσών να είχε διοργανωθεί από τους Βρετανούς το 1889, όμως αυτή η πρώτη, όπως και οι αντίστοιχες αναμετρήσεις που ακολούθησαν, ήταν περισσότερο φιλικές συναντήσεις μεταξύ οργανωμένων κλαμπ που δεν εκπροσωπούσαν καμία εθνική ποδοσφαιρική κουλτούρα και φυσικά οι ομάδες δεν είχαν επιλεγεί ή οριστεί από κανέναν εθνικό ποδοσφαιρικό θεσμό. Στο ίδιο πνεύμα κινούνταν και οι αναμετρήσεις της Albion που αγωνιζόταν με ομάδες του Buenos Aires. Αυτοί οι αγώνες έμοιαζαν περισσότερο με πρώιμα διασυλλογικά φιλικά και καμία σχέση δεν είχαν με διεθνείς αναμετρήσεις, όπως για παράδειγμα συνέβαιναν στη Βρετανία. Ακόμα και ένας αγώνας που διεξήχθη το 1901 όπου οι ομάδες εμφανίστηκαν με την επωνυμία “συνδυασμοί εθνικών ομάδων” ήταν ουσιαστικά μία αναμέτρηση της Albion με μια τυχαία αποστολή ποδοσφαιριστών από την Αργεντινή.

Το πρώτο επίσημο παιχνίδι μεταξύ των εθνικών ομάδων των δύο χωρών, που είναι και ταυτόχρονα το πρώτο αναγνωρισμένο από τις δύο ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες, έλαβε χώρα στις 20 Ιούλη του 1902, στο γήπεδο της Albion στο Paso de Molino του Montevideo, διαιτητής ήταν ο εξ Αργεντινής ορμώμενος Roberto W. Ruud και η προσέλευση μετρήθηκε στους 8000 θεατές. Για την Αργεντινή, ο πρόεδρος της ομοσπονδίας Francis Hepburn Chevallier-Boutell καθώς και ο παίχτης της Lomas, Juan Oswald Anderson, επέλεξαν το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, ενώ ο Chevallier-Boutell εισηγήθηκε και τις εμφανίσεις, με την Ουρουγουάη να αγωνίζεται με μπλε εμφανίσεις που έφεραν μια διαγώνια ρίγα που ξεκινούσε από τον δεξί ώμο, ενώ η Αργεντινή αγωνίστηκε με γαλάζιες εμφανίσεις, που έμοιαζαν περισσότερο με τα εθνικά ποδοσφαιρικά χρώματα που αργότερα υιοθέτησε η Ουρουγουάη. Για την Αργεντινή 5 ομάδες εκπροσωπήθηκαν από παίχτες τους που φόρεσαν τα εθνικά χρώματα: Η πρωταθλήτρια Alumni με 5 παίχτες, η Quilmes και η Belgrano με 2 και ένας παίχτης της Lomas και της Barracas Athletic Club αποτελούσαν αυτή την πρώτη ενδεκάδα, που στο σύνολό της αποτελούνταν από ποδοσφαιριστές με αγγλικά ονόματα. Για την Ουρουγουάη, αντιθέτως, 9 παίχτες της Albion και 2 της Nacional αγωνίστηκαν σε αυτή την αναμέτρηση, με τα ονόματα τους να είναι στο σύνολο τους αντανάκλαση του criollo πληθυσμού του Montevideo. Η εθνική ομάδα της Αργεντινής έφυγε θριαμβεύτρια με σκορ 0-6 από αυτό το παιχνίδι, έχοντας μάλιστα 6 διαφορετικούς σκόρερ. Το κυριότερο όμως ήταν ότι αυτή η αναμέτρηση γέννησε μία από τις πιο ιστορικές κλασικές διεθνείς ποδοσφαιρικές αντιπαλότητες, υπήρξε η έμπνευση για τη δημιουργία του Κυπέλλου Lipton, του Κυπέλλου Newton, ενώ υπήρξε και το υπόβαθρο για μια παράδοση που θα συνεχιζόταν στο παγκόσμιο στερέωμα και μάλιστα πολύ πιο γρήγορα απ’ό,τι θα μπορούσε κανείς τότε να υπολογίσει.

Στην Αργεντινή οι Βρετανοί κυριαρχούσαν πλήρως και στο εθνικό πρωτάθλημα, δημιουργώντας τον πρώτο θρύλο του, που ίσως σφράγισε και το τέλος μιας ποδοσφαιρικής εποχής, αυτής της πρώτης ίδρυσης του εθνικού ποδοσφαίρου. Η Alumni, δηλαδή η ομάδα που είχε δημιουργηθεί από τους αποφοίτους του British High School του Watson Hutton, ξεκίνησε από το 1900 ένα τρομερό σερί επιτυχιών, κατακτώντας 10 πρωταθλήματα μέχρι το 1911, χάνοντας μόνο τους τίτλους του 1904 και 1908 από τη Belgrano Athletic Club, που ήταν η συνέχεια του Buenos Aires and Rosario Railway Athletic Club και αποτελούνταν επίσης από Άγγλους, παρά το όνομά της που παρέπεμπε στον Αργεντίνο εθνικό ηγέτη της ανεξαρτησίας. Σήμερα η εποποιία της Alumni ζει μόνο μέσα από τα χρώματα της Barracas Central, που ιδρύθηκε το 1904 και επέλεξε τα ίδια χρώματα για την εμφάνισή της, με την υπερδύναμη της εποχής.

Το ποδόσφαιρο στους τροπικούς

Μπορεί να μοιάζει παράδοξο στις μέρες μας, όμως το ποδόσφαιρο άργησε αρκετά, σε σχέση με τις δύο χώρες του Rio de la Plata, να κάνει τα πρώτα του βήματα στη Βραζιλία. Οι κλιματικές συνθήκες, με το τροπικό κλίμα να αποτελεί μια συνθήκη πολύ διαφορετική από αυτή που γνώριζαν οι Βρετανοί ως ιδανική για τα σπορ και τον ελεύθερο χρόνο, δεν άφηνε ίσως και τα περιθώρια για να δημιουργηθούν εκείνοι οι αντίστοιχοι πυρήνες των “τρελών Άγγλων” που θα μαζευόντουσαν για να “τρέχουν γύρω από μια μπάλα”. Οι Βρετανοί της Βραζιλίας απολάμβαναν τις υψηλές θερμοκρασίες σαν να είναι σε μόνιμες διακοπές και λίγο ενδιαφέρον έδειχναν για την ανάπτυξη των σπορ, ακόμα και του cricket που η ύπαρξή του ήταν σχεδόν ταυτόσημη με την ύπαρξη μιας βρετανικής ελίτ σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

Η ιστορία για το πώς ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία είναι περισσότερο ένας μύθος, παρά μια πραγματική ιστορική εξέλιξη που συνδέεται με κοινωνικές διεργασίες, κάτι που ίσως δείχνει και το μικρό ως αμελητέο μέγεθος κάθε ποδοσφαιρικής δραστηριότητας μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Αντί να υπάρχουν οι πρώτοι πρωτοπόροι, στη συνέχεια οι ευαγγελιστές που θεσμοθέτησαν το σπορ και ύστερα η σταδιακή ανάπτυξη διοργανώσεων και ομοσπονδίας, η ιστορία της ποδοσφαιρικής Βραζιλίας ξεκινάει κατευθείαν από ένα μοναδικό πρόσωπο. Στις 24 Νοέμβρη του 1874 γεννήθηκε στο São Paulo ο Charles William Miller, που φυσικά, για να επαναληφθεί ένα μοτίβο που πλέον μοιάζει στερεοτυπικό στην ιστορική αφήγηση, δε θα μπορούσε παρά να είναι γιος ενός Σκωτσέζου μηχανικού των σιδηροδρόμων. Πριν ακόμα κλείσει τα 10 του χρόνια, το 1884, ο Miller πήγε να φοιτήσει στο Banister Court public school του Southampton, όπου ήρθε σε επαφή με το ποδόσφαιρο και το cricket. Το 1894, δέκα χρόνια μετά την αποχώρησή του, επέστρεψε διά θαλάσσης στο São Paulo καταφθάνοντας στο Santos, το επίνειο της βραζιλιάνικης μεγαλούπολης. Στην αποβάθρα τον περίμενε ο πατέρας του “σαν να ήταν στην κηδεία μου”, όπως ανέφερε αργότερα ο ίδιος ο Miller, που ανέμενε το γιο του να αποβιβαστεί έχοντας στις αποσκευές το πτυχίο του. Αυτό που αντίκρυσε ήταν ωστόσο τον 19χρονο Charles να κατεβαίνει από το βαπόρι κρατώντας δύο μπάλες, μία σε κάθε χέρι. “Τι είναι αυτά Charles;” τον ρώτησε ο πατέρας του. “Το πτυχίο μου” του απάντησε ο Miller. “Πώς είπες;” ξαναρώτησε έκπληκτος, για να πάρει την αφοπλιστική απάντηση: “Ναι! Ο γιος σου αποφοίτησε στο ποδόσφαιρο…” Μύθος ή αλήθεια; Ακόμα κι αν αυτή η εξιστόρηση προέρχεται από τον ίδιο τον Miller, είναι σίγουρο ότι δε θα μπορούσε η ιστορία να συμβεί κατ’αυτόν τον τρόπο, καθώς ο πατέρας του είχε πεθάνει 8 χρόνια νωρίτερα στη Γλασκώβη. Ο Miller απλά τοποθετούσε τον εαυτό του με αυτόν τον τρόπο στη θέση του ευαγγελιστή του ποδοσφαίρου για μία χώρα που ζει και αναπνέει γι’αυτό, καθώς και τη μυθολογία που το συνοδεύει.

Πέρα από τους μύθους, όμως, ο Miller ήταν και εξαιρετικός στο να οργανώνει το ποδόσφαιρο στην πραγματικότητα. Σκόρπιες αναφορές που σώζονται μιλούν για αυθόρμητα παιχνίδια μεταξύ συνδεόμενων με την εκκλησία Βρετανών από το 1872, ενώ μια αναφορά από το 1874 πληροφορεί για την αυθόρμητη διοργάνωση ενός παιχνιδιού με τροποποιημένους κανόνες από ναυτικούς στο Rio de Janeiro. Το πρώτο παιχνίδι, όμως, που διοργανώθηκε με σκοπό να αποτελέσει την επίσημη έναρξη των ποδοσφαιρικών δραστηριοτήτων ήταν αυτό που ο Miller διοργάνωσε στα πλαίσια του São Paulo Athletic Club (SPAC), το 1895. Το κλαμπ, αν και ιδρυμένο το 1888 είχε μέχρι τότε τμήμα cricket (ακολουθώντας τη συνήθη σειρά εμφάνισης των σπορ στους βρετανικούς συλλόγους) και ο Miller ήταν αυτός που διοργάνωσε το ποδοσφαιρικό του τμήμα, αξιοποιώντας – και πάλι σύμφωνα με τον ίδιο – ένα άλλο αντικείμενο που βρισκόταν στις αποσκευές του: ένα σετ κανόνων της Hampshire Football Association.

Ο Miller ήταν επίσης υπεύθυνος και για τη δημιουργία της Liga Paulista, του πρωταθλήματος της επαρχίας του São Paulo που υπάρχει ως σήμερα και αποτελεί κομμάτι μιας ιδιόμορφης ποδοσφαιρικής παράδοσης τοπικών πρωταθλημάτων, με τη συμμετοχή των κορυφαίων ομάδων που συμμετέχουν και στο εθνικό πρωτάθλημα. Η λίγκα ιδρύθηκε στις 14 Δεκέμβρη του 1901, με μέλη της 5 συλλόγους: τη São Paulo Athletic Club, την Internacional, τη Mackenzie, τη Germânia και την Paulistano. Όλοι αυτοί οι σύλλογοι εκπροσωπούσαν τις ελίτ του São Paulo, ωστόσο με τη συμμετοχή τους σε έναν τέτοιο ποδοσφαιρικό θεσμό συνέβαλαν καθοριστικά στην εξάπλωση της δημοφιλίας του παιχνιδιού σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Πέρα από την ύπαρξη του πρωταθλήματος, ένα ακόμα γεγονός βοήθησε το ποδόσφαιρο να κερδίσει πιο κεντρική θέση στα ενδιαφέροντα των κατοίκων του São Paulo. To 1910 η βρετανική ομάδα της ελίτ του Λονδίνου, Corinthian FC, στην οποία είχε αγωνιστεί και ο Miller όσο ήταν στην Αγγλία, έκανε ένα tour στο Rio de Janeiro και το São Paulo. Η αμιγώς ερασιτεχνική ομάδα, που εκπροσωπούσε τα ιδεώδη της άρχουσας τάξης και γι’αυτό δεν υιοθετούσε τον επαγγελματισμό, είχε σταθερά στις δραστηριότητές της τη διεξαγωγή tours σε άλλες χώρες, καθώς δεν ακολουθούσε το καλεντάρι της Football Association, αρνούμενη να αποδεχθεί την ύπαρξη του επαγγελματισμού. Η Corinthian FC κέρδισε εμφατικά τους αγώνες που έδωσε, ακόμα και απέναντι σε μια ιδιότυπη εθνική ομάδα υπό το όνομα Brazil XIs, εμφανίζοντας ένα διαφορετικό στυλ ποδοσφαίρου και καταδείχνοντας ότι η διαφορά του επιπέδου μεταξύ του ποδοσφαίρου που παιζόταν στη Βραζιλία και εκείνου της Βρετανίας ήταν τεράστια. Αυτό, όμως, αντί να αποθαρρύνει τους παράγοντες και ποδοσφαιριστές των βραζιλιάνικων συλλόγων λειτούργησε ως κίνητρο για την οργάνωση και βελτίωση του ποδοσφαίρου σε εθνικό επίπεδο.

Το tour των Corinthians άφησε μάλιστα τη σφραγίδα του για πάντα στο São Paulo, αφού ο σύλλογος που ιδρύθηκε τη χρονιά του πρώτου tour, την 1η του Σεπτέμβρη του 1910 από σιδηροδρομικούς εργάτες του Bom Retiro, και αποτελεί μία από τις πιο λαοφιλείς της πόλης, ονομάστηκε προς τιμήν εκείνου του βρετανικού συλλόγου Sport Club Corinthians Paulista, μετατρέποντας ιστορικά μια ονομασία της ελίτ σε σύμβολο των λαϊκών στρωμάτων. Η ίδρυση του συλλόγου της Corinthians έχει ακόμα μια μεγάλη συμβολική σημασία, καθώς στην ίδια περιοχή του Bom Retiro, περί το 1895, παιζόταν ένα παιχνίδι από Άγγλους για το οποίο ένα σχόλιο της εποχής έλεγε: “Στο Bom Retiro, … ένα γκρουπ Άγγλων, ένα μάτσο μανιακών όπως είναι όλοι τους, βρίσκεται κάθε τόσο για να κλοτσήσει κάτι που μοιάζει με κύστη ταύρου. Τους δίνει τεράστια ικανοποίηση και τους γεμίζει με θλίψη όταν αυτή η ιδιόμορφη κίτρινη κύστη μπαίνει μέσα σε ένα παραλληλόγραμο που σχηματίζεται από ξύλινα δοκάρια.” 15 χρόνια μετά από αυτή τη γλαφυρή περιγραφή του εξωτικού ποδοσφαίρου το ίδιο ακριβώς μέρος γινόταν η έδρα ενός συλλόγου που θα εκπροσωπούσε την εργατική τάξη του.

Στο Rio de Janeiro, αν και η ανάπτυξη ήρθε λίγο πιο αργά, ακολούθησε παρόμοια βήματα με αυτά του ποδοσφαιρικού São Paulo. Ο ευαγγελιστής του carioca ποδοσφαίρου ήταν ο Oscar Cox, που γεννήθηκε στην πόλη ως γόνος μιας βρετανικής καταγωγής οικογένειας στις 20 Ιανουαρίου του 1880. Αντί για την Αγγλία, όπου πήγε ο Miller, ο Cox ταξίδεψε στη γαλλόφωνη Ελβετία και τη Λωζάνη για τις σπουδές του, όπου επίσης ήρθε σε επαφή με το ποδοσφαιρικό παιχνίδι. Επιστρέφοντας το 1897 στη γενέτειρά του δεν ανέφερε κάποια ιστορία με μπάλες αντίστοιχη με αυτή του Miller, ωστόσο 4 χρόνια αργότερα, στις 22 Σεπτέμβρη του 1901, διοργανώνει το πρώτο παιχνίδι στο Rio de Janeiro, συνθέτοντας μια ενδεκάδα που αντιμετώπισε την ομάδα του Miller, τη São Paulo Athletic Club. Μέσα στην επόμενη χρονιά ίδρυσε και έναν από τους παραδοσιακούς μεγάλους συλλόγους της πόλης, που για δεκαετίες αποτελούσε ποδοσφαιρικό εκπρόσωπο της ελίτ, τη Fluminense. Ο σύλλογος του Cox, μαζί με τη Botafogo, την εργοστασιακή ομάδα της Bangu, που έσπασε τη μονοκαθεδρία των λευκών στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο, τη Football and Athletic, την Payssandu Cricket Club και τη Rio Cricket, αγωνίστηκαν στο πρώτο Campeonato Carioca το 1906. Η Fluminense κέρδισε τον πρώτο εκείνο τίτλο, καθώς και άλλους τρεις τα επόμενα χρόνια, τον δεύτερο από κοινού με τη Botafogo, για να αναδειχθεί ως η πρώτη μεγάλη δύναμη του ποδοσφαίρου της πόλης. Στο πρωτάθλημα μάλιστα του 1908, ο Edwin Cox, αδερφός του Oscar, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης με τα χρώματα της Fluminense πετυχαίνοντας 12 γκολ.

Η δεύτερη ίδρυση του αργεντίνικου ποδοσφαίρου

Τα χρόνια που οι Βρετανοί ασχολούνταν με την ίδρυση cricket clubs και εν συνεχεία με την ανάπτυξη ποδοσφαιρικών συλλόγων, προκειμένου να τέρψουν την ανάγκη για αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου τους και μεταφορά της κουλτούρας τους στον τόπο εγκατάστασής τους, οι ντόπιοι πληθυσμοί, αυτοί που λογάριαζαν εαυτόν ως ντόπιο και δεμένο με τη νέα τους πατρίδα, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, είχαν άλλα πράγματα να ασχοληθούν, με την πολιτική ιστορία της Αργεντινής κατά τον 19ο αιώνα να αποτελείται από αλλεπάλληλες συγκρούσεις, κυρίως μεταξύ της porteño εξουσίας και των αρχόντων των εσωτερικών επαρχιών. Η ίδια η ανεξαρτητοποίηση του νέου κράτους, μάλιστα, οδήγησε σε μια πολύ διαφορετική κρατική οντότητα, κυρίως γεωγραφικά, από αυτή που οραματίζονταν οι πρωτεργάτες της δημιουργίας του, για τους οποίους προτεραιότητα αποτελούσε η εξασφάλιση του πολιτικού χαρακτήρα του οράματός τους, με τον ηγεμονικό ρόλο του Buenos Aires.

Πέρα από την απώλεια της Banda Oriental, που αποτελούσε στρατιωτικό κέντρο καίριας σημασίας για τη νεοδημιουργημένη δημοκρατία, οι συγκρούσεις στο Άνω Περού, μεταξύ των δυνάμεων του Río de la Plata, της βασιλικής διοίκησης του Περού αλλά και των εθνικοαπελευθερωτικών δυνάμεων του Bolivar, οδήγησαν το 1825 στην ανεξαρτητοποίηση της χώρας που προς τιμήν του απελευθερωτή ήρωα ονομάστηκε Βολιβία. Πολύ πιο νωρίς, οι άρχοντες των επαρχιών γύρω από την ιστορική Asunción, που αποτελούσε μια πόλη με στενότατους ιστορικούς και πολιτισμικούς δεσμούς με το Buenos Aires, βλέποντας τα σχέδια της Πρώτης Junta του λιμανιού, φρόντισαν να διακηρύξουν την ανεξαρτησία των εδαφών τους, δημιουργώντας το κράτος της Παραγουάης το 1811, με τη συνταγματική κατοχύρωσή της να επιτυγχάνεται το 1813 και την τελική αναγνώριση από τα γειτονικά κράτη το 1843.

Έτσι, ο μόνος χώρος που απέμενε για την εξάπλωση της δημοκρατίας του Río de la Plata, ανατολικά των Άνδεων, ήταν οι μεγάλες εκτάσεις των Pampas και της Παταγονίας, στις οποίες ωστόσο βρίσκονταν εγκατεστημένοι ιθαγενείς πληθυσμοί, ενώ την εξουσία κρατούσαν οι τοπικοί άρχοντες, που ποτέ δε θέλησαν να συμβιβαστούν με την επιβολή της εξουσίας του Buenos Aires. Μπορεί η ημέρα της εθνικής ανεξαρτησίας να θεωρείται η 10η Μαΐου του 1810, ωστόσο η εδαφική σύσταση του κράτους των Ενωμένων Επαρχιών του Río de la Plata παρέμενε ρευστή για πολλές δεκαετίες. Το γεγονός-τομή για τη συνταγματική θεσμοθέτηση του κράτους που τελικά ονομάστηκε Αργεντινή συνέβη το 1852, όταν ο ηγέτης του Buenos Aires, Juan Manuel de Rosas, ηττήθηκε στο Caseros και την επόμενη χρονιά συντάχθηκε και υιοθετήθηκε στη Santa Fe το σύνταγμα της χώρας, το οποίο ήταν στηριγμένο στο αμερικανικό σύνταγμα και μαζί με τα όποια παραρτήματα είναι αυτό που ισχύει ως τις μέρες μας. Ωστόσο, αυτή η συνταγματική συνθήκη υπογράφηκε χωρίς το Buenos Aires, που αποχώρησε από τη συνομοσπονδία. Η πραγματική ένωση της χώρας θα συμβεί με την είσοδο της πρωτεύουσας σε αυτή το 1860 και τη μετατροπή της από συνομοσπονδία σε ρεπούμπλικα, κάτι που ήταν άλλωστε και το βασικό αίτημα της διοίκησης του λιμανιού.

Η τελική ενοποίηση της χώρας ήταν τελικά αυτή που οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου εξαγωγικού μοντέλου, με προϊόντα όπως το κρέας και το σιτάρι να φορτώνονται στα ατμόπλοια και τα πλωτά ψυγεία, τα λεγόμενα frigoríficos, που αποτέλεσαν τη βάση μιας ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, με την άνοδο στην εξουσία του Julio Roca που εφάρμοσε ένα ολιγαρχικό σχέδιο διοίκησης, με συγκεντρωμένες εξουσίες στο Buenos Aires αλλά και την εξασφάλιση της ηγεμονίας των γαιοκτημόνων στο εσωτερικό, η Αργεντινή είχε γίνει ένας καπιταλιστικός παράδεισος, που υποσχόταν ευκαιρίες σε όποιον αναζητούσε την τύχη του στα εδάφη της.

Όμως η εργατική τάξη που κατέφθανε για να βρει καλύτερη προοπτική στη ζωή της, κουβαλούσε μαζί και τις ιδέες της, ασύμβατες με μία ρεπουμπλικανική μεταμφίεση ενός αποικιοκρατικού τύπου ολιγαρχικού συστήματος. Η ανέχεια στις εργατικές συνοικίες και η σκληρή ζωή των μεταναστών, που αποτελούσαν πλέον την πλειονότητα του αργεντίνικου πληθυσμού, αποτέλεσαν το έδαφος για να ανθίσει η συνδικαλιστική δράση, με κρισιμότερο ίσως γεγονός την ίδρυση της Unión Cívica Radical, ενός κόμματος που στηριζόταν στη φιλεργατική ρητορική και πέρα από την όποια συμμετοχή του και επιτυχία του στις εθνικές εκλογές ως σήμερα έπαιξε τεράστιο ρόλο καθώς αποτέλεσε πρωτοπόρο της εμφάνισης μιας πολιτικής έκφρασης (και όχι πάντα πράξης, κάτι αρκετά πιο περίπλοκο) που δεν είχε σχέση με τα συμφέροντα του ενός ή του άλλου ολιγάρχη στη χώρα.

Η εθνική ενοποίηση της Αργεντινής, η δημιουργία μιας κοινωνίας που δεν ήταν πλέον ένα παλαιού τύπου αποικιακό φέουδο, αλλά μια αστική δημοκρατία, ήταν απαραίτητος όρος για να μπορέσουν να ιδρυθούν και ποδοσφαιρικοί θεσμοί από τους πολίτες ενός κράτους που δεν ήταν πλέον μόνο υπήκοοι και δε ζούσαν εκεί μόνο για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Έτσι, την εποχή που έχει ήδη ξεκινήσει το εθνικό πρωτάθλημα με τη συμμετοχή ομάδων που έχουν σχεδόν κατ’αποκλειστικότητα ποδοσφαιριστές με βρετανικά ονόματα, ο ένας μετά τον άλλον, όλοι οι μεγάλοι σύλλογοι της Αργεντινής, που διέπρεψαν στην πλέον του ενός αιώνα διαδρομή ως τις μέρες μας, άρχισαν να ιδρύονται. Η ύπαρξη δεύτερης και τρίτης κατηγορίας στο πρωτάθλημα, αποτελεί μάλιστα κίνητρο για την τακτική εξάσκηση του ποδοσφαίρου και τη συμμετοχή σε αγώνες που δημιουργούσαν πέρα από ομάδες, την οπαδική βάση, την τοπική ταυτότητα και άρα το μύθο του κάθε συλλόγου.

Gimnasia y Esgrima

Το 1901 ο σύλλογος της La Plata, Gimnasia y Esgrima, που είχε ιδρυθεί το 1887 ως κλαμπ ξιφασκίας, όπως μαρτυρά και το όνομά του, δημιούργησε ποδοσφαιρικό τμήμα. Η Gimnasia, όπως είναι γνωστή ευρέως, ιδρύθηκε από 50 μέλη της ισπανόφωνης κοινότητας της πόλης, μόλις 5 χρόνια μετά την ίδρυση της ίδιας της La Plata. Το γεγονός ότι δεν αποτελούσε βρετανικό κλαμπ την τοποθετεί σε περίοπτη θέση στην ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου, καθώς μέχρι σήμερα η Gimnasia διατηρεί τον τίτλο του αρχαιότερου συλλόγου που συμμετέχει στο πρωτάθλημα της Αργεντινής.

River Plate

Την ημέρα της εθνικής ανεξαρτησίας, στις 25 Μαΐου του 1901, ένας από τους μεγαλύτερους συλλόγους της χώρας ιδρύθηκε στη λιμανίσια συνοικία της Boca, το όνομα αυτού: Club Atlético River Plate! Ο σύλλογος, που στηριζόταν σε εργάτες του λιμανιού, ήταν αποτέλεσμα της συγχώνευσης δύο άλλων συλλόγων, της Santa Rosa και του Club La Rosales, ενώ το όνομά του ήταν πρόταση του Pedro Martínez που το εμπνεύστηκε διαβάζοντας στα κιβώτια της αποβάθρας 3 τις επιγραφές “River Plate”, δηλαδή την βρετανική ονομασία του Rio de la Plata. Το πρώτο γήπεδο του συλλόγου βρισκόταν στη Dársena Sud του λιμανιού του Buenos Aires, πίσω από αποθήκες άνθρακα της βρετανικής φίρμας “Wilson”, με τον ιδιοκτήτη και τα διοικητικά στελέχη της εταιρείας να αποτελούν επίσης χρηματοδότες του κλαμπ. Από κόκκινα υφάσματα της ίδιας μονάδας ράφτηκαν και οι πρώτες λωρίδες πάνω στις λευκές φανέλες των ποδοσφαιριστών της River, για να δημιουργήσουν μια από τις πιο αναγνωρίσιμες ποδοσφαιρικές εμφανίσεις στον κόσμο. Η εργατική καταγωγή της River Plate αντανακλάται και στο γεγονός ότι ο πρώτος της πρόεδρος, ο γιατρός Leopoldo Bard, υπήρξε στη συνέχεια και βουλευτής της Unión Cívica.

Η River Plate άλλαξε τοποθεσία στην έδρα της κάμποσες φορές, μετακινούμενη από τη Dársena Sud στη συνοικία που τη γέννησε, τη Boca, ύστερα, νοτιότερα, στο Sarandí, έπειτα ξανά στη Boca, για να καταλήξει το 1923 στην μεσοαστική περιοχή της Recoleta, αλλάζοντας τον κοινωνικό της χώρο, πέρα από τη γεωγραφία της, ώσπου τη δεκαετία του 1930 αποτελούσε την κυρίαρχη ομάδα της άρχουσας τάξης, με πόρους που άλλαξαν εντελώς την ιδιοσυγκρασία της, στο σημείο που ονομάστηκε ο σύλλογος “εκατομμυριούχος”, millonario. Με τον τρόπο αυτό αποτελεί ένα από τα σπάνια παραδείγματα λαογέννητης ομάδας που τελικά έγινε κτήμα και εκπρόσωπος των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, τη στιγμή που η πιο συνηθισμένη μεταβολή ποδοσφαιρικών συλλόγων έχει συμβεί ιστορικά προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Racing Club

Την ίδια περίοδο, σε ένα πολύ πιο αστικό περιβάλλον, το ακαδημαϊκό πλαίσιο του Colegio Nacional de Buenos Aires, μια ομάδα φοιτητών ίδρυσε στις 12 Μαΐου του 1901 το Football Club Barracas al Sud. Αυτή την ονομασία, Barracas al Sud, είχε τότε η περιοχή που πλέον ονομάζεται Avellaneda, μια βιομηχανική περιοχή νότια της συνοικίας του Barracas, όπως μαρτυρά και το όνομά της. Ο φοιτητικός αυτός σύλλογος είχε το χαρακτηριστικό ότι αποτελούνταν αποκλειστικά από criollo μέλη, κάτι που ως τότε δεν είχε ξανασυμβεί στην ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Μπορεί να υπήρχαν σύλλογοι στους οποίους δε συμμετείχαν Βρετανοί, ωστόσο μεγάλη ήταν η συμμετοχή πρώτης γενιάς μεταναστών που μετέφεραν τη γνώση και το πάθος τους για το ποδόσφαιρο από άλλες χώρες. Για παράδειγμα, πολύ σημαντική ήταν η συμμετοχή Ιταλών στην ίδρυση της River Plate.

Δύο περίπου χρόνια αργότερα, στις 25 Μαρτίου του 1903, η φοιτητική αυτή ομάδα συγχωνεύτηκε με το σύλλογο των Colorados Unidos al Sud, προκειμένου να δημιουργήσουν την Racing Club. Κοινωνικά, πέρα από τα criollo χαρακτηριστικά της, η ίδρυση της Racing έχει μεγάλη σημασία, καθώς αποτελεί την ίδρυση ενός συλλόγου όχι στο λιμάνι, που αποτελεί κέντρο ζωής και δραστηριοτήτων των μεταναστών, αλλά σε μια βιομηχανική περιοχή που αναπτυσσόταν λόγω της ανάπτυξης της οικονομίας της Αργεντινής, που πλέον δε μετέφερε μόνο κρέας και σιτάρι από την ενδοχώρα προς το λιμάνι, αλλά παρήγαγε και βιομηχανικά προϊόντα, δημιουργώντας και τις αντίστοιχης ταξικής σύνθεσης συνοικίες στην πρωτεύουσα. Η συμμετοχή μάλιστα πολλών σιδηροδρομικών εργατών στα πρώτα βήματα του συλλόγου, που εργάζονταν στη Buenos Aires Great Southern Railway, αποδείκνυε ότι η κοινωνική διαδρομή της δημιουργίας των συλλόγων από τους Βρετανούς δεν ήταν διαφορετική από αυτή που τελικά δημιουργούσε και τους συλλόγους των criollo πληθυσμών, ενώ δε διέφερε και από τον τρόπο ίδρυσης πολλών ποδοσφαιρικών σωματείων στη Βρετανία, δημιουργώντας ένα κοινωνικό μοτίβο γέννησης των κυττάρων της ποδοσφαιρικής δραστηριότητας.

Όσο αφορά το όνομα της ομάδας, λέγεται ότι αυτό προτάθηκε από τον γαλλικής καταγωγής Germán Vidaillac, όταν διάβασε τον τίτλο ενός γαλλικού περιοδικού αυτοκίνησης. Άλλες πηγές όμως αναφέρουν κάτι που ίσως έχει πολύ μεγαλύτερη ιστορική συνάφεια: ο Vidaillac διάβασε όντως το όνομα Racing σε ένα αθλητικό περιοδικό, όμως αυτό το όνομα ήταν ήδη συνηθισμένο για γαλλικούς αθλητικούς συλλόγους και στην πραγματικότητα η αναφορά αφορούσε τη Racing Club de France, που εκείνα τα χρόνια ήταν ένας από τους συλλόγους που πρωταγωνιστούσαν στο γαλλικό ράγκμπι και ποδόσφαιρο, έχοντας τις ρίζες του επίσης σε ένα κολλέγιο, το Lycée Condorcet που βρίσκεται στο 9ο διαμέρισμα του Παρισιού.

Δεδομένης της ταξικής σύνθεσης των μελών της Racing, καθώς και της κοινωνικής της βάσης, τα πρώτα χρώματα της ήταν το κίτρινο και το μαύρο, ως αναφορά στο Central Uruguay Railway Cricket Club της Villa Peñarol του Montevideo. Ωστόσο, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, υπήρχε η θέληση να αποφευχθεί η ταύτιση με ένα σύλλογο της γειτονικής χώρας και έτσι τα χρώματα άλλαξαν γρήγορα σε γαλάζιο και ροζ, που θα έλεγε κανείς ότι θυμίζουν τα χρώματα της σημαίας του Παρισιού, ενώ αργότερα υιοθετήθηκε το γαλάζιο και λευκό που εκτός από εθνικά χρώματα της Αργεντινής ήταν κατά διαβολική σύμπτωση και τα χρώματα του Racing Club de France.

Independiente

Η Racing θα έβρισκε, απρόσμενα, λίγα χρόνια αργότερα, συγκατοίκους στη βιομηχανική Avellaneda. Μια ομάδα εργαζόμενων σε ένα κατάστημα ρούχων πολυτελείας στο κέντρο του Buenos Aires, αποφάσισε να απορρίψει την πρόσκληση της Atlanta που τους κάλεσε στην ίδρυσή της, προκειμένου να ιδρύσουν την Independiente Foot-ball Club. Η ανεύρεση γηπέδου στο κέντρο της πρωτεύουσας ήταν ωστόσο μια δύσκολη υπόθεση για έναν εργατικό σύλλογο, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια νομαδική πορεία, χρησιμοποιώντας ως έδρα γήπεδα που βρίσκονταν σε διάφορες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης και της Recoleta, στην οποία βρισκόταν το Colegio Nacional, το σχολείο των ιδρυτών της Racing, ενώ αργότερα έγινε έδρα της River Plate, από το 1923 ως το 1937.

Ο σύλλογος τελικά βρήκε μια έκταση για να δημιουργήσει την έδρα του στη νότια μεριά της πρωτεύουσας, εκεί που υπήρχαν ακόμα διαθέσιμες μεγάλες εκτάσεις. Αυτή την έκταση βρήκαν στην Crucecita, που αποτελεί κομμάτι της ευρύτερης περιοχής της Avellaneda. Έτσι, η Independiente εγκαταστάθηκε το 1907 στο ζωτικό χώρο της Racing. Η μετακόμιση αυτή δημιούργησε μια μεγάλη ιστορική αντιπαλότητα ανάμεσα στους δύο συλλόγους, ενώ από το 1928 η Independiente μετακόμισε κυριολεκτικά δίπλα στη μεγάλη της αντίπαλο, στην κεντρική Avellaneda, με τα γήπεδα των δύο ομάδων να απέχουν λιγότερο από 300 μέτρα, χωρίς κάποια δόμηση να χωρίζει εμφανώς το μεταξύ τους χώρο. Τουλάχιστον, η Independiente, που αρχικά αγωνιζόταν με λευκή φανέλα που είχε μπλε λεπτομέρειες – και άρα θα έμοιαζε πάρα πολύ με τη Racing – μετά το tour της Nottingham Forest το 1908 υιοθέτησε στις 10 Μαΐου της ίδιας χρονιάς τις κόκκινες εμφανίσεις.

Boca Juniors

Λίγο πιο βόρεια, όμως, στο λιμάνι, ξεκινούσε μία άλλη ποδοσφαιρική αντιπαλότητα, από τις πιο θρυλικές που γνώρισε ως σήμερα η ανθρωπότητα. Την 1η του Απρίλη του 1905, μια ομάδα αγοριών που αγωνίζονταν στον ποδοσφαιρικό σύλλογο της Independencia Sud, συναντήθηκε στην Plaza Solís της Boca με σκοπό να ιδρύσουν τη δική τους ποδοσφαιρική ομάδα. Εκείνη την εποχή η Boca ήταν γεμάτη από Ιταλούς μετανάστες, που έπαιξαν το ρόλο τους φυσικά και στην ίδρυση της River Plate, αλλά τα παιδιά που ίδρυαν το νέο σύλλογο τους ένωνε και η συγκεκριμένη καταγωγή από τη Λιγουρία, δίνοντας έτσι ένα πιο περιορισμένο γεωγραφικό συστατικό προέλευσης που θα συνόδευε την ιστορία του συλλόγου στο διηνεκές. Ύστερα από κάμποσες συζητήσεις, δυο μέρες μετά από εκείνη την πρώτη συνάντηση, κατέληξαν να υιοθετήσουν ως όνομα του συλλόγου τους το όνομα της γειτονιάς, Boca, προσθέτοντας το Juniors ως ενδεικτικό της ηλικίας των ιδρυτών της. Η 3η Απριλίου του 1905 θεωρείται έτσι η ημερομηνία ίδρυσης του συλλόγου και η Plaza Solís ο τόπος ίδρυσης, για την ακρίβεια, ένα παγκάκι. Έχοντας ως πρώτα χρώματα το άσπρο και το μαύρο, αργότερα υιοθέτησαν μια γαλάζια εμφάνιση, ώσπου η άφιξη του πλοίου Oskar II της Nordstjernan/Johnson, που έφερε τη σουηδική σημαία, στις 5 Φλεβάρη του 1907, ενέπνευσε τα μπλε και κίτρινα χρώματα της θρυλικής φανέλας του συλλόγου.

Οι τέσσερις αυτές ομάδες κουβαλάνε μια ιστορία που συντίθεται από ένα μίγμα παράλληλων και αντίθετων πορειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ οι ρίζες της Racing βρίσκονται στη μεσοαστική περιοχή της Recoleta και το Colegio Nacional, ο τόπος που γέννησε τον ποδοσφαιρικό σύλλογο ήταν η βιομηχανική Avellaneda, συνδέοντάς τον με ένα πολύ διαφορετικό κοινωνικό υπόβαθρο. Ακριβώς αντίθετη ήταν η διαδρομή της River. Η Independiente που ξεκίνησε από το κοσμοπολίτικο κέντρο, βρέθηκε στην ταπεινή βιομηχανική περιοχή να ανταγωνίζεται μια ομάδα που βρισκόταν εκεί, όμως μέρος της ιστορίας της προερχόταν από ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Η Boca που εμφανίστηκε ως ανταγωνιστικός σύλλογος της River, ξεκίνησε την ιστορία της απέναντι στην ομάδα που ήταν ήδη εγκατεστημένη στο λιμάνι, για να τη δει να φεύγει, να αλλάζει ταυτότητα και στη μυθολογία της να προδίδει τις εργατικές και μεταναστευτικές της ρίζες. Στο ποδόσφαιρο τα ιστορικά γεγονότα δεν παλιώνουν ποτέ, δημιουργούν ταυτότητες αιώνιες – κι επειδή τα ιστορικά γεγονότα δεν αλλάζουν, ο ανταγωνισμός μεταξύ των συλλόγων μπορεί να γίνεται μόνο στη βάση μιας αφήγησης που ενδιαφέρεται περισσότερο για μυθικά αφηγήματα παρά για μια ακαδημαϊκή προσέγγιση. Άλλωστε κανένας δε φώναξε ποτέ ένα σύνθημα επειδή διάβασε κάτι σε ένα βιβλίο, πολλοί συγκινήθηκαν όμως με μια ιστορία που ακούσανε, ακόμα κι αν δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα ωραίο παραμύθι.

San Lorenzo

Το ιστορικό αυτό καρέ των συλλόγων του Buenos Aires ήρθε να συμπληρώσει, μέσα στην ίδια δεκαετία, ένα κλαμπ που δε δημιουργήθηκε ούτε από εργάτες, ούτε από μαθητές, ούτε από παιδιά του λιμανιού, ούτε από μετανάστες, ούτε από Βρετανούς, αλλά ούτε και από κάποιο τμήμα της αστικής ελίτ. Ο πέμπτος μεγάλος σύλλογος του Buenos Aires γεννήθηκε από έναν άλλο θεσμό με περίοπτη θέση στην κοινωνική ιστορία της Αργεντινής και της πρωτεύουσάς της, την καθολική εκκλησία. Στη Βρετανία δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που ιερείς ίδρυαν ποδοσφαιρικούς συλλόγους, με σκοπό την εξάπλωση των ιδανικών της λεγόμενης χριστιανικής μυϊκής ανάπλασης, ενώ μέσα στον 19ο αιώνα η προσέλκυση νέων αγοριών στο ποδόσφαιρο θεωρούνταν και τρόπος να αποφύγουν αμαρτωλές πράξεις, μεταξύ των οποίων και τον αυνανισμό.

Δεν είναι καταγεγραμμένο αν αυτές οι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του Lorenzo Massa, ενός καθολικού ιερέα, όταν είδε παιδιά να παίζουν στους δρόμους της συνοικίας του Almagro. Ο Massa βρήκε το χώρο για την έδρα του νέου ποδοσφαιρικού συλλόγου λίγο πιο νοτιοδυτικά, στο Bajo Flores, προκειμένου να ιδρυθεί ένας σύλλογος που θα έφερε – κατά σύμπτωση – και το δικό του όνομα, η Club Atlético San Lorenzo de Almagro, που με αυτή την ονομασία τιμούσε την προέλευση των παιδιών που βρήκαν από την εκκλησία το δικό τους ποδοσφαιρικό σπίτι, καθώς και τον Άγιο Λαυρέντιο της Ρώμης και τη μάχη του San Lorenzo της 3ης του Φλεβάρη του 1813, τη μοναδική μάχη εντός της σημερινής επικράτειας της Αργεντινής στην οποία πολέμησε ο εθνικός ήρωας της χώρας, José de San Martín.

Αυτοί οι πέντε μεγάλοι σύλλογοι που ιδρύθηκαν από μη Βρετανούς κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα στο Buenos Aires θα μονοπωλούσαν για δεκαετίες το αργεντίνικο ποδόσφαιρο και μέχρι σήμερα αποτελούν τους cinco grandes, τους γίγαντες που μπορεί άλλοτε να είναι πιο ισχυροί και άλλοτε πιο αδύναμοι, αλλά κουβαλάνε την παράδοση και την κληρονομιά του ποδοσφαίρου της πρωτεύουσας. Στις άλλες πόλεις της Αργεντινής, την ίδια περίοδο δημιουργούνται όμως επίσης οι σύλλογοι που θα πρωταγωνιστούν στο εθνικό πρωτάθλημα. Στη La Plata, από μια απόσχιση φοιτητών που δε χωρούσαν στην ελιτίστικη δομή της Gimnasia y Esgrima, δημιουργήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1905 η Estudiantes de la Plata, ενώ στο Rosario οι ομάδες που θα πρωταγωνιστούν στην πόλη, χωρίζοντάς την απόλυτα σε δύο στρατόπεδα ιδρύθηκαν από Βρετανούς. Αρχικά, οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι (ποιοι άλλοι άλλωστε) της Central Argentine Railway ίδρυσαν την παραμονή Χριστουγέννων του 1889 την Central Argentine Railway Athletic Club, που αργότερα μετονομάστηκε σε Rosario Central, ενώ στις 3 Νοέμβρη του 1903 ο Claudio Newell θα ιδρύσει στα πλαίσια του Αγγλικανικού Κολλεγίου την ομάδα Old Boys, που λίγα χρόνια αργότερα θα πάρει και το όνομα του πατέρα του, ιδρυτή του κολλεγίου, Isaac Newell.

Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα υπάρχει μια έκρηξη ποδοσφαιρικών κλαμπ που αντανακλούν την τοπική ταυτότητα, την εθνική προέλευση, την ταξική θέση, την ιδεολογία των ιδρυτών τους. Κάθε αιτία που φέρνει κοντά τους ανθρώπους που αγαπάνε το ποδόσφαιρο γίνεται σύμβολο στην ονομασία, τα χρώματα και το έμβλημα ενός συλλόγου. Πέρα από το εθνικό πρωτάθλημα που είχε πολλές πλέον κατηγορίες, το 1907, σύμφωνα με μια έρευνα του Julio Frydenberg, που αναφέρει ο Jonathan Wilson στο βιβλίο του “Angels With Dirty Faces”, υπάρχουν πάνω από 300 σύλλογοι που αγωνίζονται στο Buenos Aires έξω από το επίσημο πρωτάθλημα. Ένα τέτοιο μυθικό κλαμπ είναι και οι Sacachispas, ένας σύλλογος παιδιών που κάνουν ό,τι σκανταλιά μπορούν προκειμένου να μαζέψουν χρήματα για να αγοράσουν μπάλα, φανέλες και εξαρτήματα για την ομάδα της γειτονιάς, θυμίζοντας σε μεγάλο βαθμό τη δίψα των παιδιών για να υπερασπιστούν τη δική τους γειτονιά, την ίδια χρονική περίοδο, σε ένα άλλο μέρος του κόσμου, τους “Πιτσιρικάδες της Οδού Παζ” του Ferenc Molnár που εκδόθηκε το 1906 και αναφέρεται στη Βουδαπέστη του 1889, αποδεικνύοντας ότι η ιστορία των ανθρώπων είναι κοινή και για το λόγο αυτό το ίδιο ισχύει και για την ιστορία του ποδοσφαίρου.

Κι αν στις παραδουνάβιες χώρες το grund ήταν ο ανοιχτός χώρος στη γεωγραφία της αναδομούμενης πόλης όπου γεννιόντουσαν τα ταλέντα μιας τεράστιας εθνικής ποδοσφαιρικής σχολής. Ένας αντίστοιχος ανοιχτός χώρος στη νέα αστική γεωγραφία της Αργεντινής θα δημιουργούσε τη δική του μυθολογία. Αλάνες με ανώμαλο και σκληρό έδαφος, που φιλοξενούσαν παιχνίδια όπου η μπάλα δεν ήταν αγορασμένη, αλλά πολλές φορές φτιαγμένη χάρη στην εφευρετικότητα των παιχτών, με διάφορα διαθέσιμα υλικά, όπου η τεχνική ήταν απαραίτητη για να μπορέσει κανείς να αναπτύξει το παιχνίδι του απέναντι στους αμυνόμενους, το έδαφος και την αλλοπρόσαλλη πορεία της μπάλας, ήταν οι χώροι που θα γεννούσαν το μεγαλύτερο μύθο του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Το potrero είναι ο χώρος που θεωρείται ότι αντανακλάται στον τρόπο που οι criollo πληθυσμοί προσέγγισαν το ποδόσφαιρο, μέσα στα barrios, τις γειτονιές που κυριαρχούσε η ανέχεια και το ποδόσφαιρο ήταν μονόδρομος συλλογικής ψυχαγωγίας, σε πλήρη αντίθεση με τα cricket clubs και τα καλοκουρεμένα καταπράσινα γρασίδια τους, εκεί που οι Βρετανοί ξεκίνησαν να παίζουν το δικό τους παιχνίδι. Εκεί γεννήθηκε η ψευτόμπαλα που φτιαχνόταν από τα χέρια αυτών των ποδοσφαιριστών της ένδοιας, η pelota de trapo, εκεί βρίσκεται η πηγή της δεξιοτεχνίας, της gambeta, της ντρίπλας που αψηφά τα εμπόδια του σκληρού και ανώμαλου εδάφους, εκεί γεννήθηκε και η αντίληψη ότι στις δύσκολες αυτές συνθήκες ένα ομαδικό παιχνίδι μπορεί να αναπτυχθεί μόνο με κοντινές πάσες και τη συνεργασία.

Η πανσπερμία των συλλόγων που εμφανίστηκαν εντός και εκτός των επίσημων πρωταθλημάτων δημιουργούσε μια χώρα με δική της ποδοσφαιρική κουλτούρα. Αυτό έπρεπε να εκφραστεί και στο επίπεδο των θεσμών. Η Argentine Association Football League, που ίδρυσε ο Watson Hutton το 1893 μετονομάστηκε σε Argentine Football Association (AFA) το 1903 και παρά το γεγονός ότι παρέμεινε συνδεμένη με την αγγλική Football Association υιοθέτησε τα ισπανικά ως επίσημη γλώσσα των εργασιών της. Μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, το 1912, οι παίχτες βρετανικής καταγωγής είναι σαφώς μειοψηφία, καθώς από τις ομάδες που αγωνίζονταν στην πρώτη κατηγορία, η Porteño, η San Isidro και η River Plate είχαν μόλις 3 Άγγλους στις τάξεις τους, η Gimnasia και η Estudiantes από έναν και η Racing κανέναν.

Το 1912 ήταν όμως και μια χρονιά μεγάλων αλλαγών σε θεσμικό επίπεδο. Την 1η του Φλεβάρη η λίγκα που ουσιαστικά αποτελούσε και την εθνική ομοσπονδία, μετονομάστηκε, μεταφράζοντας το όνομα της στα ισπανικά, σε Asociación Argentina de Football, κρατώντας ωστόσο την ονομασία του σπορ με το βρετανικό τρόπο γραφής του. Ωστόσο, η πορεία της πλήρως ισπανόφωνης – και κατ’όνομα – ομοσπονδίας δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα, καθώς λίγους μήνες μετά αντιμετώπισε το πρώτο σχίσμα στην ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Τα έσοδα που έφερνε το σπορ, ιδίως από τις περιοδείες ευρωπαϊκών και δη βρετανικών συλλόγων, δημιουργούσαν μια ανισομετρία μεταξύ των συλλόγων που είχαν εγκατασταθεί και είχαν αναπτύξει γηπεδικές εγκαταστάσεις και εκείνων που προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν. Έτσι, οι δεύτεροι δημιούργησαν στις 14 Ιούνη τη Federación Argentina de Football και διοργάνωσαν ξεχωριστό πρωτάθλημα. Στη διοργάνωση της Asociación συμμετείχαν 6 ομάδες, με τους εναπομείναντες παίχτες της Alumni, της οποίας η εποποιία ολοκληρώθηκε την προηγούμενη σεζόν να προσχωρούν στην Quilmes. Στο πρωτάθλημα της Federación αγωνίστηκαν 8 ομάδες. Η Quilmes κέρδισε το ένα πρωτάθλημα και η Porteño κατάφερε στον αγώνα μπαράζ να κερδίσει την Independiente, με την οποία ισοβάθμισε, για να κερδίσει το άλλο.

Ο ανταγωνισμός αυτός όμως φαίνεται ότι ισχυροποίησε την κορυφαία κατηγορία του διασυλλογικού ποδοσφαίρου στη χώρα, καθώς την επόμενη σεζόν, το 1913, τα δύο πρωταθλήματα διεξήχθησαν με τη συμμετοχή πολλών περισσότερων ομάδων, συγκεκριμένα 15 ομάδες αγωνίστηκαν στο πρωτάθλημα της Asociación, μεταξύ των οποίων η Racing, η River και η Boca, ενώ 10 ομάδες διεκδίκησαν το πρωτάθλημα της Federación. Στο πρωτάθλημα της Asociación, συνέβησαν δύο πολύ σημαντικά ιστορικά γεγονότα, με ιδιαίτερη συμβολική σημασία για το πέρασμα του σπορ σε μια νέα ποιότητα και περιεχόμενο. Κατά χρονική σειρά, στις 24 Αυγούστου, διεξήχθη στο γήπεδο της Racing στην Avellaneda, υπό την παρουσία 7000 θεατών, το πρώτο επίσημο ντέρμπι μεταξύ της River και της Boca, το οποίο η River κέρδισε με 2-1, έχοντας στη σύνθεσή της μόνο έναν Βρετανό ποδοσφαιριστή. Όμως το ακόμα πιο σημαντικό στοιχείο ήταν η κατάληξη του πρωταθλήματος.

Ύστερα από την ολοκλήρωση της αγωνιστικής σεζόν τρεις ομάδες ισοβαθμούσαν, με 24 βαθμούς, στην κορυφή της βαθμολογίας: η Racing, η San Isidro και η River Plate. Πλέον, υπήρχε κανονισμός που όριζε την κατάληξη του τροπαίου σε περίπτωση ισοβαθμίας και αφορούσε τη διαφορά τερμάτων. Όμως Racing και San Isidro είχαν αμφότερες θετική διαφορά 36 τερμάτων, ενώ η River Plate 23. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου διεξήχθη στο γήπεδο της Racing ο τελικός του πρωταθλήματος μεταξύ των γηπεδούχων και της San Isidro. Με την προσέλευση να ανέρχεται στους 9000 θεατές και τον αρχηγό της Racing, Alberto Ohaco, να σκοράρει στο 11ο και 70ο λεπτό, η ομάδα της Avellaneda έγινε η πρώτη πρωταθλήτρια Αργεντινής αποτελούμενη από μια αποκλειστικά αργεντίνικη ενδεκάδα. Η επιτυχία αυτή όριζε το πέρασμα στην εποχή ενός ανεξάρτητου από τη βρετανική παρουσία ποδοσφαίρου, ενώ σημαντικό στοιχείο είναι ότι και η San Isidro είχε στη σύνθεσή της μόλις έναν βρετανικής καταγωγής ποδοσφαιριστή, τον τερματοφύλακα Carlos Wilson. Η κατάκτηση αυτού του πρωταθλήματος από τη Racing έμεινε στην ιστορία ως η “δεύτερη ίδρυση του αργεντίνικου ποδοσφαίρου” και ο σύλλογος πήρε την επωνυμία El Primer Grande που θυμίζει αυτή την ιστορική πρωτιά.

Η Racing μετά το 1913 κέρδισε ακόμα 6, συνολικά 7 στη σειρά πρωταθλήματα, μέχρι το 1919, μεταξύ δύο σχισμάτων του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Μάλιστα, το τελευταίο ήρθε με 13 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια. Αυτή η συνέχεια στην πρωτοκαθεδρία έσβησε οριστικά τον μύθο της Alumni, καθώς πλέον μια criollo ομάδα επαναλάμβανε το ίδιο κατόρθωμα. Το γεγονός ότι η Racing αποτελούσε τον πρώτο αργεντίνικο σύλλογο που έθετε τα στάνταρ για το επίπεδο του σπορ σε εθνικό επίπεδο της έδωσε και το πιο γνωστό της προσωνύμιο, αυτό της Ακαδημίας, La Académia, που δεν αντανακλά τη βιομηχανική κοινωνική της βάση, παρά μόνο το ρόλο της ως πρωτοπόρου στην ανάπτυξη ενός παιχνιδιού με μια καθαρά αργεντίνικη ταυτότητα, καθώς δίδασκε το ποδόσφαιρο στις υπόλοιπες αργεντίνικες ομάδες.

Η νίκη ενός αμιγώς – μάλιστα κατ’αποκλειστικότητα – αργεντίνικου ποδοσφαιρικού συνόλου δεν ήταν μόνο συμβολική όμως, ήταν η αρχή της υπεροχής ενός διαφορετικού στυλ παιχνιδιού. Αν και το ποδόσφαιρο του Buenos Aires ήταν έντονα επηρεασμένο από τη σκωτσέζικη αντίληψη και ως εκ τούτου δεν ακολουθούσε την ιδιοσυγκρασία του παιχνιδιού της φυσικής δύναμης των Άγγλων, το criollo ποδόσφαιρο ήδη είχε περισσότερα στοιχεία αυτοσχεδιασμού και προσωπικής έμπνευσης, που είχαν να κάνουν και με το φυσικό αλλά και τον κοινωνικό χώρο στον οποίον εξελισσόταν. Η νίκη της Racing θα αποτελούσε μια τομή για να ξεκινήσει όσο πουθενά αλλού μια βαθιά ιδεολογικοποίηση του εθνικού ποδοσφαιρικού στυλ, μια αφήγηση που στο 1913 έβρισκε το σημείο αφετηρίας της και συνδεόταν και με την αναγκαία σε πολιτικό επίπεδο αποδέσμευση από τη βρετανική κουλτούρα.

Κι αν η ανατροπή στην κυριαρχία του εθνικού ποδοσφαίρου της Αργεντινής, μέσω της κυριαρχίας της Racing, εμφανίζεται ιστορικά για να σηματοδοτήσει τη λεγόμενη κριολλοποίηση του παιχνιδιού, υπάρχει ακόμα μια πλευρά που σπάνια εξετάζεται στη διαθέσιμη βιβλιογραφία, με βάση ακριβώς τα ίδια γεγονότα. Μία από τις σημαντικότερες μεταβολές που υπήρξαν στη Βρετανία με την επαγγελματοποίηση του παιχνιδιού κατά τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν η είσοδος της σκέψης της εργατικής τάξης, του δικού της στυλ που υποσκέλισε ιστορικά το αριστοκρατικό στυλ του παιχνιδιού αρχής γενομένης από τη νίκη της Blackburn Olympic στον τελικό του FA Cup του 1883. Αυτή η ταξική ανακατεύθυνση δε γίνεται τόσο ορατή στο Rio de la Plata, καθώς λόγω της εποχής που αναπτύχθηκε το ποδόσφαιρο στις χώρες αυτές, που σχετιζόταν με την εποχή της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης και τη μαζική άφιξη των Βρετανών, το στυλ που ήρθε και κυριάρχησε από την αρχή ήταν ήδη αυτό που αντανακλούσε το παιχνίδι της βρετανικής αστικής τάξης και σε εθνικό επίπεδο της Σκωτίας. Όμως αυτό το στυλ ήρθε “από τα πάνω”. Το πρώτο ποδοσφαιρικό στυλ που κέρδισε στο αργεντίνικο ποδόσφαιρο και ήρθε “από τα κάτω” ήταν αυτό της Racing, της Académia. Αυτή η αλλαγή θα αποτελούσε τη βάση της μετέπειτα εθνικής αφήγησης που συνδεμένη με την πολιτική ιστορία του 20ου αιώνα θα αξιοποιούσε στο έπακρο αυτή την “ταπεινή” ταξική προέλευση του εθνικού ποδοσφαιρικού στυλ.

Η Ουρουγουάη, από τη σκιά στο φως

Δεδομένης της ιστορίας της η Ουρουγουάη ήταν ένα κράτος που έμοιαζε καταδικασμένο να ζει στη σκιά της Αργεντινής. Το Montevideo υπήρξε ως ναυτική βάση δίπλα από το σημαντικό εμπορικό λιμάνι του Buenos Aires, ο Artigas απέσχισε τη Banda Oriental από τις Ενωμένες Επαρχίες του Rio de la Plata που έμοιαζαν ο φυσικός χώρος της επαρχίας, ενώ όσον αφορά το ποδόσφαιρο, όλα τα βήματα συνέβαιναν παράλληλα, ίσως με μια πάρα πολύ μικρή διαφορά φάσης, με την Αργεντινή και όλη η ποδοσφαιρική εξωστρέφεια των κατοίκων του Montevideo είχε μία κατεύθυνση, προς την άλλη όχθη του Rio de la Plata, εκεί που ένα αυτόνομο και αυτόφωτο ποδοσφαιρικό δίκτυο αναπτυσσόταν χωρίς να έχει την ίδια ανάγκη σύγκρισης με την απέναντι μικρή χώρα. Όμως αν υπήρχε μια ευκαιρία η Ουρουγουάη να βγει από αυτή τη σκιά που για ιστορικούς-πολιτικούς λόγους έμοιαζε καταδικασμένη να ζει, αυτή ήταν το ποδόσφαιρο.

Ο 19ος αιώνας είναι μια διαρκής συγκρουσιακή διαπάλη μεταξύ των Colorados και των Blancos. Ακόμα κι αυτή η σύγκρουση όμως έχει παράλληλη πορεία με τους εμφυλίους πολέμους της Αργεντινής. Οι Colorados, που εκπροσωπούν τα συμφέροντα του αστικού κέντρου του Montevideo, μοιάζουν αρκετά και ιδεολογικά, δεδομένης της φιλελεύθερης οικονομικής τους αντίληψης, με τους Unitarios, τη στιγμή που οι Blancos μοιάζουν με τους Federales που εκπροσωπούν τα συμφέροντα μεγάλων γαιοκτημόνων. Από το 1865, ωστόσο, και για περίπου έναν αιώνα, η κυβερνητική εξουσία βρίσκεται μόνιμα στα χέρια των Colorados, που οραματίζονται μια Ουρουγουάη εξωστρεφή, στηριγμένη στο εξαγωγικό εμπόριο και τις συναλλαγές με την Ευρώπη, που υποδέχεται μετανάστες για να καλύψει τις διαρκώς μεγαλύτερες ανάγκες της οικονομικής αυτής ανάπτυξης. Αρχικά το 1903 και μετ’έπειτα το 1911, ο José Batlle y Ordoñez αναλαμβάνει την προεδρία της χώρας, συνδέοντας το όνομά του με τη φρενήρη αυτή οικονομική ανάπτυξη. Ο Batlle y Ordoñez ήταν γιος του 8ου Προέδρου της Ουρουγουάης, θείος του 30ου Προέδρου της χώρας, και αδελφός του παππού του 38ου Προέδρου του κράτους που η σημαία του φέρει 9 λευκές και μπλε οριζόντιες λωρίδες! Η μικρή χώρα του estuario μοιάζει ένας μικρός νοτιοαμερικανικός παράδεισος, που για δεκαετίες αναφέρεται ως “Ελβετία της Αμερικής”, ενώ το Montevideo χαρακτηρίζεται “Αθήνα του Río de la Plata” λόγω της πολιτιστικής του ανάπτυξης, προσωνύμιο που μάλλον δεν αναφερόταν στην Αθήνα της εποχής, αλλά στην πόλη-κράτος των κλασικών χρόνων. Στα πλαίσια αυτής της ανάπτυξης, ο αστικός χώρος διαμορφώνεται με την πρόνοια για την ύπαρξη ανοιχτών χώρων αναψυχής που θα αποτελέσουν τη φύτρα μιας τεράστιας ποδοσφαιρικής σχολής.

Το πρωτάθλημα που είχε ξεκινήσει από το 1900 είχε κι αυτό τα χαρακτηριστικά της πολιτισμικής αντίθεσης του ποδοσφαίρου της Αργεντινής, μόνο που στο Montevideo αυτά δεν εκφράζονταν από μια εξέλιξη που πέρασε το ποδόσφαιρο από τη βρετανική ελίτ στα barrios των criollos, μα από δύο ομάδες που εξέφραζαν τις δύο αυτές σχολές. Μπορεί η Albion του Henry Lichtenberger να ήταν ο πρώτος σύλλογος που επιχείρησε να εκπροσωπήσει αποκλειστικά την criollo κοινότητα του Montevideo, όμως την εθνική υπερηφάνεια της χώρας ιστορικά ανέλαβε να κουβαλήσει η ντυμένη με τα χρώματα της σημαίας του Artigas, Nacional. Απέναντί της είχε ένα σύλλογο που θα γινόταν αιώνιος αντίπαλος, την Central Uruguay Railway Cricket Club, την ομάδα που γεννήθηκε από βρετανούς εργάτες του σιδηροδρόμου και κατέκτησε τα δύο πρώτα πρωταθλήματα. Ένας Σκωτσέζος, ο John Harley, γεννημένος στη Γλασκώβη το 1886 υπήρξε ο αρχηγός και εμπνευστής της για 8 χρόνια. Μέχρι την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, όμως, ο ίδιος και η ομάδα του είχαν αφομοιωθεί από τη νέα πατρίδα. Ο Harley αγωνίστηκε ως centre half στην εθνική ομάδα της χώρας και η CURCC μετονομάστηκε το 1913 σε Peñarol, παίρνοντας το όνομα της γειτονιάς που βρισκόταν η έδρα της και κόβοντας τους δεσμούς της με τη διοίκηση του σιδηροδρόμου. Τα χρώματα παρέμειναν κίτρινο και μαύρο, εμπνευσμένα από τη λοκομοτίβα Rocket του Robert Stephenson, ενός θρυλικού οχήματος που ξεκίνησε τη διαδρομή του στην πιο ποδοσφαιρική σιδηροδρομική σύνδεση του κόσμου, μεταξύ Liverpool και Manchester.

Την εθνική σημασία της ανάπτυξης του ποδοσφαίρου όμως αναγνώρισε ένας παράγοντας μιας άλλης ομάδας. Ο Héctor Rivadavia Gómez, γεννημένος το 1880 στην πόλη Dolores της δυτικής Ουρουγουάης, υπήρξε βουλευτής των Colorados, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (AUF) από το 1907 ως το 1912 και παράγοντας των Montevideo Wanderers, αναλαμβάνοντας αργότερα και καθήκοντα προέδρου. Οι Wanderers ήταν ένας σύλλογος που έσπασε το δίπολο της Nacional με την CURCC στην πρώτη δεκαετία του εθνικού πρωταθλήματος δύο φορές, ενώ ακόμα δύο πρωταθλήματα μέχρι το 1910 κέρδισε η River Plate, μία ομάδα που είχε ξεκινήσει την πορεία της 4 χρόνια πριν την αργεντίνικη ομώνυμή της, ενώ είχε και παρόμοια χρώματα στις εμφανίσεις της. Η River Plate ήταν μάλιστα η ομάδα που το 1910 κατάφερε να κερδίσει την αργεντίνικη Alumni στο απόγειο της δόξας της, φορώντας εμφανίσεις που αργότερα θα γίνονταν τα εθνικά χρώματα της Ουρουγουάης.

Ως πρόεδρος της Ομοσπονδίας, ο Héctor Rivadavia Gómez, αναγνώρισε την ανάγκη να οργανωθεί με πιο συστηματικό και σύγχρονο τρόπο η εθνική ομάδα. Έτσι, από μια τυχαία επιλογή παιχτών, που συνέβαινε λίγο πολύ ως τότε, εισήγαγε τη σκέψη ότι αυτή θα πρέπει να συνίσταται από ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει το εθνικό ποδόσφαιρο, να προετοιμάζεται με σκοπό να επιδείξει την ανωτερότητά του σε σχέση με αυτό των άλλων χωρών και όχι απλά να προσφέρει ένα διεθνές θέαμα με αυτοσκοπό τα έσοδα από τις εισπράξεις των ταμείων του κάθε αγώνα. Έτσι, ενώ στην Αργεντινή το στυλ του παιχνιδιού άλλαζε ταυτότητα και συμβολικά μέσα από την κυριαρχία της Racing, ο Gómez δεν ενδιαφερόταν μόνο να δει αυτή την ανατροπή, αλλά να την προετοιμάσει με την κατάλληλη αφήγηση που είχε ανάγκη το έθνος του.

Η πρώτη χώρα απέναντι στην οποία έπρεπε να ελεγχθούν τα αποτελέσματα αυτής της πορείας ήταν φυσικά η Αργεντινή. Το διάστημα μεταξύ Αυγούστου και Οκτώβρη το 1912 οι δύο εθνικές ομάδες αγωνίστηκαν μεταξύ τους για 4 διεθνή κύπελλα, το Copa Lipton, το οποίο είχε ξεκινήσει ως ετήσιος θεσμός το 1905, το Copa Premier Honor Uruguayo, που ξεκίνησε να διοργανώνεται το 1911 και παιζόταν κάθε χρόνο στο Montevideo, το Copa Premier Honor Argentino, που είχε ξεκινήσει το 1908 και παιζόταν αντίστοιχα στο Buenos Aires, καθώς και το Copa Newton, που παιζόταν σχεδόν εναλλάξ στις δύο χώρες από το 1906. Η Ουρουγουάη δεν έχασε κανένα από αυτά τα τέσσερα παιχνίδια, κερδίζοντας τα τρία από αυτά και φέρνοντας μια ισοπαλία με 3-3 στην Avellaneda, ενώ ξεχώρισε η νίκη της με 3-0 στο Parque Central του Montevideo στις 25 του Αυγούστου. Τα αποτελέσματα αυτά, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δε συνεχίστηκαν με τη δημιουργία μιας μονομερούς κυριαρχίας, έδειξαν ότι η Ουρουγουάη μπορούσε με την οργάνωση της εθνικής της ομάδας να κερδίζει τη μεγάλη της γείτονα.

Εκείνη τη χρονιά γεννήθηκαν και δύο διαφορετικού τύπου ήρωες για το ουρουγουανική ποδόσφαιρο. Από τη μια μεριά ήταν η ποδοσφαιρική αριστεία του Ángel Romano, που μάλιστα μεταγράφηκε από τη Nacional στην CURCC και έπειτα για 3 χρόνια στη Boca και αγωνιζόταν σε οποιαδήποτε θέση ξεχωρίζοντας για την ικανότητα να ντριμπλάρει όλους τους αντίπαλους παίχτες, συμπεριλαμβανομένου του τερματοφύλακα, πριν σκοράρει, κι από την άλλη ο ποδοσφαιρικός ρομαντισμός της ύπαρξης του Abdón Porte, του επονομαζόμενου El Indio, που έπαιξε 200 αγώνες για τη Nacional πριν αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στην καρδιά, ένα βράδυ στη σέντρα του άδειου Parque Central.

Η ταξική διχοτόμηση του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας

Στη Βραζιλία οι αρχές του 20ου αιώνα σηματοδοτούνται από τη λεγόμενη República Velha, την Παλαιά Δημοκρατία που αποτελεί μια περίοδο κυριαρχίας των ολιγαρχών, μέσα από ένα οποσπονδιακό σύστημα εξουσίας όπου οι τοπικές ελίτ των επαρχιών, με προεξέχουσες αυτές του São Paulo και του Minas Gerais, συγκέντρωναν σε μεγάλο βαθμό την εξουσία. Το σύστημα αυτό στηρίζεται στην εξαγωγή του καφέ που έχει γίνει πλέον το βασικό εξαγώγιμο προϊόν, αντικαθιστώντας τη ζάχαρη, και αν και η δουλεία έχει καταργηθεί από το 1888, η κατάργηση αυτή δε σημαίνει σε καμία περίπτωση κοινωνική ή φυλετική ισότητα. Ο μετα-δουλοκτητικός ρατσισμός παραμένει βαθύς, χαρακτηρίζει τις κοινωνικές σχέσεις της χώρας, ενώ η ταξική εκμετάλλευση μέσω της μισθωτής εργασίας περιβάλλεται και προστατεύεται από ένα σύστημα που καθιστούσε απαγορευτική την κάθε σκέψη ταξικής κοινωνικότητας, κάτι που βέβαια δεν αποτελούσε μοναδικό βραζιλιάνικο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής παραγωγής. Τα κοινωνικά στρώματα χωρίζονται σαφώς στην αστική τάξη, μια μεσαία τάξη που την υπηρετεί και επιβλέπει τα συμφέροντα της πρώτης, μισθωτούς υπαλλήλους σε διάφορες θέσεις που χαρακτηρίζονται από σχετικά καλύτερες συνθήκες, και τις μεγάλες εργατικές μάζες που ζουν στην ανέχεια.

Το ποδόσφαιρο, που ξεκίνησε με τον ενθουσιασμό της ελίτ, με νεαρές γυναίκες της αστικής τάξης να εντυπωσιάζονται από τα κατορθώματα των ποδοσφαιριστών που έφταναν σε σημείο να γράφουν ποιήματα γι’αυτούς, ήταν επίσης μία επιχείρηση αποκλεισμού. Όμως όσο το παιχνίδι κέρδιζε σε δημοφιλία κανένας δε μπορούσε να σταματήσει τα λαϊκά στρώματα από το να παίζουν σε κάθε ανοιχτό χώρο, μέσα στις νεοδιαμορφωμένες πόλεις μιας εξαιρετικά διχοτομημένης πολεοδομίας. Αυτή ήταν και η υλική βάση της ίδρυσης εργατικών ποδοσφαιρικών συλλόγων, που δεν είχαν απαραίτητα ιδρυθεί από εργάτες, αλλά είχαν δημιουργηθεί γι’αυτούς. Στο São Paulo ο πρώτος εργατικός σύλλογος ήταν η Clube Atlético Ypiranga, που ιδρύθηκε το 1906, ενώ λίγα χρόνια αργότερα ιδρύθηκε και η Corinthians, το 1910, ως ομάδα των σιδηροδρομικών του Bom Retiro.

Στο πρωτάθλημα Paulista του 1912 η Ypiranga ήταν η τελευταία ομάδα στο βαθμολογικό πίνακα και ίσως λίγοι έδιναν σημασία στην παρουσία ενός συλλόγου που δεν προερχόταν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα στο παιχνίδι των υπολοίπων. Όμως το 1913 στο πρωτάθλημα θα συμμετείχε και η Corinthians. Ο κίνδυνος να αυξηθούν ακόμα περισσότερο οι ομάδες των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων γέννησε την οργή των ιθυνόντων της Paulistano, που αποφάσισαν να φύγουν από τη λίγκα, δημιουργώντας τη δική τους, στην οποία ακολούθησαν η Mackenzie και η Associação Atlética das Palmeiras, που δεν έχει σχέση με τον ομώνυμο σύλλογο που γράφει ιστορία ως τις μέρες μας. Έτσι, στο Paulista του 1913 συμμετείχαν 6 ομάδες, με πρωταθλήτρια να αναδεικνύεται η Americano, που ήταν αήττητη από το 1911 ως το 1916, δεύτερη τερμάτισε η Ypiranga, ενώ συμμετείχαν επίσης η Internacional, μια ομάδα που είχε ιδρυθεί από Βραζιλιάνους, Γερμανούς, Γάλλους, Ιταλούς, Πορτογάλους και Άγγλους, η Germânia με σαφή εθνική καταγωγή, που αργότερα ονομάστηκε Pinheiros, η Corinthians και μια ομάδα των παραγόντων του λιμανιού, η Santos.

To 1914 το Paulista κατέκτησε για πρώτη φορά μια εργατική ομάδα, η Corinthians, η οποία έγινε δεκτή στο πρωτάθλημα της ελίτ, ως “η καλύτερη των υπολοίπων”. Ωστόσο, αυτή η μετακίνηση, που μάλλον δε θα έπρεπε ποτέ να έχει επιλεγεί από τους παράγοντες των Coringão, αποδείχθηκε μια φάρσα, αφού οι ελίτ υποδέχθηκαν το σύλλογο στην ένωσή τους, απαγορεύοντάς του όμως να αγωνιστεί και στο πρωτάθλημά τους, περιορίζοντας τη δράση του σε συμμετοχή σε φιλικούς αγώνες. Το 1916 με την επιστροφή της Corinthians το πρωτάθλημα της LPF έμοιαζε έτοιμο να γράψει έναν ιστορικό θρίαμβο, με τη συμμετοχή 14 ομάδων, ωστόσο το εγχείρημα φάνηκε πολύ φιλόδοξο για να πετύχει, με αποτέλεσμα να διακόπτεται άδοξα το Δεκέμβρη, με την Corinthians να βρίσκεται στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα και να ανακηρύσσεται επισήμως πρωταθλήτρια. Το πρώτο ξανά ενιαίο πρωτάθλημα του São Paulo διοργανώθηκε το 1917 και η ιδεολογική εκπρόσωπος της αποκλειστικότητας της ελίτ στο σπορ, η Paulistano, αναδείχθηκε νικήτρια, με τη συμμετοχή όμως των εργατικών ομάδων, καθώς και μιας νέας ομάδας Ιταλών μεταναστών, που ιδρύθηκε μετά τα tour της Pro Vercelli και της Torino στην πόλη, το 1914. Επρόκειτο για την Palestra Itália, που αργότερα θα μετονομαζόταν σε Palmeiras, για να αποτελέσει έναν από τους ποδοσφαιρικούς γίγαντες του São Paulo στην υπεραιώνια ιστορία της.

Τα ίδια χρόνια στο Rio de Janeiro δεν υπήρχε σχίσμα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν φυλετικοί και ταξικοί αποκλεισμοί, αντιθέτως, οι εργατικές ομάδες δεν έγιναν ποτέ δεκτές στο πρωτάθλημα carioca. Η πρώτη ίσως εργατική ομάδα της πόλης ήταν η Bangu Atlético Clube, η οποία ιδρύθηκε το 1904 και προκειμένου να σπάσει τους αποκλεισμούς δημιούργησε το 1905 τη Liga Metropolitana. Κι αν η Bangu είχε αρκετά ισχυρό το βρετανικό στοιχείο των εργατών του ομώνυμου εργοστασίου, ένας σύλλογος που αντιπροσώπευε το φυλετικό και εθνικό μωσαϊκό στις εργατικές γειτονιές ήταν η São Cristóvão, που ιδρύθηκε στην ομώνυμη εργατική γειτονιά του λιμανιού του Rio το 1909 και αγωνίστηκε στη Liga Metropolitana από το 1910. Οι ισχυρές αριστοκρατικές ομάδες της πόλης, όπως η Botafogo, η Fluminense, η América και μετά την ίδρυση του ποδοσφαιρικού της τμήματος η Flamengo, έπαιζαν σε ένα πρωτάθλημα όπου δε χωρούσαν οι πληβείοι, ούτε φυσικά όσοι δεν ήταν λευκοί.

Όπως γίνεται ίσως διαχρονικά, αλλά εκείνα τα χρόνια ίσως πιο απροκάλυπτα, ο ρατσισμός των παραγόντων εξαφανίζεται όταν με τη βοήθεια κάποιας αποκλεισμένης φυλής μπορούν να κερδίσουν. Έτσι, ένας ποδοσφαιριστής της Fluminense, ο Carlos Alberto, γιος ενός φωτογράφου, δεν είχε αρκετά λευκό δέρμα για να θεωρηθεί και να νιώσει ισότιμος στον αγώνα του 1916 απέναντι στην προηγούμενη ομάδα του, την America. Αποφάσισε, λοιπόν, να καλύψει το πρόσωπό του με μία σκόνη ρυζιού, που έκανε το χρώμα του δέρματός του να μοιάζει πιο ανοιχτόχρωμο. Οι οπαδοί της America κατάλαβαν αυτό το τρικ, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να αποκαλούν περιπαιχτικά τους αντιπάλους τους pó de arroz, δηλαδή σκόνη ρυζιού, για να αποδώσουν με αυτόν τον τρόπο ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ψευδώνυμα που αποδέχθηκε και υιοθέτησε στη μετέπειτα ιστορία της η Fluminense.

Όμως κι ο μεγαλύτερος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής της εποχής σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί λευκός, με βάση μάλιστα τα δεδομένα του ρατσισμού των ελίτ της εποχής. Ο Arthur Friedenreich που γεννήθηκε το 1892 ήταν εγγονός ενός Γερμανού μετανάστη και γιος μιας αφροβραζιλιάνας δασκάλας, με τη φυλετική μίξη προφανώς να είναι εμφανής στα χαρακτηριστικά του. Ωστόσο, το ευρωπαϊκό του επίθετο μάλλον ήταν αρκετό για την προεξέχουσα των ρατσιστών Paulistano, ώστε να τον συμπεριλάβει στη σύνθεσή της. Ο Friedenreich ήταν ο πιο δεινός σκόρερ της εποχής, αποκτώντας ψευδώνυμα όπως El Tigre στην Ουρουγουάη και Χρυσό Πόδι στη Βραζιλία. Η παρουσία mulatto παιχτών με μερικούς από τους συλλόγους της ελίτ έδειχνε όμως το δρόμο για την αντίληψη οργάνωσης της εθνικής ομάδας, η οποία έπρεπε να μπει σε ένα διεθνή ποδοσφαιρικό ανταγωνισμό αργότερα από τις νότιες γειτονικές χώρες, που αγωνίζονταν ήδη σταθερά μεταξύ και εκπροσωπούσαν την πιο προηγμένη εκδοχή του ποδοσφαίρου στη νοτιοαμερικανική ήπειρο. Ωστόσο, αυτή η επιλογή συμπερίληψης δε θα ερχόταν χωρίς παρατράγουδα.

Η εθνική ομάδα της Βραζιλίας άργησε να συσταθεί, καθώς το ποδόσφαιρο της χώρας ήταν χωρισμένο στα δύο μεγάλα πρωταθλήματα του São Paulo και το Rio de Janeiro, τα οποία εμφάνιζαν και αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα που αγωνίζονταν απέναντι σε ευρωπαϊκές ομάδες. Έτσι, η σύγκριση με τις άλλες χώρες της Νοτίου Αμερικής γινόταν μόνο με τη βοήθεια μεσάζοντων, δηλαδή παρατηρώντας πόσο καλά τα πήγαν τα βραζιλιάνικα αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα των πόλεων, σε σχέση με τους συλλόγους της Αργεντινής και της Ουρουγουάης. Για παράδειγμα, το tour της Torino το 1914 έδειξε τη σχετική αδυναμία της ανάπτυξης του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, καθώς η ιταλική ομάδα ήταν πολύ ισχυρή για τους Βραζιλιάνους, αλλά δεν κατάφερε να κάμψει την πανίσχυρη Racing στην Avellaneda.

Η πρώτη επίσημη εμφάνιση μιας εθνικής ομάδας που αντιπροσώπευε ολόκληρη τη χώρα καταγράφεται στις 20 του Σεπτέμβρη του 1914, σε έναν αγώνα που διεξήχθη στο γήπεδο της Gimnasia στη La Plata. Ωστόσο, μια εβδομάδα αργότερα, διοργανώνεται το πρώτο Copa Julio Roca, ένας θεσμός στον οποίο συμμετέχουν οι δύο ομάδες, της Αργεντινής και της Βραζιλίας, για πρώτη φορά προς τιμή του Alejo Julio Argentino Roca, του προέδρου της Αργεντινής που συνέδεσε το όνομα του με την οικονομική ανάπτυξη στα τέλη του 19ου αιώνα, λίγες μέρες πριν το θάνατό του. Στο γήπεδο της Gimnasia η Βραζιλία αυτή τη φορά καταφέρνει να κερδίσει ανέλπιστα ίσως την αναμέτρηση απέναντι σε μια πολύ πιο έμπειρη αργεντίνικη ομάδα, πετυχαίνοντας την πρώτη νίκη της Ιστορίας της, καθώς και την πρώτη νίκη απέναντι στον πιο παραδοσιακό της αντίπαλο. Πλέον οι τρεις μεγάλες χώρες της Νοτίου Αμερικής έχουν συγκροτημένες Ομοσπονδίες και εθνικές ομάδες, ενώ τον ίδιο δρόμο ακολουθούν και άλλες χώρες της ηπείρου, όπως για παράδειγμα η Χιλή, που ακολουθούσε σχεδόν σε όλες τις εξελίξεις, πολιτικές, κοινωνικές και ποδοσφαιρικές, τα βήματα της Αργεντινής.

1916 – Ο πρώτος μεγάλος θεσμός

Με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων από την Επανάσταση της 25ης Μαΐου, το 1910, η Ομοσπονδία της Αργεντινής προσκάλεσε τις εθνικές ομάδες της Ουρουγουάης και της Χιλής σε ένα τριεθνές τουρνουά που ονομάστηκε Copa Centenario Revolución de Mayo. Αυτή ήταν η πρώτη διεθνής διοργάνωση που διεξαγόταν στη νοτιοαμερικανική ήπειρο και η μοναδική πέρα από το βρετανικό Home Championship και τους Ολυμπιακούς Αγώνες που ήταν γνωστή στον ως τότε ποδοσφαιρικό κόσμο. Με την παρουσία αρκετών ακόμα Βρετανών στις συνθέσεις όλων των συμμετεχόντων, η Αργεντινή κατάφερε να επιβληθεί με 5-1 της Χιλής και με σκορ 4-1 της Ουρουγουάης προκειμένου να κατακτήσει τον τίτλο.

Ο θεσμός αυτός δε συνεχίστηκε, όμως λίγα χρόνια αργότερα, με αφορμή μια άλλη αργεντίνικη εθνική επέτειο, τα 100 χρόνια από την υπογραφή της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας της Αργεντινής, στις 9 Ιούλη του 1816, η αργεντίνικη ομοσπονδία κάλεσε και πάλι τις ίδιες ομάδες, καθώς και τη Βραζιλία, σε ένα πολυεθνικό πρωτάθλημα, όπου κάθε ομάδα θα αντιμετώπιζε όλους τους υπόλοιπους, που ονομάστηκε Campeonato Sudamericano. Αυτή ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για ένα δίκτυο παραγόντων, με προεξέχοντα τον Héctor Rivadavia Gómez, τον βουλευτή των Colorados της Ουρουγουάης και παράγοντα των Montevideo Wanderers, να θέσουν σε κίνηση ένα όραμα δημιουργίας ποδοσφαιρικού δικτύου, με μόνιμα χαρακτηριστικά και διοργανώσεις, στη Νότια Αμερική.

Παρά το γεγονός ότι η FIFA είχε ιδρυθεί από το 1904, οι ομοσπονδίες που ιδρύθηκαν στη Νότια Αμερική ήταν στις αρχές του 20ου αιώνα βρετανοκρατούμενες, ενώ μέχρι ένα σημείο είχαν και οργανικές σχέσεις με τη Football Association, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να θεωρηθούν αυτόνομες εθνικές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες και να προσχωρήσουν στη νέα διεθνή συνομοσπονδία. Παρά ταύτα, ακόμα κι η ίδια η Βρετανική ομοσπονδία δεν ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας μιας παγκόσμιας θεσμικής αρχής του ποδοσφαίρου, έξω μάλιστα από τα εδάφη της, θεωρώντας ότι η ποδοσφαιρική ποιότητα κάθε άλλης χώρας του κόσμου δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ισότιμη της μητρόπολης του σπορ. Για το λόγο αυτό, παρά το γεγονός ότι εισήλθε στη FIFA το 1905, αποχώρησε και ξαναγύρισε 2 φορές, παραμένοντας τελικά μόνιμα μέλος της το 1946. Αυτό σημαίνει ότι τη στιγμή που στην Ευρώπη σχεδόν κανείς δεν έπαιζε ποδόσφαιρο, καθώς μαινόταν ο φονικός Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο πόλεμος των χαρακωμάτων, η ποδοσφαιρική άνθιση στη Νότια Αμερική είχε λόγο να οργανωθεί σε περιφερειακό επίπεδο, δημιουργώντας την πρώτη ηπειρωτική συνομοσπονδία, την Confederación Sudamericana de Fútbol, ή CONMEBOL, με πρώτο πρόεδρό της τον Héctor Rivadavia Gómez και ημερομηνία ίδρυσης την εκατονταετηρίδα από την αργεντίνικη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, την 9η Ιουλίου του 1916.

Η ίδρυση της CONMEBOL δεν ήταν απλά πρωτοποριακή, ήταν ένα στοιχείο που ξεχώρισε το νοτιοαμερικανικό ποδόσφαιρο και συνετέλεσε βαθύτατα ώστε αυτό να εξελιχθεί σε ατμομηχανή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, καθώς πέρασαν περίπου 40 χρόνια πριν ιδρυθούν οι επόμενες συνομοσπονδίες, η AFC στην Ασία και η UEFA στην Ευρώπη, στις 7 Μαΐου και 15 Ιουνίου του 1954 αντίστοιχα. Όσον αφορά τη διοργάνωση του Campeonato Sudamericano, που αργότερα θα εξελισσόταν στο περίφημο Copa America, θα έβρισκε ομόλογες διοργανώσεις 50 χρόνια αργότερα, το 1956 στην Ασία, το 1957 στην Αφρική και το 1960 στην Ευρώπη, με τις πολιτικές εξελίξεις και τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, να παίζουν φυσικά καθοριστικό ρόλο σε αυτή την καθυστέρηση, καθώς πέρα από τις καταστροφές που δημιούργησαν και την οικονομική και κοινωνική καθυστέρηση, εξέφρασαν τις εχθρικές σχέσεις μεταξύ κρατών που δε θα δημιουργούσαν υπό αυτές τις συνθήκες ένα κοινό ποδοσφαιρικό δίκτυο.

Εκείνο το πρώτο νοτιοαμερικανικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα ξεκίνησε στις 2 Ιουλίου του 1916, με την Ουρουγουάη να κερδίζει με 4-0 τη Χιλή, ενώ λίγες μέρες αργότερα, στις 6 Ιουλίου, η Αργεντινή αντιμετώπισε επίσης τη Χιλή, κερδίζοντας με 6-1. Στις 8 Ιούλη δόθηκε ο πρώτος αγώνας της Βραζιλίας, επίσης με αντίπαλο τη Χιλή, αλλά η Seleção δεν κατάφερε να φύγει νικήτρια, αποσπώντας ισοπαλία με 1-1. Ίδιο ήταν και το σκορ δύο μέρες αργότερα, στον αγώνα μεταξύ Αργεντινής και Βραζιλίας, ενώ στις 12 Ιουλίου η Ουρουγουάη κέρδισε τους Βραζιλιάνους με 2-1. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διοργάνωση είχε φτιαχτεί για τη μεγάλη μονομαχία μεταξύ Αργεντινής και Ουρουγουάης, καθώς η Χιλή αρχικά και η Βραζιλία στη συνέχεια έδωσαν διαδοχικά, σχεδόν ανά δύο μέρες, όλα τους τα παιχνίδια, πριν στρωθεί το έδαφος για το κρίσιμο παιχνίδι της διοργάνωσης.

Στις 16 Ιούλη του 1916 μπήκε ακόμα μια συμβολική ιστορική σφραγίδα στο ποδόσφαιρο της Νοτίου Αμερικής, που έδειχνε ότι είχε φύγει μια και καλή από τα χέρια των Βρετανών εποίκων. Το σπορ που ξεκίνησε στα γήπεδα του κρίκετ, με ομάδες που έτρωγαν σάντουιτς και έπιναν μπύρα πριν τους αγώνες, με κλειστά κλαμπ που δεν υποδέχονταν τις εργατικές μάζες είχε παραδοθεί πλέον στο λαϊκό αίσθημα και η ένταση της εθνικής ποδοσφαιρικής σύγκρουσης ανάμεσα στις παραδοσιακές αντιπάλους, Αργεντινή και Ουρουγουάη, δεν επέτρεψε τον μεταξύ τους αγώνα να παιχτεί για περισσότερα από 5 λεπτά, καθώς ξέσπασαν επεισόδια στο γήπεδο της Gimnasia. Η Αργεντινή χρειαζόταν οπωσδήποτε τη νίκη για να κατακτήσει αυτόν τον πρώτο θεσμό, ενώ η Ουρουγουάη, που είχε κερδίσει και τη Βραζιλία, μπορούσε να φύγει τροπαιούχος και με την ισοπαλία. Την επόμενη ημέρα από εκείνη των επεισοδίων, το παιχνίδι συνεχίστηκε υπό τα βλέμματα 17000 θεατών στο γήπεδο της Racing, και έληξε με μια λευκή ισοπαλία που έδινε στην Ουρουγουάη τον πρώτο της διεθνή τίτλο!

Τα επεισόδια στο γήπεδο της Gimnasia δεν ήταν τα μόνα που άφησαν το στίγμα τους στην ιστορία του λατινοαμερικανικού ποδοσφαίρου. Ο ρατσισμός που υπήρχε στις κοινωνίες της εποχής εκφράστηκε και μέσα στο γήπεδο με επιπτώσεις για τις εθνικές ομάδες αλλά και τη φυσιογνωμία του παιχνιδιού τους, που θα καθόριζε εξελίξεις για αρκετές δεκαετίες. Στην αναμέτρηση της Αργεντινής με τη Βραζιλία οι οπαδοί των γηπεδούχων αποκαλούσαν τους Βραζιλιάνους παίχτες “μαϊμούδες” με την Ομοσπονδία να θεωρεί αυτό τη μεγαλύτερη ντροπή της παρουσίας της και να απαγορεύει τη συμμετοχή των μη λευκών παιχτών στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα. Οι Αργεντίνοι, κάτοικοι μιας χώρας στην οποία είχαν εισρεύσει εκατομμύρια λευκών Μεσόγειων μεταναστών, που είχε διαμορφωθεί πληθυσμιακά μετά από αλεπάλληλες εισβολές στις εσωτερικές επαρχίες που συνδυάστηκαν με εκατόμβες και την ουσιαστική εξαφάνιση των ιθαγενών, καθώς και τους συγκριτικά λιγότερους αφρικανικής καταγωγής σκλάβους να έχουν αναμιχθεί για αιώνες με άλλες φυλές, πίστευαν ότι είναι ένα λατινοαμερικανικό έθνος αμιγώς Ευρωπαίων, χρησιμοποιώντας αυτή τους τη στερεοτυπικά δοσμένη ιδιότητα ως στοιχείο ανωτερότητας απέναντι στους υπόλοιπους λαούς της Νότιας Αμερικής.

Σε πλήρη αντίφαση, όμως, με τις ρατσιστικές θεωρίες που υπήρχαν στα κεφάλια Αργεντίνων και Βραζιλιάνων, πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης αναδείχθηκε ο μαύρος Ουρουγουανός Isabelino Gradín, ο ποδοσφαιριστής της Peñarol που πέτυχε 2 γκολ απέναντι στη Χιλή και 1 απέναντι στη Βραζιλία και τα επόμενα χρόνια θα κέρδιζε 4 χρυσά μετάλλια στα 200 και 400 μέτρα, σε 2 διοργανώσεις του Νοτιοαμερικανικού Πρωταθλήματος Κλασικού Αθλητισμού. Ο Gradín εξελίχθηκε σε θρύλο της Peñarol ενώ ο τρόπος που έπαιζε ενέπνευσε τον Περουβιανό ποιητή Juan Parra del Riego να συνθέσει προς τιμήν του το ποίημα Polirritmo al jugador. Χωρίς να είναι τα πράγματα ειδιλιακά όσον αφορά τους φυλετικούς αποκλεισμούς στην Ουρουγουάη, η πολυφυλετικότητα της εθνικής ομάδας δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και αξιοποιήθηκε ως ένα από τα πιο σημαντικά όπλα προκειμένου η μικρή χώρα να πετύχει το σκοπό της διεθνούς αναγνώρισης μέσω του ποδοσφαίρου.

Την επόμενη χρονιά, το Campeonato Sudamericano διοργανώθηκε με τις ίδιες τέσσερις χώρες να συμμετέχουν στην Ουρουγουάη. Το καλεντάρι ήταν πιο ισορροπημένο για τις δύο θεωρητικά υποδεέστερες ομάδες της Βραζιλίας και της Χιλής, με τη Βραζιλία όμως να κερδίζει με 5-0 το μεταξύ τους παιχνίδι, ωστόσο είχε φτιαχτεί με τέτοιο τρόπο που θα κρινόταν και πάλι στην τελευταία αγωνιστική μεταξύ της Αργεντινής και της Ουρουγουάης, που κέρδισαν τους αγώνες απέναντι στις άλλες δύο ομάδες. Ο “τελικός” στο Parque Pereira κρίθηκε από το γκολ του Carlos Scarone, που μαζί με τον πρώτο σκόρερ της διοργάνωσης, Ángel Moreno, είχε επιστρέψει στην Ουρουγουάη μετά από ένα σύντομο πέρασμα στο αργεντίνικο πρωτάθλημα και αμφότεροι αγωνίζονταν για την Nacional.

Το 1919, η τρίτη διοργάνωση του Campeonato Sudamericano θα λάμβανε χώρα στο Río de Janeiro και η Βραζιλία ήθελε να αποδείξει περισσότερο ότι έχει μια σωστή θεωρία παρά μια καλή ποδοσφαιρική ομάδα. Για την ακρίβεια, ήθελε μέσω της ποδοσφαιρικής ομάδας της να επιβεβαιώσει κυρίαρχες θεωρίες φυλετικής ευγονικής, που με τον απαραίτητο επιστημονικό μανδύα έρχονταν από τη ρατσιστική Ευρώπη. Οι θεωρίες αυτές υποστήριζαν ότι η νεολαία του έθνους, με το ενδιαφέρον να συγκεντρώνεται στη λευκή νεολαία, έπρεπε να βγει έξω, να αθληθεί, για να γίνει εκπρόσωπος αυτών των ευγονικών θεωριών. Πίσω από αυτές τις θεωρίες υπήρχε ένα ολόκληρο σύστημα διανοούμενων, όπως ο θεατρικός συγγραφέας Coelho Neto και ο δημοσιογράφος Carlos Sussekind de Mendonça. Παρά την ιδεολογική τους ταύτιση, ο πρώτος έβλεπε το ποδόσφαιρο ως το δρόμο προς την ιδανική φυσική ανάπλαση της λευκής φυλής, ενώ ο δεύτερος φοβόταν ότι αυτό το παιχνίδι, που γινόταν κτήμα κάθε φυλής στους δρόμους των μεγάλων βραζιλιάνικων πόλεων, αποτελούσε την παρακμή για τη νεολαία της χώρας. Στην αντίθετη κατεύθυνση βρισκόταν ωστόσο άλλοι διανοούμενοι, όπως ο Lima Barreto και ο Graciliano Ramos, με τον πρώτο να υπερθεματίζει ενός τοπικού πολυφυλετικού παιχνιδιού και τον δεύτερο να κατακεραυνώνει τη χρηματοδότηση των ελιτίστικων συλλόγων τη στιγμή που υπήρχε πείνα και ανέχεια για τα λαϊκά στρώματα, πριν φυλακιστεί ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Απέναντι στους κατακριτές της ιδεολογίας ενός ολιγαρχικού και βασισμένου στη φυλετική εκμετάλλευση, ως έκφραση φυσικά της ταξικής εκμετάλλευσης, κράτους, η εθνική ομάδα της Βραζιλίας θα αγωνιζόταν στο Estádio des Laranjeiras, μια έκταση στην ομώνυμη περιοχή, όπου ζουν τα μεσαία και ανώτερα στρώματα της πόλης του Rio και αποτελούσε την έδρα της Fluminense. Στο πρώτο παιχνίδι με αντίπαλο τη Χιλή έρχεται ο πρώτος θρίαμβος, 6-0 με χατ-τρικ του ήρωα της τοπικής ομάδας, Friedenreich, ενώ μια βδομάδα μετά σε ένα γήπεδο που είχαν καταφθάσει 21000 θεατές, η Βραζιλία επιβάλλεται της Αργεντινής με σκορ 3-1. Στο μεταξύ η Ουρουγουάη είχε κερδίσει την Αργεντινή με 3-2 κι έτσι η Albiceleste ήταν εκτός μάχης για τον τίτλο, ενώ κέρδισε με 2-0 και τη Χιλή, για να επαναληφθεί το σκηνικό των προηγούμενων ετών που όμως αυτή τη φορά είναι φτιαγμένο για να βρεθεί η Βραζιλία με την Ουρουγουάη στον άτυπο τελικό της διοργάνωσης. Παρά το γεγονός ότι η Celeste προηγείται με γκολ των Gradìn και Scarone, ο Neco στο 29′ και 63′ ισοφαρίζει για τους γηπεδούχους και αυτό είναι το τελικό σκορ της αναμέτρησης. Δεδομένης της ισοβαθμίας, ο αγώνας play-off για τον τίτλο ορίζεται 3 μέρες αργότερα, 27500 θεατές συρρέουν στο Laranjeiras. Ο αγώνας έρχεται ισόπαλος στην κανονική διάρκεια, με σκορ 0-0. Έτσι οι δύο ομάδες συνεχίζουν στην παράταση που αποτελείται από δύο 30λεπτα ημίχρονα, τη μεγαλύτερη στην ιστορία του θεσμού. Στο 122ο λεπτό ο Friedenreich σκοράρει και δίνει τον πρώτο διεθνή τίτλο στη Βραζιλία.

Η 29η Μαΐου του 1919 ήταν η μέρα που η Βραζιλία βγήκε από το ποδοσφαιρικό περιθώριο της Νοτίου Αμερικής και ξεκίνησε μια πορεία μέχρι τη φαντασίωση της παγκόσμιας κορυφής και τελικά την κατάκτησή της πολλά χρόνια αργότερα. Η εθνική αυτή νίκη γιορτάζεται με παροξυσμό και οι θεωρίες της ευγονικής αγνοούν το γεγονός ότι ο ποδοσφαιριστής που έδωσε τη νίκη στην εθνική ομάδα ήταν ο γιος μιας αφροβραζιλιάνας δασκάλας. Ακόμα κι οι ήχοι που κράτησαν τη λαϊκή μνήμη, το τραγούδι του μαύρου φλαουτίστα, σαξοφωνίστα και συνθέτη, Pixinguinha, με τίτλο Um Zero, δηλαδή ένα-μηδέν, ήταν ένα αποτέλεσμα της φυλετικής μίξης και της μουσικής παράδοσης των αφρικανών που έχτισαν τη χώρα που απολάμβαναν οι ελίτ των λευκών, απόγονοι αποικιοκρατών, γαιοκτήμονες και βιομήχανοι.

Το 1920 είναι η σειρά της Χιλής να διοργανώσει το Sudamericano, με την Ουρουγουάη να επιστρέφει στην κορυφή, καθώς η Χιλή απέσπασε την κρίσιμη ισοπαλία από την Αργεντινή, ενώ χρειάστηκε ο θεσμός να φτάσει στην 5η διοργάνωση, αυτή του 1921, προκειμένου η χώρα που τον εμπνεύστηκε και θεωρητικά υπερτερούσε όλων των υπολοίπων όταν αυτός ξεκίνησε, η Αργεντινή, να κερδίσει τον πρώτο τίτλο, δημιουργώντας μια παράδοση που σήμερα την τοποθετεί ως πολυνίκη του θεσμού. Μεγάλος πρωταγωνιστής ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης, Julio Libonatti, ποδοσφαιριστής της Newell’s Old Boys, γεννημένος το 1901 στο Rosario, που αργότερα αγωνίστηκε στην Ιταλία για την Torino, τη Genoa και τη Libertas Rimini. Ο Libonatti, απόγονος Καλαβρέζων μεταναστών, θα αγωνιζόταν αργότερα και για την εθνική ομάδα της Ιταλίας, όντας ο πρώτος από τους λατινοαμερικάνους ποδοσφαιριστές που έπαιρναν την ιταλική υπηκοότητα για να αγωνιστούν με τη Squadra Azzurra, τους λεγόμενους Οriundi. Στο Sudamericano του 1921 πέτυχε τα κρίσιμα γκολ που έκριναν τα αποτελέσματα απέναντι σε Βραζιλία και Ουρουγουάη, ενώ άνοιξε και το σκορ στη νίκη των albiceleste με 3-0 επί της Χιλής. Όπως συνέβη και στη Βραζιλία, η διεθνής νίκη της Αργεντινής άνοιξε τις πόρτες για την πιο βαθιά ίσως ιδεολογικοποιημένη μυθολογία της ποδοσφαιρικής ταυτότητας μιας χώρας.

Pibe, El Gráfico και Borocotó

Στις εκλογές του 1916 η Unión Cívica Radical (UCR), αυτό το λαϊκίστικό και εργατιστικό κόμμα που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα σπάζοντας το πολιτικό μονοπώλιο των γαιοκτημόνων και της άρχουσας τάξης του λιμανιού για την πολιτική εξουσία, κέρδισε τις εθνικές εκλογές και πρόεδρος της χώρας ανέλαβε ο Hipólito Yrigoyen, ο επονομαζόμενος και ως “πατέρας των φτωχών”. Αυτές ήταν οι πρώτες άμεσες εκλογές στην Αργεντινή με καθολική συμμετοχή του πληθυσμού και μυστική ψηφοφορία και για το λόγο αυτό θεωρούνται οι πρώτες πραγματικά ελεύθερες εκλογές της χώρας. Η ρεπούμπλικα που ξεκίνησε την πορεία της έναν αιώνα νωρίτερα γινόταν πλέον επί της ουσίας αστική δημοκρατία, με τη συμμετοχή και των λαϊκών μαζών στην εκλογική διαδικασία και την εμφατική είσοδο μιας εντελώς διαφορετικής πολιτικής δύναμης που δεν είχε καμία σχέση με το αποικιακό παρελθόν, ούτε με τις ελίτ που αναδείχθηκαν αρχικά από αυτό και στη συνέχεια αναδύθηκαν ως άρχουσα τάξη του νέου κράτους.

Το ποδόσφαιρο είχε ήδη περάσει στην κατοχή των λαϊκών στρωμάτων των βιομηχανικών πόλεων με τη Racing, τουλάχιστον όσον αφορά τη συλλογική συνείδηση, η εθνική ομοσπονδία είχε απεμπολήσει όλα τα παλιά βρετανικά χαρακτηριστικά που κουβαλούσε μέχρι και το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα και η πολιτική κατάσταση της χώρας φαινόταν να αντανακλά το ίδιο ακριβώς που αντανακλώνταν και στις ποδοσφαιρικές διοργανώσεις της. Αυτό είναι ακόμα μια ένδειξη ότι το ποδόσφαιρο είναι η αντανάκλαση κοινωνικών, πολιτικών και φυσικά και ταξικών συσχετισμών. Συνήθως ιστορικά τους ακολουθεί, αλλά όταν για οποιονδήποτε λόγο οι τελευταίοι δε μπορούν να εκφραστούν, το ποδόσφαιρο ως κοινωνικό φαινόμενο που εκφράζει την υλική βάση κίνησης της εκάστοτε κοινωνίας, μπορεί να τους εκφράζει και με τρόπο πρόδρομο.

Αυτό που εκφράστηκε στις 2 του Απρίλη του 1916 δε θα μπορούσε να μην αναζητήσει και την ιδεολογική βάση στην οποία θα στηριζόταν ίσως όλη η Ιστορία μιας χώρας από εκείνη τη χρονική στιγμή και έπειτα. Μια νέα αντίληψη του έθνους, που ήταν κρυμμένο μετά την αποικιοκρατία μέσα σε συγκρούσεις αρχόντων, έπρεπε να συμβαδίσει με τη λαϊκή παράδοση, με τους κατοίκους των barrios, τους μετανάστες, το λιμάνι, τη βιομηχανία και παρόλα αυτά να μην αποτελεί ένα ουδέτερο έδαφος αλλά μια ξεχωριστή και ικανή για να ποτίσει με υπερηφάνεια κουλτούρα. Το ποδόσφαιρο προφανώς και εργαλειοποιήθηκε σε αυτή την υπόθεση, ως επιφανές φαινόμενο ικανό να δημιουργήσει κάθε είδους ταυτότητα και αίσθημα του ανήκειν, αλλά διαμορφώθηκε και μέσα από αυτή τη διαδικασία. Η Αργεντινή έγινε η χώρα που, όπως γράφει ο Jonathan Wilson, “ιδεολογικοποιεί όσο καμία άλλη το ποδόσφαιρό της”.

Ένα περίεργο ιστορικό μίγμα συνέθετε την εθνική αυτή έκφραση, που σήμερα, μέσω της ιστορικής απόστασης μοιάζει παράδοξο και αφύσικο. Για παράδειγμα, Ιταλοί μετανάστες, που ερχόντουσαν περνώντας τον μεγάλο ωκεανό, με αρκετούς εξ αυτών, τους λεγόμενους golondrinas (τα χελιδόνια) να εργάζονται εποχιακά στις δύο πατρίδες τους, ντύνονταν τις στολές των gauchos, των ελεύθερων καβαλάρηδων των pampas, στην προσπάθεια να αποδειχθεί ότι τα δύο στοιχεία, η κουλτούρα της χώρας από την οποία έφυγαν και ένα εντελώς ξένο κομμάτι της κουλτούρας στη χώρα που έφτασαν αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο. Με όλο και μεγαλύτερη μανία ο πληθυσμός του Buenos Aires και των άλλων πόλεων, ανεξάρτητα από τις πολιτισμικές του καταβολές υιοθετούσε έναν ιδιότυπο αργεντίνικο τρόπο ζωής, διοργανώνοντας asados, πίνοντας mate, προκειμένου να δημιουργήσει μια εξαναγκασμένη ενιαία εθνική κουλτούρα ικανή να σβήσει τα χαρακτηριστικά ενός μωσαϊκού εθνοτήτων που κατοικούσαν στην αργεντίνικη γη. Αυτή ήταν η διαδικασία της Argentinidad.

Το σημαντικότερο ιδεολογικό όργανο αυτής της διαδικασίας ήταν ένα εβδομαδιαίας κυκλοφορίας έντυπο μέσο, το περιοδικό El Gráfico, που πρωτοκυκλοφόρησε στις 30 Μαΐου του 1919. Στο πρώτο του τεύχος είχε στο πρωτοσέλιδο μια ολοσέλιδη φωτογραφία του πλήθους που βρισκόταν έξω από την Casa Rosada, το προεδρικό μέγαρο, για την επέτειο της 25ης Μαΐου, με την επιγραφή “οι απόφοιτοι των δημοσίων σχολείων της Πρωτεύουσας παρελαύνουν μπροστά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας”, κάνοντας σαφή την πολιτική του θέση δίπλα στον Yrigoyen, την Unión Cívica και τη νέα τάξη πραγμάτων στην Αργεντινή. Λειτουργώντας αρχικά ως πολιτικό έντυπο, έγινε αργότερα αποκλειστικά μέσο αθλητικής ενημέρωσης το 1925.

Μέσα σε όλη τη συντακτική παραγωγή του Gráfico, ωστόσο, ξεχώριζε η αρθρογραφία και συγκεκριμένα οι στήλες του αρθρογράφου Borocotó, που ήταν το ψευδώνυμο του Ricardo Lorenzo Rodríguez, ενός δημοσιογράφου που είχε γεννηθεί στις 2 Γενάρη του 1902 στο Montevideo. Αν και ο Borocotó δεν ήταν ο ίδιος γεννημένος Αργεντίνος, ίσως αυτό υπήρξε και μία αιτία για να μπορεί να βλέπει με μια πιο αποτελεσματική κριτική ματιά τα στοιχεία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου που θα μπορούσαν να ιδεολογικοποιηθούν προκειμένου να αποκτήσουν πολιτισμικές διαστάσεις. Το ίδιο το ψευδώνυμό του προερχόταν από το ρυθμό του candombe, συστατικού στοιχείου και πρόδρομης μουσικής του tango. Το αργεντίνικο λεξιλόγιο του ποδοσφαίρου απέκτησε χάρη στον Borocotó τους βασικούς όρους του, ονομάζοντας gambeta την ντρίμπλα, από έναν όρο των gauchos που αναφέρεται στο τρέξιμο της στρουθοκάμηλου, οι Αργεντίνοι δεν ξεκινούσαν να παίζουν μπάλα στα potreros με ψυχή, αλλά με picardía ενώ το μυθικό σύμβολό τους είχε το όνομα που χαρακτήριζε ένα παιδί που από το barrio ζει την ποδοσφαιρική ζωή του στο potrero, ταυτίζεται με το χώρο που ζει και το ποδόσφαιρο και με αυτό το παιδί ταυτίζεται ολόκληρη η Αργεντινή. Να πως περιέγραφε αυτό το μυθικό πρόσωπο, τον pibe, ο Borocotó το 1928:

“Ένα παιδί με βρώμικο πρόσωπο, με μια χαίτη που επαναστατεί απέναντι στη χτένα. Με έξυπνα, περιπλανώμενα, πονηρά και πειστικά μάτια και μια σπινθηροβόλα ματιά που φαίνεται να υπαινίσσεται ένα αλήτικο γέλιο που δεν καταφέρνει να σχηματιστεί στο στόμα του, γεμάτο μικρά δόντια που μπορεί να έχουν φθαρεί τρώγοντας το χθεσινό ψωμί. Το παντελόνι του είναι μερικά πρόχειρα ραμμένα μπαλώματα, το φανελάκι του με τις αργεντίνικες ρίγες, με πολύ χαμηλή λαιμόκοψη ραφή και με πολλές τρύπες φαγωμένες από τα αόρατα ποντίκια της χρήσης. Ένα κομμάτι ύφασμα δεμένο στη μέση του και διασχίζοντας το στήθος του σαν ζώνη χρησιμεύει ως τιράντες. Τα γόνατά του είναι καλυμμένα από τα κακκάδια των πληγών που απολυμάνθηκαν από τη μοίρα, καθώς ξυπόλητο ή με παπούτσια που οι τρύπες στα δάχτυλα δείχνουν ότι έχουν φθαρεί από υπερβολική χρήση στο σουτ. Η στάση του πρέπει να είναι χαρακτηριστική, πρέπει να φαίνεται σαν να ντριμπλάρει με μια κουρελιασμένη μπάλα. Αυτό είναι σημαντικό: η μπάλα δε μπορεί να είναι άλλη. Μια κουρελιασμένη μπάλα, δεμένη κατά προτίμηση με μια παλιά κάλτσα”. Ο Borocotó έλεγε πως “αν κάποτε αυτό το μνημείο στηθεί, πολλοί από εμάς θα βγάλουμε το καπέλο μας σε αυτό, όπως κάνουμε στην εκκλησία.”

Φυσικά όταν η Αργεντινή βρήκε την ανθρώπινη ενσάρκωση αυτού του ειδώλου, το αναγνώρισε ολόκληρος ο, ποδοσφαιρικός και μη, πλανήτης.

Ο Pibe ήταν η μυθική ενσάρκωση μιας λαϊκής και ποδοσφαιρικής κουλτούρας, αλλά το ποδοσφαιρικό στυλ της Αργεντινής, που ίσως να μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο, το τόσο ιδιαίτερα φτιαγμένο από αυτή τη μοναδική Argentinidad που πλάστηκε μέσα από έναν αιώνα απελευθέρωσης, μετανάστευσης, βιομηχανικού μετασχηματισμού και αέναης εξωστρέφειας, χρειαζόταν το δικό του ορισμό. Δεδομένης της πολιτικής ανάγκης να στηριχτεί και η αποδέσμευση από τα βρετανικά συμφέροντα που ουσιαστικά όριζαν την πολιτική και οικονομική πορεία της χώρας από την ανεξαρτησία της, δεν υπήρχε καλύτερο σύμβολο από την οικειοποίηση και απόδειξη της μετάλλαξης του πιο λαοφιλούς πολιτισμικού στοιχείου της Βρετανίας, του ποδοσφαίρου. Το ποδόσφαιρο της Académia που υποσκέλισε εκείνο των βρετανικού πολιτισμικού υποβάθρου συλλόγων δεν ήταν απλά ένα άλλο στυλ, αλλά το ιδιαίτερο “δικό μας” στυλ στην Αργεντινή – έτσι γεννήθηκε η La Nuestra, ο ιδεολογικός ποδοσφαιρικός χάρτης για γενιές Αργεντίνων που θα χρειαζόταν πολλές δεκαετίες για να τολμήσει κανείς να αμφισβητήσει τα χαρακτηριστικά του: τις κοντινές πάσες, τη δεξιοτεχνία, την παρουσίαση υπέρμετρου θεάματος που προέρχεται από τη βαθιά πεποίθηση ότι το δικό μας ποδόσφαιρο είναι τόσο καλύτερο που δε χρειάζεται να παίξουμε με πραγματιστικό τρόπο για να κερδίσουμε.

Το παραμύθι της ποδοσφαιρικής Αργεντινής είχε στηθεί, είχε τους μυθικούς του ήρωες, αλλά απέμενε να αποδειχθεί ότι μπορεί να κερδίσει και στο χορτάρι. Όταν αυτό δε γινόταν, η οργή των πιστών κατέκλυζε τον κόσμο, όπως έγινε σε εκείνο τον τελικό του 1916 στο γήπεδο της Gimnasia. Χρειάστηκε το Sudamericano να επιστρέψει στην Αργεντινή ώστε η albiceleste να κερδίσει τον πρώτο τίτλο το 1921, διαφορετικά ποιος ξέρει πού μπορεί να έφτανε η οργή των ποδοσφαιρικών μυθικών τεράτων της. Ωστόσο αυτό το ποδόσφαιρο, στο εσωτερικό του θα παρέμενε για μια εφταετία διασπασμένο, με τα αποτελέσματα φυσικά να επηρεάζουν και την πορεία της εθνικής ομάδας.

Το 1919, λίγο πριν την έναρξη του πρωταθλήματος, που είχε περάσει ήδη ένα τριετές σχίσμα μεταξύ 1912 και 1914, ξέσπασε μια μεγάλη σύγκρουση στους κόλπους της ομοσπονδίας, καθώς μια σειρά από επιφανείς συλλόγους κατηγορούνταν για amateurismo marrón, δηλαδή σε συνθήκες ερασιτεχνισμού τα κλαμπ είτε να πληρώνουν με πλάγιους τρόπους τους ποδοσφαιριστές τους, είτε να φροντίζουν επί της ουσίας για την επιβίωσή τους προσφέροντάς τους εικονική εργασία σε επιχειρήσεις που συνδέονταν συνήθως με παράγοντές τους. Η σύγκρουση αυτή οδήγησε στον αποκλεισμό από την Ομοσπονδία έξι συλλόγων, της Estudiantil Porteño, της Independiente, της Platense, της Racing Club, της River Plate και της Tigre. Τους συλλόγους αυτούς ακολούθησαν άλλοι έξι: η Atlanta, η Defensores de Belgrano, η Estudiantes του Buenos Aires, η Gimnasia y Esgrima, η San Isidro, η San Lorenzo και η Sportivo Barracas, προκειμένου να διοργανώσουν ξεχωριστό πρωτάθλημα, μέχρι την τελική ενοποίηση του εθνικού πρωταθλήματος με τη γεφύρωση του χάσματος το 1926, όταν σιγά σιγά οι ομάδες όδευαν προς τον επαγγελματισμό.

Ένας βασικός λόγος, ίσως, για τον τερματισμό αυτής της εσωστρέφειας ήταν το γεγονός ότι ενώ στην Αργεντινή η πεποίθηση για την ανωτερότητα του ποδοσφαίρου της ήταν βαθειά, η αδυναμία οργάνωσής του άφηνε χώρο στη μεγαλύτερη αντίπαλο, τη γειτονική Ουρουγουάη, να θριαμβεύσει σε διεθνές επίπεδο. Έτσι, στις 19 Νοέμβρη το 1926, με προεδρικό διάταγμα του Marcelo Torcuato de Alvear, επίσης εκλεγμένου με την Union Cívica, επιβλήθηκε η συμφωνία μεταξύ των δύο μερών, προκειμένου να επιτευχθεί η ανοικοδόμηση του σημαντικότερου ιδεολογικού όπλου της νέας πολιτικής εξουσίας της Αργεντινής.

Η ποδοσφαιρική κατάκτηση της Γηραιάς Ηπείρου

Το θέμα του επαγγελματισμού άγγιξε και την Ουρουγουάη κατά τη δεκαετία του 1920. Στις χώρες που το ποδόσφαιρο είχε μπει βαθιά στην κοινωνία πιο πολύ από οποιαδήποτε άλλη, με εξαίρεση φυσικά τη Βρετανία που είχε ήδη επαγγελματικό πρωτάθλημα, φαινόταν ότι ο επαγγελματισμός είναι σύμφυτος με τη δημοφιλία του σπορ. Είχε περάσει προ πολλού ο καιρός που το ποδόσφαιρο ήταν μια απλή ασχολία ελεύθερου χρόνου, οι αντιπαλότητες, σε διασυλλογικό και διεθνές επίπεδο, ανέβαζαν τις απαιτήσεις για οργάνωση των ομάδων με τρόπο επαγγελματικό, για πλήρη αφοσίωση των παιχτών και φυσικά αυτό που διακυβεύονταν σε κάθε ποδοσφαιρικό αγώνα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από το αποτέλεσμα ενός κατά φαντασία μόνο ιδεολογικά ουδέτερου παιχνιδιού. Έτσι, οι συγκρούσεις που αφορούσαν την ύπαρξη του amateurismο marrón δεν είχαν τόσο να κάνουν με την αποδοχή του επαγγελματισμού, αυτό μάλλον όλοι μπορούσαν να το αντιληφθούν ως φυσική κατάσταση, δεδομένης και της πορείας του σπορ στην Αγγλία, αλλά τον κίνδυνο που ελώχευε μια τέτοια αλλαγή για όσους βρισκόντουσαν σε ισχυρή θέση στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης – και κάθε χώρας – και δεν ήθελαν για κανένα λόγο να ρισκάρουν αλλαγή των όποιων ισορροπιών.

Στην Ουρουγουάη το σχίσμα ξεκίνησε το 1922 και ο βασικός σύλλογος που αποχώρησε από το πρωτάθλημα της ομοσπονδίας ήταν η Peñarol, καθώς αφορμή του αποκλεισμού της ήταν το φιλικό που έπαιξε με τη Racing, η οποία εκείνη την εποχή είχε αποχωρήσει από την Αργεντίνικη Ομοσπονδία. Μαζί με τη Central, ο σύλλογος-απόγονος των βρετανικών ποδοσφαιρικών παραδόσεων του Montevideo, δημιούργησε την Federación Uruguaya del Football, η οποία διοργάνωσε 2 πρωταθλήματα, το πρώτο κατέκτησε η Montevideo Wanderers του Hector Rivadavia Gomez και το δεύτερο η Peñarol. Αντίστοιχα με την Αργεντινή, η συμφωνία που ξαναένωσε το ποδόσφαιρο σε εθνικό επίπεδο επετεύχθη μέσω προεδρικού διατάγματος το 1925.

Το σχίσμα του 1923 στην Ουρουγουάη ήταν ένα γεγονός που, για ακόμη μια φορά, έμοιαζε με φωτοτυπία προηγούμενων εξελίξεων στην Αργεντινή. Ωστόσο, ο αντίκτυπος είχε σίγουρα πολύ διαφορετικές διαστάσεις. Όσον αφορά την ομοιότητα των γεγονότων στο εσωτερικό, το ουρουγουανικό σχίσμα έμοιαζε με το αργεντίνικο του 1919, όσο όμως αφορά τις διεθνείς σχέσεις και τον εξωτερικό αντίκτυπο, τότε οι ομοιότητες είναι μεγαλύτερες με το σχίσμα στην Αργεντινή του 1912. Η Asociación Argentina de Football, υπό την προεδρία του Hugo Wilson, βλέποντας τη δύσκολη κατάσταση στο εσωτερικό, που μάλιστα υποκινούνταν από τις ομάδες που συνδέονταν με τον ντόπιο criollo πληθυσμό, φρόντισε να νομιμοποιήσει τη θέση της σε διεθνές επίπεδο. Εκείνα τα χρόνια πρόεδρος της FIFA ήταν ο Άγγλος Daniel Burley Woolfall και έτσι οι Βρετανοί που ακόμα διοικούσαν στην εθνική ομοσπονδία ήρθαν σε συνεννόηση μαζί του ώστε η νεοϊδρυμένη ομοσπονδία να μην αποκτήσει το κύρος του θεσμού-επόπτη του σπορ στη χώρα, παραγκωνίζοντας τη δική τους οργάνωση. Ωστόσο, αν και η Αργεντινή με αυτόν τον τρόπο έγινε μέλος της FIFA στο Συνέδριο της Στοκχόλμης, το 1912, στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων, αυτό δε μεταφράστηκε σε συμμετοχή της Αργεντινής στις παγκόσμιες διοργανώσεις.

Όμως η κατάσταση στη Διεθνή Συνομοσπονδία ήταν πολύ διαφορετική μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Από τις 28 Αυγούστου του 1920, την προεδρία είχε αναλάβει υπηρεσιακά ο Γάλλος Jules Rimet, ο οποίος τελικά εξελέγη στη θέση του προέδρου την 1η Μάρτη του 1921. Με μία θητεία που διήρκησε 33 χρόνια και 112 ημέρες, είναι μέχρι τις μέρες μας ο μακροβιότερος Πρόεδρος στην Ιστορία της FIFA και σίγουρα η μορφή που άλλαξε όσο λίγοι το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, μετατρέποντάς το από ένα περιφερειακό αθλητικό και κοινωνικό φαινόμενο σε κεντρική δραστηριότητα με παγκόσμιες διαστάσεις και εκφάνσεις στην κοινωνία, την οικονομία, την πολιτική, τον πολιτισμό, τη λαϊκή κουλτούρα, μέχρι και την παγκόσμια διπλωματία.

Έτσι, το 1923, στο πρώτο μεσοπολεμικό Συνέδριο της FIFA που έλαβε χώρα στη Γενεύη και επιβεβαίωσε την εκλογή του Rimet, μία σειρά χωρών έγιναν μέλη της Συνομοσπονδίας. Εκείνη ακριβώς την εποχή η Asociación Uruguaya de Football χρειαζόταν τη διεθνή νομιμοποίηση έναντι της Federación. Η εξέλιξη αυτή οδηγούσε αναπόφευκτα στην επανάληψη του διοικητικού χειρισμού του Wilson για λογαριασμό της αργεντίνικης ομοσπονδίας 11 χρόνια νωρίτερα. Ο πρόεδρος της Nacional και της Asociación, José María Reyes Lerena, έκανε την Ουρουγουάη μία από τις 10 συνολικά ομοσπονδίες που εισχώρησαν στη FIFA εκείνη τη χρονιά, προστατεύοντας και το κύρος του θεσμού που υπηρετούσε. Μαζί με την Ουρουγουάη, μέλος της FIFA έγινε και η Βραζιλία, συμπληρώνοντας την τετράδα της Νότιας Αμερικής, καθώς και η Χιλή είχε ενταχτεί στην Παγκόσμια Συνομοσπονδία το 1913.

Σε αντίθεση όμως με την Αργεντινή, που η είσοδός της στη FIFA δε σήμαινε πρακτικά πολλά πράγματα, η Ουρουγουάη αποτέλεσε ένα εξαιρετικό πείραμα για το όραμα του Jules Rimet, καθώς ο στρατηγικός στόχος του προέδρου της FIFA και ο ιδεολογικά στηριγμένος στόχος για το ποδόσφαιρο εκ μέρους των πολιτικών και ποδοσφαιρικών αρχών της Ουρουγουάης πολλές φορές ταυτίζονταν. Η Ουρουγουάη θα πραγματοποιούσε το μεγάλο όνειρο του Rimet και ο Rimet θα τη βοηθούσε όπου χρειαζόταν για να τα καταφέρει.

Η πρώτη μεγάλη παγκόσμια ποδοσφαιρική διοργάνωση μετά το Συνέδριο της Γενεύης ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Παρισιού, ένα χρόνο αργότερα. Το ποδόσφαιρο βρισκόταν στο επίκεντρο της διοργάνωσης στην πατρίδα του Rimet. Μπορεί το 1912, στη Στοκχόλμη, η Ολυμπιακή Επιτροπή να χρειάστηκε πολλές συζητήσεις για να αποφανθεί αν υπάρχει λόγος συμπερίληψης του σπορ στο πρόγραμμα των Αγώνων, όμως μόλις 12 χρόνια μετά το σπορ ήταν αδιαφιλονίκητα το δημοφιλέστερο, εξασφαλίζοντας τελικά το 1/3 των εσόδων της διοργάνωσης. Κι αν η Ολυμπιακή Επιτροπή μπορεί να χαιρόταν για αυτή την εξέλιξη ενός ολυμπιακού σπορ, η χαρά αυτή δε θα κρατούσε πολύ, γιατί ήδη ο χρόνος της αποδέσμευσής του από αυτήν είχε ξεκινήσει να μετράει ανάποδα.

Η συμμετοχή της Ουρουγουάης θα ήταν η πρώτη νοτιοαμερικάνικης ομάδας στο ποδοσφαιρικό τουρνουά της διοργάνωσης, που τότε αποτελούσε τη μοναδική παγκόσμιας εμβέλειας ποδοσφαιρική συνάντηση και ο Jules Rimet χρειαζόταν να κινήσει τα νήματα για να συμβεί αυτό. Οι ευρωπαϊκές ομοσπονδίες, ακόμα προσηλωμένες στον ερασιτεχνικό χαρακτήρα του αθλητισμού, που τον καθιστούσε προνόμιο των λίγων, εκείνων που είχαν ελεύθερο χρόνο και ελεύθερο χώρο, χωρίς να χρειάζεται να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, είχαν αρκετές ενστάσεις για μια ενδεχόμενη συμμετοχή της Celeste, του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος μιας χώρας που ήδη υπήρχε ένα σχίσμα λόγω της ύπαρξης άτυπου επαγγελματισμού. Ο Rimet φρόντισε να παρακαμφθούν αυτά τα εμπόδια, βλέποντας έτσι κι αλλιώς ότι το ποδόσφαιρο είχε ήδη υλικά ξεφύγει από αυτό το ερασιτεχνικό πλαίσιο και η ανάπτυξή του θα ερχόταν από την καθολική επαγγελματοποίηση. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν απλά ένα εργαλείο στα χέρια του για να δείξει αυτόν το δρόμο και η συμμετοχή της Ουρουγουάης ήταν απαραίτητο στοιχείο των αντίστοιχων διεργασιών. Το γιατί ο Rimet φαίνεται να βοήθησε την Ουρουγουάη, τη στιγμή που για τον ίδιο λόγο – δηλαδή την ύπαρξη κεκαλυμμένου επαγγελματισμού – δε συμμετείχε σε εκείνη τη διοργάνωση η Αργεντινή, παραμένει μυστήριο. Ίσως οι σχέσεις μεταξύ της ομοσπονδίας της Ουρουγουάης με τη FIFA εκείνη την εποχή να είχαν γίνει απλά πιο στενές λόγω της αναγκαιότητας να συνταχτεί η εθνική και η παγκόσμια συνομοσπονδία εναντίον της Federación, κάτι που δεν είχε την άμεση ανάγκη να κάνει η ήδη συνδεμένη με τη FIFA αργεντίνικη ομοσπονδία.

Η ποδοσφαιρική Ευρώπη, που γνώριζε καθώς φαίνεται πολύ καλά τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό της ομοσπονδίας της Ουρουγουάης, είναι απορίας άξιο το πώς, σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές και τις δημοσιογραφικές αποτυπώσεις, δε γνώριζε την ποιότητα της ομάδας της Ουρουγουάης. Λέγεται, μάλιστα, ότι οι Ουρουγουανοί όταν προπονούνταν με ανοιχτές τις πύλες στο Ολυμπιακό Στάδιο του Colombes, προσποιούνταν ότι δε διέθεταν ούτε τα βασικά προσόντα για να αγωνιστούν, πόσο μάλλον για να διακριθούν, σε μια τέτοια διοργάνωση. Και πάλι, όμως, θα έπρεπε κανείς να αγνοεί ένα σορό άλλα στοιχεία για να μην θεωρεί την Ουρουγουάη μια πολύ υπολογίσιμη δύναμη, ακόμα και το φαβορί για τη διοργάνωση. Επρόκειτο για την εθνική ομάδα που κέρδιζε σταθερά το Campeonato Sudamericano και είχε συνεχή παραγωγή ταλέντου και ποδοσφαιρική δραστηριότητα σε μια περίοδο που στην Ευρώπη μαινόταν ο πόλεμος και χάθηκε ουσιαστικά μια γενιά ποδοσφαιριστών. Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι στην ισπανική περιοδεία της, που έγινε για τη συγκέντρωση των απαραίτητων πόρων για τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες, η Celeste πέτυχε 9 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια, αγωνιζόμενη απέναντι στη Celta Vigo, την Athletic Bilbao, τη Real Sociedad, τη Deportivo La Coruña, την Athletic de Madrid (όπως λεγόταν τότε η Atlético) και τη Racing de Madrid, μόνο τυχαίο δε θα μπορούσε να είναι, ή μη αντιπροσωπευτικό της ποιότητας που διέθετε.

Ο πρώτος αγώνας της Ουρουγουάης είχε οριστεί για τη Δευτέρα 26 Μαΐου, στις 4 μμ στο Ολυμπιακό Στάδιο. Πρώτος αντίπαλος ήταν το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, δηλαδή η Γιουγκοσλαβία. Η Ουρουγουάη δε συνέχισε τα παιχνίδια των προπονήσεων, 3 γκολ στο πρώτο ημίχρονο και 4 στο δεύτερο διαμόρφωσαν το τελικό 7-0 και όλοι καταλάβαιναν ότι οι νοτιοαμερικανοί, τουλάχιστον δεν αστειεύονται. Ακόμα βέβαια ήταν νωρίς για να ορίσει κανείς την ποιότητα μιας ομάδας, καθώς στον πρώτο γύρο πολλά μεγάλα σκορ σημειώθηκαν, με την Ελβετία να κερδίζει με 9-0 τη Λιθουανία, την Ουγγαρία να επιβάλλεται με 5-0 της Πολωνίας και την Τσεχοσλοβακία να νικάει με σκορ 5-2 την Τουρκία. Στο δεύτερο γύρο, που μπήκαν στη διοργάνωση και άλλες ισχυρές ομάδες, τα σκορ αυτά συνεχίστηκαν, με το Γαλλία-Λετονία να λήγει 7-0, το Πορτογαλία-Ρουμανία 6-0, ενώ η Σουηδία διέλυσε την κάτοχο του χρυσού ολυμπιακού μεταλλίου των αγώνων της Αμβέρσας, που διεξήχθησαν 4 χρόνια νωρίτερα, το Βέλγιο, με 8-1. Η Ουρουγουάη απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, που ποτέ δεν ήταν υπολογίσιμη δύναμη στο σπορ, πέτυχε μια μέτριου ενθουσιασμού νίκη με 3-0.

Όμως την 1η Ιούνη του 1924, οι Ουρουγουανοί θα αντιμετώπιζαν την εθνική ομάδα της Γαλλίας και αυτός ήταν ένας παραπάνω λόγος για να στραφούν πάνω τους όλα τα βλέμματα, το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων και φυσικά η εχθρική στάση του κοινού. Στον αγώνα που διεξήχθη στο Colombes, ο Scarone άνοιξε νωρίς το σκορ για την Ουρουγουάη, στο 2ο λεπτό, όμως ο Paul Nicolas, ποδοσφαιριστής της Red Star του Παρισιού, που είχε ιδρύσει ο Jules Rimet, ισοφάρισε 10 λεπτά αργότερα. Από εκεί και πέρα άρχισε το σφυροκόπημα. Σε ένα παιχνίδι που εμφανίστηκε ένα από τα μεγαλύτερα πλήθη της εξωβρετανικής ως τότε Ιστορίας του ποδοσφαίρου, με 30.868 θεατές να αναφέρονται επισήμως, ο Scarone ξανασκόραρε στο 24′ για να διαμορφώσει το σκορ του ημιχρόνου. Στην επανάληψη, 2 γκολ του Pedro Petrone Schiavone και ένα ακόμα του Ángel Romano διαμόρφωσαν το τελικό 5-1. Η Ουρουγουάη ήταν ήδη η μεγάλη αποκάλυψη της διοργάνωσης.

Οι ποδοσφαιριστές της Ουρουγουάης συγκέντρωναν τα βλέμματα γύρω τους, ήταν ήδη οι μεγάλοι πρωταγωνιστές της διοργάνωσης, όχι μόνο του ποδοσφαίρου, αλλά επειδή ήταν οι πρωταγωνιστές του ποδοσφαίρου ήταν σχεδόν φυσικό επόμενο να είναι και όλης της διοργάνωσης. Ωστόσο, κανείς δε μαγνήτιζε τα βλέμματα όσο ο José Leandro Andrade, ο οποίος υπήρξε ίσως ο πρώτος ποδοσφαιριστής που έγινε και μεγάλος λαϊκός σταρ διεθνούς εμβέλειας. Ο Andrade είχε γεννηθεί στο Salto το 1901, γιος μιας Αργεντίνας μάνας και αγνώστου πατέρα, αν και εικάζεται ότι αυτός ήταν ένας αφροβραζιλιάνος μάγος. Μικρός δούλευε ως λούστρος, αλλά η φυσική του διάπλαση και το ποδοσφαιρικό του ταλέντο άλλαξαν την πορεία της ζωής του. Ξεχώριζε για την αντίληψη του χώρου και μία κίνηση κατατεθέν, την tijera, το ψαλίδι, που ήταν η προέκταση του ενός ποδιού και το κοντρόλ με το άλλο. Η εξωτερική του εμφάνιση όμως του έδωσε και μία δεύτερη σκηνή, πέρα από την ποδοσφαιρική, για να κατακτήσει στην Πόλη του Φωτός.

Ο Andrade έκανε χαμό χορεύοντας tango στο Παρίσι, εμφανιζόταν στο εξώφυλλο του περιοδικού αυτοκίνησης L’Auto, ενώ ίσως η κορυφαία στιγμή της καλτ φυσιογνωμίας του ήταν η φερόμενη σχέση που ανέπτυξε με την αμερικανικής καταγωγής υπερδιάσημη γαλλίδα χορεύτρια Josephine Baker, η οποία έμεινε γνωστή ως “το μαύρο μαργαριτάρι” πολύ πριν αυτός ο όρος περιγράψει ποδοσφαιριστές. Κι αν η σχέση των δύο σούπερ-σταρ δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, το tango που χόρεψαν μαζί έγραψε τη δική του ιστορία. Ο Eduardo Galeano, στη συλλογή κειμένων του για το ποδόσφαιρο, με τίτλο “Το ποδόσφαιρο στον Ήλιο και τη Σκιά” αφιέρωσε ένα από αυτά στις περιπέτειες του Andrade εκείνο το καλοκαίρι στο Παρίσι.

Δε γνωρίζουμε αν οι εξωγηπεδικές περιπέτειες των Ουρουγουανών, όπως και του Andrade έπαιξαν το ρόλο τους επηρεάζοντας την απόδοσή τους στο γήπεδο, όμως στον ημιτελικό που διεξήχθη την 6η του Ιούνη, η Ουρουγουάη δυσκολεύτηκε αρκετά απέναντι στην Ολλανδία, με τον Kees Pijl της Feyenoord να βάζει μπροστά τους oranje και να διαμορφώνει το σκορ του ημιχρόνου. Χρειάστηκε ένα γκολ του José Cea στο 62ο λεπτό και τελικά ένα πέναλτι που εκτέλεσε ο Scarone στο 81ο προκειμένου οι Ουρουγουανοί να πάρουν το εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό του Colombes. Εκεί όλοι περίμεναν όμως να δουν τη μεγαλύτερη ομάδα του κόσμου, που είχαν καταλάβει για ποια πρόκειται, απέναντι στην Ελβετία που υπήρξε κομμάτι του πρώτου εξωβρετανικού ευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού δικτύου, αν και όχι στο επίκεντρό του. Στο κατάμεστο Ολυμπιακό στάδιο, σε μια ημέρα που διοργανώθηκε αρχικά ο επαναληπτικός μικρός τελικός, για το χάλκινο μετάλλιο, και στη συνέχεια ο τελικός, με αμφότερα τα παιχνίδια να καταγράφουν 40.522 εισιτήρια, η Ουρουγουάη με τους συνήθεις υπόπτους, δηλαδή τον Petrone, τον Cea και τον Romano, επιβλήθηκε με 3-0 για να κατακτήσει την παγκόσμια κορυφή και να τοποθετήσει μαζί μ’αυτήν και το ποδόσφαιρο της Νότιας Αμερικής στη θέση του νέου στάνταρ για το παιχνίδι παγκοσμίως, τουλάχιστον όσο στις επίσημες διεθνείς διοργανώσεις δεν παρουσιαζόταν η μητέρα του σπορ, Αγγλία.

Αν και διάφορες αναφορές υποστηρίζουν ότι η Ουρουγουάη προκρίθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες ως πρωταθλήτρια του Sudamericano του 1923, το οποίο διεξήχθη στο Montevideo και δεύτερη τερμάτισε η Αργεντινή, κάτι τέτοιο δεν είναι πλήρως επιβεβαιωμένο ως επίσημη διαδικασία πρόκρισης, ενώ καθόλου επιβεβαιωμένος δεν είναι και ο αντίστοιχος αποκλεισμός της Αργεντινής, που για άλλους προαναφερόμενους λόγους δε συμμετείχε. Η επιτυχία, ωστόσο, της Ουρουγουάης αντιμετωπίστηκε με δύο διαφορετικούς τρόπους στο Buenos Aires. Η μία γραμμή υποστήριζε ότι αυτή δεν ήταν μόνο μια ουρουγουανική νίκη, αλλά μια νίκη που αποδεικνύει την ανωτερότητα του νοτιοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, ενώ η άλλη υποτιμούσε την αξία της, δεδομένου ότι ήρθε απέναντι σε υποθετικά κατώτερους, εκτός Νότιας Αμερικής αντιπάλους, ίσως προερχόμενη από τη ζήλια που η Αργεντινή δεν ήταν στη θέση της Ουρουγουάης στα ποδοσφαιρικά Ηλύσια Πεδία. Αμφότερες είχαν λόγους να υπάρχουν, αμφότερες ήταν μάλλον σωστές.

Το ποδόσφαιρο είχε καταφέρει ένα μεγάλο συμβολισμό, 389 χρόνια μετά το ταξίδι του Mendóza από το Sanlúcar de Barrameda, με 11 πλοία, 2000 άνδρες, 7 άλογα και 5 φοράδες, καθώς και τη χρηματοδότηση του βασιλιά, μία ομάδα εκστρατείας ουρουγουανών ποδοσφαιριστών, ταξιδεύοντας στην τρίτη θέση ενός υπερωκεάνιου, χωρίς εξασφαλισμένα τα χρήματα της αποστολής τους, επέδειξαν την υπεροχή του παιχνιδιού τους, κερδίζοντας εμφατικά το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο κατακτούσε την Ευρώπη και μαζί έκανε γνωστή μια μικρή χώρα της Νότιας Αμερικής, καθώς στο Παρίσι του 1924 ανάρπαστοι γίνονταν οι χάρτες που ο κόσμος αγόραζε για να μάθει πού βρίσκεται αυτή η χώρα με έκταση 176 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, περίπου το εν τέταρτο της μητροπολιτικής Γαλλίας.

Η αντεπίθεση των φτωχών στη Βραζιλία

Στην Ευρώπη η Ουρουγουάη μπορεί να ανέστρεφε συμβολικά, μέσω του ποδοσφαίρου, τις επιπτώσεις του ταξιδιού των conquistadores, όμως στη Βραζιλία, επίσης συμβολικά αλλά πάνω απ’όλα υπέρμετρα υλικά, υπήρχε ένας αναβρασμός που θα άλλαζε μετέπειτα τη φυσιογνωμία της χώρας, έφερε ανατροπές στο ποδόσφαιρο και έβαλε τις βάσεις για ένα ακόμα νοτιοαμερικανικό εθνικό αφήγημα με τις συνοδές μυθολογικές του ιστορίες και φιγούρες. Από το 1923 ως το 1925, η ομάδα του λαού του São Paulo, σύμφωνα και με τα λόγια του ιδρυτή της, Miguel Battaglia, που έλεγε ότι “η Corinthians θα είναι η ομάδα του λαού και ο λαός θα κάνει την ομάδα”, κέρδισε 3 σερί πρωταθλήματα στο Paulista, σπάζοντας την κυριαρχία της ελιτίστικης Paulistano, ενώ από το 1915 ο σύλλογος που είχαν ιδρύσει Βραζιλιάνοι και Πορτογάλοι εργάτες στο Rio de Janeiro, το Club de Ragatas Vasco da Gama, θα αποκτούσε ποδοσφαιρικό τμήμα. Το 1923 η Vasco κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα Carioca και μπήκε κυριολεκτικά στο μάτι του πολύ πιο σκληρού ελιτίστικου συστήματος του Rio, που ακολουθώντας τα παραδείγματα της Αργεντινής και της Ουρουγουάης έκανε ακόμα ένα σχίσμα, πάνω στην ίδια βάση του ερασιτεχνισμού της ελίτ και του επαγγελματισμού που συμπεριελάμβανε την εργατική τάξη, το οποίο διήρκησε όμως μόνο μία αγωνιστική σεζόν.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Vasco da Gama είχε κερδίσει 3 πρωταθλήματα στο Río de Janeiro, ενώ ένα ακόμα είχε κερδίσει μια άλλη ομάδα της ίδιας φτωχής συνοικίας του μεγάλου βραζιλιάνικου λιμανιού, η São Cristóvão. Οι ελίτ είχαν χάσει την αποκλειστικότητα στο ποδόσφαιρο, τα πλήθη προερχόμενα από όλες τις φυλές γέμιζαν τις εξέδρες κυρίως των πιο λαϊκών ομάδων, όπως για παράδειγμα της εργοστασιακής Bangu, και οι ιστορίες παιχτών που έβαζαν ρύζι στο πρόσωπό τους για να μπορέσουν να συμπεριληφθούν στο σπορ μοιάζουν πολύ μακρινές και επαναλαμβάνονται μόνο σε συνθήματα και παρατσούκλια, ακόμα κι αν η χρονική απόσταση ήταν μόλις μιας δεκαετίας από εκείνα τα γεγονότα.

Οι μάζες και το πολυφυλετικό μωσαϊκό της Βραζιλίας, δεν πήραν πρόσκληση από τις ελίτ για να εισέλθουν στο παιχνίδι, επέβαλαν τη de facto παρουσία τους σε αυτό και η ύπαρξη των συλλόγων τους εκφραζόταν από μια μόνιμη σύγκρουση που συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Θα χρειαζόταν μια τεράστια πολιτική και ιδεολογική καμπάνια ώστε να παρουσιαστεί το βραζιλιάνικο ποδοσφαιρικό οικοδόμημα ως εθνικό και ενιαίο – και αυτή θα δημιουργούσε ίσως και την πρώτη πραγματικά εθνική εμπειρία της Βραζιλίας, ακόμα κι αν δεν έχει λόγους να γιορτάζεται στις μέρες μας.

Στην προετοιμασία αυτής της εθνικής μετάβασης και παράδοσης ανήκει και η κατασκευή του γηπέδου της Vasco da Gama, São Januário, ένα στάδιο με σχήμα U, δηλαδή δύο ευθεία τμήματα εκατέρωθεν των πλαγίων γραμμών του αγωνιστικού χώρου και ένα μόνο πέταλο, που ήταν το μεγαλύτερο γήπεδο εκείνη τη στιγμή στη Νότια Αμερική, με χωρητικότητα 24.584 θεατών.

Όσο αφορά την εθνική ομάδα, το 1922, όταν το Sudamericano ξαναδιοργανώθηκε στη Βραζιλία, μετά το 1919, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή και της Παραγουάης, η Seleção κατέκτησε τον δεύτερο διεθνή τίτλο της, κερδίζοντας μάλιστα τη νεοφώτιστη ομάδα της πιο κοντινής πολιτισμικά χώρας σε αγώνα μπαράζ, με σκορ 3-0, προκειμένου να εξασφαλίσει αυτόν τον τίτλο. Αν και θα χρειάζονταν να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να ξανακερδίσει τη διοργάνωση η Βραζιλία, καμία από όλες αυτές τις χαμένες διοργανώσεις δεν έλαβε χώρα εντός των συνόρων της. Έτσι, μπορούσε να δημιουργηθεί ένας επικίνδυνος μύθος, ότι μέσα στη Βραζιλία δε μπορούσε κανείς άλλος να κερδίσει μια διεθνή ποδοσφαιρική διοργάνωση.

Η κλιμάκωση προς τη μεγάλη μάχη

Το 1924, με τη φόρα από την Ολυμπιάδα του Παρισιού, η Ουρουγουάη διοργανώνει το Sudamericano, όπου η Αργεντινή έχει όσο ποτέ λόγους να κερδίσει την ομάδα που λίγους μήνες πριν κέρδισε το σεβασμό και ίσως τη συμπάθεια ολόκληρου του ποδοσφαιρικού – και όχι μόνο – πλανήτη. Το τελευταίο παιχνίδι μεταξύ των δύο ομάδων πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, στις 25 Μαΐου, είχε λήξει με εμφατική νίκη με σκορ 4-0 υπέρ της Αργεντινής, ενώ λίγο πριν την έναρξη του Sudamericano, οι δύο ομάδες συναντήθηκαν ακόμα τέσσερις φορές, με την Αργεντινή να κερδίζει μάλιστα μια φορά στο Montevideo με σκορ 2-3, στις 31 του Αυγούστου για το Copa Honor Uruguayo. Στον τελευταίο μεταξύ τους αγώνα πριν την έναρξη της διεθνούς διοργάνωσης, στις 2 Οκτώβρη στο Barracas του Buenos Aires, η Αργεντινή κερδίζει με 2-1 την Ουρουγουάη, με τον Cesáreo Onzari να πετυχαίνει γκολ από απευθείας εκτέλεση κόρνερ, κάτι που ήταν έγκυρο μόλις από το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς. Η συμβολική σημασία της νίκης απέναντι στους ολυμπιονίκες Ουρουγουανούς καθώς και ο πρωτότυπος τρόπος που επετεύχθη το νικητήριο γκολ, ονόμασαν για πάντα στην ποδοσφαιρική φρασεολογία το απ’ευθείας γκολ από κόρνερ gol olímpico. Ωστόσο, η αναμέτρηση περνάει στην ιστορία για τα πρωτοφανούς βιαιότητας επεισόδια, την εκτόξευση πετρών προς τους Ουρουγουανούς ποδοσφαιριστές με στόχο ιδιαίτερα τον Andrade, καθώς και τη σύλληψη του Scarone από την αργεντίνικη αστυνομία. Παρά το γεγονός ότι η αναμέτρηση δεν έληξε ποτέ, οι Αργεντίνοι θεώρησαν ότι το παιχνίδι είχε κερδηθεί. Ωστόσο, στην πρεμιέρα του Sudamericano, η εθνική τους ομάδα σκονταύτει με λευκή ισοπαλία απέναντι στην Παραγουάη, το καθοριστικό τελευταίο παιχνίδι μεταξύ των δύο μεγάλων της διοργάνωσης, λήγει με το ίδιο σκορ και η Ουρουγουάη κατακτά ακόμα έναν τίτλο, τον 5ο ως τότε στον θεσμό.

Η νίκη εντός έδρας, στο Buenos Aires, όπου διοργανωνόταν το Sudamericano της επόμενης σεζόν, ίσως περιείχε μια αντικλιμάκωση για τους Αργεντίνους, καθώς η Ουρουγουάη αποφάσισε να μη συμμετέχει σ’αυτό. Στην επιστροφή της στη διοργάνωση, το 1926, όταν αυτή φιλοξενείται στα γήπεδα της Χιλής, η Ουρουγουάη ξανακερδίζει τον τίτλο, κερδίζοντας με 2-0 την Αργεντινή, που έφερε και μια ισοπαλία, με σκορ 1-1, με τους γηπεδούχους. Το 1927, όμως, η Αργεντινή καταφέρνει επιτέλους να κερδίσει τον πολύτιμο τίτλο σε μια διοργάνωση με τη συμμετοχή της μεγάλης αντιπάλου της, την οποία κερδίζει στις 20 Νοέμβρη στη Lima με σκορ 3-2, με το τελικό σκορ να διαμορφώνεται από ένα αυτογκόλ του Adhemar Canavesi στο 85ο λεπτό. Αυτή η νίκη της Αργεντινής όμως ήταν ό,τι χρειαζόταν για να πιστέψει ότι παρά την ιστορική υπεροχή της Ουρουγουάης στο Sudamericano, που δεν προερχόταν από την περίσσια ταλέντου, αλλά από μια πιο ορθολογική οργάνωση της εθνικής ομάδας και πιο πραγματιστική αντίληψη του παιχνιδιού, η albiceleste θα μπορούσε να πάρει τη μεγάλη της εκδίκηση στο παγκόσμιο στερέωμα. Το σκηνικό είχε αρχίσει ήδη να στήνεται.

Σε μια χώρα που θα προσέφερε αργότερα μια πολύτιμη κληρονομιά που θα καθόριζε τον τρόπο που παίζεται το ποδόσφαιρο παγκοσμίως, για πολλές δεκαετίες, την Ολλανδία, διοργανώνονταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1928. Σε ένα στάδιο που αντανακλούσε την εξέλιξη της διεθνούς Εξπρεσιονιστικής αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας, σχεδιασμένο από τον Jan Wils, ένα από τα ιδρυτικά μέλη του κινήματος του De Stijl, μαζί με τους Piet Mondrian, Theo van Doesburg και Gerrit Rietveld, θα διεξαγόταν η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική μάχη που διοργανώθηκε ποτέ στα ολυμπιακά πλαίσια.

Η διοργάνωση ήταν πολύ πιο πλήρης σε σχέση με εκείνη του 1924, με 17 ομάδες να δηλώνουν συμμετοχή, ενώ από τη Νότια Αμερική, πέρα από την Αργεντινή και την Ουρουγουάη, το ταξίδι για το Άμστερνταμ έκανε και η εθνική ομάδα της Χιλής. H La Roja βέβαια δεν πρόλαβε καν να μπει στο κυρίως ταμπλώ, καθώς στον προκριματικό αγώνα απέναντι στην Πορτογαλία ηττήθηκε με σκορ 4-2 και η ολυμπιακή της περιπέτεια έληξε άδοξα.

Ο πρώτος γύρος διεξήχθη στο Ολυμπιακό Στάδιο και το Oude Stadion, δηλαδή το παλιό στάδιο του Άμστερνταμ, από τις 27 ως τις 30 Μαΐου. Την Τρίτη 29 Μαΐου έμπαινε πρώτη, μεταξύ των δύο χωρών του Rio de la Plata, στη διοργάνωση η Αργεντινή. Αντίπαλος, ή θύμα, των μαινόμενων Αργεντίνων σε εκείνη την πρεμιέρα, ήταν η ομάδα των Ηνωμένων Πολιτειών, που αν και μπορεί να υπερηφανεύεται ότι σκόραρε δύο φορές απέναντι σε μία από τις κορυφαίες ομάδες του κόσμου, το τελικό σκορ, 11-2 ήταν το ως τότε εμφατικότερο σε ολυμπιακό αγώνα ποδοσφαίρου. Οι Αργεντίνοι έδειχναν ότι είχαν φτάσει στο Άμστερνταμ για να αποδείξουν ότι ο θρύλος του 1924 συνέβη μόνο εν τη απουσία τους και η λεγόμενη La Nuestra ήταν η κορυφαία ποδοσφαιρική σχολή στον πλανήτη.

Την επόμενη ημέρα, στο τελευταίο ματς του πρώτου γύρου, η Ουρουγουάη αντιμετώπιζε την οικοδέσποινα Ολλανδία, η οποία επίσης ζητούσε εκδίκηση λόγω του πέναλτι με το οποίο αποκλείστηκε στον ημιτελικό του 1924, μια διαιτητική απόφαση που ποτέ δεν μπόρεσαν να χωνέψουν οι Ολλανδοί – και δυστυχώς δεν ξέρουμε αν είχαν και δίκιο. Υπό τη διεύθυνση του θεωρούμενου ως κορυφαίου διαιτητή της εποχής, του Βέλγου Jean Langenus και την παρουσία 27.730 θεατών, η Ουρουγουάη δε δυσκολεύτηκε όσο τέσσερα χρόνια νωρίτερα και με σκορ 2-0 πήρε τη μεγάλη και αντικειμενικά αυξημένης δυσκολίας πρόκριση για τον επόμενο γύρο.

Το ταμπλώ ήταν έτσι φτιαγμένο που οι δύο νοτιοαμερικάνικες ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις θα μπορούσαν να συναντηθούν μόνο στον τελικό. Έτσι, από εκεί και πέρα οι ενδιάμεσες φάσεις αποτελούσαν μια επίδειξη δύναμης των δύο, που έχτιζε την αυτοπεποίθηση, τον θρύλο τους, αλλά και το πρεστίζ του τελικού που όλοι περίμεναν. Η Αργεντινή με ήρωα τον Tarasconi, που πέτυχε 4 γκολ, από το 1ο ως το 89ο λεπτό, διέλυσε με 6-3 το Βέλγιο, ενώ για την ίδια προημιτελική φάση η Ουρουγουάη δεν αντιμετώπισε ισχυρή αντίσταση από τη Γερμανία, την οποία κέρδισε με 4-1, ίσως αποζημιώνοντας το ολλανδικό κοινό, μετά τον αποκλεισμό του πρώτου γύρου. Στα ημιτελικά η Αργεντινή είχε σαφώς πιο εύκολο έργο, αντιμετωπίζοντας την έκπληξη της διοργάνωσης, τη μοναδική εκπρόσωπο της αφρικανικής ηπείρου, Αίγυπτο, την οποία όμως συνέτριψε με 6-0, ενώ η Ουρουγουάη είχε να αντιμετωπίσει μια μεγάλη και ανερχόμενη παγκόσμια ποδοσφαιρική δύναμη, την Ιταλία που βρισκόταν ήδη ποδοσφαιρικά υπό την ανάπτυξη που χορηγούσε το φασιστικό καθεστώς. Αν και οι Ιταλοί προηγήθηκαν στο 9′ με τον Baloncieri, οι Cea, Campolo και Scarone είχαν ανατρέψει την κατάσταση πριν την ανάπαυλα και στην επανάληψη ο Levratto απλώς διαμόρφωσε το τελικό 3-2 υπέρ της Celeste που επισημοποιούσε το μεγάλο ραντεβού της 10ης Ιουνίου.

Ο μεγάλος τελικός δεν ήταν απλά ένα μεγάλο ποδοσφαιρικό γεγονός, ήταν με τεράστια διαφορά από οποιοδήποτε άλλο το κορυφαίο γεγονός θεάματος που είχε συμβεί ποτέ στην Ευρώπη. Συνολικά 250 χιλιάδες αιτήσεις εστάλησαν για ένα εισιτήριο για τη μεγάλη αναμέτρηση και προφανώς το Ολυμπιακό Στάδιο ήταν ασφυκτικά γεμάτο, με την επίσημη καταγραφή να πληροφορεί για 28.253 θεατές. Η Ουρουγουάη αγωνίστηκε με μια γαλάζια εμφάνιση και η Αργεντινή με γαλάζιες και λευκές ρίγες. Οι ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων θα αποτελούσαν συνθέσεις που όρισαν το πέρασμα του ποδοσφαίρου σε μια νέα ποιότητα, ήταν αυτοί που αγωνίστηκαν στον κορυφαίο αγώνα όλων των εποχών στην εποχή πριν και μετά την έναρξη μιας εποχής που το ποδόσφαιρο έγινε αυτό που γνωρίζουμε ως τις μέρες μας.

Στην Αργεντινή το πάθος για την ιστορικής σημασίας νίκη μπορεί να περιγραφεί από την κατάσταση την ημέρα του αγώνα. Οι Αργεντίνοι ήταν απελπισμένοι για να μαθαίνουν σε πραγματικό – ή σχεδόν πραγματικό – χρόνο κάθε πληροφορία. Οι ανταποκριτές των εφημερίδων έστελναν καλωδιωμένα τηλεγραφήματα από το Άμστερνταμ και μεγάφωνα έξω από τις εφημερίδες La Prensa και La Nación μετέδιδαν όσα γίνονταν γνωστά για την εξέλιξη του αγώνα.

Σ’εκείνο τον τελικό της 10ης Ιουνίου, ωστόσο, δεν υπήρξε νικητής. Ο Petrone άνοιξε το σκορ για την Ουρουγουάη, ενώ ο Αργεντίνος σέντερ φορ, Manuel Ferreira ισοφάρισε στο 50ο λεπτό. Καθώς το αποτέλεσμα αυτό παρέμεινε ίδιο μετά την παράταση, έπρεπε η αναμέτρηση να κριθεί σε επαναληπτικό αγώνα. Τρεις μέρες αργότερα, στο ίδιο γήπεδο, που ήταν και πάλι κατάμεστο, οι δύο ομάδες παρατάχθηκαν για τη συνέχεια της μεγάλης τους μάχης. Το σκορ άνοιξε και πάλι η Ουρουγουάη, με γκολ του Figueroa στο 17ο λεπτό, για να απαντήσει ο εμβληματικός σέντερ χάφ της Αργεντινής, Luis Monti, στο 28ο λεπτό. Τελικά, ο χρυσός σκόρερ της Ουρουγουάης ήταν και πάλι ο Héctor Scarone, ο οποίος στο 73ο λεπτό έδωσε τη νίκη στην ομάδα του, σφραγίζοντας την παγκόσμια υπεροχή της, σε μία κρισιμότατη για το ποδόσφαιρο εποχή.

Μια ιστορική απόφαση – το πέρασμα στον νέο ποδοσφαιρικό κόσμο

Λίγες μέρες πριν την έναρξη του ολυμπιακού ποδοσφαιρικού τουρνουά, όπως συνέβαινε παραδοσιακά, διεξήχθη στην πόλη που φιλοξενούσε τους Αγώνες το συνέδριο της FIFA. Το 17ο συνέδριο της Διεθνούς Συνομοσπονδίας που διεξήχθη στις 25 Μαΐου του 1928 στο Άμστερνταμ ήταν ένα από τα πιο σημαντικά, ίσως το πιο σημαντικό, στην Ιστορία της. Το ποδόσφαιρο είχε ήδη ξεπεράσει κατά πολύ τα πλαίσια δημοφιλίας οποιουδήποτε σπορ και η πολιτική και πολιτιστική επιρροή του δε μπορούσε να κρατήσει και τη διοίκησή του ούτε μέσα στα πλαίσια των εθνικών οργανισμών αθλητισμού, ούτε εντός των πλαισίων της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, η οποία ήταν προσκολλημένη στον ερασιτεχνισμό. Ο επαγγελματισμός υπήρχε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα στην Αγγλία, ενώ μέσα στη δεκαετία του 1920 η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Ιταλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν στην επαγγελματοποίηση των εθνικών τους πρωταθλημάτων. Ο σκιώδης επαγγελματισμός στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη, καθώς και τα σχίσματα που είχαν αντίστοιχη ιδεολογική βάση στη Βραζιλία, έδειχναν ότι ήταν θέμα χρόνου η μετάβαση αυτή να γίνει επίσημη και στη Νότια Αμερική.

Επιπλέον, το ποδόσφαιρο μπορούσε πλέον να σταθεί μόνο του σε διεθνές επίπεδο. Οι 10.000 θεατές που έμειναν έξω από το γήπεδο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού και οι 250.000 αιτήσεις για ένα εισιτήριο για τον τελικό των Αγώνων του Άμστερνταμ το επιβεβαίωναν. Το ποδόσφαιρο όχι μόνο μπορούσε και είχε άμεσα την ανάγκη να εξελιχθεί με τρόπο διαφορετικό από τα υπόλοιπα σπορ, αλλά είχε ανάγκη και τις δικές του ξεχωριστές διοργανώσεις. Την επιτυχία των διεθνών διοργανώσεων, άλλωστε, είχε ήδη δείξει το Campeonato Sudamericano, που διεξαγόταν έξω από κάθε αιγίδα πολυαθλητικής εθνικής διοίκησης, με την αποκλειστική ευθύνη της CONMEBOL και των εθνικών ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών. Στη διοίκηση της FIFA, ο Jules Rimet ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να ηγηθεί αυτού του βήματος. Έτσι, στο συνέδριο του Άμστερνταμ αποφασίστηκε η έναρξη της διεξαγωγής του Παγκόσμιου Κυπέλλου της FIFA, έξω από το ολυμπιακό πλαίσιο, χωρίς αποκλεισμούς που βασίζονται στην ερασιτεχνική ή επαγγελματική ταυτότητα των παιχτών.

Αυτό που χρειαζόταν να οριστεί, δεδομένης αυτής της απόφασης, ήταν η χώρα που θα διοργάνωνε την πρώτη έκδοση αυτού του θεσμού. Η Ουρουγουάη, έχοντας ως ισχυρότατο όπλο την παγκόσμια επιτυχία της στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1924 (καθώς εκείνοι του 1928 δεν είχαν ακόμα ξεκινήσει), αλλά και τις επιτυχίες της στο Sudamericano που την έθεταν σαφώς σε θέση πρωτοπόρου του νοτιοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, είχε κάθε λόγο να ισχυριστεί ότι βάσει ποδοσφαιρικών επιδόσεων ήταν η πιο κατάλληλη χώρα για να υποδεχθεί αυτόν το θεσμό. Όμως, είχε και κάτι ακόμα πιο σημαντικό, την πολιτική βούληση και ενδιαφέρον να συμβεί αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο στη μικρή και εκτός ποδοσφαίρου περισσότερο άγνωστη χώρα. Συνδυάζοντας μια αφήγηση εορτασμού των 100 χρόνων της Ουρουγουανικής ανεξαρτησίας, που ουσιαστικά αναφερόταν στο τέλος του Πολέμου της Παραγουάης και το Σύνταγμα που υιοθετήθηκε στις 18 Ιουλίου του 1830, με τα φιλόδοξα σχέδια ανέγερσης των εγκαταστάσεων που θα φιλοξενούσαν τη διοργάνωση, μέσω της εξασφάλισης των απαραίτητων πόρων από το ντόπιο κεφάλαιο που επιθυμούσε αυτή τη διεθνή προβολή, η ουρουγουανική ομοσπονδία, έχοντας αναπτύξει και τις απαραίτητες στενές σχέσεις με την ηγεσία της FIFA, κατάφερε να πάρει το χρίσμα για να διοργανώσει αυτή την πρωτότυπη διοργάνωση.

Το πιο φιλόδοξο και εμβληματικό σχέδιο για τη νεοσύστατη διοργάνωση ήταν η κατασκευή ενός μεγαλοπρεπούς σταδίου, που θα μπορούσε να φιλοξενήσει το πάθος των οπαδών του ποδοσφαίρου, σε αντίθεση με την αποδεδειγμένα πολύ μικρή χωρητικότητα για τις ανάγκες του σπορ των Ολυμπιακών Σταδίων του Παρισιού και του Άμστερνταμ. Έτσι, το 1929 ξεκίνησε στην περιοχή του ονομαζόμενου τότε Parque de los Aliados, αφιερωμένου στη νίκη των Συμμάχων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κατασκευή ενός σταδίου ολοκληρωτικά φτιαγμένου από σκυρόδεμα, που θα αντανακλούσε τη μοντερνιστική πολεοδομική ανάπλαση μιας πόλης που λίγα χρόνια πριν ο ίδιος ο “πατέρας του αρχιτεκτονικόυ μοντερνισμού”, Le Corbusier, είχε επισκεφθεί για να επιβλέψει και να θαυμάσει. Σχεδιαστής του σταδίου αυτού ήταν ο αρχιτέκτονας Juan Antonio Scasso, που αργότερα υπήρξε και πρόεδρος της Peñarol. Το πλάνο προέβλεπε την κατασκευή τεσσάρων διαζωμάτων και μια χωρητικότητα 90.000 θεατών. Ωστόσο, οι επιπτώσεις του λεγόμενου χρηματιστηριακού κραχ, δηλαδή της κρίσης παραγωγής, του 1929, συρρίκνωσαν τα πλάνα και τη χωρητικότητα στους 69.000 θεατές, κάτι που και πάλι αποτελούσε σαφή μεταβολή μεγέθους, δεδομένου ότι το Parque Central, που ως τότε φιλοξενούσε συνήθως τους διεθνείς αγώνες της Ουρουγουάης, είχε χωρητικότητα μόλις 20.000. Το πιο εμβληματικό στοιχείο του αρχιτεκτονικού θαύματος όμως ήταν η κατασκευή ενός εννεαόροφου πύργου, που αντανακλούσε τις εννέα λωρίδες της σημαίας της Ουρουγουάης και στέκεται ως σήμερα στη βορειοανατολική πλευρά του.

Πέρα από τις δυσκολίες που δημιουργούσε η καπιταλιστική κρίση, όμως, επιπλέον εμπόδια στην κατασκευή έθεσε ο καιρός, καθώς το πρώτο εξάμηνο του 1930 συνοδεύτηκε από πολύ έντονες καταιγίδες στην περιοχή, που εμπόδιζαν τη συνέχεια των έργων. Ως αποτέλεσμα αυτού, το Centenario, το οποίο ήταν προγραμματισμένο να φιλοξενήσει όλους τους αγώνες του πρώτου Μουντιάλ, άνοιξε τελικά τις πύλες του στις 18 Ιουλίου, την ημέρα της εκατονταετηρίδας της ουρουγουανικής ανεξαρτησίας. Ίσως αυτή η ημερομηνία ήταν εκείνη που έπρεπε πραγματικά να ληφθεί υπόψη ως καταληκτική ημερομηνία, καθώς το άγνωστο πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεκινούσε η διοργάνωση δεν έθετε αυστηρά κριτήρια για το πρεστίζ της.

Το πιο δύσκολο εγχείρημα, ωστόσο, ήταν να συγκεντρωθούν οι εθνικές ομάδες που θα έδιναν την πραγματική δυναμική στον νέο θεσμό. Υπό το βάρος της οικονομικής ύφεσης και των νέων ισορροπιών που δημιουργούνταν στην Ευρώπη, που όδευε σταθερά προς τον δεύτερο γενικευμένο καταστροφικό πόλεμο του 20ου αιώνα, αυτό ήταν ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο που επωμίστηκε κυρίως ο εμπνευστής της διοργάνωσης, Jules Rimet. Η μεγαλύτερη συμμετοχή υπήρχε, όπως ήταν φυσικό, από τη Νότια Αμερική. Είναι χαρακτηριστικό της άμεσης επιτυχίας της διοργάνωσης ότι παρά το γεγονός ότι το Sudamericano μέχρι τότε είχε διεξαχθεί με 3, 4, ή 5 ομάδες, 7 νοτιαμερικανικές εθνικές ομάδες δήλωσαν συμμετοχή στη διοργάνωση: η οικοδέσποινα Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Βολιβία, η Βραζιλία, η Χιλή, η Παραγουάη και το Περού. Όλες οι ομάδες είχαν αγωνιστεί τουλάχιστον μια φορά στο Sudamericano, όμως ποτέ – μέχρι τότε – όλες μαζί.

Από την Κεντρική και Βόρεια Αμερική συμμετοχή δήλωσαν το Μεξικό και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ από την Ασία εξασφαλίστηκε η συμμετοχή της Ιαπωνίας και του Σιάμ, της μετέπειτα Ταϋλάνδης. Από την Αφρική εκπρόσωπος θα ήταν η Αίγυπτος, που είχε καταφέρει να φτάσει στα ημιτελικά των Ολυμπιακών Αγώνων του 1928, όμως το μεγάλο πρόβλημα ήταν η συμμετοχή των ευρωπαϊκών ομάδων, εκείνων που σταθερά συμμετείχαν μάλιστα στα ολυμπιακά ποδοσφαιρικά τουρνουά. Πέρα από το ζήτημα του επιπέδου των συμμετεχόντων, η συμμετοχή των μεγάλων ποδοσφαιρικών δυνάμεων της μητροπολιτικής Ευρώπης θα έθετε το Μουντιάλ σε μια ανώτερη θέση στην ιεραρχία των ποδοσφαιρικών θεσμών, σε σχέση με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που επειδή ήταν ξεπερασμένοι για το όραμα του Rimet και της FIFA, έπρεπε να υποσκελιστούν.

Οι ευρωπαϊκές ομάδες, ωστόσο, δεν είχαν σκοπό να κάνουν μια τόσο μεγάλη επένδυση για μια διοργάνωση που βρισκόταν έναν ωκεανό μακριά, ήταν δύσκολο να έχει αντίκτυπο στις τοπικές ειδήσεις και αφορούσε ένα νέο ποδοσφαιρικό δίκτυο, έξω από αυτά που ως τότε αναπτυσσόταν σε κάθε επιμέρους ευρωπαϊκή περιφέρεια. Πιο τρανταχτό παράδειγμα, βεβαίως, η πλήρης αποχή των ομάδων του Διεθνούς Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης, της λεγόμενης Σχολής του Δούναβη, που πραγματοποιούνταν έξω από τα πλαίσια της FIFA και ήταν ο πιο σημαντικός διεθνής ποδοσφαιρικός θεσμός για την Αυστρία, την Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία και την Ιταλία. Όσον αφορά την Αγγλία, στο νησί δεν καταδεχόταν κανείς έστω να ακούσει για μια πρωτοφανή ποδοσφαιρική διοργάνωση έξω από τη χώρα που γέννησε το σπορ.

Έτσι, ο Rimet αφού κατάφερε να εξασφαλίσει τη συμμετοχή της πατρίδας του, της Γαλλίας, έπεισε το Βέλγιο, καθώς και δύο χώρες των Βαλκανίων που είχαν ανάγκη να εισχωρήσουν σε ένα νέο ποδοσφαιρικό δίκτυο, τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία, να πάρουν μέρος στη διοργάνωση.

Η σύνθεση αυτή σήμαινε ότι συνολικά 16 ομάδες θα αγωνίζονταν στο πρώτο Μουντιάλ, κάτι που από μόνο του δεν έμοιαζε καθόλου μικρή υπόθεση, δεδομένου ότι αυτή η διοργάνωση δε λάμβανε χώρα στην Ευρώπη και στους τελευταίους πριν τη διεξαγωγή του εξαιρετικά επιτυχημένους Ολυμπιακούς Αγώνες έλαβαν μέρος μόλις 17 ομάδες. Με βάση αυτόν τον ορισμό, θα δημιουργούνταν 4 όμιλοι, από τους οποίους η πρώτη ομάδα θα προκρινόταν στα ημιτελικά, που θα διεξάγονταν με αγώνες νοκ-άουτ. Ωστόσο, τα πλάνα αυτά θα άλλαζαν, καθώς οι ασιατικές ομάδες απέσυραν τη συμμετοχή τους πριν την έναρξη της διοργάνωσης.

Ένα υπερωκεάνιο, το Conte Verde, που είχε κατασκευαστεί κοντά στη Γλασκώβη το 1923, θα μετέφερε τις ομάδες της Ευρώπης και εκείνη της Αιγύπτου, καθώς και όλους τους συμπατριώτες τους διαιτητές και άλλους παράγοντες, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, σε ένα ταξίδι που θα διαρκούσε περίπου δύο εβδομάδες. Την επιβίβαση όμως στο υπερωκεάνιο δεν πρόλαβε τελικά στη Μασσαλία η ομάδα της Αιγύπτου, που καθυστέρησε λόγω μιας καταιγίδας στην Ανατολική Μεσόγειο, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τον αριθμό των συμμετεχόντων στο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο, με 13 ομάδες να βρίσκονται τελικά στο Montevideo τη μέρα της κλήρωσης των ομίλων.

Η κατάσταση στο Conte Verde, το βαπόρι που μετέφερε τις ευρωπαϊκές αποστολές και 12 χρόνια αργότερα θα κουβαλούσε 17 χιλιάδες Εβραίους πρόσφυγες στις Ηνωμένες Πολιτείες, έμοιαζε με κατασκήνωση. Οι ποδοσφαιριστές προσπαθούσαν να διατηρήσουν τη φυσική τους κατάσταση, έτρεχαν πάνω στο κατάστρωμα, έκαναν βάρη και ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες του πλοίου. Σύμφωνα με τον Ρουμάνο επιθετικό Constantin Stanciu, το μεγαλύτερο ζήλο έδειχναν οι Γάλλοι ποδοσφαιριστές, ενώ ο Jules Rimet, επίσης επιβάτης στο ίδιο δρομολόγιο, ήταν ενθουσιασμένος από το όραμά του που έπαιρνε σάρκα και οστά, έχοντας παράλληλα και την απογοήτευση που δεν ήταν περισσότερες οι ευρωπαϊκές ομάδες που ζούσαν αυτή τη μοναδική εμπειρία. Φανατικός καθολικός, έβλεπε το ποδόσφαιρο ως ένα ιδεολογικά ουδέτερο έδαφος, όπου χωρίς τάξεις, χωρίς εθνικούς διαχωρισμούς, θα αναπτυσσόταν μονάχα η πλέρια φιλία των λαών. Οι λαοί τελικά ενώθηκαν σε κοινές παραδόσεις και κουλτούρα χάρη στο ποδόσφαιρο, όμως όσο αφορά τα υπόλοιπα, το παιχνίδι αυτό των μανιακών Άγγλων έγινε ακριβός το αντίθετο: το πιο ιδεολογικοποιημένο σπορ στην ιστορία της ανθρωπότητας, έκφραση της κάθε υλικής αντίθεσης, κορυφαία εκ των οποίων είναι η ταξική.

Η κλήρωση που έγινε πριν την έναρξη της διοργάνωσης είχε εξαρχής τοποθετημένες, ως επικεφαλής των ομίλων, της ομάδες της Αργεντινής, της Βραζιλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ουρουγουάης, που θα μπορούσαν να συναντηθούν μόνο στα ημιτελικά. Στον πρώτο όμιλο, μαζί με την Αργεντινή, συμμετείχαν η Χιλή, η Γαλλία και το Μεξικό, ενώ στους υπόλοιπους που αποτελούνταν ο καθένας από τρεις ομάδες, η Βραζιλία θα αντιμετώπιζε τη Γιουγκοσλαβία και τη Βολιβία, η Ουρουγουάη τη Ρουμανία και το Περού, και οι Ηνωμένες Πολιτείες την Παραγουάη και το Βέλγιο.

Ο πρώτος αγώνας της διοργάνωσης διεξήχθη στις 13 Ιούλη, με ώρα έναρξης 3 μμ τοπική και αντιπαρατιθέμενες ήταν οι ομάδες της Γαλλίας και του Μεξικό. Ο Lucien Laurent, ποδοσφαιριστής του Cercle Athlétique του Παρισιού, που μετά το Μουντιάλ μεταπήδησε στη μεγάλη εργοστασιακή ομάδα της Peugeot, τη Sochaux-Montbéliard, στο 19ο λεπτό της αναμέτρησης πέτυχε το πρώτο γκολ στην Ιστορία του Μουντιάλ, μπροστά σε 4444 θεατές που είχαν κόψει εισιτήριο στο Estadio Pocitos. Η Αργεντινή δε δυσκολεύτηκε σε αυτό τον όμιλο, καθώς αν και κέρδισε με 1-0 τη Γαλλία, μόλις δύο ημέρες μετά την πρεμιέρα των τρικολόρ, επιβλήθηκε με το εμφατικό 6-3 του Μεξικό και κέρδισε επίσης με 3-1 τη Χιλή. Μεγάλος πρωταγωνιστής αυτών των αγώνων ήταν ο Αργεντίνος σέντερ φορ, Guillermo Stabile, παίχτης της Huracán, που πέτυχε 5 γκολ στη φάση των ομίλων, στα δύο παιχνίδια που αγωνίστηκε, ύστερα από τον τραυματισμό του Nolo Ferreira της Estudiantes.

Στο δεύτερο όμιλο, τα πράγματα δεν αποδείχθηκαν τόσο εύκολα για τη Βραζιλία, που στην πρεμιέρα της έπεσε θύμα έκπληξης, χάνοντας με 2-1 από τη Γιουγκοσλαβία. Οι Γιουγκοσλάβοι συνέτριψαν με 4-0 τη Βολιβία για να εξασφαλίσουν την πρόκριση στα ημιτελικά, ενώ η Βραζιλία που επανέλαβε αυτό το σκορ απέναντι στη γείτονά της, δε μπορούσε εξ αντικειμένου να προκριθεί στην ημιτελική φάση.

Στον τρίτο όμιλο το χορό άνοιξε η αναμέτρηση της Ρουμανίας με το Περού, όπου οι Βαλκάνιοι αναδείχθηκαν νικητές με σκορ 3-1. Στις 18 Ιουλίου, στο πρώτο παιχνίδι της Ιστορίας του Centenario, ανήμερα της εθνικής επετείου, η Ουρουγουάη αντιμετώπιζε το Περού στον παρθενικό της αγώνα για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι 57.735 θεατές που συγκεντρώθηκαν για να παρακολουθήσουν τα κατορθώματα της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής υπερδύναμης ίσως περίμεναν περισσότερα από το “φτωχό” 1-0, όμως το γκολ του Héctor Castro, που ήταν πέρα από δεινός σκόρερ ίσως ο πιο ολοκληρωμένος ποδοσφαιριστής της εποχής του, έδινε υποσχέσεις για κλιμάκωση στη συνέχεια της διοργάνωσης. Στο κρίσιμο παιχνίδι για την πρόκριση απέναντι στη Ρουμανία, η Ουρουγουάη κέρδισε με 4-0, μπροστά σε περισσότερους από 70 χιλιάδες θεατές και φυσικά οι φιλοδοξίες για τη μεγάλη διάκριση ξαναέβρισκαν υλική βάση στην ποδοσφαιρική της απόδοση.

Στον τέταρτο όμιλο, οι Ηνωμένες Πολιτείες κέρδισαν με το ίδιο σκορ, 3-0, διαδοχικά το Βέλγιο και την Παραγουάη, εξασφαλίζοντας και τη δική τους συμμετοχή στην τελική φάση των τεσσάρων κορυφαίων ομάδων. Εκεί οι διασταυρώσεις δεν ήταν δεδομένες και μια δεύτερη κλήρωση, που διεξήχθη στις 23 Ιουλίου, έπρεπε να λειτουργήσει με βάση το πιο πιθανό σενάριο και να δημιουργήσει τις συνθήκες για έναν τελικό μεταξύ των αντιπάλων του Rio de la Plata. Όπως πολλές ακόμα φορές έχει συμβεί σε κληρώσεις Παγκοσμίων Κυπέλλων, αυτό επετεύχθη και στα ημιτελικά η Ουρουγουάη θα αντιμετώπιζε τη Γιουγκοσλαβία, ενώ η Αργεντινή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δύο αναμενόμενοι φιναλίστ επιβεβαίωσαν τα προγνωστικά. Για την Αργεντινή από 2 γκολ πέτυχαν οι Peucelle και Stabile, ενώ για την Ουρουγουάη χατ-τρικ σημείωσε ο Cea και 2 γκολ πέτυχε ο Iriarte. Η μόνη διαφορά ήταν ότι ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν το γκολ της τιμής στο 89ο λεπτό, η Γιουγκοσλαβία άνοιξε το σκορ στο 4ο λεπτό της αναμέτρησης. Τα σκορ και των δύο αγώνων έληξαν 6-1.

Στις 30 Ιουλίου, στο νεότευκτο Centenario θα διεξαγόταν η μεγαλύτερη μάχη, η επανάληψη των τελικών του Sudamericano, η επανάληψη του τελευταίου τελικού των Ολυμπιακών Αγώνων, ο αγώνας μεταξύ δύο ομάδων που εκπροσωπούσαν τις χώρες που πήραν το ποδόσφαιρο από τους Βρετανούς, το εξέλιξαν, του άλλαξαν γλώσσα και στυλ, το ιδεολογικοποίησαν, συγκρότησαν τις δικές τους εσωτερικές συγκρούσεις γύρω από αυτό, δημιούργησαν τα πλήθη που ζούσαν για την κάθε ποδοσφαιρική νίκη, που ταυτίζονταν με τους συλλόγους και τις εθνικές ομάδες, τις αφηγήσεις που συνόδευαν την κάθε τοπική ή εθνική μυθολογία. Όλα αυτά στον πρώτο τελικό της νέας αποκλειστικά ποδοσφαιρικής και παγκόσμιας διοργάνωσης. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι αυτός ήταν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιρικός αγώνας της ως τότε Ιστορίας και παραμένει ως σήμερα ένα από τα πιο μυθικά, αλλά και ιστορικά καθοριστικά και ως σημεία αναφοράς κρίσιμα ποδοσφαιρικά παιχνίδια που παίχτηκαν ποτέ.

15 χιλιάδες Αργεντίνοι ξεκίνησαν από το εσωτερικό λιμάνι του estuario με κατεύθυνση προς το Montevideo, πολλοί από αυτούς δεν κατάφεραν να φτάσουν εγκαίρως, λόγω της ομίχλης, ενώ άλλοι δε μπόρεσαν να προμηθευτούν το εισιτήριο που θα τους έβαζε στο Centenario. Πίσω στο Buenos Aires τα τηλεγραφήματα έφταναν με ρυθμό συντομότερο του ενός λεπτού, ενώ η εξέλιξη του αγώνα μεταδιδόταν και ραδιοφωνικά. Μεγάλα εργοστάσια, όπως αυτό της General Motors, αναφέρεται ότι σταμάτησαν τη γραμμή παραγωγής, ενώ η Βουλή σταμάτησε τις απογευματινές εργασίες της. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ στις μέρες μας οι τελικοί του Μουντιάλ διεξάγονται πάντα Κυριακή, εκείνη η 30η Ιουλίου του 1930 ήταν Τετάρτη. Μια Τετάρτη απόγευμα, που στην Αργεντινή έμοιαζε όμως Κυριακή.

Στο Montevideo η αποστολή της Αργεντινής βρισκόταν υπό τεράστια ψυχολογική και συναισθηματική φόρτιση. Την αποστολή της ομάδας επισκέφθηκε ο θρυλικός ερμηνευτής του tango, Carlos Gardel, ο οποίος έχοντας φτάσει ως μετανάστης στην Αργεντινή, γιος Γάλλων μεταναστών από την Toulouse, υποστήριζε ότι είχε γεννηθεί στο Tacuarembó της βόρειας Ουρουγουάης. Αν και κάποια στιγμή είχε δηλώσει διπλωματικά ότι η καρδιά του ανήκει στην Αργεντινή και η ψυχή του στην Ουρουγουάη, δεν είχε κάποιον ενδοιασμό να πάει στο ξενοδοχείο La Barra προκειμένου να εμψυχώσει τους Αργεντίνους ομόλογους, εθνικούς πλέον ήρωες. Δεδομένου βέβαια του αποτελέσματος του τελικού, οι Ουρουγουανοί ακόμα και σήμερα υποστηρίζουν ότι ο Gardel υπήρξε πηγή γρουσουζιάς για την Αργεντινή και άρα είναι στην πραγματικότητα ένας από αυτούς.

Τη στιγμή που στην Αργεντινή το σύνθημα που δονούσε την ατμόσφαιρα ήταν το “Argentina sí, Uruguay no! Patria o muerte!” στο Montevideo ο σέντερ χαφ της albiceleste, Luis Monti, δεχόταν απειλητικά μηνύματα για τη ζωή του, κάνοντας το σκηνικό κυριολεκτικά πολεμικό, με τον Αργεντίνο αστέρα να προτιμά να μην αγωνιστεί στο κορυφαίο παιχνίδι και τελικά να μεταπείθεται από τους συμπαίκτες του και το σύνολο της αργεντίνικης αποστολής. Αντίστοιχα απειλητικά μηνύματα είχε δεχθεί και ο διαιτητής της αναμέτρησης, ο Βέλγος Jean Langenus, ο οποίος δέχθηκε να διευθύνει τον αγώνα μόνο αφού του δόθηκαν οι σχετικές εγγυήσεις ασφάλειας και ένα βαπόρι τον περίμενε ώστε να αποχωρήσει από το Montevideo αμέσως μετά τη λήξη της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης.

Αν και η επίσημη καταγραφή των εισιτηρίων λέει ότι 68.346 θεατές παρακολούθησαν τη μεγάλη και επικών διαστάσεων αναμέτρηση, οι ιστορικές πηγές υποστηρίζουν ότι περισσότεροι από 80.000 άνθρωποι βρίσκονταν στις κερκίδες του Centenario εκείνο το απόγευμα. Ο διαιτητής Langenus εμφανίστηκε με μία βερμούδα, ένα σακάκι και φορώντας γραβάτα, ενώ Ουρουγουάη και Αργεντινή φορούσαν τις κλασικές εμφανίσεις τους. Οι δύο ομάδες δε μπορούσαν ούτε να συμφωνήσουν με ποια μπάλα θα παιζόταν ο τελικός, με αποτέλεσμα να συμφωνηθεί ότι στο πρώτο ημίχρονο θα χρησιμοποιούνταν μια σκωτσέζικης κατασκευής μπάλα που έφερε η ομάδα της Αργεντινής και στο δεύτερο μια πιο βαριά, αγγλικής κατασκευής και προελεύσεως, που έφερε η Ουρουγουάη. Σε έναν αγώνα που λόγω των πρώιμων και ίσως ποδοσφαιρικά πρωτόγονων συνθηκών του χαρακτηρίστηκε και ως ο μεγαλύτερος αγώνας γειτονιών στην ιστορία του ποδοσφαίρου, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μόνο προσθέτουν μια μυθική διάσταση στην ιστορική αναμέτρηση.

Μπορεί το σκορ του αγώνα να άνοιξε στο 12ο λεπτό ο Pablo Dorado για τους γηπεδούχους, όμως όλες οι αναφορές συγκλίνουν στο γεγονός ότι οι Αργεντίνοι παρουσίαζαν ένα μοναδικό θέαμα, αφήνοντας τη φαντασία να δημιουργήσει μια ιστορική αντανάκλαση εκείνων των ποδοσφαιρικών αγώνων που η έντονη συναισθηματική φόρτιση και το διακύβευμα οδηγούν σε επιδόσεις που μοιάζουν να αγγίζουν μια καλλιτεχνικού μεγέθους τελειότητα. Οι Αργεντίνοι ισοφάρισαν αρχικά με τον Peucelle, ενώ το προβάδισμα έδωσε ο Stabile, με το 8ο γκολ του σε μια διοργάνωση που αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ και με τη φανέλα μιας εθνικής ομάδας που φόρεσε μόνο εκείνες τις μέρες στο Montevideo, λόγω ενός τραυματισμού του συμπαίχτη του, μια φανέλα που δε θα φορούσε ποτέ ξανά, μετά από εκείνο τον τελικό. Κι αν η στιγμή του Varallo ήταν αυτή που μπορούσε να κλειδώσει την ιστορική νίκη για την Αργεντινή, ο τραυματισμός του συνετέλεσε στο αντίθετο. Η ομάδα που έπαιζε λιγότερο θεαματικά κατάφερε να πετύχει 3 γκολ, που πέτυχαν οι Pedro Cea, Santos Iriarte και Héctor Castro, για να σφραγίσει μια εποχή απόλυτης ποδοσφαιρικής ανωτερότητας.

Η Αργεντινή, η La Nuestra, είχε ηττηθεί στο γήπεδο, στο πιο σημαντικό παιχνίδι της Ιστορίας, μέχρι τότε. Πώς συνέβη αυτό; Στην Ουρουγουάη δεν είναι σίγουρο ότι μπορούσαν, αλλά είναι σίγουρο ότι δεν ήθελαν, να το εξηγήσουν ποδοσφαιρικά. Η ιστορική ανάλυση δείχνει ότι η Αργεντινή αντιλαμβανόμενη την υπεροχή του παιχνιδιού της φρόντισε να την μετατρέψει σε εθνικό αφήγημα. Θεσμοθετημένα ιδεολογικά όργανα όπως το Gráfico και ο Borocotó ενδιαφέρονταν για τη συντήρηση αυτού του μύθου και αυτό που συνέβη στο Centenario ήταν ακριβώς η υλική του ποδοσφαιρική έκφραση. Το πιο όμορφο ποδόσφαιρο ήταν αυτό που έπαιζε η Αργεντινή, αλλά νικήτρια αναδείχθηκε – ξανά – η Ουρουγουάη. Ο Gianni Brera, Ιταλός δημοσιογράφος, αργότερα θα έγραφε ότι “μεταξύ των δύο rioplatense εθνικών ομάδων, τα μυρμήγκια είναι οι Ουρουγουανοί, τα τζιτζίκια είναι οι Αργεντίνοι”. Όμως στο ποδόσφαιρο λίγοι θέλουν να είναι τα μυρμήγκια, έτσι στην Ουρουγουάη, που μέσω του ποδοσφαίρου αποκτούσε παγκόσμια εμβέλεια, υπήρχε η αναγκαιότητα για την κατασκευή κάποιου διαφορετικού μύθου.

Η αφήγηση αυτή έλεγε ότι οι Ουρουγουανοί στην πραγματικότητα κερδίζουν επειδή αγωνίζονται με μεγαλύτερη μαχητική ψυχή. Μάλιστα, μια ιστορικά εντελώς ανυπόστατη κατασκευή είχε σκοπό να εξηγήσει και αυτό το εθνικό χαρακτηριστικό. Στην περιοχή του Montevideo, πριν την εποχή των ευρωπαϊκών εκστρατειών και της αποικιοκρατίας, ζούσε μια φυλή ιθαγενών, οι Charrúas, οι οποίοι φυσικά έπρεπε να υποχωρούν όσο το ζωτικό τους χώρο καταλάμβαναν οι ευρωπαίοι άποικοι. Οι Charrúas ωστόσο, συνέχιζαν να συνυπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή για αιώνες. Η ανεξαρτητοποίηση της Ουρουγουάης, όμως, ήταν το γεγονός που συνδέθηκε με την εξαφάνισή τους. Συγκεκριμένα, ο Πρόεδρος της χώρας, Fructuoso Rivera, που ανέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία το 1830, δηλαδή 100 χρόνια πριν εκείνο το πρώτο Μουντιάλ, οργάνωσε τη γενοκτονία τους που έμεινε γνωστή ως Campaña de Salsipuedes το 1831. Οι μόλις 4 επιζήσαντες Charrúas έγιναν αντικείμενο φυλετικών μελετών και εστάλησαν μάλιστα στο Παρίσι το 1833, όπου εκτίθεντο στο κοινό και εκεί άφησαν την τελευταία τους πνοή. Σήμερα η Ουρουγουάη αναγνωρίζει αυτή την ιστορική γενοκτονία, ενώ ένα σύμπλεγμα των τεσσάρων αυτών τελευταίων Charrúas βρίσκεται ως άγαλμα στο Montevideo.

Παρά το ιστορικό έγκλημα, ωστόσο, η μυθολογία που στήθηκε γύρω από την ποδοσφαιρική ομάδα υποστήριζε ότι οι ποδοσφαιριστές της Ουρουγουάης κουβαλούν αυτό το μαχητικό πνεύμα εκείνων των charrúas, μάλιστα ο τρόπος παιξίματος της Celeste ονομάστηκε garra charrúa, δηλαδή η δαγκάνα του Charrúa. Ίσως έτσι η Ουρουγουάη πετύχαινε ταυτόχρονα δύο πράγματα στην εθνική της αφήγηση, να σβήσει μια εγκληματική ιστορική κληρονομιά δημιουργώντας έναν αβάσιμο εθνικό θρύλο.

Η αλήθεια είναι ότι η Ουρουγουάη κατάφερνε να κερδίσει εκείνα τα χρόνια αφενός γιατί αντιμετώπιζε το ίδιο το παιχνίδι πιο πραγματιστικά, ακόμα κι αν δεν της έλειπε το ταλέντο, είχε οργανώσει την εθνική ομάδα με φυσιοθεραπευτές και γιατρούς, ενώ δεν απέκλειε τους μαύρους και μιγάδες ποδοσφαιριστές που δύσκολα έβρισκαν θέση στην εθνική ομάδα της Αργεντινής, αξιοποιώντας όλα τα διαφορετικά φυλετικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας της. Κανένας Ινδιάνος δεν κέρδισε ποτέ καμία μάχη για την εθνική ομάδα, μόνο παιδιά των barrios, ανεξαρτήτως χρώματος, που ενσωματώνονταν επιτυχώς σε μια πολιτισμικά νεαρή κοινωνία που έψαχνε την ταυτότητά της.

Δεν ήταν μόνο γιορτή

Το Μουντιάλ του 1930, που διεξήχθη στη Νότια Αμερική, έκλεινε μια ολόκληρη εποχή για τη λατινοαμερικανική ήπειρο. Μπορεί το ποδόσφαιρο των αμερικανικών χωρών του Νοτίου Ατλαντικού να βρισκόταν στο απόγειό του και να είχε ακόμα χρυσές σελίδες να γράψει, τα χρόνια που έπονταν, ωστόσο οι κοινωνίες που γνώρισαν μια παρατεταμένη οικονομική ανάπτυξη, που έμειναν μακριά από τη μέγγενη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που αποτελούσαν τη διέξοδο για εκατομμύρια μετανάστες του φτωχού ευρωπαϊκού Νότου, θα δέχονταν το πρώτο μεγάλο οικονομικό πλήγμα σχεδόν ταυτόχρονα με τη μεγαλύτερη γιορτή που διοργανώθηκε για το κύριο εξαγώγιμο πολιτιστικό προϊόν τους, το ποδόσφαιρο.

Το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, που ήταν ήδη ο βασικότερος αποδέκτης των προϊόντων τους και είχαν αντικαταστήσει τις ευρωπαϊκές παλιές υπερδυνάμεις όχι μόνο ως εμπορικός εταίρος αλλά και ως ελεγκτής της πολιτικής τους εξέλιξης, θα επηρέαζε καθοριστικά και τις λατινοαμερικανικές χώρες. Η οικονομική κρίση έχει άμεση συνέπεια την πολιτική κρίση και στον καπιταλισμό η πολιτική κρίση σημαίνει δύο πράγματα: είτε το αναποδογύρισμα των σχέσεων εξουσίας και την ανατροπή της άρχουσας τάξης, είτε την πιο σκληρή επιβολή της εξουσίας και την κατάρρευση των αστικών δημοκρατικών ελευθεριών. Καμιά φορά συμβαίνουν και τα δύο, αφού την απέλπιδα προσπάθεια της άρχουσας τάξης να κρατήσει την εξουσία ανατρέπει ο λαός.

Στην Αργεντινή του 1930, όμως, συνέβη μόνο η κατάλυση της δημοκρατίας. Η κοινωνική αναταραχή που υπήρχε υπό την πίεση της κρίσης, καθώς και η πίεση εκ μέρους της άρχουσας τάξης για περισσότερες παραχωρήσεις στο ντόπιο κεφάλαιο, του οποίου η θέση δυσχέραινε, οδήγησε τον Yrigoyen στη συγκέντρωση εξουσιών στην Προεδρεία, ώστε να μπορέσει να ελέγξει πιο αποτελεσματικά την απόκριση της πολιτικής εξουσίας. Αυτές οι κινήσεις, ωστόσο, αποτέλεσαν την αιτία για τους εθνικιστές και ένα κίνημα που γεννήθηκε μέσα στον εθνικό στρατό, καθώς και ένα κόμμα που παράφραζε προπαγανδιστικά το όνομα της Union Cívica Radical σε Union Cívica Radical Antipersonalistas, υποστηρίζοντας δηλαδή ότι ήταν μόνο ενάντια στην προσωποπαγή εξουσία και όχι την ιδεολογία με βάση την οποία εκλέχθηκε ο Yrigoyen, επιχείρησαν επιτυχημένο πραξικόπημα στις 6 Σεπτέμβρη του 1930. Το πραξικόπημα αυτό, που είχε επικεφαλής τον αξιωματικό José Félix Uriburu, διαμόρφωσε μια στρατιωτική εξουσία που στόχο είχε την αντιγραφή της φασιστικής εξουσίας, όπως αυτή είχε οργανωθεί στην Ιταλία, μια χώρα που είχε έτσι κι αλλιώς πολύ στενούς πολιτισμικούς δεσμούς με την Αργεντινή. Ο Uriburu και οι ακροδεξιοί σύμμαχοί του κατέλυσαν για πρώτη φορά το Σύνταγμα του 1853 και επέβαλαν την τεχνοκρατική και φασιστική διοίκηση που οραματίζονταν. Αυτή η δικτατορία θα εγκαινίαζε μια μακρά πορεία πολιτικής εξουσίας των στρατιωτικών, με την εναλλαγή δικτατορικών καθεστώτων και ψευδεπίγραφων ανελεύθερων δημοκρατικών περιόδων, με πολιτικές εξουσίες που συνήθως διατηρούσαν πολύ στενούς δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρώτη αυτή περίοδος, αν και ονομάστηκε la Década Infame, η διαβόητη δεκαετία, θεωρείται ότι κράτησε για περίπου 13 χρόνια και τερματίστηκε με το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1943, ωστόσο οι πρώτες άμεσες ελεύθερες εκλογές θα ξαναδιεξάγονταν στην Αργεντινή το 1946.

Τα χρόνια αυτά, το ποδόσφαιρο που λειτουργούσε ως εθνική μυθολογία, δεν υπήρχε λόγος να σταματήσει την εξέλιξή του, καθώς αποτελεί διαχρονικά ένα αντικείμενο εργαλειοποίησης από κάθε εξουσία. Μία από τις πρώτες σημαντικές εξελίξεις, που δεν είναι βέβαιο αν αποτελούσε επιλογή της νέας εξουσίας ή μια σχεδόν φυσιολογική εξέλιξη που επιταχύνθηκε και μέσα από τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ήταν η επαγγελματοποίηση του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος από το 1931. Την αρχή προς αυτή την κατεύθυνση έκανε μια αντιπροσωπεία ποδοσφαιριστών που ζήτησε ελευθερία διαπραγμάτευσης των συμβολαίων από τον δικτάτορα Uriburu. Εκείνος, παραπέποντας το ζήτημα στον Δήμαρχο του Buenos Aires, José Guerrico, άφησε τον τελευταίο να αποφασίσει πως η λύση όλων των ζητημάτων θα ερχόταν με τον επαγγελματισμό. Ωστόσο, αυτό που έκανε ουσιαστικά η εξουσία ήταν αντί να απαντήσει στα αιτήματα των ποδοσφαιριστών ως εργαζόμενων, να δέσει ακόμα περισσότερο το ποδόσφαιρο στα συμφέροντα του κεφαλαίου, καθώς το ενέτασσε με αυτόν τον τρόπο μέσα στη γενικότερη τεχνοκρατική καπιταλιστική αναδιοργάνωση που επιχειρούσε.

Το ποδόσφαιρο ήταν δεμένο ακόμα και με σχέσεις αίματος με την εξουσία, με τον Στρατηγό Agustín Pedro Justo, που διαδέχθηκε τον Uriburu με τη διεξαγωγή ανελεύθερων εκλογών, να εκφράζει κατά τ’άλλα τη συμπάθεια του για την εργατική Boca, ενώ αργότερα ο γιος του Προέδρου Ramón Castillo, ήταν Πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας. Οι δεσμοί της πολιτικής εξουσίας με τους μεγάλους λαοφιλείς συλλόγους ίσως αντανακλώνται και στα αποτελέσματα των δεκαετιών αυτών. Η Gimnasia La Plata κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1929, ενώ το τελευταίο πρωτάθλημα πριν τον επαγγελματισμό, αυτό του 1930, κατέκτησε η Boca Juniors. Από εκείνη τη χρονιά και έπειτα, για 36 χρόνια καμία ομάδα εκτός των Cinco Grandes δεν κατέκτησε το πρωτάθλημα. Το ποδόσφαιρο άλλαζε, αλλά οι πρωταγωνιστές ήταν οι ίδιοι, ενώ τα πολιτικά γεγονότα σε ολόκληρο τον κόσμο θα επηρέαζαν και την αντίληψη μιας χώρας που στράφηκε στην εσωστρέφεια, αντιδιαμετρικά με όλη την προηγούμενη ιστορική της πορεία.

Η εθνικιστική εποχή της Βραζιλίας

Αν η Década Infame άνοιξε μια εποχή που η δημοκρατία θα ήταν αντώνυμο της κοινωνίας της Αργεντινής, το 1930 ξεκίνησε μια τεράστιου ιδεολογικού βάθους μεταμόρφωση για τη Βραζιλία, που σε μεγάλο βαθμό έχτισε το μύθο του εθνικού της ποδοσφαίρου. Η Βραζιλία, έχοντας κάνει όλα τα ποδοσφαιρικά βήματα πιο αργά χρονικά σε σχέση με την Αργεντινή και την Ουρουγουάη, μέχρι το Μουντιάλ του 1930 είχε μεν καταφέρει να κερδίσει 2 Campeonatos Sudamericanos, ωστόσο δεν είχε βρεθεί σε τελικό Ολυμπιακών Αγώνων, μια διοργάνωση στης οποίας το ποδοσφαιρικό τουρνουά δεν είχε καν λάβει μέρος, ενώ φυσικά δεν ήταν μέρος ενός θρυλικού τελικού, όπως συνέβη με τις δύο γειτονικές εκ του Νότου χώρες.

Στα τέλη τις δεκαετίας του 1920, μέσα σε κλίμα ανάπτυξης αλλά και κοινωνικών αναταραχών, Πρόεδρος της Βραζιλίας ήταν ο Washington Luís, που αν και γεννημένος στο Rio de Janeiro, σπούδασε και ξεκίνησε την καριέρα του ως δικαστής στο São Paulo. Η επιτυχημένη για τα συμφέροντα της αστικής τάξης αντιμετώπιση των εξεγέρσεων στο São Paulo, τα χρόνια που ήταν δήμαρχος της πόλης και στη συνέχεια κυβερνήτης της επαρχίας, του έδωσαν το χρίσμα για να εκλεγεί πρόεδρος το 1926. Ωστόσο, πριν τις εκλογές του 1930, με τα αποτελέσματα της κρίσης να έχουν δυσχεραίνει αρκετά τη δυνατότητα του πολιτικού ελέγχου του γενικού αναβρασμού, ο Luis είχε χάσει τη στήριξη πολλών συμμάχων του, αναγκαζόμενος να δώσει το χρίσμα στον συνεργάτη του Júlio Prestes. Ο Prestes, ως υποψήφιος του Partido Republicano Paulista κέρδισε κατά κράτος στις εκλογές αυτές έναν πρώην υπουργό του Luis, τον συνταγματάρχη Getúlio Vargas. Οι συνταγματάρχες συχνά δε χάνουν εκλογές, αλλά οργανώνουν κινήματα και τρεις εβδομάδες μετά την εκλογική αναμέτρηση ο Vargas ήταν ο επικεφαλής του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Prestes και πήρε την εξουσία, θέτοντας στις 3 Νοέμβρη εαυτόν στη θέση του Προέδρου της χώρας. Σε αυτή τη θέση θα παρέμενε ως πραξικοπηματίας μέχρι το 1934, όταν στις προεδρικές εκλογές που διενεργήθηκαν μέσω αντιπροσώπων από την ορισμένη εθνοσυνέλευση αναδείχθηκε επισήμως και με φαινομενικά συνταγματικό τρόπο Πρόεδρος της Βραζιλίας. Χρειάστηκε και πάλι μόλις τρία χρόνια, ώστε να ακολουθήσει τα βήματα του ινδάλματός του, ενός αποτυχημένου ζωγράφου από την Αυστρία, και εφορμώμενος από τον κίνδυνο μιας κομμουνιστικής εξέγερσης, που ξεκίνησε εντός του στρατού, να καταλύσει κάθε συνταγματικότητα, να θέσει εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα και να ξεκινήσει την περίοδο της τυρρανίας του που έμεινε στην Ιστορία ως το Estado Novo.

Το ποδόσφαιρο, ακόμα μια φορά αντικείμενο εργαλειοποίησης, δε θα μπορούσε να ξεφύγει του “ενδιαφέροντος” της εξουσίας του Estado Novo, που έχοντας και την πείρα των γειτονικών χωρών έβρισκε ένα καταπληκτικό λαοφιλές εξάρτημα για το γράψιμο μιας νέας εθνικιστικής παράδοσης. Η διαφορά του Βραζιλιάνικου αφηγήματος είναι ότι ενώ η βαθιά ιδεολογική εθνική προσέγγιση της Αργεντινής αναπτύχθηκε σε μια εποχή που ο στόχος ήταν να απεγκλωβιστεί το ποδόσφαιρο από την κυριαρχία των Άγγλων, η προσέγγιση τη δεκαετία του 1930 ήταν πολύ πιο στενά συνδεμένη με την ταξική εκμετάλλευση και για το λόγο αυτό αντί να περιοριστεί στην ποιότητα μιας κοινωνίας εξωστρεφούς που έπρεπε να βρει την κοινή της ταυτότητα είχε ουσιαστικά στόχο να παρουσιάσει τις ταξικές αντιθέσεις και τη μακραίωνη φυλετική εκμετάλλευση ως ένα ουδέτερο έδαφος ανάπτυξης των ιδιαίτερων βραζιλιάνικων κοινωνικών φαινομένων, για τα οποία κάθε Βραζιλιάνος είχε λόγους να είναι υπερήφανος.

Σ’αυτό το εγχείρημα καθοριστικό ρόλο είχε ο δημοσιογράφος Mário Filho, ο γιος ενός εκδότη που γεννήθηκε στο Recife αλλά μετακόμισε στο Rio de Janeiro και ξεκίνησε την καριέρα του ως αθλητικογράφος το 1926 στην εφημερίδα A Manhã που εξέδιδε ο πατέρας του. Μέσα στις εξελίξεις της εποχής δεν ήταν δύσκολο ο Filho να αναπτύξει έναν υπέρμετρο ενθουσιασμό για το ποδόσφαιρο και να αφοσιωθεί σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό από το 1928 και έπειτα, όταν ξεκίνησε να εργάζεται στη δεύτερη εφημερίδα του πατέρα του την Crítica. Την περίοδο αυτή ο Filho άρχισε να γεννάει, όπως έκανε παράλληλα ο Borocotó στην Αργεντινή, το λεξιλόγιο του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου. Επικεντρώνοντας την ανάλυσή του στην εξέλιξη των ιστορικών ομάδων της αστικής τάξης του Rio, τη Flamengo και τη Fluminense, είναι ο εμπνευστής της διάσημης λέξης Fla-Flu που σηματοδοτεί το ζευγάρι αυτό των ποδοσφαιρικών αντιπάλων της πόλης. Το 1931, μετά το θάνατο του πατέρα του, ίδρυσε το πρώτο αμιγώς αθλητικό περιοδικό της Βραζιλίας, με την ονομασία O Mundo Sportivo, την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται και στην εφημερίδα O Globo, ενώ από το 1932 ανέπτυξε και ένα ιδιαίτερο συγγραφικό ενδιαφέρον για τα βραζιλιάνικα πολιτισμικά στοιχεία, όπως η samba, εγκαινιάζοντας μάλιστα τον διαγωνισμό σχολών samba στο Rio de Janeiro. Η ουσιαστική συμβολή του στην κατασκευή του εθνικού μύθου μέσα από το ποδόσφαιρο ξεκίνησε από το 1936, όταν άρχισε να εργάζεται στην εφημερίδα Jornal dos Sports.

Ο Filho ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην αναζήτηση του Estado Novo για τη συγκρότηση, θεωρητική και έπειτα πρακτική, της λεγόμενης Brasilidade, τον τρόπο δηλαδή που θα συγκροτούνταν πολιτισμικά η χώρα πάνω σε εθνικιστικές αρχές. Έκανε για το ποδόσφαιρο τη δουλειά που οργάνωσε ιδεολογικά για το σύνολο της βραζιλιάνικης κοινωνίας ένας άλλος διανοούμενος του καθεστώτος, ο σπουδαγμένος στα Πανεπιστήμια του Baylor και του Columbia, Gilberto Freyre. Ο δικτάτορας Vargas, από τη μεριά του, ακολουθώντας και το παράδειγμα του Mussolini, καθώς και άλλων δικτατόρων, φρόντισε να συσφίξει τις σχέσεις του, έστω και προπαγανδιστικά, με τις λαοφιλείς και ιδιαίτερα τις εργατικής προέλευσης ομάδες. Το γήπεδο της Vasco, το São Januário, έγινε το άντρο του, καθώς φιλοξενούσε εκδηλώσεις κάθε τύπου, με τη συμμετοχή διανοούμενων που συνέβαλαν στο χτίσιμο αυτής της νέας εθνικής ταυτότητας και εθνικιστικής συνείδησης. Ο Filho ανέλαβε ουσιαστικά την αντίθετη ιδεολογική πορεία, δηλαδή τη μετατροπή των συλλόγων που ήταν φρούρια της αστικής τάξης σε λαοφιλείς συλλόγους, που μετέφεραν μέσα στην οπαδική τους βάση το ήδη αναπτυγμένο ιδεολογικό τους υπόβαθρο, συντελλώντας έτσι στην ενσωμάτωση των μαζών στην κυρίαρχη ιδεολογία.

Η επαγγελματική μετακίνηση του Filho στην εφημερίδα Jornal dos Sports ήταν ένα κομμάτι αυτής της δραστηριότητας. Το έντυπο εκδιδόταν από τον José Bastos Padilha, εκδότη και πρόεδρο της Flamengo από το 1936 έως το 1939. Ο Filho ήταν ο άνθρωπος του Padilha που ανέλαβε να μετατρέψει την ελιτίστικη Flamengo σε κλαμπ που υποστηρίζουν οι μάζες. Έφερε στο σύλλογο τους τρεις κορυφαίους μαύρους Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές της εποχής, τον Fausto, τον Domingos da Guia, και τον κορυφαίο πριν τον Pelé Βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή, Leônidas da Silva. Όταν οι οπαδοί της Fluminense, που το παρατσούκλι τους ήταν pó de arroz, από τη σκόνη ρυζιού, άρχισαν να αποκαλούν εκείνους της Flamengo pó de carvão, δηλαδή σκόνη κάρβουνου, στη συλλογική συνείδηση είχε ήδη εντυπωθεί ο φαινομενικά λαϊκός χαρακτήρας του συλλόγου. Λίγα χρόνια αργότερα, μια διάσημη μπάντα, η charanga, έπαιζε διαρκώς κατά τη διάρκεια των αγώνων της Flamengo, εντείνοντας ακόμα περισσότερο τα λαϊκά της χαρακτηριστικά.

Το είδωλο εκείνης της ομάδας της Flamengo, o Leônidas da Silva, γνωστός και ως Leônidas, ήταν η επιτομή των όσων οραματίζονταν το καθεστώς του Vargas για το ποδόσφαιρο ως πολιτικό εργαλείο του. Γεννημένος το 1913 στο Rio de Janeiro, ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής που απέκτησε το προσωνύμιο “μαύρο διαμάντι”, όπως συνέβη και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις λόγω του χρώματος του δέρματός του. Ξεκίνησε την καριέρα του για την São Cristóvão και το 1933 πήρε μεταγραφή στην ουρουγουανική Peñarol, σε ένα περιβάλλον που το κλίμα ήταν πολύ πιο φιλόξενο για τους μαύρους ποδοσφαιριστές. Το 1934 επέστρεψε στη Βραζιλία, το Rio και τη Vasco, πριν μεταγραφεί στη Botafogo και τελικά το 1936 στη Flamengo. Θεωρείται ο εμπνευστής του σουτ βολέ, του λεγόμενου bicycle kick, που ήταν πολύ πιο δύσκολο να εκτελεστεί με τις μπάλες της αποχής, ενώ ο πλανήτης για πρώτη φορά τον γνώρισε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, όπου η εθνική ομάδα της Βραζιλίας αποκλειστηκε στον πρώτο γύρο από την Ισπανία.

Ο Leônidas ήταν όμως το απαραίτητο σύμβολο για το χτίσιμο μιας εθνικής μυθολογίας που έσβηνε αιώνες φυλετικής εκμετάλλευσης, που υποστήριζε ότι δεν υπάρχουν χρώματα, ότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως φυλής είναι κομμάτια του ίδιου εθνικού συνόλου – χωρίς βέβαια να αναγνωρίζει ότι οι ταξικές αντιθέσεις που υπήρχαν στη βραζιλιάνικη κοινωνία ήταν αποτέλεσμα αυτών των αιώνων εκμετάλλευσης και άρα μόνο ουδέτερο δεν ήταν το κοινωνικό υπόβαθρο όπου αναπτυσσόταν αυτή η ρητορική. Η ψευδαίσθηση της κοινωνικής κινητικότητας μέσω του Leônidas και άλλων μαύρων ποδοσφαιριστών, που καλυτέρευαν τους όρους ζωής τους, όντας όμως μόνο εξαιρέσεις σε έναν πολύ σκληρό κανόνα ταξικής σκλαβιάς, αποτελούσε εξαιρετικό υλικό για την προπαγάνδα της λεγόμενης mestiçagem, δηλαδή ενός τρόπου ζωής χωρίς φυλετικά όρια, ένα κράτος φυλετικά και ταξικά ουδέτερο, που δε σήμαινε τίποτα παραπάνω από ένα κράτος που η κυριαρχία μιας τάξης αντιμετωπιζόταν ως φυσικός συσχετισμός. Μάλιστα, ο εναγκαλισμός του λεγόμενου mulatismo, δηλαδή των ιδιαίτερων αφροβραζιλιάνικων στοιχείων, μέσα σε στοιχεία της κουλτούρας, όπως το ποδόσφαιρο, η μουσική και ο χορός, καθώς και η ανάδειξη του ποδοσφαίρου ως καλλιτεχνικής έκφρασης και της κουλτούρας των μαύρων, με την αναγωγή του σε futebol arte, που ήταν η αντίστοιχη βραζιλιάνικη εκδοχή της la nuestra και της garra charrúa, δημιουργούσε μια αφήγηση που έδινε γενναιόδωρα μερίδιο συμμετοχής στους καταπιεζόμενους σε ό,τι αφορούσε την άυλη κληρονομιά της χώρας, μιας και η υλική έμενε σε πολύ συγκεκριμένα χέρια. Τέλος, το αρχέτυπο ενός ανθρώπου καταφερντζή στη ζωή, που μέσα στο σκληρό χαρακτήρα των μεγάλων πόλεων καταφέρνει να επιβιώσει και να ξεπερνάει τις δυσκολίες, τη φτώχεια, την ανέχεια που γεννούσε η ταξική εκμετάλλευση, του λεγόμενου malandro και του μποέμικου τρόπου ζωής του, της malandragem, ήταν αυτό που αντανακλώνταν στα πρόσωπα αυτών των ποδοσφαιριστών, φτωχόπαιδων της πόλης, αλλά στην πραγματικότητα παιδιών ενός κατώτερου θεού, όπως ήταν και ο Leônidas.

H Flamengo, ως αντικείμενο πολιτικής εργαλειοποίησης, θα γινόταν και ο φορέας της ποδοσφαιρικής εξέλιξης της Βραζιλίας, ξεκινώντας μια διαδικασία που αναδιαμόρφωσε το εθνικό ποδόσφαιρο σε τέτοιο βαθμό ώστε αρκετά αργότερα να μπορέσει να κυριαρχήσει σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 1937, ο Palinha θα προσλάβει ως προπονητή της Flamengo τον Ούγγρο Dori (Izidor) Kürschner, τον παλιό μεγάλο σέντερ χάφ της MTK που μεσουράνησε ως εξαιρετικά ευφυής ποδοσφαιριστής στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Kürschner πρόλαβε να αγωνιστεί και 5 φορές με την εθνική ομάδα της Ουγγαρίας, τα χρόνια της πρώιμης ανάπτυξης του ποδοσφαίρου της Σχολής του Δούναβη, μέχρι το 1911. Στη συνέχεια εργάστηκε ως προπονητής σε γερμανικές ομάδες, ενώ από το 1924 μετακόμισε στην Ελβετία, για να ηγηθεί του τεχνικού επιτελείου αρχικά της Scharz-Weiß Essen, και στη συνέχεια της Grasshoppers και της Young Boys, στην εποχή της απόλυτης δόξας του ποδοσφαιρικού δικτύου της Κεντρικής Ευρώπης. Ο Padilha και κυρίως ο στενός του συνεργάτης, Filho, γνώριζαν την εξέλιξη του ποδοσφαίρου παγκοσμίως και μάλλον αντιλαμβάνονταν ότι ο καλύτερος τρόπος αποδέσμευσης από τη βρετανική ταυτότητα που κουβαλούσε το σπορ στη Βραζιλία ήταν η επαφή με τις ιδέες μιας άλλης μεγάλης ευρωπαϊκής σχολής, που θα βοηθούσε μεν στον εκμοντερνισμό του, κυρίως σε σύγκριση με τις άλλες νοτιαμερικάνικες χώρες, χωρίς όμως να εντίνει τα βρετανικά χαρακτηριστικά. Η Βραζιλία που κλεινόταν σε μια πολιτική εσωστρέφεια, χρησιμοποιούσε το ποδόσφαιρο με τρόπο εξωστρεφή, όχι μόνο για την εσωτερική κατανάλωση, αλλά για να το καταστήσει και καθρέφτη του κράτους και της ιδεολογίας του Estado Novo.

Ο Kürschner αντιλαμβανόταν τον αναχρονισμό του αγγλικού στυλ ποδοσφαίρου, που εκφραζόταν από το σύστημα 2-3-5 και παιζόταν ακόμα στη Βραζιλία και τις άλλες χώρες της Νότιας Αμερικής, όμως το πείραμα για τον εκσυγχρονισμό του στυλ στη Flamengo απέτυχε, κυρίως λόγω του ύποπτου ρόλου του μεταφραστή του, Flávio Costa, που ουσιαστικά σαμπόταρε τη δουλειά του Kürschner. Το 1938, αν και απολύθηκε από τη θέση του τεχνικού της Flamengo, παρέμεινε στη Βραζιλία και συνέχισε την πορεία του ως βοηθός προπονητή της εθνικής ομάδας, καθώς η θέση του προπονητή δε μπορούσε να δοθεί σε έναν μη βραζιλιάνο. Εκεί κατάφερε να πείσει για την εφαρμογή του WM, του συστήματος που εξελισσόταν στις ποδοσφαιρικές σχολές του Δούναβη και τα αποτελέσματα ήταν θαυμάσια – και για την εθνική ομάδα αλλά και για το καθεστώς του Vargas.

Στον πρώτο γύρο, η Βραζιλία αντιμετώπισε την Πολωνία στο Στρασβούργο, σε ένα παιχνίδι που η κανονική του διάρκεια έληξε με το εξωπραγματικό – ακόμα και για τα δεδομένα της εποχής – 4-4, με τον Leônidas τελικά να δίνει τη νίκη στην παράταση με δύο ακόμη γκολ, πετυχαίνοντας 3 συνολικά στην αναμέτρηση και το τελικό σκορ να διαμορφώνεται 6-5 υπέρ της Seleçao. Στα ημιτελικά, αντιμετωπίζοντας την Τσεχοσλοβακία, τη φιναλίστ της προηγούμενης διοργάνωσης, που είχε στις τάξεις της τον εξαιρετικό σκόρερ Nejedlý, το πρώτο παιχνίδι έληξε ισόπαλο με 1-1, ενώ ο επαναληπτικός αγώνας ήταν νικητήριος για τη Βραζιλία, με τον Leônidas να σκοράρει και στα δύο αυτά παιχνίδια. Στα ημιτελικά, η Ιταλία του Pozzo και του Meazza, η εν ενεργεία παγκόσμια πρωταθλήτρια, χρειάστηκε ένα πέναλτι για να διαμορφώσει το 2-0 στο 60ο λεπτό και το γκολ του Romeu στο 87′ δεν ήταν αρκετό για να αποσωβήσει τον αποκλεισμό, όμως στον μικρό τελικό η Βραζιλία επιβλήθηκε με 4-2 και δύο γκολ του Leônidas της Σουηδίας προκειμένου να επιστρέψει με το χάλκινο μετάλλιο από ένα Μουντιάλ που λάμβανε χώρα σε ευρωπαϊκό έδαφος, συμμετείχαν σ’αυτό όλες οι ποδοσφαιρικά προηγμένες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και τον Leônidas να ανακηρύσσεται πρώτος σκόρερ. Δεδομένου ότι η Βραζιλία ήταν, μάλιστα, η μοναδική εκπρόσωπος της Νότιας Αμερικής στη διοργάνωση, αυτή η επιτυχία μπορούσε να πανηγυριστεί δεόντος και να συμβάλει στο αφήγημα του καθεστώτος. Ο Kürschner μπορεί να είχε ακόμα μια αποτυχημένη θητεία στη Botafogo και τελικά να άφησε την τελευταία του πνοή το 1941 στο Rio de Janeiro, αποτέλεσμα καρδιακής ανακοπής, όμως η συνεισφορά του ήταν καίρια για τον τρόπο που θα εξελισσόταν η εθνική ομάδα κυνηγώντας μιας ιστορικά μεγάλη διάκριση.

Ο Δούναβης στον Rio de la Plata

Ένας άλλος εκπρόσωπος της Σχολής του Δούναβη, όμως, θα έπαιζε το δικό του ρόλο στη μεταμόρφωση του ποδοσφαίρου νότια της Βραζιλίας, στις χώρες του estuario. Η ιστορία του Imre Hirschl, που έμεινε στη συλλογική συνείδηση της Λατινικής Αμερικής ως Emérico, θα μπορούσε να είναι η πλοκή ενός μυθιστορήματος, ή το οσκαρικό σενάριο μιας ταινίας. Γεννημένος στο Apostag της Ουγγαρίας στις 11 Ιουλίου του 1900, τέκνο εβραϊκής οικογένειας, βρέθηκε μέσα στη γενιά εκείνη των Ούγγρων Εβραίων που αποτέλεσαν κρισιμότατα στελέχη της εξέλιξης της ποδοσφαιρικής σκέψης στην ηπειρωτική Eυρώπη. Το ότι βρέθηκε ανάμεσά τους, βέβαια, δε σημαίνει ότι αποτελούσε κι ο ίδιος φορέα αυτής της ποδοσφαιρικής νεωτερικότητας. Αυτό καθόλου δεν τον εμπόδισε όμως να ψάξει αυτή τη θέση σε κάποιο άλλο μέρος του πλανήτη, εκεί που φαινομενικά υπήρχαν ευκαιρίες για όλους.

Αν και υπάρχει ένα κενό στη βιογραφία του, που σίγουρα δε σχετίζεται καθόλου με κάποια ποδοσφαιρική καριέρα πριν την άφιξή του στη Βραζιλία, το Σεπτέμβρη του 1929 αναφέρεται το πρώτο ενδιαφέρον περιστατικό στο São Paulo, όπου ο Hirschl πλησιάζει τον Béla Guttmann, έταιρο Εβραίο, αλλά πολύ γνωστό μέλος της εβραϊκής ποδοσφαιρικής σχολής της Βιέννης, που ανδρώθηκε ποδοσφαιρικά στη Hakoah πριν γίνει προπονητής κουβαλώντας τις νέες ιδέες του – και μία κατάρα – σχεδόν σε κάθε άκρη του ποδοσφαιρικού γνωστού κόσμου. Στο São Paulo ο Guttmann βρισκόταν ως προπονητής της Hakoah της Νέας Υόρκης, ομάδας που είχαν ιδρύσει οι παίχτες της αυθεντικής Hakoah της Βιέννης που ήθελαν να παραμείνουν μετά από ένα tour στην Αμερική. Ο Hirschl ζήτησε από τον ομοεθνή του να αναλάβει το μασάζ των παιχτών της ομάδας και έτσι κατάφερε να εισβάλει σε ένα από τα πιο θρυλικά ποδοσφαιρικά δίκτυα της εποχής, κουβαλώντας ουσιαστικά αυτή του την επιτυχία ως ταυτότητα στη μετ’έπειτα πορεία του.

Όταν, στο Αργεντίνικο σκέλος του tour, η Hakoah της Νέας Υόρκης δεν είχε πια ανάγκη των υπηρεσιών του Hirschl και ούτε τους απαραίτητους πόρους για να πληρώνει το μισθό του, ο πολυμήχανος μασέρ έμεινε χωρίς δουλειά. Τότε παρουσιάστηκε στην ιστορική ομάδα της Gimnasia, όπου και ανέλαβε τη θέση του προπονητή, λέγοντας ότι ήταν κομμάτι εκείνης της μεγάλης ουγγρικής ποδοσφαιρικής σχολής. Με την Gimnasia δεν ξεκίνησε καλά, χάνοντας και τα τρία πρώτα παιχνίδια και έχοντας κερδίσει μόλις τρία στον πρώτο γύρο του πρωταθλήματος, αλλά η πίστη στον προπονητή που απέκτησε το προσωνύμιο “El Mago” ήταν ακλώνητη, καθώς όλοι περίμεναν τα αποτελέσματα της μεταφοράς της δικής του ποδοσφαιρικής κουλτούρας. Ο Hirschl μάλλον ήταν όντως μάγος, γιατί μετέτρεψε τη Gimnasia σε μια ομάδα που αποκαλέστηκε “El Expreso Platense” και από μέτρια στη διοργάνωση έγινε διεκδικητής του τίτλου. Η επιτυχία του αυτή του άνοιξε την πόρτα για τη River Plate με την οποία κέρδισε τα πρωταθλήματα του 1936 και 1937. Ωστόσο αυτή δεν ήταν η πιο σημαντική συμβολή του.

Μετακινούμενος στη River έφερε μαζί του από την Gimnasia τον Pepe Minella, έναν ποδοσφαιριστή που μπορούσε να υλοποιήσει την αντίληψή του για την τακτική εξέλιξη του παιχνιδιού. Το νοτιοαμερικανικό ποδόσφαιρο μέχρι εκείνη την περίοδο ήταν ακόμα προσκολλημένο στο 2-3-5 και σχεδόν ταυτόχρονα με την προσπάθεια του Kürschner να εισάγει το WM στη Βραζιλία, ο Hirschl μπορούσε με τον Minella να σχηματίσει τουλάχιστον το αμυντικό M στη River, που σήμαινε ότι ο σέντερ χαφ οπισθοχωρούσε, με τους δύο full-backs να ανοίγουν για πρώτη φορά προς τα πλάγια και να δημιουργείται μια αμυντική τριάδα, με τον κεντρικό παίχτη και ανασταλτικό παράγοντα αλλά και κομμάτι της δημιουργίας που ξεκινάει από το βάθος του γηπέδου. Επιπλέον, ανέδειξε νέους παίχτες, όπως ο Adolfo Perdenara και ο José Manuel Moreno, στους οποίους έδωσε θέση στα 16 και 18 τους αντίστοιχα στην ομάδα, για να εξελιχθούν σε βασικά στελέχη της θρυλικότερης ομάδας της River όλων των εποχών.

Ο Hirschl έφυγε από τη River το 1938, προκειμένου να συνεχίσει την καριέρα του σε άλλες ομάδες της Αργεντινής, στη Βραζιλία και την Ουρουγουάη, και αναδείχθηκε σε έναν διανοούμενο του ποδοσφαίρου, από τους λίγους γνώστες του νοτιοαμερικάνικου ποδοσφαίρου σε τέτοιο βάθος και σε τέτοια έκταση, καθώς εργάστηκε και στις τρεις χώρες. Μάλιστα, το πέρασμά του από την Peñarol κατά το τέλος της δεκαετίας του 1940 θα ήταν ίσως κρίσιμο για ένα από τα πιο σημαντικά ποδοσφαιρικά γεγονότα της Ιστορίας.

Η κληρονομιά του Hirschl όμως επέζησε στη River, που συνέχισε να αναπτύσσει τρόπους παιξίματος και τακτικές προσεγγίσεις υπό το πνεύμα του εκμοντερνισμού του παιχνιδιού. Συνεχιστής του έργου του ήταν ο Ιταλός Renato Cesarini, που αν και γεννήθηκε κοντά στην Ancona, είχε μεγαλώσει στο Buenos Aires. Ωστόσο, για 6 χρόνια είχε αγωνιστεί στην Ιταλία, με τα χρώματα της Juventus, κατακτώντας 5 συνεχόμενα πρωταθλήματα και ένα Διεθνές Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης, αγωνιζόμενος με τη Squadra Azzura. Στην ιταλική ποδοσφαιρική διάλεκτο, μάλιστα, υπάρχει η λεγόμενη Zona Cesarini, που αναφέρεται στα τελευταία κρίσιμα λεπτά του αγώνα, την περίοδο που ο Cesarini είχε πετύχει μερικά από τα πιο κρίσιμα γκολ του.

Ο Cesarini θα έχτιζε τη River στα πλαίσια της τακτικής προσέγγισης της Κεντρικής Ευρώπης προσθέτοντας ένα στοιχείο που δημιούργησε το υπόβαθρο για την ανάπτυξη σχεδόν ολόκληρου του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Από το 1941 η επιθετική γραμμή της ομάδας αποτελούνταν από τους Juan Carlos Muñoz, Félix Loustau, Ángel Labruna και τους αναδειγμένους από τον Hirschl José Manuel Moreno και Adolfo Pedernera. Αυτή η εκπληκτική πεντάδα δεν αγωνιζόταν σε γραμμή, αλλά υιοθέτησε την αντίληψη του ψεύτικου 9, δηλαδή την πρόσεγγιση του WM όπως κυριαρχούσε στην Ευρώπη και όπως θα διαμορφωνόταν και μεταπολεμικά κυρίως στην Ουγγαρία, με τα γνωστά θαυμαστά αποτελέσματα. Όμως, εκτός αυτού, είχε και μια μοναδική δυνατότητα να αλλάζει θέσεις τους παίχτες της, σε αυτόν το χώρο που δημιουργούνταν για τους επιθετικογενείς παίχτες της ομάδας. Η προσέγγιση αυτή θα ξανα-ανακαλυπτόταν δεκαετίες αργότερα, στην Ολλανδία, πιο ολοκληρωμένα, για να δημιουργήσει τις αρχές του ποδοσφαίρου που έμεινε γνωστό ως totaalvoetbol ή στα αγγλικά total football – τη βάση του ποδοσφαίρου που παίζεται σήμερα. Στις μέρες μας, οι τακτικές προσεγγίσεις στο κορυφαίο ποδοσφαιρικό επίπεδο, αξιοποιώντας και τα καλύτερα αθλητικά χαρακτηριστικά των ποδοσφαιριστών, φαίνεται να επιστρέφουν σε εκείνες τις πρώτες πειραματικές μορφές διαχείρισης των θέσεων και κάλυψης του χώρου στην επίθεση.

Η πεντάδα της River, έμοιαζε να λειτουργεί σαν μηχανή και για το λόγο αυτό έμεινε στην ιστορία με το ψευδώνυμο La Máquina, το οποίο της προσέδωσε – ποιος άλλος; – ο Borocotó, ύστερα από την εμφατική νίκη της River απέναντι στην Chacarita Juniors, με 6-2, στις 12 Ιούνη του 1942. Από το 1944 την τεχνική ηγεσία της River είχε αναλάβει ο σκόρερ του μουντιαλικού τελικού του Montevideo Carlos Peucelle, που συνέχισε το έργο του Cesarini. Το 1946, όταν ο Pedernera αποχώρησε από τη River για να μεταγραφεί στην Atlanta του Buenos Aires, τη θέση του πήρε ένας 19χρονος φερέλπις επιθετικός, γιος Ιταλών μεταναστών και γεννημένος στη συνοικία του Barracas, που ονομαζόταν Alfredo di Stefano.

Τα κατορθώματα της River δεν έμειναν όμως σε διασυλλογικό επίπεδο. Η τακτική εξέλιξη του ποδοσφαίρου της Αργεντινής ήταν πιο γρήγορη σε σχέση με εκείνη των γύρω χωρών, με αποτέλεσμα τα χρόνια μεταξύ του 1941 και 1947 να κατακτήσει 4 από τα 5 Campeonatos Sudamericanos, χάνοντας μόνο στο νήμα τη διοργάνωση του 1942 στο Montevideo, αφού ηττήθηκε με 1-0 στο τελευταίο παιχνίδι από την οικοδέσποινα και νικήτρια εκείνης της διοργάνωσης Ουρουγουάη.

Η Αργεντινή είχε και πάλι λόγους να πιστεύει ότι το ποδόσφαιρό της ήταν το καλύτερο στον κόσμο. Η λεγόμενη La Nuestra εξελισσόταν από τεχνικούς που γεννήθηκαν στην Αργεντινή και αφομοίωναν την ποδοσφαιρική σκέψη όπως αυτή εξελισσόταν παγκοσμίως και τα αποτελέσματα στη Νότια Αμερική, σε διεθνές επίπεδο, ήταν τα καλύτερα της ως τότε Ιστορίας της. Ο μεγάλος στόχος ήταν η διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1942 στο έδαφός της. Έχοντας παραλείψει να συμμετέχει στη διοργάνωση του 1938, υπό το βάρος και της πολιτικής σύγκρουσης που καθόριζε τα αποτελέσματα στο ευρωπαϊκό έδαφος, περίμενε ένα Μουντιάλ στην ελεύθερη και ειρηνική ήπειρο ώστε να ξεδιπλώσει τα χαρακτηριστικά του εξελιγμένου, όμορφου, θεαματικού, πολυμήχανου και ακραία αποτελεσματικού ποδοσφαίρου της. Όμως, το Μουντιάλ του 1942 δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, καθώς η Ευρώπη και ο υπόλοιπος κόσμος γενικότερα είχαν μπει στην καταστροφική διαδικασία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενός πολέμου που κόστισε μια γενιά σε κάθε κοινωνία που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετείχε σ’αυτόν, με κορυφαία φυσικά τη θυσία της Σοβιετικής Ένωσης.

Οι πολιτικές εξελίξεις εντός των συνόρων, ωστόσο, δε θα επέτρεπαν ποτέ στην Αργεντινή να κατοχυρώσει αυτή την υπεροχή της. Το 1943 η Década Infame τελείωσε με ακόμα ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Οι στρατιωτικοί Arturo Rawson, Pedro Pablo Ramírez και Edelmiro Julián Farrell, ανέλαβαν διαδοχικά τη θέση του Αρχηγού του Κράτους, χωρίς τη διενέργεια εκλογών. Από το 1944, ωστόσο, μέχρι και τις 10 Οκτώβρη του 1945, ο Farrell είχε διορίσει ως αντιπρόεδρο της Κυβέρνησής του έναν αξιωματικό του στρατού που είχε σπουδάσει στο Τορίνο, μελέτησε την πολεμική τακτική στην Ιταλία, και ανέπτυξε κάποιες ιδιαίτερες πολιτικές θέσεις που προέκριναν την επιλογή σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών αντί της νεοφιλελεύθερης ή φασιστικής αντίληψης. O συνταγματάρχης Juan Domingo Perón, μετά την κήρυξη του πολέμου εκ μέρους της Αργεντινής στις δυνάμεις του Άξονα, το Μάρτιο του 1945 (!), απομακρύνθηκε από τη θέση του αντιπροέδρου, ως σχετιζόμενος με τη φασιστική Ιταλία και ανέλαβε το Υπουργείο Εργασίας, εγκαθιστώντας για πρώτη φορά σύστημα καθολικής κοινωνικής ασφάλισης στην Αργεντινή, θεσμοθέτηση του ρόλου των συνδικάτων στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και εισήγαγε μια σειρά από επιδόματα για τα μέλη των συνδικάτων. Η σταδιακή απομάκρυνσή του από την πολιτική γραμμή της ηγεσίας οδήγησε στην παραίτηση του και τελικά στη σύλληψη και φυλάκιση του στις 17 Οκτώβρη του 1945. Όμως τότε ήταν ήδη αργά για τους εχθρούς του εντός του πολιτικού συστήματος. Ο Perón, με όχημα τη λαϊκιστική ρητορική του, την πολιτική απόδοσης μικρών παραχωρήσεων στην εργατική τάξη, τη στήριξη των συνδικάτων και την απαστράπτουσα παρουσία της μέλλουσας συζύγου του, Eva Duarte, που έδινε στην παρουσία του την απαραίτητη αίγλη ενός σταρ, ήταν ήδη ένας λαϊκός ήρωας στην Αργεντινή. Η γνωστή στην Ιστορία Evita οργάνωσε ένα μεγάλο συλαλλητήριο για την απελευθέρωσή του. Πέντε μέρες μετά το ζεύγος θα παντρευόταν ολοκληρώνοντας ένα λαϊκό πολιτικό παραμύθι.

Στις 24 Φεβρουαρίου του 1946, ο Perón χρειαζόταν 189 ψήφους των εκλεκτόρων για να αναδειχθεί Πρόεδρος της Αργεντινής. Τελικά κέρδισε 304, συγκεντρώνοντας το 53.71% της λαϊκής ετυμηγορίας απέναντι στον José Tamborini, τον υποψήφιο μιας συμμαχίας κομμάτων με τη συμμετοχή της Union Cívica. Η ιστορία του θα σημάδευε την Αργεντινή για δεκαετίες, η πολιτική του προσέγγιση, ο Περονισμός, θα γινόταν μια αυτόνομα ορισμένη πολιτική ιδεολογία, με συγκεκριμένες εφαρμογές σε συγκεκριμένες συνθήκες και συνολικά θα ήταν το αντίβαρο των απολυταρχικών στρατιωτικών δικτατορικών καθεστώτων, αφήνοντας το ιδεολογικό του αποτύπωμα μέχρι και τις μέρες μας στους πολιτικούς σχηματισμούς της Αργεντινής.

Όσο αφορά το ποδόσφαιρο, όμως, υπό τον Perón η Αργεντινή θα μετατραπεί από μια χώρα που θέλει να ακτινοβολεί στο εξωτερικό σε μια χώρα που θέλει να ακτινοβολεί το είδωλό της στον καθρέφτη της. Αυτό θα οδηγήσει σε μια απομόνωση που στηρίχτηκε και σε άλλες αιτίες, όπως η ρήξη με τη FIFA που δεν έδωσε ποτέ στη χώρα το δικαίωμα να διοργανώσει το πολυπόθητο Μουντιάλ. Αντ’αυτού, η Παγκόσμια Συνομοσπονδία φρόντισε να κρατήσει το ποδοσφαιρικό αυτό κουτί της Πανδώρας για μια άλλη χώρα.

Ο εθνικός μύθος – Η εθνική τραγωδία

Η χώρα που της δόθηκε η ευκαιρία να φτιάξει αυτόν τον εθνικό μύθο ήταν η Βραζιλία. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η FIFA είχε μία μεγάλη προτεραιότητα: να συνεχιστεί πάση θυσία η παράδοση που ξεκίνησε, να συνεχιστεί το Παγκόσμιο Κύπελλο. Για τη διοργάνωση του Μουντιάλ του 1942 είχαν ενδιαφερθεί επίσημα δύο χώρες, η Βραζιλία του Vargas και η Ναζιστική Γερμανία, ενώ έτοιμη ήταν να θέσει την υποψηφιότητά της και η Αργεντινή. Αν και η δεκαετία που ακολούθησε άλλαξε εν ολίγοις το σκηνικό και μέσα στη χώρα του Αμαζονίου, με τις βρετανικές πολιτικές πιέσεις να αναγκάζουν τον Vargas να ταχθεί με το πλευρό των συμμάχων, να αναγκαστεί να νομιμοποιήσει το Κομμουνιστικό Κόμμα, ως όρο της Σοβιετικής Ένωσης και τελικά να ανατραπεί από ένα άλλο στρατιωτικό πραξικόπημα, που σήμανε την αρχή του τέλους του Estado Novo, το 1945. Παρόλα αυτά, στις εκλογές που έλαβαν χώρα στις 2 Δεκέμβρη του 1945, ο δεξιός πολιτικός σχηματισμός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που γεννήθηκε μέσα από το Estado Novo, με υποψήφιο τον στρατιωτικό Eurico Gaspar Dutra, πήρε την εξουσία. Ο Dutra στη νέα ψυχροπολεμική κατάσταση φρόντισε να διαρρήξει άμεσα τις σχέσεις του με τη Σοβιετική Ένωση, δημιουργώντας στενές σχέσεις εξάρτησης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και στο ίδιο πλαίσιο ξαναέβγαλε στην παρανομία το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Όσο αφορά το ποδόσφαιρο, αυτό συνέχισε να αποτελεί εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης. Ο Filho έγραφε ότι έπρεπε να παραμείνει προτεραιότητα της νέας πολιτικής ηγεσίας, γιατί “καλά τα σχολεία και τα νοσοκομεία, αλλά το πιο σημαντικό είναι η εθνική παρακαταθήκη”. Δεδομένου ότι για το Παγκόσμιο Κύπελλο που θα διεξαγόταν 12 χρόνια μετά το προηγούμενο η Ναζιστική Γερμανία, ή το γερμανικό κράτος που προέκυψε, δεν ήταν σε θέση να το διεκδικήσουν, ενώ η Αργεντινή υπολειπόταν επιχειρημάτων, καθώς είχε μποϊκοτάρει τη διοργάνωση του 1938, η Βραζιλία ανέλαβε τελικά την ευθύνη που διακαώς επιθυμούσε. Το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία να δημιουργηθεί μία σειρά από εθνικά μνημεία που αντανακλούσαν τη Βραζιλία της εποχής και φυσικά έπρεπε να συνδεθεί με μια μεγάλη νίκη που θα συμπλήρωνε το αφήγημα.

Το πρώτο μεγάλο μοντερνιστικό στάδιο που χτίστηκε στη Βραζιλία ήταν το Estádio do Pacaembu, στο São Paulo. Οι εργασίες κατασκευής του ξεκίνησαν το 1936 και ολοκληρώθηκαν στα τέλη του 1940. Το Pacaembu υπήρξε η επιτομή του αρχιτεκτονικού στυλ του Estado Novo και μοιάζει με μια πιστή μεταφορά της τεχνοτροπίας της φασιστικής Ιταλίας. Από τα θυρανοίξιά του ήταν το κεντρικό στάδιο της χώρας, που φιλοξενούσε τους μεγάλους αγώνες της εθνικής ομάδας και έγινε και η έδρα της λαοφιλούς και λαογέννητης Corinthians. Η επιγραφή στην είσοδό του έχει την ίδια γραμματοσειρά που συναντά κανείς στα ιταλικά κτήρια της εποχής, ενώ το οβάλ σχήμα του, το σκυρόδεμα από το οποίο είναι ολοκληρωτικά χτισμένο, καθώς και οι κολώνες που βρίσκονται περιμετρικά, είναι σαφείς αναφορές στο είδος του βραζιλιάνικου μοντερνισμού που εκπροσωπούσε τη brasilidade.

Το Pacaembu ήταν με διαφορά το μεγαλύτερο στάδιο του Campeonato Sudamericano που διοργανώθηκε στη Βραζιλία, με τη συμμετοχή 8 ομάδων, το 1949. 27 χρόνια μετά την επιτυχία του 1922, η διοργάνωση επέστρεφε στη Βραζιλία και οι διοργανωτές ήθελαν να δείξουν ότι κανείς άλλος δε μπορεί να τους κερδίσει στο σπίτι τους. Είχαν λόγους να το πιστεύουν, καθώς η εθνική ομάδα, υπό τις οδηγίες του Flavio Costa, του μεταφραστή που σαμποτάριζε τη δουλειά του Kürschner, είχε ενσταλλάξει στην προσέγγισή της τα μοντέρνα στοιχεία του κεντροευρωπαϊκού παιχνιδιού, ακολουθώντας τη γραμμή της ποδοσφαιρικής αριστείας, όπως αυτή εκφραζόταν παγκοσμίως.

Η πρεμιέρα στο São Januário, την έδρα της Vasco, ήταν εμφατική, με τους διοργανωτές να κερδίζουν με 9-1 το Ecuador στις 3 Απριλίου, ενώ μια εβδομάδα αργότερα, στο τεράστιο Pacaembu, η Βολιβία υπέστη τη συντριβή από τη Seleção με σκορ 10-1. Οι νίκες συνεχίστηκαν, με πιο συνηθισμένα σκορ, 2-1 τη Χιλή, 5-0 την Κολομβία, 7-1 το Περού, 5-1 την Ουρουγουάη, όμως η ομάδα που έβαλε φρένο στην αντίληψη της Βραζιλίας ότι δεν υπάρχει αντίπαλος στα μέτρα της ήταν στο τελευταίο παιχνίδι της 8ης Μαΐου, η Παραγουάη. Ο Tesourinha άνοιξε το σκορ στο 33ο λεπτό, όμως οι Avalos και Benítez ανέτρεψαν το σκορ στην επανάληψη και η γιορτή που ετοιμαζόταν στο São Januário δεν έλαβε ποτέ χώρα. Οι δύο ομάδες ήταν ισόβαθμες, αφού η Παραγουάη είχε χάσει με 2-1 από την Ουρουγουάη και ο τίτλος θα κρινόταν σε αγώνα μπαράζ. Στις 11 Μαΐου, η Βραζιλία ήταν αμείλικτη. Μπροστά σε 55.000 θεατές που κατέκλησαν το São Januário, συνέτριψε με 7-0 την Παραγουάη για να σφραγίσει την πεποίθηση ότι ένα χρόνο αργότερα θα συνέβαινε η μεγάλη γιορτή που όλοι περίμεναν.

Η Αργεντινή πιστή στο δόγμα του απομονωτισμού και του υπερήφανου θαυμασμού του εθνικού ειδώλου της, καθώς και κρατώντας στάση αποδοκιμασίας στο γεγονός ότι δόθηκε στη Βραζιλία το χρίσμα για τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, δε συμμετείχε σε εκείνο το Sudamericano, ενώ δε θα συμμετείχε και την επόμενη χρονιά στο Μουντιάλ. Κι αν οι Αργεντίνοι έπαιρναν τη θέση του θεατή σ’αυτή την ιστορική εξέλιξη για το νοτιοαμερικανικό και συνολικά το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, οι Βραζιλιάνοι, ως κεντρικοί ήρωες της τραγωδίας, έχτιζαν με περίσσια περηφάνια το σκηνικό όπου θα εξελισσόταν το μεγαλύτερο στην Ιστορία ποδοσφαιρικό δράμα.

Στις όχθες του ποταμού Maracanã, που διασχίζει την πόλη του Rio de Janeiro και χάρισε το όνομά του και σε μία περιοχή του, ετοιμαζόταν το εργοτάξιο για τον βραζιλιάνικο ποδοσφαιρικό Παρθενώνα. Μεγάλος υποστηρικτής του έργου, ποιος άλλος, ο Mário Filho, που το στάδιο πήρε το όνομά του περίπου 20 χρόνια αργότερα, μετά το θάνατό του. Στην ίδια γραμμή και ο αδερφός του, ο συγγραφέας Nelson Rodriguez. Η κατασκευή του σταδίου, που έμοιαζε με το Pacaembu αλλά όλες του οι διαστάσεις ήταν ακραία μεγαλύτερες, αντανακλούσε τα ίδια μοντερνιστικά στοιχεία και ξεκίνησε το 1948, με σκοπό ο μεγάλος ποδοσφαιρικός ναός, που θα χωρούσε περισσότερους από 200.000 θεατές, να είναι έτοιμος για το πολυαναμενόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο.

Το Μουντιάλ θα ξεκινούσε στις 24 Ιουνίου του 1950 και σε αντίθεση με το Centenario, το Maracanã ήταν έτοιμο πριν την έναρξη. Στις 13 Ιουνίου έγιναν τα εγκαίνια με τον αγώνα δύο αντιπροσωπευτικών ομάδων του Rio de Janeiro και του São Paulo, τον οποίο κέρδισαν οι γηπεδούχοι με σκορ 3-1. Όλα ήταν έτοιμα για τη μεγάλη διοργάνωση στην οποία αρχικά ήταν προγραμματισμένο να συμμετέχουν 16 ομάδες, χωρισμένες σε 4 ομίλους, με την πρώτη κάθε ομίλου να προκρίνεται στην τελική φάση, όπου από τους αγώνες του ενιαίου ομίλου που θα διαμορφωνόταν θα ανακηρυσσόταν η πρωταθλήτρια κόσμου. Ήταν, δηλαδή, το πρώτο και μοναδικό στην Ιστορία Μουντιάλ που δεν είχε έναν αγώνα ως τελικό της διοργάνωσης.

Ωστόσο, η πρώτη ομάδα που αποσύρθηκε από τη διοργάνωση ήταν η Σκωτία, η οποία είχε δηλώσει ότι θα συμμετέχει μόνο ως νικήτρια του Home Championship. Έχοντας χάσει τη διοργάνωση από την Αγγλία – και καθώς η Αγγλία συμμετείχε σε αυτήν για πρώτη φορά – απέσυρε τη συμμετοχή της. Για οικονομικούς λόγους αποσύρθηκε και η Τουρκία, με τη FIFA να καλεί τρεις εκ των αποκλεισμένων ομάδων, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, να αντικαταστήσουν την Τουρκία και τη Σκωτία. Τελικά, μόνο η Γαλλία αποδέχθηκε την πρόσκληση και το Μουντιάλ θα διεξαγόταν με 15 ομάδες. Όμως, μετά την κλήρωση των ομίλων, αποσύρθηκε και η Ινδία, λόγω αυξημένου κόστους, ενώ την αρχική της συμφωνία να συμμετέχει απέσυρε και η Γαλλία, επίσης για οικονομικούς λόγους.

Αυτό σήμαινε ότι το δεύτερο Μουντιάλ που διοργανώθηκε στη Νότια Αμερική έγινε και πάλι με την παρουσία 13 ομάδων, ενώ δεδομένου του ότι η κλήρωση των ομίλων είχε γίνει πριν την απόσυρση των τελευταίων δύο, οι όμιλοι εμφάνιζαν ανισορροπία, με δύο ομίλους τεσσάρων ομάδων, έναν τριών και έναν με μόλις δύο ομάδες.

Στον πρώτο όμιλο η Βραζιλία άνοιξε εμφατικά τη διοργάνωση απέναντι στο Μεξικό, σε ένα παιχνίδι που 80 χιλιάδες εισιτήρια κόπηκαν στο Maracanã και το σκορ έληξε 4-0. Στο δεύτερο αγώνα όμως, η Seleção δεν κατάφερε να κερδίσει την Ελβετία, που μάλιστα είχε ηττηθεί από τη Γιουγκοσλαβία στην πρεμιέρα. Οι οργισμένοι Βραζιλιάνοι, μπερδεύοντας τα ονόματα των χωρών που μοιάζουν στην πορτογαλική γλώσσα, επιτέθηκαν με πέτρες στην Πρεσβεία της Σουηδίας. Έτσι, ο τελευταίος αγώνας, απέναντι στους Γιουγκοσλάβους, ήταν ζωής και θανάτου. 142.429 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Maracanã για να βοηθήσουν την εθνική τους ομάδα να αποφύγει τον ντροπιαστικό αποκλεισμό και οι ποδοσφαιριστές της τους αντάμοιψαν, καθώς Ademir και Zizinho πέτυχαν τα χρυσά γκολ που έδωσαν στη Βραζιλία το εισιτήριο για την επόμενη φάση.

Στον δεύτερο όμιλο, η Αγγλία ήταν η ομάδα που έπαθε το μεγάλο πατατράκ. Οι Άγγλοι, που πίστευαν ότι καμία άλλη ομάδα στον κόσμο δε θα μπορούσε να τους κερδίσει σε ένα επίσημο παιχνίδι, είχαν μια τρομερή διαπίστωση όταν έχασαν αρχικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και στη συνέχεια από την Ισπανία, για να αποκλειστούν από τη συνέχεια. Η Ισπανία με τρεις νίκες πήρε την πρόκριση. Στον τρίτο όμιλο η Σουηδία κατάφερε να κερδίσει την κάτοχο του τίτλου Ιταλία και να φέρει ισοπαλία με την Παραγουάη, αποτέλεσμα ικανό για να της δώσει την πρόκριση, ενώ από τον τέταρτο όμιλο, των δύο ομάδων, η Ουρουγουάη προκρίθηκε κερδίζοντας με 8-0 τη Βολιβία.

Η τελική φάση ήταν διθυραμβική για τη Βραζιλία, που συνέτριψε με 7-1 τη Σουηδία, την αντίπαλό της στον Μικρό Τελικό του 1938 και με 6-1 την Ισπανία, που προερχόταν από μια ανέλπιστη νίκη απέναντι στους Άγγλους. Αντιθέτως, η Ουρουγουάη δεν κατάφερε να κερδίσει τους Ισπανούς, με τη μεταξύ τους αναμέτρηση να λήγει ισόπαλη με σκορ 2-2, ενώ κέρδισε πολύ δύσκολα τη Σουηδία, με 3-2, ανατρέποντας το σκορ χάρη σε δύο γκολ που πέτυχε ο Miguez στο 77ο και 85ο λεπτό.

Στις 16 Ιουλίου του 1950 θα διεξαγόταν το τελευταίο παιχνίδι της διοργάνωσης, μεταξύ της Βραζιλίας και της Ουρουγουάης. Η Seleção χρειαζόταν έστω τον ένα βαθμό της ισοπαλίας για να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Πρωταθλήτρια και όλοι περίμεναν τη στέψη. Περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι, παρά τα 173.850 εισιτήρια που επισήμως κόπηκαν, γέμισαν το νεότευκτο στάδιο του Rio. Οι Ουρουγουανοί, αντίθετα με κάθε έννοια μαχητικότητας της garra charrúa, είχαν στόχο απλά να μην εξευτελιστούν, σύμφωνα με μαρτυρίες των ίδιων των ποδοσφαιριστών που αγωνίστηκαν σε εκείνο τον κρίσιμο αγώνα. Ακόμα κι η εφημερίδα του Montevideo, El País, φιλοξενούσε στήλη που προοικονομούσε την ήττα, αναφέροντας ότι οι παίχτες της Ουρουγουάης υπολείπονται σε προπόνηση ενώ είναι χοντροί και βαριοί.

Είχε έρθει η στιγμή μια ολόκληρη μυθολογία να βρει το επιστέγασμά της σε μια μεγάλη νίκη. Ο Τύπος πανηγύριζε ήδη για τον τίτλο, με την εφημερίδα Gazeta Esportiva του São Paulo και O Mundo του Rio να δημοσιεύουν πρωτοσέλιδα που ανακοίνωναν πρόωρα τη νίκη. Μια παρέλαση καρναβαλιού διοργανώθηκε στο Rio de Janeiro και πολιτικοί επισκέπτονταν τους ποδοσφαιριστές βγάζοντας πύρινους λόγους στο πλαίσιο της γενικότερης μυθολογικής αφήγησης που συνόδευε το γεγονός.

Λίγοι μόνο γνώστες του ποδοσφαίρου έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά. Μεταξύ τους ο παράγοντας της São Paulo FC, Paulo Machado de Carvalho, που προσπαθούσε να πείσει τον ομοσπονδιακό τεχνικό Flávio Costa να απομακρύνει τους πολιτικούς που ίσως διασπούσαν την προσοχή των ποδοσφαιριστών, και ο Imre Hirschl, που ως προπονητής της Peñarol είχε μόνιμη επικοινωνία με τον αρχηγό της Ουρουγουάης, Obdulio Varela, και έλεγε ότι η Βραζιλία δε μπορεί να πάει πολύ μακριά. Αυτές οι φωνές όμως χάνονταν μέσα στο γενικό κλίμα που ήδη είχε ανακηρύξει τον νικητή. 22 χρυσά μετάλλια με τα ονόματα των Βραζιλιάνων ποδοσφαιριστών είχαν ήδη κατασκευαστεί και πριν από το παιχνίδι ο Δήμαρχος του Rio, Ângelo Mendes de Moraes, τα παρουσίασε στους παίχτες της Seleção λέγοντας “Εσείς, παίκτες, που σε λιγότερο από λίγες ώρες θα χαιρετίζεστε ως πρωταθλητές από εκατομμύρια συμπατριωτών! Εσείς, που δεν έχετε αντίπαλο σε ολόκληρο το ημισφαίριο! Εσείς, που θα υποσκελίσετε κάθε άλλο ανταγωνιστή! Εσείς, που εγώ ήδη σας χαιρετώ ως νικητές!”. Ενώ, το τραγούδι της νίκης “Brasil Os Vencedores”, δηλαδή Βραζιλία οι Νικητές, συντέθηκε προκειμένου να ανακρουστεί, παραδόξως, μετά τη λήξη του τελικού.

Ο αγώνας όμως δεν ήταν τόσο εύκολος όσο περίμεναν οι Βραζιλιάνοι. Οι Ουρουγουανοί αμύνονταν σθεναρά, έχοντας κλειστεί στα καρέ τους, με κάθε απομάκρυνση, ωστόσο, να βρίσκει κάποιον παίχτη της Seleção και να καταλήγει σε μια νέα βραζιλιάνικη επίθεση. Ευκαιρίες χάνονταν, όμως το γκολ δεν έμπαινε, το γκολ που θα σήμαινε την αρχή του πανηγυριού. Το πρώτο ημίχρονο έληξε με λευκή ισοπαλία, ωστόσο η φυσιογνωμία του δεν αντιστοιχούσε στο σκορ. Δύο μόλις λεπτά μετά την έναρξη της επανάληψης, ο επιθετικός της São Paulo, Friaça, κατάφερε με χαμηλό σουτ να ανοίξει το σκορ – το Maracanã φλεγόταν και φαινόταν ότι θα ανοίγαν και οι καταρράκτες των γκολ, αυτοί που τη ροή τους είχε φράξει μια μαγική δύναμη στο πρώτο ημίχρονο. Το ίδιο ένιωθε και ο αρχηγός της Ουρουγουάης, Obdulio Varela, που παραπονιόταν έντονα στον διαιτητή της αναμέτρησης, τον Άγγλο George Reader, προκειμένου να σπάσει το ρυθμό που θα μπορούσαν να αποκτήσουν οι Βραζιλιάνοι.

Όμως το σκηνικό του πρώτου ημιχρόνου επαναλαμβανόταν, με την Ουρουγουάη σιγά σιγά να βρίσκει τις δυνάμεις για να αντεπιτεθεί. Η Celeste σταδιακά πήρε τον έλεγχο του παιχνιδιού και στο 66ο λεπτό ο Juan Alberto Schiaffino ισοφάρισε. Σιγή σκέπασε το Maracanã, όχι έντονη, αλλά υπήρχε ήδη μια αμφιβολία, ακόμα κι αν η ισοπαλία ήταν ένα σκορ που έδινε τον τίτλο στη Βραζιλία. Οι 270.000 τραγικοί ήρωες είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται τις πιθανότητες του υλικού κόσμου, που θα μπορούσαν να ελοχεύουν μια δεινή κατάληξη του ονείρου τους. Την ερμηνεία αυτής της σκηνοθεσίας θα αναλάμβανε ο Alcides Ghiggia, ακραίος επιθετικός της Peñarol, που στο 79ο λεπτό έκανε κίνηση από τα πλάγια, έδειξε ότι ετοιμαζόταν να κάνει σέντρα, έστειλε τον τερματοφύλακα Moacir Barbosa στο κέντρο της εστίας και τελικά σούταρε στην εσωτερική γωνία του. Στο Maracanã σιωπή, αυτή η σιωπή που ακούγεται πιο εκκωφαντικά από κάθε θόρυβο. Στα 11 λεπτά που απέμεναν τίποτα δεν άλλαξε, οι Βραζιλιάνοι ίσως δεν είχαν τα αποθέματα να γυρίσουν από την κόλαση. Σε ένα πανδαιμόνιο μετά το τελευταίο σφύριγμα του Reader οι σκηνές ήταν χαοτικές. Δεν υπήρξε καμία κανονική απονομή, παρά μέσα στο χάος ο Jules Rimet είδε κάπου τον Obdulio Varela και του παρέδωσε το Κύπελλο που πήρε το όνομά του. Είναι ανακριβές το αν υπήρχαν δύο αυτοκτονίες που αναφέρονται από διάφορες πηγές. Η τραγωδία όμως είχε ολοκληρωθεί, μία ολόκληρη μυθολογία κατέρρεε μέσα στο ναό που έχτισε για να δοξάσει το μεγαλείο της, αλλά έγινε συνώνυμος της καταστροφής της. Το Maracanaço έχει μείνει στην Ιστορία ως το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό δράμα, ένα αντίστοιχο Βατερλώ, ή μια Χιροσίμα, όπως την αποκάλεσε ο ίδιος ο Nelson Rodriguez, για τη Βραζιλία.

Την οργή των Βραζιλιάνων συγκέντρωσε ο αποδιοπομπαίος τράγος, ο κατά τ’άλλα εξαιρετικός Βραζιλιάνος τερματοφύλακας Moacir Barbosa, που αγωνιζόταν στη Vasco da Gama και συνέχισε την καριέρα του μέχρι το 1962. Ήταν όμως το πρόσωπο της εθνικής τραγωδίας, ίσως το μαύρο του δέρμα μπορούσε να αποκαλύψει την κενότητα της mestiçagem, της brasilidade, του εθνικά αποθεωμένου malandro, ώστε ο ίδιος να αναφέρει ότι μια γυναίκα συναντώντας τον στο δρόμο τον έδειξε στο παιδί της λέγοντας “ο άνθρωπος αυτός έκανε όλη τη Βραζιλία δυστυχισμένη”. Ο Barbosa, που έζησε μέχρι το 2000, δήλωνε αργότερα ότι “η μεγαλύτερη ποινή φυλάκισης που υπάρχει στη χώρα, η ισόβια, είναι 20 χρόνια, ωστόσο η δική μου ποινή δεν τέλειωσε ποτέ”.

Το 1950 στο Maracanã δεν έσβησε μόνο το όνειρο της Βραζιλίας. Οι νικητές, κομμάτι κι αυτοί μιας τραγωδίας, δύσκολα θα μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν ότι αυτό ήταν το κύκνειο άσμα μιας εθνικής ομάδας που συνέβαλε αποφασιστικά στον εκμοντερνισμό του Παγκοσμίου Ποδοσφαίρου, στο βαθμό που η ίδια η FIFA σήμερα της επιτρέπει να θυμάται αυτή την εποχή, των δύο Ολυμπιάδων και των δύο Μουντιάλ, τοποθετώντας 4 αστέρια στη φανέλα της. Όσο για την Αργεντινή, ο μύθος της La Nuestra θα έβρισκε το δικό του ιστορικό τέλος όταν και η albiceleste θα αποφάσιζε να ξαναβγει στο παγκόσμιο στερέωμα για να μετρήσει την υπεροχή της δικής της ποδοσφαιρικής αντίληψης. Η μόνη κερδισμένη, ιστορικά, ήταν τελικά η Βραζιλία, που άφησε πίσω της τους μύθους μιας άλλης εποχής και έφτιαξε ένα ποδοσφαιρικό οικοδόμημα βασισμένο στην πραγματική οργάνωση που ξεκινάει από τις φαβέλες και φτάνει μέχρι τα μεγαλύτερα στάδια του κόσμου – και τα αποτελέσματα δε θα αργούσαν να έρθουν, ακόμα κι αν αυτό λίγοι το πίστευαν εκείνο το απόγευμα της 16ης Ιουλίου του 1950, μεταξύ τους ένα δεκάχρονο παιδί που δούλευε ως σερβιτόρος προσφέροντας τσάι στο São Paulo, o Edson Arantes do Nascimento, που θα έμενε στην Ιστορία ως Pelé.

La nuestra, garra charrúa, futebol arte

Η διαδρομή του ποδοσφαίρου στη Νότια Αμερική, μέχρι και το 1950, έχει τεράστια σημασία γιατί δείχνει όλα τα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας εξάπλωσης του σπορ. Τον τρόπο διείσδυσης των Βρετανών στη διαμόρφωση των νέων κρατών, τη συγκρότηση των εθνών που θα κουβαλήσουν την εθνική ποδοσφαιρική προσέγγιση και το ξεχωριστό στυλ της ποδοσφαιρικής σχολής τους, τη μεταφορά του σπορ από τους Άγγλους, την οικειοποίησή του από τους ντόπιους, την ανάπτυξη περιφερειακών ποδοσφαιρικών δικτύων, την ιδεολογικοποίηση των ποδοσφαιρικών γεγονότων και συνοδών φαινομένων, την εμφάνιση της ταυτότητας των οπαδών των συλλόγων, της κοινωνικής εμβέλειας των συλλόγων, των αποτελεσμάτων της ανταλλαγής ποδοσφαιρικής τεχνογνωσίας με άλλες ποδοσφαιρικές κουλτούρες, το πέρασμα σε μια νέα ποιότητα μέσα από τον επαγγελματισμό, την ισχυροποίηση της FIFA ως παγκόσμιου θεσμού που ξεπερνά τα αθλητικά όρια.

Το έδαφος για να συμβούν όλα τα παραπάνω ήταν εξαιρετικά εύφορο στις χώρες που είχαν πολιτισμική συγγένεια με την Ευρώπη που γέννησε το σπορ, είχαν λόγους να ξεφύγουν από το βρετανικό πλαίσιο όσο αφορά την ανάπτυξη φαινομένων που ρίζωναν στην αστική κοινωνική ζωή, υπήρχε μια σχετικά μεγάλη ελευθερία στην ανάπτυξη της εθνικής αφήγησης, που έδινε άπλετο χώρο στη μυθολογία που πάντα χρειάζεται να συνοδεύει το ποδόσφαιρο, ενώ βρίσκονταν σε ένα γεωγραφικό σημείο που ήταν από τη στιγμή της απόβασης των Ευρωπαίων κατακτητών “καταδικασμένο” να επικοινωνεί με τον υπόλοιπο κόσμο. Το ποδόσφαιρο που ξεκίνησε ως μια ασχολία μανιακών έγινε λόγος ύπαρξης των μαζών, εργαλειοποιήθηκε από πολιτικές εξουσίες, κατάφερε να αντανακλά τη ζωή των ανθρώπων, ενώ ακόμα και οι διανοούμενοι έσκυψαν από πάνω του για να το εξηγήσουν, να το ερμηνεύσουν και ακόμα και να το παραμορφώσουν, υπηρετώντας τα συμφέροντα των ελίτ.

Αυτό το ποδόσφαιρο που γεννήθηκε και εξελίχθηκε με το μοναδικό δικό του και βαθιά ιδεολογικά φορτισμένο τρόπο στις χώρες της Νότιας Αμερικής συγκινεί μέχρι σήμερα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τους ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη, που ψάχνουν στο αγαπημένο σπορ την αντανάκλαση της κοινωνίας, θαυμάζουν την ντρίμπλα, τη δεξιοτεχνία, την ανάγκη για μια διαφορετική αισθητική προσέγγιση ενός ανταγωνιστικού παιχνιδιού, αυτή που μπορεί να γεννά ήρωες σαν αυτούς των παραμυθιών. Το παραμύθι των ενηλίκων είναι το ποδόσφαιρο και μερικοί από τους καλύτερους ήρωές του ήταν παιδιά που έμοιαζαν με τον pibe, τον charrúa, τον malandro.

Σ’αυτούς όλους το ποδόσφαιρο χρωστάει την πιο γλυκιά και ρομαντική πλευρά του – γιατί ό,τι κι αν έκαναν οι ελίτ, στα barrios και τις φαβέλες κανένας δε μπόρεσε να σταματήσει τον κόσμο να παίζει ποδόσφαιρο.