Press "Enter" to skip to content

Μια ιστορία για το Μουντιάλ

Αν ψάξει κανείς να βρει τις ανθρώπινες δραστηριότητες που συγκεντρώνουν ταυτόχρονα και σε παγκόσμια κλίμακα το ενδιαφέρον των ανθρώπων, δύσκολα θα μπορέσει να εντοπίσει οποιαδήποτε που να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο από το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου. Με το πέρασμα των χρόνων, το Μουντιάλ, κατακτά όλο και πιο κεντρική θέση στη ζωή των κοινωνιών, σε κάθε χώρα, κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του. Ίσως, το γεγονός ότι διεξάγεται κάθε 4 χρόνια, βοηθάει σε αυτό, καθώς κάνει τη χρονική περίοδο διεξαγωγής του λιγότερο συνηθισμένη. Πέρα από τις αμέτρητες κοινωνικές δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτό, τις προσωπικές και συλλογικές αναμνήσεις που δημιουργούνται, ολόκληρη η κοινωνία, σε κάθε μέρος του κόσμου, μοιάζει να μεταμορφώνεται για αυτή την περίοδο. Φυσικά, οι οικονομικές δραστηριότητες, μέσα σε ένα σύνολο αλληλοσυνδεόμενων ευκαιριών, περιστρέφονται γύρω από την κεντρική αυτή διοργάνωση. Οι δρόμοι, οι επιχειρήσεις επισιτισμού, τα καταστήματα ιματισμού, γεμίζουν με τα χρώματα από τις σημαίες όλου του κόσμου, αλλάζοντας τελικά και την όψη των πόλεων, των τόπων που ζουν οι άνθρωποι. Καμία άλλη διοργάνωση δεν καταφέρνει στις μέρες μας να αλλάξει σε τέτοιο βαθμό την όψη των πόλεων – οι Ολυμπιακοί Αγώνες συνήθως μεταμορφώνουν μόνο την πόλη ή τη χώρα που τους διοργανώνει, αλλά ποτέ ένα γεγονός που συμβαίνει στην Αμερική δεν αλλάζει την όψη των δρόμων μιας ασιατικής ή ευρωπαϊκής πόλης. Με αυτή την έννοια, το Μουντιάλ δε μπορεί να συζητηθεί μόνο με ποδοσφαιρικούς όρους, αν και φυσικά το ποδόσφαιρο είναι το κεντρικό του θέμα και – ευτυχώς – το ποδόσφαιρο, ως σπορ, είναι που εξελίσσεται μέσα από αυτό.

Πέρα από τις οικονομικές δραστηριότητες, που στην ουσία επηρεάζουν αισθητικά την κοινωνική ζωή, είναι όμως και η πολιτική εξουσία που ενδιαφέρεται με ιδιαίτερο ζήλο για αυτή τη διοργάνωση. Η συμμετοχή μιας χώρας στο ποδοσφαιρικό Παγκόσμιο Κύπελλο ανάγεται ως ο καθρέφτης της κοινωνικής της ανάπτυξης, ένα είδος δευτερογενούς εθνικής αξίας, μη μετρήσιμο σε οικονομικούς και κοινωνικούς δείκτες, ιδιαίτερα μάλιστα σε εποχές που οι δείκτες αυτοί δεν έχουν θετική πορεία. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι την παρουσίαση των αποστολών της Ισπανίας και της Νορβηγίας για το επικείμενο Μουντιάλ του 2026 έκαναν οι βασιλιάδες των δύο χωρών, σε αντίστοιχα βίντεο. Γιατί να κάτσει ένας μονάρχης να παρουσιάσει 26 ποδοσφαιριστές που θα ταξιδέψουν σε μια χώρα για να παίξουν ποδόσφαιρο; Αυτή είναι μια ερώτηση που η απάντησή της είναι απλή στους μυημένους αυτής της παγκόσμιας μυσταγωγίας, ωστόσο μοιάζει φαινόμενο παράδοξο σε όσους συνειδητά ή ασυνείδητα απέχουν από την κατανόησή του και την – με όποιο ρόλο – συμμετοχή σε αυτό. Και φυσικά δεν είναι μόνο οι μονάρχες: μια από τις τελευταίες δραστηριότητες της εθνικής ομάδας της πιο ρεπουμπλικανικής χώρας του κόσμου, της Γαλλίας, ήταν η φωτογράφηση με τον Πρόεδρο Macron, πριν το ταξίδι για την άλλη όχθη του Ατλαντικού. Θα πει κανείς πως οι πολιτικοί θέλουν να συμμετέχουν στη δόξα των πρωταθλητών, να παρουσιάσουν τις επιτυχίες τους ως επιτυχίες της δικής τους διακυβέρνησης, όμως εδώ δεν πρόκειται για φωτογραφίες μετά τη νίκη, μα για την επιχείρηση συσπείρωσης ενός λαού, ενός έθνους όπως το αντιλαμβάνεται η αστική πολιτική τους αντίληψη, γύρω από μια ομάδα ανθρώπων που χωρίς να έχει εκλεγεί, αντ’αυτού έχει επιλεγεί βάσει κριτηρίων ποδοσφαιρικής αριστείας, εκπροσωπεί όλους στο πιο σημαντικό επίπεδο. Κανένα αντίστοιχο βίντεο δεν έγινε ποτέ για τον ορισμό του Πρεσβευτή μιας χώρας στον ΟΗΕ, ενώ καμία μεγάλη καμπάνια δε συγκίνησε τις μάζες υποστηρίζοντας κάποιον ομοεθνή υποψήφιο για ένα βραβείο Νόμπελ. Όμως μοιάζει εντελώς φυσικό ότι κάτι τέτοιο γίνεται για το ποδόσφαιρο.

Έτσι φυσικά προκύπτει το ερώτημα: γιατί συμβαίνει όλο αυτό για το ποδόσφαιρο; Η απάντηση είναι όλα όσα συμβαίνουν στο εγχείρημα του φουτμπώλ, δηλαδή η ανάλυση των λόγων που ένα σπορ, βάσει συγκεκριμένων χαρακτηριστικών είναι η, κατά Παζολίνι, “τελευταία ιερή τελετουργία της εποχής μας”. Είναι ο τρόπος που εμφανίστηκε, ο τρόπος που καλύπτει συγκεκριμένες ανθρώπινες ανάγκες, ο ιδιαίτερος τρόπος που δύναται να καλύπτει αυτές τις ανάγκες μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της ανθρώπινης εκμετάλλευσης, ο τρόπος που αναπτύχθηκε κοινωνικά, δηλαδή ένα σύνολο μικρών και μεγάλων συναισθημάτων που το ποδόσφαιρο έχει τη δύναμη να δημιουργεί στους ανθρώπους. Για να κατανοήσει δηλαδή κανείς γιατί το Μουντιάλ είναι τόσο σημαντικό, πρέπει να ξεκινήσει από τους λόγους που υπάρχει – και το ίδιο ως διοργάνωση, αλλά και το ποδόσφαιρο ως σπορ. Αν και η συνολική Ιστορία του ποδοσφαίρου, η σχέση του με τις κοινωνίες, τα έθνη, τις κουλτούρες, ο τρόπος που διαμορφώθηκε από όλα αυτά και τα διαμόρφωσε, είναι μια μεγαλύτερη κουβέντα και ένα ευρύτερο πεδίο αναζήτησης, ο τρόπος που το ποδόσφαιρο έγινε Παγκόσμιο είναι, λίγο ως πολύ, η ιστορία του Μουντιάλ – γιατί ένα σπορ θα μπορούσε να παίζεται σε κάθε άκρη της Γης, ποτέ όμως δεν θα είχε την ίδια αξία αν δεν παιζόταν, από όλους, σε μια τέτοια παγκόσμια κεντρική αρένα.

Στα άρθρα για την Προϊστορία του Ποδοσφαίρου και τη Γέννηση του Ποδοσφαίρου στη Βρετανία αναλύθηκαν διεξοδικά οι ιστορικοί μηχανισμοί μέσα από τους οποίους ένα παιχνίδι που με διάφορες παραλλαγές παιζόταν από πολλούς πολιτισμούς, ως συνέχεια του παιχνιδιού των Βρετανών χωρικών, κωδικοποιήθηκε, έγινε κτήμα της άρχουσας τάξης, αλλά άμεσα, σχεδόν παράλληλα, έγινε αγαπημένη ασχολία των εργατικών μαζών σε μια εποχή που οτιδήποτε βρετανικό κατακτούσε ολόκληρο τον κόσμο. Εξηγήθηκε η πορεία του ποδοσφαίρου προς όλο τον κόσμο, μαζί με την επέκταση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά κυρίως η μετάδοση των βρετανικών αυτών κοινωνικών συνηθειών, όπως τα βρετανικά σπορ, εκεί που επεκτείνονταν η βρετανική οικονομική δραστηριότητα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την Κεντρική Ευρώπη και τη Νότια Αμερική, που παρουσιάστηκαν αναλυτικά στα αντίστοιχα άρθρα. Θα ήταν, λοιπόν, επανάληψη, να αναλωθούμε σε αυτή την αναζήτησή, που επίκεντρο έχει το Παγκόσμιο Κύπελλο, σε αυτό το κομμάτι της Ιστορίας. Αντ’αυτού, παίρνοντας ως δεδομένο το γεγονός ότι ήδη από τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα οι μάζες αγκάλιαζαν το σπορ, μετατρέποντάς το μάλιστα σε δημιουργό και φορέα συλλογικών ταυτοτήτων, το χρήσιμο και κρίσιμο για την κατανόηση της παγκόσμιου αυτού θεσμού είναι να εξετάσουμε την υλική βάση και τις αιτίες δημιουργίας του, έξω μάλιστα από το παραδοσιακά βρετανικό πλαίσιο που γέννησε το σπορ. Παράλληλα, ως δεδομένο θα θεωρήσουμε και το γεγονός ότι μια δραστηριότητα με τέτοια κοινωνική απήχηση συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της πολιτικής εξουσίας, οι λόγοι δε χρειάζεται να εξηγηθούν εδώ, παρά μόνο ο τρόπος που αυτό εκφράστηκε.

Σε αντίθεση με μια πληθώρα άλλων σπορ, που κωδικοποιούνταν και με την ύπαρξη των Ολυμπιακών Αγώνων αποκτούσαν παγκόσμια συμμετοχή και ενδιαφέρον, στα πλαίσια ενός αθλητικού ιδεώδους, το ποδόσφαιρο αποτέλεσε ένα κοινωνικό μαζικό σπορ που μόνο για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα – εκείνο του βρετανικού ερασιτεχνισμού – έμοιαζε να διεκδικεί μια τέτοια ταυτότητα. Από την αρχή της ύπαρξης του επαγγελματισμού, που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Βρετανία και σήμαινε μια σειρά από πράγματα, όπως ότι οι ποδοσφαιριστές εκπροσωπούσαν ένα σύνολο το οποίο συμμετείχε υλικά (πληρώνοντας εισιτήριο) στην ύπαρξη και λειτουργία του ποδοσφαιρικού συλλόγου, ότι οι σύλλογοι αποτελούσαν θεσμό με δεσμούς με την τοπική κοινωνία, σε εδαφικό ή εργοστασιακό επίπεδο, το ποδόσφαιρο δεν είχε σχέση με “το δρόμο και το πάλεμα και το λιθάρι”, δηλαδή την – έστω κατά φαντασίαν – εξευγενισμένη μορφή των σπορ με σκοπό μια γενικώς ορισμένη άμιλλα. Βάσει αυτών των χαρακτηριστικών του, ποτέ δε συγκέντρωνε το ενδιαφέρον μέσα στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων, μιας διοργάνωσης που στα πρώτα χρόνια της είχε αυστηρούς όρους για αποκλειστική συμμετοχή ερασιτεχνών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις επιτυχίες της φυσικής δύναμης, στο τρίπτυχο “γρηγορότερα, ψηλότερα, δυνατότερα”, παρά στην επιτυχία συλλογικής νίκης απέναντι σε έναν αντίπαλο.

Έτσι, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς αν το ποδόσφαιρο είναι όντως κομμάτι ενός γενικότερου αθλητικού πλαισίου. Η απάντηση ίσως θα μπορούσε να είναι διττή: όσο αφορά τη μεθοδολογία για την επίτευξη της αθλητικής επίδοσης, δηλαδή την προπόνηση, τη σωματική άσκηση, την εξέλιξη της ικανότητας του σώματος να εκτελεί πολύπλοκες, σχεδόν ακροβατικές, κινήσεις που βοηθούν στην επίτευξη του στόχου, δηλαδή τη νίκη σε ένα παιχνίδι, τότε σίγουρα το ποδόσφαιρο μοιάζει με όλα τα υπόλοιπα σπορ. Όσο αφορά όμως τους λόγους που θέλει κάποιος να κερδίσει ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι, αυτοί μοιάζουν να απέχουν εξαρχής πάρα πολύ από τη γενικά ορισμένη αθλητική άμιλλα. Εδώ αρκετοί μπερδεύονται, κατηγορούν το ποδόσφαιρο ως “βρόμικο” γιατί δεν είναι “καθαρό” ως σπορ, με μόνο χαρακτηριστικό την άδολη θέληση για την καλύτερη αθλητική επίδοση. Όμως αυτός είναι ίσως ένας στραβός τρόπος να αναγιγνώσκει κανείς την ίδια την κοινωνία, καθώς η ανάγκη νίκης μιας συλλογικής ταυτότητας είναι μάλλον κάτι πιο σύνθετο, μεγαλύτερο σε αντίκτυπο και σίγουρα πιο μαζικό και συλλογικό από την ατομική νίκη του σώματος. Με αυτή την έννοια το ποδόσφαιρο εκδημοκρατίζει την αθλητική επιτυχία, επιτρέποντας την ύπαρξη πολλών ρόλων, που συμβάλλουν σε αυτή την επιτυχία, η οποία έρχεται υλικά από τις πράξεις 11 ανθρώπων.

Με αυτή την έννοια, το ποδόσφαιρο που πάντα βρίσκεται στα ενδιαφέροντα των “βρόμικων” κοινωνικών δραστηριοτήτων, δε θα σταματήσει να υπάρχει όταν εξαλειφθεί αυτή η βρομιά που το περιβάλλει, αλλά αντ’αυτού θα καθρεφτίζει την όποια κοινωνία δημιουργηθεί μέσα από την ανατροπή των σημερινών σχέσεων εξουσίας, εκφράζοντας με τρόπο διαφορετικό και πάλι τη συλλογικότητα. Μάλλον το αστικό Ολυμπιακό Ιδεώδες είναι αυτό που δε θα μπορεί σε μια τέτοια συνθήκη να εκφράσει μια νέα συλλογική αντίληψη της νίκης – αλλά σίγουρα και τα υπόλοιπα σπορ θα εξελιχθούν με τρόπο που να χωράνε μέσα στη δυνητική ως σήμερα απελευθερωμένη αυτή κοινωνία.

Κι εδώ είναι ένα κεντρικό ερώτημα με το οποίο πρέπει να ασχοληθεί κανείς εξετάζοντας την Ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου: το γεγονός ότι το Μουντιάλ ήταν διαχρονικά αντικείμενο ενδιαφέροντος και εκμετάλλευσης από στυγνούς δικτάτορες, απολυταρχικά καθεστώτα, εξουσίες που το χρησιμοποίησαν ακόμα και ως μηχανισμό καταστολής, σημαίνει ότι εκ φύσεως είναι κάτι που εκφράζει την παγκόσμια αντίδραση; Η ανάλυση της εξέλιξης των φαινομένων μόνο “από τα πάνω” θα μπορούσε να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Όμως μια τέτοια ανάλυση είναι επιφανειακή – γιατί στο Μουντιάλ εξελίχθηκε ο τρόπος που παίζεται το ποδόσφαιρο, στη βάση μάλιστα ιδεολογικών πεποιθήσεων που καθόλου δεν ευθυγραμμίζονταν με εκείνες των διοργανωτών και καταχραστών του, ενώ δημιούργησε επίσης και λαϊκή έκφραση, λαϊκή μνήμη και συλλογικές εμπειρίες, πέρα από το πλαίσιο της εθνικής αντιπαλότητας και των αποκλεισμών, που διαχρονικά εκπροσωπούν οι εξουσίες στα εκμεταλλευτικά συστήματα. Αν ίσχυε η θέση ότι το ποδόσφαιρο είναι μόνο εργαλείο της εξουσίας, πολλά από αυτά τα φαινόμενα δε θα είχαν υπάρξει ποτέ – κι έτσι αντί να κάνει κανείς ακόμη μια ανάλυση της σχέσης εκμεταλλευτικής εξουσίας και ποδοσφαίρου, είναι πολύ πιο χρήσιμο να εξετάσει όλα όσα πραγματικά συμβαίνουν στην Ιστορία των ανθρώπων, που δεν είναι ένα παραμύθι μόνο για πρίγκιπες και βασιλοπούλες, αλλά για χωρικούς.

Η παγκόσμια ίδρυση του ποδοσφαίρου

Στην αλλαγή του αιώνα, το αναπτυγμένο βρετανικό ποδόσφαιρο, με τα επαγγελματικά πρωταθλήματα, τους συλλόγους που μετρούσαν χιλιάδες οπαδούς, την εξέλιξη της ποδοσφαιρικής τακτικής, την ιδεολογικοποίηση και τις διεθνείς (εντός βρετανικού πλαισίου) διοργανώσεις, δεν ήταν πλέον μόνο του στον κόσμο. Πέρα από τις 4 “εγχώριες” ομοσπονδίες, δηλαδή της Αγγλίας, της Σκωτίας, της Ουαλίας και της βρετανοκρατούμενης Ιρλανδίας, εθνικές ομοσπονδίες δημιουργούνταν επίσης στην ηπειρωτική Ευρώπη, από Βορρά προς Νότο, με τη Δανία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, την Ελβετία, την Ιταλία και τη Γερμανία να έχουν ιδρύσει τους δικούς τους θεσμούς στο τέλος του 19ου αιώνα, ενώ αντίστοιχες δικές τους ομοσπονδίες είχαν η Αργεντινή, η Χιλή και η Ουρουγουάη. Σε αυτές όλες τις χώρες, χρειάζεται για λόγους πληρότητας να προστεθεί και η ποδοσφαιρική ομοσπονδία του Γιβραλτάρ, καθώς και εκείνη της Σιγκαπούρης, κρατών που βεβαίως αποτελούσαν κομμάτι της Αυτοκρατορίας.

Όλες αυτές οι Ομοσπονδίες είχαν ένα κοινό, αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από Άγγλους μετανάστες ή εκπατρισμένους, με τα στελέχη τους φυσικά να είναι μέλη της βρετανικής αστικής τάξης που δραστηριοποιούνταν διεθνώς, έχοντας μάλιστα δεσμούς εξάρτησης με τη μητέρα του σπορ, τη Football Association. Έτσι, αν και το ποδόσφαιρο ήταν ένα σπορ που είχε ήδη αρχίσει να παίζεται διεθνώς, δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να υπάρξει μία αντίστοιχη διεθνής ή παγκόσμια συνομοσπονδία, καθώς η FA είχε κυρίαρχο ρόλο σε ό,τι αφορούσε τη διοίκησή του.

Το ποδόσφαιρο παρέμενε ένα βρετανικό σπορ σε μια εποχή που ο αθλητισμός συνολικά άλλαζε – αλλά όχι από τους Άγγλους. Η πρωτοβουλία για μια διεθνή και δυνητικά παγκόσμια διακυβέρνηση του αθλητισμού ξεκινούσε από το αντίπαλο δέος της Βρετανίας. Ο πιο σημαντικός ίσως θεσμός, που οδήγησε στην κατασκευή του πρώτου παγκόσμιου αθλητικού οικοδομήματος, ήταν η Union des sociétés françaises de sports athlétiques, γνωστή από τα αρχικά της ως USFSA. Ιδρυμένη ως ένωση δύο αθλητικών συνδέσμων, που προέρχονταν από τα σωματεία της αστικής τάξης του Παρισιού Racing Club de France και Stade Français, καθώς και άλλων Γάλλων ευγενών μυημένων στη βρετανική αθλητική οργάνωση, από το 1890 η USFSA ανέλαβε να παίξει πρωτοπόρο ρόλο στην οργάνωση του διεθνούς πλαισίου του αθλητισμού, σε ένα πεδίο που είχε μείνει ελεύθερο από τους Βρετανούς. Η αλήθεια είναι ότι η αγγλική αστική και αριστοκρατική τάξη δεν ενδιαφερόταν τόσο πολύ για τους τρόπους με τους οποίους θα μοιραζόταν τις ασχολίες της, ούτε με άλλους πολιτισμούς, ούτε με άλλες τάξεις. Άλλωστε και το ίδιο το ποδόσφαιρο το προόριζε για τον εαυτό της, για να βρεθεί προ τετελεσμένων ιστορικών γεγονότων όταν οι μάζες δε σταματούσαν να παίζουν το σπορ που αποτελούσε μια εξέλιξη του δικού τους παιχνιδιού.

Η USFSA, με σύμβολο δύο κρίκους, που συμβόλιζε την ένωση αυτών των δύο αθλητικών συνδικάτων του Παρισιού, αποτέλεσε και την οργανωτική δομή για να δημιουργηθεί το σύγχρονο Ολυμπιακό Κίνημα, που με αντίστοιχο συμβολισμό 5 ενωμένων κύκλων, που αντιστοιχούν στις ηπείρους, ξεκίνησε το 1896 την πρώτη μεγάλη πολυαθλητική διοργάνωση, αυτή των Ολυμπιακών Αγώνων. Η πλήρως αριστοκρατική καταγωγή του Ολυμπιακού κινήματος, καθώς και η επέκταση των δραστηριοτήτων της USFSA στη διοργάνωση του πρωταθλήματος του ράγκμπι, ενός σπορ των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, στη Γαλλία, άφηνε κατά την αλλαγή του αιώνα στο περιθώριο το ποδόσφαιρο, το οποίο ήταν μεν κομμάτι του Ολυμπιακού προγράμματος, αλλά με μια μορφή ερασιτεχνική, που καμία σχέση δεν είχε με το μαζικό βρετανικό σπορ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο χρυσό μετάλλιο κατέκτησε το πλήρωμα ενός Δανέζικου πλοίου που είχε προσαράξει στον Πειραιά, αντιμετωπίζοντας τον Ποδηλατικό Σύλλογο Αθηνών σε έναν αγώνα που ήταν περισσότερο παρωδία, καθώς έληξε είτε 9-0, είτε 15-0 για τους Δανούς, υπό τη διεύθυνση του Πρίγκιπα Γεωργίου, που ανέλαβε χρέη διαιτητή στην αναμέτρηση.

Την εποχή λοιπόν που ο αθλητισμός συγκροτούνταν σε διεθνές επίπεδο μόνο μέσα σε ένα αριστοκρατικό πλαίσιο, το μαζικό ποδόσφαιρο έμενε έξω από αυτή τη διαδικασία και υπό βρετανικό έλεγχο. Μετά τη διοργάνωση δύο Ολυμπιακών Αγώνων, που για ευνόητους λόγους έγιναν στην Αθήνα και το Παρίσι, η ολλανδική ποδοσφαιρική ομοσπονδία κάλεσε τη Football Association να αναλάβει μια πρωτοβουλία για την αυτοτελή διεθνή διοργάνωση του ποδοσφαίρου. Όμως οι Βρετανοί δεν είχαν κανένα λόγο να δημιουργήσουν ένα διεθνή θεσμό εκεί που μπορούσαν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο μέσω της δικής τους εθνικής ομοσπονδίας. Για το λόγο αυτό, απάντησαν αρνητικά, ενώ αντίστοιχη αδιαφορία προς ένα ενδεχόμενο σύστασης διεθνούς θεσμού έδειξαν και όταν ο Πρόεδρος της USFSA, ο δημοσιογράφος Robert Guérin, έκανε την ίδια πρόταση.

Ο Guérin, βεβαίως, δεν είχε μόνο αγνούς σκοπούς. Σε μια εποχή που όλο το αθλητικό οικοδόμημα ήταν στην ουσία υπό κατασκευή, ήθελε να εξασφαλίσει ότι η USFSA θα είχε την αρμοδιότητα διοίκησης του μαζικότερου σπορ που αναπτυσσόταν σιγά σιγά και στη Γαλλία. Ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχει αυτό ήταν η συμμετοχή της USFSA – αντί άλλων γαλλικών συνδέσμων με ίδιες προσδοκίες – σε μία διεθνή συνομοσπονδία. Αυτή η πρακτική προσκόλλησης σε διεθνείς συνομοσπονδίες για την εξασφάλιση της εγχώριας εξουσίας σε ένα σπορ θα γινόταν ένα μόνιμο σκηνικό σε κάθε αναπτυσσόμενο άθλημα, σε κάθε χώρα. Η αλήθεια είναι, ωστόσο, ότι η Football Association πολύ δύσκολα θα δεχόταν να γίνει ισότιμος συνομιλητής με τον Guérin, καθώς ο Γάλλος αριστοκράτης εκπροσωπούσε μια σέχτα αθλητικών παραγόντων της Γαλλίας που ήθελαν να διοικήσουν και το ποδόσφαιρο σε εθνικό επίπεδο, χωρίς κανένα προηγούμενο έργο στην ανάπτυξη του, τη στιγμή που η FA διοργάνωνε για δεκαετίες επαγγελματικό πρωτάθλημα και κύπελλο, με τεράστια προσέλευση οπαδών, καθώς και συμμετείχε στις διεθνείς διοργανώσεις με τα κράτη του Ηνωμένου Βασιλείου που είχαν πολύ μεγαλύτερη ποδοσφαιρική παράδοση από τη Γαλλία.

Όμως, όσο λογική κι αν φαινόταν μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο η στάση της Football Association, άλλο τόσο κοντόφθαλμη ήταν, καθώς δεν υπολόγιζε ότι η γαλλική αριστοκρατία θα μπορούσε να βρει τους συμμάχους από την ηπειρωτική Ευρώπη για να πετύχει το σκοπό της. Έτσι, ο Guérin, αψηφόντας την όποια παράδοση και βλέποντας τη μεγάλη ευκαιρία να ανοίγεται μπροστά του, απουσία κάποιου διεθνούς θεσμού, κάλεσε τις ήδη ιδρυμένες ομοσπονδίες του Βελγίου, της Δανίας, της Ολλανδίας, της Σουηδίας και της Ελβετίας, καθώς και τον σύλλογο της Madrid FC, προκειμένου να ιδρύσουν στο Παρίσι τον διεθνή ποδοσφαιρικό θεσμό. Στις 21 Μαΐου του 1904, υπογράφηκε στο νούμερο 229 της rue St Honoré, στο 1ο διαμέρισμα του Παρισιού, η ιδρυτική διακήρυξη της Fédération Internationale de Football Association, που λόγω της γαλλικής έμπνευσης και τόπου γεννήσεως πήρε το όνομά της στη γαλλική γλώσσα, για να δημιουργηθεί το πασίγνωστο ακρωνύμιο της FIFA.

Ο 28χρονος Guérin έτσι πετύχαινε το βασικό στόχο του, καθιστώντας την USFSA, ως ιδρυτικό μέλος της FIFA, υπεύθυνη για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στη Γαλλία, ενώ αναλαμβάνοντας την προεδρία της νέας ποδοσφαιρικής οργάνωσης μπορούσε να φέρει τη Γαλλία σε κεντρική θέση όσο αφορά την παγκόσμια ανάπτυξη του σπορ, εκμεταλλευόμενος το κενό που άφηνε η αδιάφορη για αυτό το ρόλο Αγγλία. Όμως, η Ιστορία έδειξε γρήγορα ότι οι Άγγλοι δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό κοντόφθαλμοι. Η κραταιά σήμερα FIFA δε θα μπορούσε να παίξει το ρόλο της διεθνώς αν δεν κατάφερνε να συμπεριλάβει την Αγγλία στις τάξεις της. Δεδομένου του κινήτρου του Guérin, καθώς και άλλων παραγόντων από τις εθνικές συνομοσπονδίες (συμπεριλαμβανομένης και της Madrid FC, που αργότερα ονομάστηκε Réal, προερχόμενης από μια χώρα χωρίς ποδοσφαιρική ομοσπονδία), ήταν να αποκτήσουν διεθνή αναγνώριση και όχι να ανταγωνιστούν τη μητέρα του σπορ, όλες οι κινήσεις της FIFA αφορούσαν τους όρους με τους οποίους οι Άγγλοι θα γίνονταν κομμάτι της.

Αυτό έγινε τελικά το 1905, όταν η Αγγλία έγινε μέλος του διεθνούς οργανισμού με μία διαδικασία που ολοκληρώθηκε το 1906, όταν στο συνέδριο της Βέρνης ο Daniel Woοlfall, παράγοντας της εργατικής Blackburn, ανέλαβε χρέη προέδρου στη FIFA, παραμένοντας σε αυτή τη θέση μέχρι και την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ηγεσία του Woolfall ήταν καθοριστική ώστε να η Αγγλία να κρατήσει κεντρική θέση στην ποδοσφαιρική ανάπτυξη, καθώς το ποδόσφαιρο έφευγε σταδιακά από τα χέρια των Άγγλων στις εθνικές ομοσπονδίες, που περνούσαν υπό τον έλεγχο των γηγενών. Όμως, ο Woolfall έχει κι άλλους λόγους να μνημονεύεται, με κυριότερο τη διοργάνωση του πρώτου πραγματικά διεθνούς ποδοσφαιρικού τουρνουά. Η τοποθέτηση του στη θέση του επικεφαλής της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας μάλιστα, ίσως κινητροδοτήθηκε από αυτή την ιστορική συγκυρία.

Το Λονδίνο ήταν η διοργανώτρια πόλη των 4ων Ολυμπιακών Αγώνων, που διεξήχθησαν το 1908 και η Μεγάλη Βρετανία ήθελε όσο τίποτα να διαφημίσει το εθνικό της σπορ, αυτό που σε αντίθεση με άλλα ολυμπιακά αθλήματα κωδικοποιήθηκε μέσα στα κέντρα του δικού της συστήματος εκπαίδευσης, αντανακλούσε τη δική της κοινωνία και εξαπλωνόταν μαζί με τη δική της πολιτιστική επιρροή. Έτσι, 12 χρόνια μετά τον αγώνα παρωδία των Ολυμπιακών της Αθήνας, στο Λονδίνο έγινε ένα τουρνουά με τη συμμετοχή 8 ομάδων αρχικά, αν και τελικά, λόγω εσωτερικών ζητημάτων που εμπόδισαν τις ομάδες της Αυστροουγγαρίας, τη Βοημία και την Ουγγαρία, να πάρουν μέρος, οι συμμετέχουσες ομάδες ήταν 6. Η Δανία κέρδισε διαδοχικά 9-0 και 17-1 τις δύο γαλλικές ομάδες, ενώ η Μεγάλη Βρετανία επιβλήθηκε με 12-1 της Σουηδίας και 4-0 της Ολλανδίας. Στον τελικό οι γηπεδούχοι και διοργανωτές επικράτησαν με 2-0 των Δανών για να κερδίσουν αυτό το πρώτο πραγματικά διεθνές ποδοσφαιρικό μετάλλιο.

Η θέση, ωστόσο, του ποδοσφαίρου, δεν ήταν καθόλου δεδομένη στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων και παρά τη μετέπειτα επιτυχία του, το ποδοσφαιρικό τουρνουά της Στοκχόλμης δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα διοργανωθεί το 1912. Εκεί, ο τελικός είχε και πάλι τους ίδιους αντιπάλους, στην τελευταία διεθνή ποδοσφαιρική συνάντηση πριν το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πραγματική ανάπτυξη του Παγκοσμίου Ποδοσφαίρου θα ερχόταν αμέσως μετά…

Ο Πόλεμος των Χαρακωμάτων διέλυσε τις υποδομές και σχεδόν εξαφάνισε μια γενιά των χωρών της Ευρώπης, καταφέρνοντας καίριο πλήγμα και στο ποδόσφαιρο και τους θεσμούς του. Μετά το τέλος του, υπό τις νέες διεθνείς πολιτικές ισοροπίες, η FIFA βρισκόταν στο μεταίχμιο, μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες συνέχισαν να διεξάγονται με αρχή τους Αγώνες της Αμβέρσας το 1920, όμως οι ποδοσφαιρικοί θεσμοί, πληρώνοντας ίσως και το τίμημα της μεγαλύτερης συνεισφοράς της εργατικής τάξης στο πόλεμο, έκαναν πιο αργά βήματα ανασυγκρότησης όσο αφορά την Ευρώπη, γιατί στη Νότια Αμερική το ποδόσφαιρο διήνυε την πρώτη χρυσή εποχή του.

Το πρώτο μεταπολεμικό συνέδριο της FIFA διεξήχθη στη Γενεύη το 1923. Εκεί εξελέγει πρόεδρος της Συνομοσπονδίας για δεύτερη φορά ένας Γάλλος, ένας δικηγόρος, γιος μανάβη από την ανατολική Γαλλία, βαθιά Καθολικός, ο εμβληματικότερος πρόεδρος στην Ιστορία της, ο Jules Rimet. Ο Rimet ήταν ίσως ο καταλληλότερος άνθρωπος για να οδηγήσει το ποδόσφαιρο σε αυτή τη νέα εποχή και στην πραγματική παγκοσμιοποίησή του. Οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις ευθυγραμμίζονταν με την παπική εγκύκλιο του Rerum novarum, του Πάπα Λέοντος του 13ου, σύμφωνα με την οποία ιδιαίτερο βάρος έρπεπε να δοθεί εκ μέρους της εκκλησίας όσο αφορά τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης. Βεβαίως, η παπική εκκλησία ως θεσμός δεν είχε κάποιο μεγάλο πόνο για τους κολασμένους της Γης, παρά έβλεπε τον κίνδυνο αυτοί να εκφράσουν την οργή για την ανέχειά τους με τρόπους επαναστατικούς, εμφορούμενοι από τις μεγάλες ιδέες που αναπτύσσονταν κατά τον 19ο αιώνα και οδήγησαν μέχρι και στην εργατική κατάληψη της εξουσίας στο Παρίσι της Κομμούνας του 1871. Η εκκλησία είχε υπό αυτές τις συνθήκες το συμφέρον να λειτουργήσει ως ο φορέας που θα μπορέσει να διαχειριστεί με τρόπο πιο ανώδυνο για την άρχουσα τάξη αυτή τη λαϊκή οργή: οι πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των όρων ζωής και του περιεχομένου της ζωής των εργατών βοηθούσαν σε αυτή την κατεύθυνση. Δεδομένης δηλαδή της ιδεολογικής πίεσης, η στάση αυτή της καθολικής εκκλησίας μπορεί να αναγνωστεί ως κατάκτηση της εργατικής τάξης, ακόμα και σε συνθήκες που δε διεκδικούσε οργανωμένα την ανατροπή της εχθρικής προς αυτήν εξουσία. Άλλωστε δεν ξέρουμε πόσο εύκολο είναι να ισχυριστεί κανείς ότι ένας κραταιός θεσμός, όπως ο Πάπας, χωρίς βαθύτερους λόγους αποφάσισε να διακηρύξει μια τέτοια φαινομενικά ριζοσπαστική πολιτική γραμμή.

Εμφορούμενος από αυτές τις ιδέες ο Rimet είχε ιδρύσει το 1897, δηλαδή 6 χρόνια μετά τη διακήρυξη του Rerum novarum, τον εργατικό σύλλογο Red Star στο Παρίσι, που μέχρι τις μέρες μας αποτελεί ένα σύμβολο υπερηφάνιας των φτωχότερων στρωμάτων που ζουν στο περιθώριο της υπέρλαμπρης γαλλικής πρωτεύουσας. Η ιστορική καταγραφή έχει κατατάξει τον Rimet ως έναν εμπνευσμένο άνθρωπο που πίστευε στη συνεννόηση και ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των εθνών, κάτι που ήταν φυσικά αναγκαίο για την μεταπολεμική (ή μεσοπολεμική) ανοικοδόμηση. Όπως είναι φυσικό, η ανάγνωση αυτού του χαρακτηριστικού δε μπορεί να είναι αφελής: ο Rimet είτε πίστευε συνειδητά σε αυτό το δρόμο εναρμονισμένος με τη βαθύτερη ιδεολογική στάση της εκκλησίας, γνωρίζοντας τις επιπτώσεις του πολέμου στην Τσαρική Ρωσία που οδήγησαν στη Μπολσεβικική Επανάσταση, είτε ως ιδεαλιστής πίστευε ότι η διεθνής συνεννόηση ήταν η καλύτερος δρόμος προόδου μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα που θεωρούσε είτε φυσικό, είτε μονόδρομο. Σε κάθε περίπτωση, ενώ η καθολική εκκλησία είχε επίσημα αποκηρύξει, ως ήταν φυσικό, τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις, δε γνωρίζουμε κάτι συγκεκριμένο για τη στάση του Rimet, παρά το γεγονός ότι η νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση δεν έγινε δεκτή στη FIFA καθόλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Η εξέταση της πολιτικής ιδεολογίας του Jules Rimet μπορεί να αποτελέσει από μόνη της ένα θέμα διατριβής, καθώς πάνω της στηρίζεται όλο το σύγχρονο οικοδόμημα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όμως στην ιστορική αναζήτηση της ύπαρξης και εξέλιξης του Παγκοσμίου Κυπέλλου ίσως αυτό που έχει σημασία να αξιοποιηθεί ως δεδομένο είναι η ακραιφνής διεθνιστική του αντίληψη, σε αντίθεση με το συντηρητισμό των αστικών και αριστοκρατικών τάξεων που σε άλλες χώρες, κυρίως όσες βρίσκονταν υπό τη βρετανική επιρροή, κρατούσαν το ποδόσφαιρο εγκλωβισμένο σε μια πολύ μικρότερη κλίμακα από αυτή που ήταν η πραγματική δυναμική του. Για όποιον λόγο κι αν πίστευε όσα πίστευε ο Rimet, είναι καταγεγραμμένο το γεγονός ότι χρειαζόταν η δική του αντίληψη για να απελευθερωθούν οι δυνάμεις που θα έκαναν το ποδόσφαιρο το κοινωνικό φαινόμενο που γνωρίζουμε σήμερα.

Ένα ακόμα στοιχείο που δε μπορεί να παρακαμφθεί εξετάζοντας την προσφορά του Rimet είναι το γεγονός ότι σκεφτόταν έξω από τα ως τότε δεδομένα πλαίσια, χαράσσοντας έτσι και μια στρατηγική γραμμή που διαχρονικά χαρακτήριζε την πορεία της FIFA. Όταν το ποδόσφαιρο φαινόταν στα μάτια των Ευρωπαίων να είναι ένα αγγλικό προϊόν που αφορούσε μια σειρά από χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ο Rimet είδε πολύ άμεσα ότι ο μεγαλύτερος του σύμμαχος – και κυρίως σύμμαχος του οράματός του – βρισκόταν στην άλλη μεριά του ωκεανού. Το ποδόσφαιρο του Río de la Plata, χωρίς να έχει συντριβεί από τον πόλεμο, έχοντας απεμπλακεί από την αγγλική επιρροή, αποκτώντας τη δική του ξεχωριστή αισθητική και κοινωνική ιδιοσυγκρασία, αποκτώντας μάλιστα και ένα υψηλότατο επίπεδο όσο αφορά τις καθαυτές αθλητικές επιδόσεις, μπορούσε να γίνει ο φορέας στον οποίο θα στηριζόταν η νέα μορφή του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού δικτύου.

Ένα χρόνο μετά την εκλογή του στην Προεδρία της FIFA, o Rimet έβλεπε τη μεγάλη ευκαιρία στους Ολυμπιακούς Αγώνες που διοργανωνόταν στην πόλη που ζούσε, το Παρίσι. Εκεί κάλεσε τις εθνικές ομάδες της Ουρουγουάης και της Αργεντινής, που ήδη αγωνίζονταν στους δικούς τους νοτιοαμερικανικούς θεσμούς, δημιουργώντας μια θρυλική παράδοση και μαζικοποιώντας ταχύτατα το σπορ. Από τις δύο ομάδες η Ουρουγουάη ήταν αυτή που δέχθηκε την πρόσκληση, προκειμένου να γράψει χρυσές σελίδες εντός και εκτός αγωνιστικών χώρων στο Παρίσι του 1924, μετατρέποντας το ποδοσφαιρικό τουρνουά από ένα περιφερειακό γεγονός στο κεντρικό θέμα των Αγώνων, με τη ζήτηση για εισιτήρια να ξεπερνάει τη χωρητικότητα του Ολυμπιακού Σταδίου του Colombes και το ποδόσφαιρο να δείχνει ότι δε μπορεί να μπει σε συγκρίσεις, όσο αφορά τη μαζικότητα, με κανένα άλλο σπορ που έχουν επινοήσει οι άνθρωποι.

Η επιτυχία του ποδοσφαιρικού τουρνουά στο Παρίσι του 1924 δεν ήταν τυχαία – οι ποδοσφαιρικοί παράγοντες κατάφεραν να παραβούν επί της ουσίας ένα βασικό κανονισμό του ως τότε ορισμένου Ολυμπιακού Ιδεώδους, παρά τις αντιδράσεις μάλιστα των διάφορων Ομοσπονδιών. Η μεγάλη διαφορά ποιότητας της Ουρουγουάης δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της απουσίας του Πολέμου από τη Νότια Αμερική, ήταν και συνέπεια του επαγγελματισμού που ήδη ξεκίνησε να υπάρχει στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Την ίδια στιγμή ο δρόμος του επαγγελματισμού άνοιγε και στην Κεντρική Ευρώπη που είχε τους δικούς της ξεχωριστούς θεσμούς, όπως το Mitropa Cup και το Διεθνές Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης. Φαινόταν καθαρά και στην πράξη, δηλαδή, ότι ο επαγγελματισμός που γιγάντωσε το ποδόσφαιρο στη Βρετανία από το 1885, ανοίγοντας τις πόρτες για την αθρόα έλευση των εργατικών μαζών, είχε τα ίδια αποτελέσματα και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Το σχήμα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, που αιμοδοτείται από την εργατική τάξη και με αυτόν τον τρόπο γίνεται στοιχείο που μπορεί να αποτελέσει σύμβολο και ταυτότητα για τις μάζες, ήταν πλέον επαναλαμβανόμενο και αντίθετο με το πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων. Αυτό έδειχνε ότι είχε έρθει η ώρα για το σχίσμα.

Ήδη από το 1926 ο Γενικός Γραμματέας της FIFA, Henry Delaunay, υπερθεμάτιζε και υπέρ του επαγγελματισμού αλλά και υπέρ της ύπαρξης ποδοσφαιρικών δικτύων σε μεγαλύτερο, ευρωπαϊκό επίπεδο, όχι μόνο περιφερειακό, όπως αυτό της Κεντρικής Ευρώπης, αλλά και την ανάγκη ύπαρξης ενός παγκόσμιου θεσμού. Φυσικά, στην ίδια γραμμή κινούνταν και ο Rimet, που αναδεικνύοντας την Ουρουγουάη σε πρότυπο χώρας που η εθνική της υπόσταση και η αναγνώρισή της αλλάζει ποιότητα μέσω του ποδοσφαίρου, έβλεπε στη μικρή χώρα της Νότιας Αμερικής το κατάλληλο έδαφος για να υλοποιηθεί το όραμά του. Στο συνέδριο της FIFA που έγινε στο Άμστερνταμ το 1928 ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε αυτή η γραμμή, η αυτοτελής δηλαδή πορεία του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού οικοδομήματος, έξω από τα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων, με τη δημιουργία του Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA. Δεν υπήρχε καμία χώρα καταλληλότερη για να αναλάβει αυτή τη διοργάνωση, από την Ουρουγουάη, που πέρα από το γεγονός ότι κέρδισε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στο Παρίσι το 1924 και το Άμστερνταμ το 1928, επικρατώντας μάλιστα σε μια επική σειρά αγώνων της Αργεντινής στον τελικό, ήταν μια χώρα που βρισκόταν σε πλήρη οικονομική ανάπτυξη, ακολουθώντας τις τάσεις του μοντερνισμού, ρεύμα το οποίο χαρακτήρισε την ίδια τη γέννηση του Μουντιάλ και αντικατοπτρίζεται ως σήμερα σε κάθε πλευρά της αισθητικής του ταυτότητας.

Αν και η οριστική απόφαση για τον τόπο διεξαγωγής γράφτηκε στο συνέδριο της FIFA ένα χρόνο αργότερα, το 1929 στη Βαρκελώνη, η θέληση της Ουρουγουάης να αναλάβει αυτή τη διοργάνωση ήταν πρόδηλη από τη στιγμή που αποσπάστηκε η απαραίτητη συμφωνία για την έναρξή της. Το μόνο που προστέθηκε – και συμβάλει σε διαφορετικές ιστορικές αφηγήσεις – ήταν η πρόσθεση του επιχειρήματος ότι η Ουρουγουάη ήταν το 1929 δις ολυμπιονίκης, σε αντίθεση με το συνέδριο του 1928 που συνέβη πριν την έναρξη του Ολυμπιακού Τουρνουά. Πολλοί ιστοριογράφοι αναφέρουν ότι το γεγονός ότι η Ουρουγουάη κέρδισε την Αργεντινή στον τελικό του Άμστερνταμ ήταν ο λόγος που συνέβη στο έδαφός της το πρώτο Μουντιάλ, όμως μια σειρά στοιχείων, πολλά από τα οποία προαναφέρθηκαν, δείχνουν ότι και διαφορετικό να ήταν το αποτέλεσμα, οι λόγοι για να διεξαχθεί αυτό στην Ουρουγουάη ήταν ήδη πολλοί, ίσως αυτό το ποδοσφαιρικό αποτέλεσμα αφαιρούσε απλά επιχειρήματα από μια δυνητική αργεντίνικη διεκδίκηση της διοργάνωσης.

Η εξέλιξη αυτή του ποδοσφαίρου, σε διοικητικό και πολιτικό επίπεδο, μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δημιουργούσε μια νέα πολιτισμική ταυτότητα στο ίδιο το παιχνίδι. Η Γαλλία, καθώς και άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, έρχονταν στο προσκήνιο, αντικαθιστώντας τη βρετανική πρωτοκαθεδρία με ένα διεθνές σύστημα διοίκησης και οργάνωσης. Οι Βρετανοί που είχαν σκοπό να διατηρήσουν την αδιαμφισβήτητη θέση τους ως θεματοφυλάκων του σπορ δεν έδωσαν βάρος στην εμπλοκή τους σε ένα διεθνή θεσμό που φυσικά θα τους ανάγκαζε να εμπλακούν σε συγκρούσεις, παρά στην επιβεβαίωση της υπεροχής τους εντός των αγωνιστικών χώρων. Η εθνική ομάδα της Αγγλίας έγινε το εργαλείο αυτής της πολιτικής – αντί φυσικά να συμμετέχει σε διοργανώσεις ξένων προς τη Βρετανία διεθνών θεσμών, έπαιζε φιλικά παιχνίδια με όποια ομάδα έμοιαζε να είναι η καλύτερη όλων των άλλων. Κάθε νίκη εξασφάλιζε τη διαιώνιση αυτού του μύθου. Η πρώτη ήττα από εξωβρετανική ομάδα, ωστόσο, ήρθε το 1929, στη Μαδρίτη, από την Ισπανία που επιβλήθηκε στο Metropolitano με 4-3. Παρ’όλα αυτά το αποτέλεσμα ήταν οριακό, εκτός έδρας και ακολούθησε δυο εμφατικές νίκες με 1-4 στο Παρίσι και 1-5 στις Βρυξέλλες – έτσι η εποχή που θα αμφισβητούνταν αυτή η βρετανική κυριαρχία ακόμα έδειχνε να αργεί.

Πέρα από την εθνική ομάδα, η Football Association έδειξε όμως και την πυγμή της σε ένα άλλο επίπεδο, που σίγουρα αποτελεί κριτήριο για το ποιος είχε πραγματικά στα χέρια του τις τύχες του σπορ εκείνα τα χρόνια. Στις μέρες μας είναι σχεδόν απίθανο να σκεφτεί κανείς την αλλαγή κανονισμών του παιχνιδιού χωρίς κάτι τέτοιο να είναι απόφαση της FIFA. Η αλήθεια βέβαια που λιγότεροι γνωρίζουν είναι ότι τους κανονισμούς του ποδοσφαίρου δεν τους ορίζει η FIFA – τουλάχιστον όχι απ’ευθείας. Το αρμόδιο σώμα για τους κανονισμούς του ποδοσφαίρου είναι το International Football Association Board, στο οποίο σήμερα η FIFA συμμετέχει με 50% δικαίωμα συμμετοχής στην όποια απόφαση και πρακτικά ασκεί τον έλεγχό της πάνω σε αυτό. Όμως αυτό δεν ίσχυε εκείνη τη μεσοπολεμική και προμουντιαλική εποχή. Το IFAB, το οποίο ιδρύθηκε από της Home Countries, δηλαδή τις Ομοσπονδίες της Αγγλίας, Σκωτίας, Ουαλίας και Ιρλανδίας (τη σημερινή Ομοσπονδία της Βόρειας Ιρλανδίας) το 1886, είχε εκείνα τα χρόνια πολύ διαφορετικούς συσχετισμούς δύναμης. Το 1912 η FIFA αιτήθηκε να γίνει ισότιμο μέλος του συμβουλίου κανονισμών και ένα χρόνο αργότερα κατάφερε να εκπροσωπείται με 2 έδρες, τη στιγμή που οι άλλες 4 ανήκαν στις Ομοσπονδίες του Ηνωμένου Βασιλείου. Έτσι, οι αποφάσεις επί των κανονισμών ήταν μια βρετανική υπόθεση.

Η πιο σημαντική ίσως απόφαση για τη μετάβαση του ποδοσφαίρου από την πρωτοϊστορία του στη σύγχρονη εποχή ήταν η αλλαγή του κανονισμού του offside το 1925. Μέχρι τότε χρειαζόταν ένας παίχτης να καλύπτεται από 3 αντιπάλους του όταν γίνεται αποδέκτης της μπάλας που κινείται προς τα εμπρός, προκειμένου να μην είναι offside. Το γεγονός ότι μέσω της ανάπτυξης της τακτικής αυτό άφηνε λιγότερα περιθώρια στο σκοράρισμα, οδήγησε το IFAB στην υιοθέτηση της αλλαγής των παιχτών αυτών από 3 σε 2. Η αλλαγή αυτή με τη σειρά της είχε ως συνέπεια το ανακάτεμα της τράπουλας όσο αφορά την τοποθέτηση των παιχτών και άνοιξε το δρόμο στην ανάπτυξη της τακτικής με πρώτη καινοτομία την υιοθέτηση του συστήματος WM από τον Herbert Chapman στην Arsenal. Το πέρασμα από το 2-3-5 σε ένα σύστημα με κεντρικό αμυντικό και τους fullbacks (που ως σήμερα ονομάζονται έτσι) να μετακινούνται στα πλάγια ήταν η απόδειξη ότι την ουσιαστική εξέλιξη του παιχνιδιού ήλεγχε ακόμα η Αγγλία και όποιος ήθελε να βρίσκεται στην αιχμή της ποδοσφαιρικής ανάπτυξης έπρεπε να ακολουθεί την τάση του αγγλικού παιχνιδιού. Αυτή ήταν μια πραγματικότητα που η FIFA έπρεπε να αντιμετωπίσει – αν όχι στο χορτάρι, τότε στο διοικητικό επίπεδο.

Η πρώτη εποχή

Ο Jules Rimet δεν ήταν ποδοσφαιριστής, ούτε τεχνικός του ποδοσφαίρου, ήταν δικηγόρος και παράγοντας, ιδεολόγος Καθολικός και σίγουρα σωβινιστής Γάλλος που εναρμονιζόταν με τα συμφέροντα και τη γραμμή διεθνούς συνεργασίας της ρεπουμπλικανικής χώρας του. Η διαφορά της αντίληψης αυτής με τη βρετανική ήταν ότι μπορούσε να δώσει πολύ περισσότερο χώρο σε κάθε ξεχωριστή ταυτότητα που μπορούσε να αναδειχθεί από το παιχνίδι. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν έτσι κι αλλιώς γαλλικό και ο Rimet δεν είχε λόγο να θέλει να επιβάλει τη γαλλική κυριαρχία στην κουλτούρα του, τον ένοιαζε κυρίως να είναι η Γαλλία στο επίκεντρο των αποφάσεων. Για το λόγο αυτό η Νότια Αμερική ήταν και το καλύτερο εργαστήριο για την εκτέλεση του πειράματός του.

Στην Αγγλία η αλλαγή της τακτικής προσέγγισης αφορούσε μηχανικούς χειρισμούς που οδηγούσαν στα επιτυχή αποτελέσματα, ενώ αυτός ο ποδοσφαιρικός ορθολογισμός κυριαρχούσε και σε άλλες χώρες, όπου βρετανόφιλοι παράγοντες και τεχνικοί προσπαθούσαν να στήσουν την κάθε εθνική ποδοσφαιρική σχολή στα βρετανικά πρότυπα. Το μόνο μέρος στο οποίο συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο ήταν οι δύο χώρες του Río de la Plata. Η Αργεντινή και η Ουρουγουάη αφενός δεν είχαν κανένα λόγο να ψάξουν αυτή τη βρετανικότητα, δεδομένου ότι το πρόβλημά τους ήταν ακριβώς το αντίθετο, η υπέρμετρη συμβολή των βρετανών στην ίδρυση του εθνικού τους ποδοσφαίρου και άρα στην εθνική ποδοσφαιρική αντίληψη, αφετέρου είχαν κάθε λόγο να ιδεολογικοποιήσουν βαθιά το παιχνίδι τους, προκειμένου να βρουν αυτόν τον διαφορετικό δρόμο της πραγματικά αυτοτελούς και ανεξάρτητης από τη Βρετανία ποδοσφαιρικής ανάπτυξης.

Αν δει κανείς τη σύνθεση των χωρών που πήραν μέρος στο πρώτο Μουντιάλ που διεξήχθη στην Ουρουγουάη μπορεί να καταλάβει εύκολα ότι ήταν ιδανική για τη φαινομενική επιτυχία αυτού του δρόμου. Πέρα από τις 7 νοτιοαμερικάνικες χώρες, δηλαδή την Ουρουγουάη, την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Χιλή, την Παραγουάη, τη Βολιβία και το Περού, συμμετείχαν 2 από την Βόρεια Αμερική, το Μεξικό και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ από την Ευρώπη ταξίδεψαν το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία. Το ενδιαφέρον βρίσκεται σε αυτή την ευρωπαϊκή συμμετοχή. Η μόνη χώρα με σαφείς δεσμούς με τη Βρετανία είναι το Βέλγιο, που το ποδόσφαιρο είχε μεταφερθεί από Άγγλους στα λιμάνια της Φλάνδρας και μάλιστα ο περίφημος διαιτητής super star της εποχής, Jean Langenus, προερχόταν από μια βαθιά αγγλόφιλη οικογένεια της Αμβέρσας, με το μικρό του όνομα να είναι στην πραγματικότητα John και όχι Jean όπως λόγω της εθνικότητάς του παρουσιάζεται στα διάφορα αρχεία. Η Γαλλία ήταν σε κάθε βήμα της το αντίβαρο της βρετανικής προσέγγισης στο σπορ, ακόμα κι αν οι πρώτοι εμπνευστές της εθνικής αθλητικής αντίληψης είχαν μελετήσει την αντίστοιχη αγγλική για να εφαρμόσουν τις ιδέες τους στην πατρίδα τους. Η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία ήταν δυο χώρες πολύ μακριά από τη σφαίρα επιρροής των βρετανικών συμφερόντων, έξω από την τυπική και άτυπη Αυτοκρατορία, με τη Ρουμανία ιδιαίτερα να διατηρεί διαχρονικά πολύ στενούς πολιτιστικούς δεσμούς με τη Γαλλία, λόγω του λατινικού της υποβάθρου.

Οι χώρες όπου είχε μεταφερθεί η κορυφαία αγγλική ποδοσφαιρική σκέψη, δηλαδή οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, η Αυστρία, η Τσεχοσλοβακία, η Ουγγαρία και η Ιταλία, ακόμα και άλλες που υπολείπονταν, όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και οι σκανδιναβικές χώρες, δε συμμετείχαν σε αυτή τη διοργάνωση. Έτσι, στην Ουρουγουάη δε θα αναμετρώνταν το WM με το 2-3-5, δε θα έπαιζαν αντιμέτωπες οι ομάδες που είχαν στα εδάφη τους επαγγελματικά πρωταθλήματα, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για να αποθεωθούν οι εθνικές αντιλήψεις της αισθητικής απόδοσης, όπως ήταν η αργεντίνικη Nuestra και η πιο μαχητική ουρουγουανική garra charrúa. Η έμφαση δε δίνεται στην τακτική εξέλιξη του παιχνιδιού, αλλά στον τρόπο του παιξίματος, στην ατομική τεχνική, στο παιχνίδι με κοντινές πάσες και στην ικανότητα αυτοσχεδιασμού.

Η ιστορία των ποδοσφαιρικών αποτελεσμάτων έχει γράψει ότι το επίκεντρο της ποδοσφαιρικής αρτιότητας εκείνη την εποχή βρισκόταν στο Río de la Plata. Όμως μια αναζήτησή των συγκριτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να συνηγορήσουν σε κάτι τέτοιο υπόκειται κριτικής. Για παράδειγμα, οι μεγάλες ομάδες της Ουρουγουάης ποτέ δεν αντιμετώπισαν την Αγγλία, κάποια άλλη βρετανική εθνική ομάδα με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές ή κάποια εθνική ομάδα της Ευρώπης αποτελούμενη από επαγγελματίες. Το ίδιο και η εθνική ομάδα της Αργεντινής. Οι Αργεντίνοι και οι Ουρουγουανοί κατάφεραν να κερδίσουν τους Βρετανούς που βρισκόταν στο έδαφός τους, αποσπώντας το ποδόσφαιρο για να το καταστήσουν εθνικό κεφάλαιο. Άρα το συμπέρασμα που μπορεί να βγει από αυτά τα ιστορικά δεδομένα είναι ότι σε καθαρά αθλητικό επίπεδο είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η θέση του rioplatense ποδοσφαίρου στο παγκόσμιο πλαίσιο εκείνης της εποχής, η αδιαμφισβήτητη προσφορά όμως της αργεντίνικης και ουρουγουανικής σχολής ήταν ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια ιδιαίτερη εθνική ποδοσφαιρική σχολή με τεράστιο ιδεολογικό βάθος, μακριά από τη μητρόπολη του σπορ. Αυτό ήταν κάτι που ο Rimet και συνολικά ο οργανισμός της FIFΑ είχαν πολύ μεγαλύτερη ανάγκη εκείνα τα χρόνια, παρά την τεχνική εξέλιξη.

Ίσως το πρώτο Μουντιάλ στο οποίο εκφράστηκε η μοντέρνα ποδοσφαιρική σκέψη της εποχής ήταν αυτό του 1934. Το σχόλιο αυτό μπορεί να μοιάζει εμπαθές απέναντι στο ποδόσφαιρο της Νότιας Αμερικής, όμως η αντικειμενική αναζήτηση του ποδοσφαιρικού επιπέδου των δύο ηπείρων και η συγκριτική ματιά ενισχύει αυτή την πεποίθηση. Το 1934 συμμετείχαν στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας 12 ευρωπαϊκές ομάδες, μεταξύ των οποίων όλες οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, μαζί με τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Ισπανία, τη Σουηδία, ενώ επέστρεψε στο θεσμό το Βέλγιο και η Γαλλία. Μια ματιά στις απαρχές του ποδοσφαίρου σε αυτές τις χώρες, με έμφαση την ποδοσφαιρική ανάπτυξη της λεγόμενης Σχολής του Δούναβη είναι αρκετή για να αναδειχθεί η διαφορά της προσέγγισης που υπήρχε σε σχέση με τη Νότια Αμερική. Στην Αυστρία ο Jimmy Hogan έγινε ο αγγελιοφόρος του ποδοσφαίρου, ο Hugo Meisl ήταν ένας βρετανοθρεμμένος παράγοντας που ανέπτυξε τις δικές του σκέψεις για το ποδόσφαιρο της πατρίδας του, άλλης αυτοκρατορίας, στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο που αναπτυσσόταν το βρετανικό σπορ, ενώ ο “πατριάρχης” του ιταλικού ποδοσφαίρου ήταν ένας από τους πιο φανατικούς αγγλόφιλους και αγγλοθρεμμένους Ιταλούς που έχουν υπάρξει στην Ιστορία, ο Vittorio Pozzo.

Από τη Νότια Αμερική συμμετείχαν στη διοργάνωση η Βραζιλία και η Αργεντινή. Αμφότερες αποκλείστηκαν στον πρώτο γύρο από την Ισπανία και τη Σουηδία αντίστοιχα, δηλαδή από χώρες που δεν ήταν καν ανάμεσα στις πρωταγωνίστριες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου της εποχής. Η δημιουργία δύο διαφορετικών ποδοσφαιρικών δικτύων, ενός στην Ευρώπη και ενός στη Νότια Αμερική, ήταν ίσως αναγκαία για να μπορέσει το ποδόσφαιρο να αποκτήσει βαθιές ρίζες σε δύο γεωγραφικές περιοχές που θεωρούνται ως σήμερα οι παραδοσιακοί πυλώνες του. Ίσως αν όλες αυτές οι χώρες έπαιζαν με τους ίδιους όρους, στις ίδιες διοργανώσεις από την αρχή, ο ποδοσφαιρικός παγκόσμιος χάρτης των ημερών μας να ήταν διαφορετικός. Έπρεπε οι διαφορετικές αντιλήψεις, μαζί και αυτή η βρετανική που παρέμενε ξεκομμένη, να αναπτυχθούν ίσως μέχρι ένα σημείο ξεχωριστά, ώστε να μπορέσουν χωρίς πισωγυρίσματα να δημιουργήσουν τις βαθιές κοινωνικές προεκτάσεις που ήταν αναγκαίες για να ριζώσουν στην ίδια την ψυχοσύνθεση των λαών των χωρών αυτών.

Αν σκεφτεί κανείς ότι οι χώρες της Ευρώπης που δε βρέθηκαν ανάμεσα σε εκείνες τις πρώτες πρωταγωνίστριες του ποδοσφαιρικού στερεώματος δεν κατάφεραν ποτέ να φτιάξουν μια ιδιαίτερη ποδοσφαιρική παράδοση και μία ξεχωριστή αναγνωρίσιμη ποδοσφαιρική σχολή, ο τρόπος που εξελίχθηκε η Ιστορία ήταν ίσως ο μοναδικός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτό που αντιλαμβανόμαστε σήμερα ως ποδοσφαιρικό οικοδόμημα παγκοσμίως. Την ίδια στιγμή, η απουσία ξεχωριστού ποδοσφαιρικού δικτύου στην Αφρική δε βοήθησε τις χώρες της ηπείρου να αναπτύξουν το αντίστοιχο βάθος στην ποδοσφαιρική τους κουλτούρα. Η Αίγυπτος μπορεί να συμμετείχε στο Μουντιάλ του 1934 (μετά από το καράβι που έχασε λόγω θαλασσοταραχής στη Μεσόγειο το 1930), όμως παρά και την παρουσία της σε Ολυμπιακούς Αγώνες παρέμενε μια περιφερειακή μικρή δύναμη μέσα στη μεγάλη και ραγδαία ποδοσφαιρική εξέλιξη, κομμάτι μιας ευρωπαϊκής πορείας του σπορ που χρειάστηκε πολλές δεκαετίες για να βρει το βηματισμό του στην Αφρική, για πολλούς λόγους που ιστορικά εξηγούνται αργότερα.

Η ανάπτυξη των δύο ποδοσφαιρικών δικτύων, της Κεντρικής Ευρώπης και του Río de la Plata, όμως, δεν έχει μοναδική αντίθεση τη σχέση με το αγγλικό ποδόσφαιρο και τη διαφορετική έμφαση στην ποδοσφαιρική τακτική ή αισθητική. Η ιδεολογική βάση τους είναι η απόδειξη ότι όσα συμβαίνουν στο ποδόσφαιρο είναι αντικατοπτρισμός της ανθρώπινης Ιστορίας, μιας πραγματικά υλικής βάσης και όχι μιας τυχαίας ιδεαλιστικής έμπνευσης. Το φαινομενικά “ρομαντικό” νοτιοαμερικανικό ποδόσφαιρο, με την πλούσια βιβλιογραφία του, το λεξιλόγιο, τις ταυτότητες και την εμμονή στην αισθητική του υπεροχή ήταν αποτέλεσμα κοινωνιών που έβλεπαν τον κόσμο με μια αντικειμενική προοδευτική αισιοδοξία, προερχόμενες από μεγάλες αυτοκρατορίες με σκοπό να υπάρξουν ως ανεξάρτητα κράτη από ένα συνονθύλευμα αφιχθέντων που έψαχναν να βρουν μια κοινή εθνική συνείδηση. Από την άλλη, το ποδόσφαιρο στην Κεντρική Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι συμβάδιζε γεωγραφικά και πνευματικά με τις πιο πρωτοπόρες πνευματικές αναζητήσεις της εποχής, ήταν έκφραση Αυτοκρατοριών που η εθνική τους ταυτότητα στηριζόταν σε έναν κόσμο που ανήκε στο παρελθόν.

Η πολιτική στόχευση των διοργανωτών των δύο πρώτων αυτών Μουντιάλ, που ήταν τελικά και οι ομάδες που τα κέρδισαν, δείχνει αυτή την αντίθεση. Από τη μια η Ουρουγουάη δημιουργούσε μια νέα σύγχρονη πρωτεύουσα, βασισμένη στις αρχές του αρχιτεκτονικού μοντερνισμού, με τον Le Corbusier να την αναγνωρίζει ως λαμπρό πεδίο εφαρμογής της αιχμής της πνευματικής προσέγγισης στην πολεοδομία, ενώ το κεντρικό νεόκτιστο γήπεδο, που γιόρταζε τα 100 χρόνια της ανεξαρτησίας, ήταν μια ευθεία απεικόνιση αυτής της αντίληψης. Στην Ιταλία, το Μουντιάλ του 1934 ήταν το πρώτο (δεν άργησε κιόλας) που ήταν τόσο στενά δεμένο με τις αντιλήψεις μιας απολυταρχικής εξουσίας που στόχο δεν είχε την ακτινοβολία μιας μικρής χώρας που δημιουργεί κουλτούρα πάνω σε παρθένο έδαφος, αλλά εκείνης που έχει επιφορτιστεί με το βάρος να κουβαλήσει τον ανθρώπινο πολιτισμό χιλιετιών που υπήρξε στο έδαφός της. Το στάδιο του τελικού, που έφερε το όνομα του φασιστικού κόμματος και είχε χτιστεί στην τοποθεσία που αργότερα υπήρξε το Stadio Flaminio, είχε σχήμα D για να συμβολίζει την προσφώνηση του αρχηγού του φασιστικού μορφώματος και όλα τα νεόκτιστα γήπεδα είχαν σκοπό να συμβολίσουν μια φουτουριστική αντίληψη του αρχαίου ρωμαϊκού μεγαλείου. Δεν είναι τυχαίο ότι στην ιστορική αφήγηση, μέσα και από την ιστορική απόσταση, η συμβολή του νοτιοαμερικανικού πειράματος μοιάζει πολύ πιο σημαντική για αυτό που το ποδόσφαιρο συμβολίζει για δισεκατομμύρια ανθρώπους στις μέρες μας, ακόμα κι αν δεν είχε την πιο εξελιγμένη τακτική προσέγγιση.

Αυτή σίγουρα εκφραζόταν εκείνη την εποχή από το ιταλικό metodo του Vittorio Pozzo που δεν ήταν πολύ μακριά από το WM του Herbert Chapman. Η διαφορά τους ήταν ότι ενώ το WM τοποθετούσε μια τριάδα στην άμυνα, η ιταλική εκδοχή της τακτικής εξέλιξης κρατούσε τους fullbacks ως αμυντικό δίδυμο με τον κεντρικό center half να ξεκινάει τις προσπάθειές του από μεγαλύτερο βάθος, δημιουργώντας ένα σχηματισμό 2-3-2-3, με τους δύο εσωτερικούς επιθετικούς επίσης να οπισθοχωρούν, αφήνοντας χώρο στον center for και τους εξτρέμ στην κορυφή της επιθετικής γραμμής. Ο μιλιταριστής Pozzo είχε εμπνευστεί αυτό το σύστημα από στρατιωτικούς μηχανισμούς που κρατούν το βάθος στον άξονα και αφήνουν τα άκρα να επελάσουν προκειμένου να δημιουργήσουν ρήγματα στον αντίπαλο. Αν προσέξει κανείς την ουσιαστική λειτουργία της τετράδας που δημιουργούν οι δύο fullbacks με τους ακραίους μέσους, τότε μπορεί να εντοπίσει τα πρώτα στοιχεία της βαθιάς λειτουργίας του catenaccio που χρειαζόταν ουσιαστικά το δέσιμο του οπισθοχωρημένου center half για να αποκτήσει τη μορφή που πήρε μερικές δεκαετίες αργότερα.

Όσο αφορά το αγωνιστικό πρόγραμμα, το Μουντιάλ του 1934 ήταν επίσης πολύ πιο ενδιαφέρον από εκείνο του 1930. Στην πρώτη διοργάνωση, στην Ουρουγουάη, χρειάστηκε να φτάσουμε στον τελικό ώστε να υπάρξει η πρώτη πραγματικά μεγάλη αναμέτρηση του τουρνουά, αφού τα μεγάλα φαβορί, η Αργεντινή και η οικοδέσποινα Ουρουγουάη, δεν αντιμετώπισαν κάποιον ιδιαίτερα δύσκολο αντίπαλο στην πορεία τους μέχρι εκεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι αμφότερες κέρδισαν τους ημιτελικούς με σκορ 6-1. Όμως το 1934 η Ιταλία χρειάστηκε έναν επαναληπτικό προκειμένου να κερδίσει την Ισπανία μετά την πρώτη τους ισοπαλία στα προημιτελικά, σε έναν αγώνα που ο θρυλικός τερματοφύλακας Zamora δεν έπαιξε δηλώνοντας ότι είναι άρρωστος, αν και εθεάθη στις εξέδρες του τοσκανικού σταδίου να παρακολουθεί τον αγώνα λίγα μέτρα πιο μακριά από τη θέση στην οποία βρισκόταν ο ίδιος ο Mussolini. Για την ίδια φάση η Αυστρία κέρδισε με 2-1 την Ουγγαρία, ενώ η Τσεχοσλοβακία επιβλήθηκε με 3-2 της Ελβετίας, σε 2 αγώνες που συγκέντρωναν όλες τις κεντροευρωπαϊκές ομάδες. Από αυτές, αντίπαλος της Ιταλίας στον ημιτελικό του Μιλάνου ήταν η αυστριακή Wunderteam, μία ομάδα με απύθμενο ταλέντο, ίσως το alter ego της Αργεντίνικης σχολής στην Ευρώπη, που έπρεπε να βρει μπροστά της έναν αγωνιστικό χώρο βαρύ και σχεδόν κατεστραμμένο από μια καταιγίδα προκειμένου να μη μπορέσει να αποδώσει το θαυμαστό ποδόσφαιρο που έπαιζε και να αποκλειστεί από την Ιταλία με 1-0. Στον τελικό η Ιταλία επιβλήθηκε στη Ρώμη στην παράταση της Τσεχοσλοβακίας με 2-1, σφραγίζοντας έτσι την υπεροχή των ομάδων του ποδοσφαιρικού δικτύου της Κεντρικής Ευρώπης στη διοργάνωση.

Η υπεροχή της Ιταλίας, ωστόσο, δεν ήταν μόνο ποδοσφαιρική. Χρειάστηκε μια συγκεκριμένη μετάγγιση προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το metodo θα σφραγιζόταν με την αναγκαία για τον Mussolini παγκόσμια επιτυχία. Αντιλαμβανόμενος τη σημασία που είχε σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο η εργαλειοποίηση του ποδοσφαίρου, ο Ιταλός δικτάτορας όρισε με ένα νέο τρόπο την ιταλικότητα, ώστε να ορίζονται ως παλινοστούντες Ιταλοί όλοι όσοι είχαν κάποιον Ιταλό στην οικογένειά τους μέχρι και 7 γενιές νωρίτερα. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι η πλειονότητα των κατοίκων των χωρών του Río de la Plata είχε δικαίωμα στην ιταλική υπηκοότητα και φυσικά το ίδιο σήμαινε και για τους ποδοσφαιριστές που αγωνίζονταν στις εθνικές ομάδες. Στον τελικό με τα χρώματα της squadra azzurra αγωνίστηκαν 3 Αργεντίνοι, ο Enrique Guaita από τη Bahía Blanca, o Raimundo Orsi από την Avellaneda, καθώς και ο αρχηγός της εθνικής Αργεντινής στον τελικό του 1930, Luis Monti, από το Buenos Aires. Και οι τρεις είχαν στο παρελθόν αγωνιστεί με τα χρώματα των albiceleste, όμως πλέον θεωρούνταν ripatriati, oriundi, οι οποίοι έδιναν την απαραίτητη ισχύ όσο αφορά το ανθρώπινο δυναμικό στο ιταλικό ποδοσφαιρικό όραμα.

Όσο κι αν παλέψει κανείς να αποστασιοποιήσει την ποδοσφαιρική νίκη της Ιταλίας με το φασιστικό καθεστώς, αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο να συμβεί. Η ενδεκάδα που εκπροσώπησε τη χώρα ήταν αποτέλεσμα των κινήσεων και της πολιτικής αυτού του καθεστώτος, ο τρόπος που ήρθαν οι νίκες απέναντι στην Ισπανία και την Αυστρία είχαν να κάνουν με το γεγονός ότι η Ιταλία αγωνιζόταν εντός έδρας και πάνω απ’όλα, ο Vittorio Pozzo, αυτός ο μιλιταριστής αγγλοθρεμμένος ποδοσφαιράνθρωπος, που μπορεί να αγαπούσε την Αγγλία λίγο περισσότερο από την Ιταλία, δεν απείχε ιδεολογικά, στην ποδοσφαιρική του προσέγγιση, από την ιδεολογία του καθεστώτος, είτε όσο αφορά την έμπνευση της τακτικής, είτε όσο αφορά το ψυχολογικό κομμάτι της προετοιμασίας, στο οποίο συμπεριλάμβανε πολεμικά εμβατήρια και επισκέψεις σε εκατόμβες μαχών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν είναι υποχρεωτικό η ομάδα ενός καθεστώτος που κερδίζει να εκπροσωπεί βαθιά αυτό το καθεστώς, όμως εκείνη η Ιταλία είναι δύσκολο να αποσυνδεθεί από τις επιδιώξεις του φασιστικού μορφώματος.

Χρειάζεται μια προσοχή λοιπόν, όταν εξετάζει κανείς τη νίκη μιας ομάδας που ήρθε μέσα σε ένα περιβάλλον σκοτεινό, με τη στήριξη του αντίστοιχου καθεστώτος. Η ανάλυση τέτοιων περιπτώσεων στο παγκόσμιο, διεθνές και διασυλλογικό ποδόσφαιρο, μπορεί να είναι το θέμα μιας άλλης διατριβής και τα συμπεράσματα για κάθε ξεχωριστό παράδειγμα δεν είναι ίδια. Εκείνη η Ιταλία του Pozzo, πάντως, ήταν μια ομάδα που μάλλον και αντικειμενικά εκπροσωπούσε – για μια σειρά από λόγους που αναφέρθηκαν – το καλύτερο ποδόσφαιρο της εποχής. Αν αυτό δε μπορεί να ειπωθεί χωρίς αστερίσκους για το Μουντιάλ του 1934, τότε σίγουρα το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1938 δίνει μια καθαρή απάντηση.

Το τρίτο Παγκόσμιο Κύπελλο διοργανώθηκε σε μια ρεπουμπλικανική χώρα, στην πατρίδα του Jules Rimet, η οποία ήταν δεδομένα εχθρική προς τις πολιτικές επιδιώξεις της Ιταλίας εκείνη την εποχή και κανείς στη Γαλλία δεν ήθελε να δει ακόμα ένα θρίαμβο της Squadra Azzurra. Τη μεγάλη βοήθεια που χρειαζόταν αυτή η ομάδα την έδωσε τελικά μια τρίτη χώρα, η Ναζιστική Γερμανία, καθώς με το Anschluss διέλυσε την ποδοσφαιρική υπερδύναμη, Αυστρία, που δεν είχε πια δική της εθνική ομάδα για να συμμετέχει στο Μουντιάλ, ενώ η αποδιοργάνωση είχε ξεκινήσει και στις άλλες χώρες του κεντροευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού δικτύου, όπου πολλές επιφανείς ποδοσφαιρικές μορφές βρίσκονταν υπό διωγμό. Η Ιταλία κέρδισε την οικοδέσποινα Γαλλία με 3-1 στα προημιτελικά, ντυμένη με ολόμαυρες εμφανίσεις, με πλήρη αναφορά στο φασιστικό καθεστώς, ενώ στον ημιτελικό βρήκε απέναντί της τη Βραζιλία του Leônidas, που παρά τον ιταλικό θρίαμβο ήταν ο μεγάλος σταρ της διοργάνωσης. Στον τελικό, ακόμα μια φορά δυο ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης διεκδίκησαν το τρόπαιο, με την Ιταλία να κερδίζει αυτή τη φορά πολύ πιο καθαρά, με 4-2 την Ουγγαρία.

Ο ίδιος ο Pozzo έλεγε ότι η ιταλική ομάδα του 1938 ήταν πολύ καλύτερη από εκείνη του 1934 – και αυτό μάλλον ήταν αλήθεια, με αρκετές αντικειμενικές αιτίες να βοηθούν σε αυτή την ποδοσφαιρική εξέλιξη και βελτίωση. Από την άλλη είναι επίσης αλήθεια ότι δεν είχε τους ίδιους ισχυρούς αντιπάλους, όπως το 1934, και η νίκη της έμοιαζε πολύ πιο εμφατική και καθαρή. Αυτή, άλλωστε, θα ήταν και η τελευταία πριν η Ευρώπη αλλάξει δραματικά από έναν ακόμα καταστροφικό Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εξετάζοντας τα Παγκόσμια Κύπελλα της δεκαετίας του 1930, αξίζει κανείς να σταθεί στην ιδεολογική προσέγγιση του Rimet, το πώς αυτή εκφράστηκε το 1928 προκειμένου να ξεκινήσει ο θεσμός και το τι είχε γίνει μέχρι το 1938, δηλαδή 10 χρόνια αργότερα. Η κριτική που έγινε νωρίτερα στη θεώρηση του Rimet και τη χριστιανική Καθολική της βάση, μοιάζει να βρίσκει πολύ στέρεο έδαφος σε όσα διαδραματίστηκαν το 1934. Αν ο Rimet και η FIFA τόσο άδολα πίστευαν στην ειρήνη και τη συνεννόηση των λαών, τότε πώς έδωσαν τη διοργάνωση στη χώρα που βρισκόταν για περίπου μια δεκαετία υπό μια στιγνή δικτατορία, που εισήγαγε απολυταρχικές τακτικές που ο κόσμος δε γνώριζε ως τότε. Αν η βάση της παπικής εγκυκλίου είχε στόχο τη βελτίωση των όρων ζωής της εργατικής τάξης μέσα σε ένα ελεύθερο περιβάλλον και δεν ήταν απλά ευθύς αντι-σοσιαλισμός και αντι-κομμουνισμός των συντηρητικών κομματιών της Γηραιάς Ηπείρου, τότε πώς η ίδια παπική εκκλησία ευθυγραμμίστηκε με την ανάπτυξη του φασιστικού μορφώματος στην Ιταλία; Αυτές οι δύο πορείες, της FIFA και της παπικής εκκλησίας, δίπλα στο φασισμό, έχουν κοινή βάση και πορεία – και το ποδόσφαιρο εργαλειοποιούνταν από εκείνη την πρώτη εποχή του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ακόμα κι αν κάποιοι σήμερα θέλουν να την παρουσιάζουν (για δικούς τους λόγους) ως “εποχή της αθωότητας”.

Αυτή η πρώτη εποχή θα έκλεινε ουσιαστικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 που ολοκλήρωσε έτσι ένα καρέ διοργανώσεων που χαρακτηρίζονταν από επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Τα Μουντιάλ της Νότιας Αμερικής διοργανώθηκαν σε χώρες που είχαν ανάγκη μέσω του ποδοσφαίρου να δημιουργήσουν και να αναδείξουν μια νέα εθνική ταυτότητα, εκείνα που έγιναν στην Ευρώπη είχαν τη συμμετοχή όλων των αναπτυγμένων ποδοσφαιρικά χωρών της Γηραιάς Ηπείρου. Οι νοτιοαμερικάνικες διοργανώσεις έγιναν με προβλήματα συμμετοχής, καθώς οι ομάδες από 16 για διάφορους λόγους ήταν τελικά 13 όταν ξεκινούσε η διοργάνωση, ενώ η δομή με φάση ομίλων (και τελικά χωρίς τελικό όσο αφορά το 1950) είχε πολύ λίγες συγκρούσεις ποδοσφαιρικών γιγάντων. Στα ευρωπαϊκά Παγκόσμια Κύπελλα του 1934 και 1938 η απλή φάση νοκ-άουτ δημιούργησε πάρα πολλά σημαντικά παιχνίδια, αναμετρήσεις ανάμεσα σε μεγάλες ποδοσφαιρικές σχολές, σε κάθε φάση τους.

Και οι τέσσερις αυτές διοργανώσεις συνέβησαν σε χώρες που είχαν ένα δικό τους λόγο να επενδύσουν στο ποδόσφαιρο και να στηρίξουν το εγχείρημα της FIFA. Αν αυτό είναι καθαρό για την Ουρουγουάη, την Ιταλία, και τη Βραζιλία, η διοργάνωση εκ μέρους της Γαλλίας ήταν ακόμα ένα γεγονός σε μια σειρά κινήσεων που είχαν σκοπό το πολιτιστικό υπόβαθρο του παγκοσμίου ποδοσφαίρου να μην είναι βρετανικό. Αυτός είναι ένας στόχος που σίγουρα επετεύχθη από τον Rimet: το παγκόσμιο ποδόσφαιρο θα ήταν για πάντα λατινικό και έτσι μένει ως σήμερα. Ακόμα κι αν οι αγγλοσαξονικής και προτεσταντικής αντίληψης σχολές, που γέννησαν το παιχνίδι, έχουν μεγάλη συμβολή στην πορεία του και αρκετές επιτυχίες, ποτέ ως σήμερα δεν είχαν το πάνω χέρι όσο αφορά την προβολή του και τον κοινωνικό του αντίκτυπο. Μιλώντας κανείς για το Παγκόσμιο Κύπελλο συνήθως δε σκέφτεται τα βροχερά απογεύματα και τα φυλετικά χαρακτηριστικά εκείνων που γέννησαν το σπορ, αλλά ένα πολύ διαφορετικό, πολυφυλετικό, λατινικής ιδιοσυγκρασίας περιεχόμενο.

Το Μουντιάλ του 1950 ήταν αυτό που ουσιαστικά έκλεισε μια εποχή του λατινοαμερικανικού ποδοσφαίρου που στηριζόταν στα παραμύθια. Μπορεί αυτή η εποχή να μην περιείχε πολιτική αθωότητα, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις προσέβλεπαν στο σπορ ένα εξαιρετικό εργαλείο σύνδεσης με τις μάζες, καθώς και τη δυνατότητα δημιουργίας ταυτοτήτων και άρα συνειδήσεων, όμως περιείχε αρκετή δόση ποδοσφαιρικής αθωότητας, που οδήγησε σε δραματικές ήττες, την αποτυχία της Αργεντινής και της La Nuestra το 1930 και φυσικά το τραγικό Maracanaço το 1950. Το κλείσιμο αυτής της εποχής θα σημάδευε και την αρχή μιας νέας ορθολογικής προσπάθειας ανασυγκρότησης του νοτιοαμερικανικού ποδοσφαίρου που θα το έφερνε τελικά σε πραγματικά ίση θέση – και πολλές φορές σε θέση υπεροχής – απέναντι στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Το Μουντιάλ του 1950 θα έκλεινε και την έντονη περίοδο των ποδοσφαιρικών συμβολισμών μέσα από την ποδοσφαιρική αρχιτεκτονική. Η κατασκευή του Maracanã είχε πολλά κοινά στοιχεία με εκείνη του Centenario και του πρόγονου του Flaminio που έπρεπε και οπτικά να αντανακλούν την ιδεολογία ενός καθεστώτος και να μπορούν να σηκώσουν το βάρος της ιδεολογικής του παρέμβασης. Το γεγονός ότι η ποδοσφαιρική μοίρα έλαχε στο Maracanã να γίνει περισσότερο ο τάφος ενός τέτοιου καθεστωτικού παραμυθιού ίσως βοήθησε στο να μην ξαναϋπάρξει η αντίστοιχη μεταφυσική προσέγγιση και η αναγωγή της κατασκευής ενός σταδίου σε εθνικό στόχο και αιτία εθνικής υπερηφάνειας. Όσο αφορά τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, η Ουρουγουάη και η Ιταλία πλήρωσαν βαρύ το τίμημα της πρόωρης επιτυχίας τους, με την πρώτη να θεωρείται από εκείνα τα χρόνια ένας “κοιμώμενος γίγαντας” και τη δεύτερη να χρειαστεί να περάσει μια μεγάλη περιπέτεια μέχρι να ξαναβρεί το διεθνή βηματισμό της. Η μεγάλη κερδισμένη όλης αυτής της διαδικασίας ήταν σίγουρα η FIFA, που είχε πάρει στα χέρια της τα ινία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, αναγνωριζόταν καθολικά ως ο θεσμός που ορίζει τις τύχες του σπορ διεθνώς, ενώ με την αλλαγή της έδρας της στη Ζυρίχη, το 1932, μετατράπηκε από τον οργανισμό που συνδέεται με τις πολιτικές επιδιώξεις ενός κράτους σε μια οργάνωση με χαρακτηριστικά διεθνούς διπλωματικού οργανισμού. Η μεγάλη χαμένη ήταν σίγουρα η Αγγλία, που έχασε το πολυτιμότερο πολιτιστικό εξαγώγιμο προϊόν της – πλέον το ποδόσφαιρο δε χρειαζόταν τα αγγλικά καράβια και τρένα για να μεταφερθεί σε νέα εδάφη, ενώ η εθνική ομάδα έφυγε ταπεινωμένη από τα γήπεδα της Βραζιλίας, έχοντας χάσει από την Ισπανία αλλά και από την ποδοσφαιρικά αδιάφορη αποικία της, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Η εποχή της ποδοσφαιρικής έκρηξης

Το πρώτο Μουντιάλ που συμβόλιζε τη νέα μεταπολεμική εποχή ήταν αυτό που διοργανώθηκε στην Ελβετία το 1954. Στο Μουντιάλ της Βραζιλίας πολλές ευρωπαϊκές χώρες μάζευαν ακόμα τα κομμάτια τους, μέσα στα συντρίμμια του πολέμου και ένα ποδοσφαιρικό τουρνουά πολύ μικρότερη σημασία είχε για τους λαούς που προσπαθούσαν να ξαναορθοποδήσουν και να ξαναβρούν τις παλιές ή να ανακαλύψουν τις νέες τους συνήθειες σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό, που παρά τις εύθραυστες ισορροπίες του έκρυβε μια αισιοδοξία μακραίωνης ειρήνης. Το σοσιαλιστικό στρατόπεδο που δημιουργήθηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη νίκη των Σοβιετικών επί των Ναζί οδήγησε σε μια νέα διεθνή συνεννόηση και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο, με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Σοβιετικής Ένωσης να γίνεται μέλος της FIFA από το 1946. Αυτό δεν ήταν ένα μικρό ή περιφερειακό γεγονός για την πορεία του μεταπολεμικού ποδοσφαίρου. Μια ολόκληρη ποδοσφαιρική σχολή εντάχθηκε στο ίδιο παγκόσμιο δίκτυο, ενώ χώρες που βρίσκονταν πλέον στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο έφερναν μια διαφορετική αντίληψη της τακτικής ανάπτυξης.

Αρκετά πιο περίπλοκα ήταν, ωστόσο, τα πράγματα στο πολιτικό επίπεδο και συγκεκριμένα όσο αφορούσε το μέλλον της μεγάλης ηττημένης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της ναζιστικής Γερμανίας. Το γερμανικό κράτος διαμελίστηκε προκειμένου να μη μπορέσει να ξαναναπτύξει τις ίδιες επιδιώξεις που δημιούργησε κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, ύστερα από την προηγούμενη πολεμική ήττα του. Οι συμμαχικές δυνάμεις, δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Σοβιετική Ένωση ανέλαβαν η καθεμιά τον έλεγχο ενός κομματιού των γερμανικών εδαφών, ενώ ξεχωριστά χωρίστηκε και η παλιά πρωτεύουσα, το Βερολίνο, σε τέσσερις τομείς, αν και βρισκόταν ολοκληρωτικά μέσα στα εδάφη που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Σοβιετικών. Οι ψυχροπολεμικοί ανταγωνισμοί, ωστόσο, και η νέα ηγεμονική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στο καπιταλιστικό στρατόπεδο οδήγησαν σε ρήγμα και σε ό,τι αφορούσε την τήρηση των συμφωνημένων στη Yalta και το Potsdam, με αποτέλεσμα οι τρεις καπιταλιστικές δυνάμεις να ιδρύσουν στις 23 Μαΐου του 1949 την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μέσα από την ένωση όλων των εδαφών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους, ενώ ως απάντηση οι Σοβιετικοί προχώρησαν στην ίδρυση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μερικούς μήνες αργότερα, στις 7 Οκτώβρη του ίδιου έτους. Η πρωτεύουσα της λεγόμενης Δυτικής Γερμανίας μεταφέρθηκε στη Βόννη, μια μικρή πόλη που αποτελεί ουσιαστικά προάστιο της Κολωνίας, ενώ ο ανατολικός τομέας του Βερολίνου παρέμεινε η πρωτεύουσα του ανατολικογερμανικού σοσιαλιστικού κράτους.

Στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954, που ξεκίνησαν τον Ιούνη του 1953, μόνο η Δυτική Γερμανία συμμετείχε από τα δύο νέα γερμανικά κράτη, αγωνιζόμενη απέναντι στην εθνική ομάδα του Saar, ενός μικροκρατιδίου που το 1956 απορροφήθηκε από την Ομοσπονδιακή Γερμανία, και τη Νορβηγία. Με 3 νίκες και μία ισοπαλία οι Δυτικογερμανοί προκρίθηκαν στο Μουντιάλ προκειμένου να εκπροσωπήσουν για πρώτη φορά τη νέα τους πατρίδα, κουβαλώντας φυσικά το μεγάλο ιστορικό βάρος της συνέχειας ενός εγκληματικού κράτους – όπως είχε χαρακτηριστεί από τον ΟΗΕ αλλά και τις συμμαχικές δυνάμεις – και την ανάγκη να δείξουν ότι η εθνική τους ταυτότητα μπορεί να μετασχηματιστεί μετά από τη θηριωδία του μεγάλου πολέμου της προηγούμενης δεκαετίας.

Σε μια άλλη άκρη του κόσμου, στην κορεατική χερσόνησο, λιγότερο από ένα χρόνο πριν την έναρξη του Μουντιάλ της Ελβετίας, έληξε ο πόλεμος μεταξύ δύο περιοχών που βρίσκονταν υπό την αμερικανική και τη σοβιετική επιρροή. Σε εκείνη την περίπτωση οι χώρες που δημιουργήθηκαν ήταν η Δημοκρατική Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας και η Δημοκρατία της Κορέας, που είναι γνωστές ως σήμερα με τις ονομασίες Βόρεια και Νότια Κορέα. Η Νότια Κορέα, αγωνιζόμενη σε έναν προκριματικό όμιλο που διεξήχθη εξολοκλήρου στο Τόκιο, λίγους μήνες πριν την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, έγινε η δεύτερη ασιατική ομάδα που θα αγωνιζόταν σε ένα Μουντιάλ, μετά τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, δηλαδή την Ινδονησία, που είχε αγωνιστεί στη διοργάνωση του 1934.

Από τις παλιές ευρωπαϊκές δυνάμεις, τρεις ομάδες πλέον εκπροσωπούσαν ένα νέο πολιτικό στρατόπεδο στην παγκόσμια πολιτική αρένα. Η Τσεχοσλοβακία, η Γιουγκοσλαβία, καθώς και η Ουγγαρία, ήταν πλέον κομμάτι μιας άλλης και αντιπαρατιθέμενης πολιτικής ιδεολογίας και κομμάτι ενός ξεχωριστού ποδοσφαιρικού δικτύου, που μαζί με τη Σοβιετική Ένωση εξέλισσε αυτόνομα την ποδοσφαιρική τακτική. Το αποτέλεσμα της προϋπάρχουσας εμπειρίας στο υψηλότερο ποδοσφαιρικό επίπεδο, ως μέρος του δικτύου της Κεντρικής Ευρώπης και της νέας σοσιαλιστικής τακτικής αντίληψης εκφραζόταν κυρίως στην εξέλιξη της ομάδας της Ουγγαρίας. Οι πρωτεργάτες της ποδοσφαιρικής μετεξέλιξης της παλιάς μεγάλης ουγγρικής σχολής ήταν κομμουνιστές ποδοσφαιράνθρωποι, οι οποίοι έβλεπαν μια ταχύτατη εξέλιξη στην τακτική και τις μεθόδους ανάλυσης του σοβιετικού ποδοσφαίρου, τις οποίες ο υπόλοιπος κόσμος ίσως να αγνοούσε ή απλά να υποτιμούσε. Ο πρώτος εξ’αυτών ήταν ο προπονητής Marton Búkovi, που πειραματιζόταν με τον σέντερ-φορ Pelotás στην MTK, δημιουργώντας μια θέση ψευτο-εννιαριού που γέμιζε το χώρο μπροστά από το κέντρο και άφηνε μεγαλύτερη ελευθερία στις κινήσεις των υπόλοιπων επιθετικών, αποκτώντας πιο δημιουργικό και όχι μόνο εκτελεστικό ρόλο. Όμως όσο αφορά την εθνική ομάδα, η μεγάλη μορφή που έγραψε την ιστορία της ποδοσφαιρικής τακτικής της σοσιαλιστικής Ουγγαρίας ήταν ένας πρώην συνδικαλιστής στη γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία, ο Gusztáv Sebes, ο οποίος είχε εμπνευστεί από το βιβλίο “Τακτική στο Ποδόσφαιρο” που είχε γράψει το 1946 ο Σοβιετικός Boris Arkadiev, προπονητής της Dinamo Μόσχας, μιας ομάδας που κατάφερε να φύγει αήττητη, αποσπώντας ισοπαλία με 3-3 από την Chelsea στο Stamford Bridge το 1949.

Ο Arkadiev, στο βιβλίο του αυτό, που αποτέλεσε ουσιαστικά τη βίβλο της ποδοσφαιρικής τακτικής για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, μελέτησε την εξέλιξη του 2-3-5 στο W-M που έγινε κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στην Αγγλία, επιχειρώντας να βρει τα σημεία που το νέο γενικό στάνταρ της ποδοσφαιρικής τακτικής ήταν τρωτό και άκαμπτο, προκειμένου να προτείνει ένα ακόμα πιο εξελιγμένο σύστημα που θα μπορούσε να το ξεπεράσει και να το νικήσει. Οι ιδέες του Arkadiev αφορούσαν την αλληλοκάλυψη και την αλλαγή θέσεων των παιχτών μέσα στο γήπεδο, ιδέες που είχαν σαφώς και ιδεολογική βάση καθώς προέρχονταν από μια αντίληψη του μη περιορισμένου ρόλου στην παραγωγική διαδικασία, αλλά τη συνολικότερη αντίληψή της από κάθε μέλος της, είτε αυτή αφορούσε την παραγωγή υλικών αγαθών, είτε την παραγωγή …γκολ, όπως συνέβαινε στο αντικείμενο του ενδιαφέροντός του. Επρόκειτο δηλαδή για ιδέες που η ανάπτυξή τους οδήγησε στην αλλαγή φυσιογνωμίας του ποδοσφαίρου μερικές δεκαετίες αργότερα.

Αν το άπειρο σε διεθνείς αναμετρήσεις σοβιετικό ποδόσφαιρο μπορούσε τόσο γρήγορα να έχει θαυμαστά αποτελέσματα, όπως εκείνο το tour της Dinamo Μόσχας στην Αγγλία, ο Sebes καταλάβαινε ότι οι προοπτικές της υιοθέτησης αυτών των ιδεών σε μια ποδοσφαιρική σχολή με πολύ μεγαλύτερη διεθνή εμπειρία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ποδοσφαιρικά θαύματα. Κανείς δε μπορεί να πει ότι δεν το κατάφερε, γράφοντας μάλιστα με χρυσά γράμματα την ιστορία της ποδοσφαιρικής Ουγγαρίας, όταν στις 25 Νοέμβρη του 1953, περίπου μισό χρόνο πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ελβετίας, οι Μαγυάροι γονάτιζαν την εθνική ομάδα της Αγγλίας με σκορ 6-3 μπροστά σε περισσότερους από 100 χιλιάδες θεατές που είχαν προσέλθει στο Wembley για να παρακολουθήσουν αυτό που ονομάστηκε “Το Ματς του Αιώνα”. Οι σημειώσεις του Sebes δείχνουν καθαρά τις αλληλοκαλύψεις και την αλλαγή θέσεων της ουγγρικής ενδεκάδας που μπλόκαρε ολοκληρωτικά τους Άγγλους, οι οποίοι είχαν μείνει σε μια μηχανιστική αντίληψη της ποδοσφαιρικής τακτικής που μετρούσε μάλιστα πολλές δεκαετίες στείρας αναπαραγωγής. Η Ουγγαρία, μάλιστα, επανέλαβε το θρίαμβό της απέναντι στους Άγγλους, αυτή τη φορά εντός έδρας, στις 23 Μαΐου του 1954, στο τελευταίο παιχνίδι πριν το Μουντιάλ, κερδίζοντας με 7-1 και διαλύοντας μια για πάντα την όποια ψευδαίσθηση υπήρχε για την αγγλική υπεροχή σε ένα σπορ που πλέον ήταν παγκόσμιο.

Η Ουγγαρία κληρώθηκε στην Ελβετία να αγωνιστεί στον 2ο όμιλο, με το παράξενο σύστημα της διοργάνωσης να τη φέρνει αντιμέτωπη σε αγώνες απέναντι στη Δυτική Γερμανία και τη Νότια Κορέα. Δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστή στο πολιτικό κλίμα της εποχής κλήρωση, καθώς η σοσιαλιστική Ουγγαρία, του κομμουνιστή Sebes, που έπαιζε ένα εμπνευσμένο από τη σοβιετική σχολή ποδόσφαιρο, αντιμετώπιζε τις δύο χώρες που το καπιταλιστικό στρατόπεδο είχε δημιουργήσει μέσα από τις συγκρούσεις με το σοσιαλιστικό. Τα αποτελέσματα ήταν κάτι παραπάνω από εκκωφαντικά, 9-0 απέναντι στη Νότια Κορέα και 8-3 απέναντι στη Γερμανία, οι Χρυσοί Μαγυάροι, οι Ολυμπιονίκες του 1952, επέλαυναν στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική αρένα, σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που η FIFA, στο κλίμα της εποχής, είχε φέρει στο νέο σπίτι της.

Η ομάδα που δυσκόλεψε περισσότερο την Ουγγαρία ήταν εκείνη που προχώρησε σε μια τακτική αναπροσαρμογή, με τεράστιο αντίκτυπο στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Το σύστημα που έπαιζε η Ουγγαρία, αν και θεωρητικά ήταν ένα 3-2-5 ή ακόμα και 2-3-5, μέσω του τρόπου που κινούνταν οι παίχτες θα μπορούσε να περιγραφεί εντελώς διαφορετικά. Οι ακραίοι αμυντικοί, οι παλιοί full backs, που είχαν αφήσει τη θέση τους στους οπισθοχωρημένους center-halves, αν και ανέβαιναν από τα πλάγια, είχαν σαφώς αμυντικά καθήκοντα, ενώ με την οπισθοχώρηση του center-for μπορούσε να πάει ακόμα πιο βαθιά και ο έτερος half, παίζοντας μπροστά από τη γραμμή της άμυνας. Έτσι, το σύστημα της Ουγγαρίας έμοιαζε περισσότερο με ένα 4-2-4, με τους 2 παίχτες της μεσαίας γραμμής να λειτουργούν ως συνδετικός κρίκος της επίθεσης και της άμυνας. Το ίδιο σύστημα, αλλά με μια καθαρή τετράδα στην άμυνα είχε αρχίσει να παίζει και η Βραζιλία μετά το Maracanaço – και αν δεν έβρισκε μπροστά της την τρομερή ομάδα των απόγονων του Kürschner και του Guttmann, που επέδρασαν στη δική της ποδοσφαιρική ιστορία, ίσως η πορεία της στα γήπεδα της Ελβετίας να ήταν πιο επιτυχημένη. Όμως στις 27 Ιούνη του 1954, στη Βέρνη, οι Ούγγροι είχαν βάλει δύο γκολ από το πρώτο δεκάλεπτο, προκειμένου να κερδίσουν τον προημιτελικό με σκορ 4-2, σε ένα παιχνίδι που διεξήχθη υπό καταρρακτώδη βροχή και λόγω της βιαιότητάς του, που οδήγησε σε 3 αποβολές, έμεινε στην ιστορία ως “Η Μάχη της Βέρνης”. Στον ημιτελικό η υπερπροσπάθεια και η ένταση αυτού του αγώνα οδήγησε σε μια ακόμα πιο δύσκολη επικράτηση επί της Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας Ουρουγουάης, όμως οι Ούγγροι κατάφεραν να κερδίσουν στην παράταση με σκορ 4-2, προκειμένου να επιστρέψουν στη Βέρνη σε έναν Τελικό που θα αποτελούσε το επιστέγασμα μιας θριαμβευτικής πορείας χρόνων, μιας από τις καλύτερες ομάδες που έχουν υπάρξει στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Ο τελικός, που έχει μείνει στην Ιστορία ως “το θαύμα της Βέρνης” είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα παιχνίδια της ποδοσφαιρικής Ιστορίας. Σε έναν βαρύ αγωνιστικό χώρο, οι Ούγγροι δε μπορούσαν να αποδώσουν το ίδιο εξαιρετικό ποδόσφαιρο που είχαν παίξει στο Wembley ή στη φάση των ομίλων, ενώ η τακτική αναπροσαρμογή του Γερμανού προπονητή Herberger που έβαλε τον Horst Eckel να γίνει η σκιά του πιο νευραλγικού Ούγγρου παίχτη, του Nándor Hidegkuti, έφερε τα πράγματα σε μια εξαιρετικά απρόσμενη ισορροπία, ένα γόρδιο δεσμό που λύθηκε στο 84ο λεπτό με το γκολ του Helmut Rahn που έδωσε τον πρώτο παγκόσμιο τίτλο στη Δυτική Γερμανία. Η χρυσή γενιά της Ουγγαρίας ουσιαστικά διαλύθηκε μετά από αυτό τον αγώνα, με την έξοδο των μεγάλων αστέρων της προς τις χώρες της Δύσης που προσέφεραν μεγάλα επαγγελματικά συμβόλαια, προεξέχοντος του λεγόμενου “καλπάζοντος ταγματάρχη” του Ferenc Puskás που έγινε θρύλος της χρυσής εποχή της Réal Μαδρίτης.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο, ωστόσο, δε σταματούσε να είναι απόλυτα δεμένο με την αφήγηση της πολιτικής Ιστορίας του κόσμου. Πρώτα ήταν η ανάδυση του νέου κόσμου και η ύπαρξη της νοτιοαμερικανικής Γης της Επαγγελίας, μετά ήταν ο ιταλικός φασισμός, ύστερα το χαμένο όνειρο της επαναδιατύπωσης της πολυφυλετικής ιστορίας της Βραζιλίας και τελικά, το 1954, ο θρίαμβος της χώρας που γεννήθηκε από τα απομεινάρια του Ναζισμού προκειμένου να θεωρηθεί πλέον ισότιμο μέλος μιας ειρηνικής και αναπτυσσόμενης διεθνούς κοινότητας. Ο δικηγόρος από το Παρίσι, ο οπαδός του Rerum novarum, ο Καθολικός οραματιστής Jules Rimet είχε πετύχει όλους τους σκοπούς του: το ποδόσφαιρο ήταν πραγματικά παγκόσμιο, οι πολιτικές εξουσίες αντιλαμβάνονταν τη διεθνή αρένα του ως το καλύτερο πεδίο αντικατοπτρισμού του κύρους τους, οι Άγγλοι είχαν περιθωριοποιηθεί και ηττηθεί ποδοσφαιρικά και ένα σπορ που είχε γίνει όχημα για τη δημιουργία συλλογικών ταυτοτήτων λειτουργούσε πλέον και σε εθνικό επίπεδο, παγκοσμίως, ως κεντρική σκηνή ανάγνωσης της κοινωνικής Ιστορίας. Στις 21 Ιουνίου του 1954, στο Συνέδριο της Βέρνης, ο Jules Rimet αποχώρησε από την προεδρία της FIFA, με τον Βέλγο Rodolphe Seeldrayers να εκλέγεται στην ηγεσία της.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας, μπορούσε επιτέλους να παιχτεί ποδόσφαιρο, μακριά από το στενό δέσιμο της διοργάνωσης με τους σκοπούς της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Η περίοδος μεταξύ της ηγεσίας του Jules Rimet και της ανόδου ενός άλλου παράγοντα που άλλαξε ολοκληρωτικά το πώς αντιλαμβανόμαστε το ποδόσφαιρο μέσα στο επίπεδο της οικονομίας αποτέλεσε μια φρενήρη ανάπτυξη της ποδοσφαιρικής σκέψης που γέννησε στην ουσία και ό,τι αντιλαμβανόμαστε σήμερα ως μοντέρνο ποδόσφαιρο. Η χρονική στιγμή δεν ήταν τυχαία. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά η αλματώδης οικονομική ανάπτυξη σε όλο τον κόσμο, στην καπιταλιστική και σοσιαλιστική μεριά του, οδήγησε σε μια ραγδαία ανάπτυξη κάθε πεδίου που απαιτούσε την πνευματική δημιουργία – το παράδοξο θα ήταν το ποδόσφαιρο να μείνει έξω από αυτή τη γενικότερη εξέλιξη που επηρέασε τις επιστήμες, τις τέχνες, τα γράμματα και την πολιτική σκέψη και έκφραση. Ο παλιός Μεσοπολεμικός κόσμος είχε αποχωρήσει από το ποδόσφαιρο μαζί με τον Jules Rimet και αυτό που είχε μείνει πλέον για να τον θυμίζει ήταν το τρόπαιο που έφερε το όνομά του, το ίδιο τρόπαιο των νικητών που παρουσιάστηκε στο Montevideo, τη Ρώμη, το Παρίσι, το Rio de Janeiro και τη Βέρνη.

Ανάμεσα στις 16 ομάδες που θα έπαιρναν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας ήταν πολλές που θα αγωνίζονταν για πρώτη φορά στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση. Η Βόρεια Ιρλανδία, παρά τη μακρά πορεία της στις διεθνείς αναμετρήσεις, ως κομμάτι του βρετανικού δικτύου, έκανε την παρουσία της στην παγκόσμια σκηνή, το ίδιο ακριβώς ίσχυε και για την Ουαλία, ενώ ως διοργανώτρια αγωνίστηκε μία από τις πρώτες χώρες που συμμετείχαν στις ποδοσφαιρικές διοργανώσεις, η Σουηδία. Μαζί με αυτές, την πρώτη της εμφάνιση στο Μουντιάλ έκανε και η Ολυμπιονίκης των Αγώνων της Μελβούρνης, η εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης, που εκτός των άλλων είχε στη σύνθεσή της έναν ντυμένο στα μαύρα τερματοφύλακα που θα άλλαζε ολόκληρη την αντίληψη για τη λειτουργία της πιο ιδιαίτερης ποδοσφαιρικής θέσης, τον Lev Yashin.

Γνωρίζοντας φυσικά σήμερα το αποτέλεσμα αυτής της διοργάνωσης, το ενδιαφέρον θα πρέπει να στραφεί στη συμμετοχή των δύο νοτιοαμερικανικών ομάδων σε αυτό, καθώς και η πορεία που ακολούθησαν πριν τη διεξαγωγή του. Όσο αφορά την Αργεντινή, η ανάλυση των πολιτικών εξελίξεων κατά τη διάρκεια της Περονικής περιόδου είναι ένα εγχείρημα που δε μπορεί σε καμία περίπτωση να παρουσιαστεί σε ικανοποιητικό βαθμό μέσα στο πλαίσιο της εξέτασης ενός άλλου φαινομένου, όπως είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά απαιτεί την εξέταση όλων των ιδιαίτερων και μοναδικών παραμέτρων που όρισαν την Ιστορία της χώρας. Ίσως όμως το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η προσκόλληση του αργεντίνικου ποδοσφαίρου στην αθωότητα της La Nuestra, της υπεροπτικής αισθητικής προσέγγισης, της παλιάς σχολής της δεξιοτεχνίας, των στοιχείων που έκαναν το εθνικό ποδόσφαιρο να πάρει διαζύγιο από το βρετανικό παρελθόν του. Αυτή η προσέγγιση, που είχε ενισχυθεί μέσα από την πορεία των μεγάλων αργεντίνικων συλλόγων, όπως της La Machina της River Plate τη δεκαετία του ’40, συνέχισε να δίνει αποτελέσματα, με την Αργεντινή να κερδίζει το Campeonato Sudamericano το 1955 και το 1957, στη νέα μορφή του που αποτελούνταν από διπλούς αγώνες ανάμεσα σε όλους τους διαγωνιζόμενους. Ωστόσο, η Αργεντινή αναμετρώνταν για πολλά χρόνια μόνο με το ποδόσφαιρο των άλλων νοτιοαμερικανικών χωρών, που καμία από αυτές, πλην της Βραζιλίας, δεν είχε σταθερή παρουσία στις παγκόσμιες διοργανώσεις. Από την άλλη, οι αναμετρήσεις απέναντι στη Βραζιλία ποτέ δεν ήταν μόνο ζήτημα καθαρής ποδοσφαιρικής υπεροχής, καθώς πολλοί παράγοντες, μέχρι και συναισθηματικοί και εξωαγωνιστικοί, έκριναν τα αποτελέσματα των αναμετρήσεών τους. Έτσι, η Αργεντινή, με αυτή την προσέγγιση, ταξίδεψε στη Σουηδία για να ξαναμετρήσει το μπόι του ποδοσφαίρου της 24 χρόνια μετά την προηγούμενη συμμετοχή της.

Με μία αντιδιαμετρική προσέγγιση, η Βραζιλία ταξίδευε στη Σουηδία με αρκετό ακατέργαστο και μάλιστα άγνωστο ακόμα ταλέντο, αλλά με μια οργάνωση εξαιρετικά τεχνοκρατική, που οι ρίζες της βρίσκονταν σε μία εκ θεμελίων αναδιοργάνωση του ποδοσφαίρου της μετά το Maracanaço. Το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα διοικούνταν από μια τεχνική επιτροπή που είχε αρμοδιότητες για κάθε ζήτημα που αφορούσε τη ζωή και λειτουργία της ομάδας, είχε ειδικούς για την ψυχολογική προετοιμασία των παικτών και την ανάλυση της ψυχικής τους υγείας, οργανωμένες ταξιδιωτικές οδηγίες που συνέβαλαν στην εξασφάλιση της μέγιστης αθλητικής απόδοσης, αυστηρή πειθαρχία και μια σχολαστικότητα σε κάθε επίπεδο οργάνωσης που έμοιαζε σε πολλά ζητήματα υπερβολική. Αυτός ο ορθολογισμός και η τεχνοκρατική οργάνωση δεν έμοιαζε καθόλου με αυτό που έχει μείνει ως μύθος για τις νοτιοαμερικάνικες ομάδες και ιδιαίτερα εκείνη τη Βραζιλία, για την οποία όλοι γνωρίζουν σήμερα το ταλέντο του Pelé και του Garrincha, θεωρώντας ίσως ότι η έκφρασή του στο Μουντιάλ ήταν απλά αποτέλεσμα της μοίρας, της μεταφυσικής δύναμης που έδωσε αυτό το θείο δώρο στους Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές.

Η πορεία της Αργεντινής στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 έδειξε ότι οι παλιοί ποδοσφαιρικοί μύθοι είχαν τελειώσει μαζί με την εποχή της ιδεολογικοποίησης του Rimet και σε έναν κόσμο που δημιουργούσε σύγχρονη επιστήμη, μοντέρνα τέχνη, καινοτομία σε κάθε δραστηριότητα, δεν έφταναν οι μυθικές ιστορίες για να κερδίσει κανείς στο γήπεδο. Ο πρώτος αγώνας απέναντι στη Γερμανία και η ήττα με 1-3 ήταν ένα ηχηρό αλλά όχι καταστροφικό ράπισμα, το οποίο ίσως εξισορρόπησε η νίκη με το ίδιο σκορ απέναντι σε μια ομάδα με μεγάλη ποδοσφαιρική ιστορία, αλλά μικρή συμμετοχή σε Μουντιάλ, τη Βόρεια Ιρλανδία. Το κρίσιμο παιχνίδι που διέλυσε όλους τους μύθους ήταν ο αγώνας που έκρινε την πρόκριση στα νοκ-άουτ, απέναντι στην Τσεχοσλοβακία. Το 6-1 του Helsingborg είναι για την Αργεντινή ίσως το αντίστοιχο του Maracanaço και η στιγμή που το αργεντίνικο ποδόσφαιρο ξεκίνησε μια μακρά προσπάθεια να ανακαλύψει εκ νέου την ταυτότητά του – μια διαδικασία που ευτυχώς για όλους εμάς που αγαπάμε όσα συμβαίνουν γύρω από το σπορ είχε συγκρούσεις, εσωτερικές και εξωτερικές και φυσικά ένα τεράστιο ιδεολογικό βάθος!

Ο πιο ενδιαφέρον όμιλος της διοργάνωσης, αυτός που θα ονομαζόταν μεταφορικά – όπως συμβαίνει συνήθως – και “όμιλος του θανάτου” ήταν ο 4ος, στον οποίο συμμετείχαν η Βραζιλία, η Σοβιετική Ένωση, η Αγγλία και η Αυστρία, τρεις παραδοσιακές δυνάμεις, εκπρόσωποι των τριών βασικών ποδοσφαιρικών δικτύων που δημιούργησαν το διεθνές ποδόσφαιρο και μία τέταρτη ομάδα, ενός νέου ποδοσφαιρικού κόσμου που συναντούσε τον παλιό. Αν δει κανείς με μια απόσταση την γενικότερη ιστορία του ποδοσφαίρου μέχρι την πλήρη ομογενοποίησή του, μπορεί να πει με κάποια τόλμη ότι αυτός ο όμιλος είχε τις ομάδες που δημιούργησαν τα τέσσερα βασικά συστατικά της παγκόσμιας και ομογενοποιημένης πλέον φιλοσοφίας του, ακόμα κι αν η Αυστρία του 1958 δεν ήταν πλέον η Wunderteam που έγραψε τη δική της χρυσή Ιστορία τη δεκαετία του ’30.

Στην πρώτη αγωνιστική η Βραζιλία επιβλήθηκε της Αυστρίας με 3-0, ενώ η Σοβιετική Ένωση έκανε μια επίδειξη της τακτικής εξέλιξης που χαρακτήριζε το σχεδόν άγνωστο για τους Δυτικούς ποδόσφαιρό της, φέρνοντας ισοπαλία με την Αγγλία, έχοντας προηγηθεί στο παιχνίδι με 2-0 μέχρι το 56ο λεπτό. Ισόπαλο, με λευκή ισοπαλία έληξε και το παιχνίδι της Βραζιλίας με την Αγγλία, ενώ η Σοβιετική Ένωση κέρδισε με 2-0 την Αυστρία στη δεύτερη αγωνιστική. Αυτό σήμαινε ότι το παιχνίδι της Βραζιλίας με τη Σοβιετική Ένωση ήταν εξαιρετικά κρίσιμο, καθώς θα μπορούσε να θέσει εκτός συνέχειας όποιον έφευγε από αυτό ηττημένος. Στο στάδιο Ullevi του Göteborg ήταν η ώρα για μια από τις πιο τολμηρές αποφάσεις στην Ιστορία του ποδοσφαίρου, μια απόφαση για την οποία όλος ο πλανήτης ωστόσο μπορεί να ευγνωμονεί. Δύο παίχτες που δεν είχαν εμφανιστεί ξανά σε Παγκόσμιο Κύπελλο, ο 25χρονος Manuel Francisco dos Santos και ο 18χρονος Edson Arantes do Nascimento εμφανίστηκαν με τα νούμερα 11 και 10 στις κίτρινες φανέλες τους. Η τεχνική επιτροπή μέσα σε όλο τον ορθολογισμό της είχε κρίνει ότι οι δύο παίχτες δεν ήταν έτοιμοι για να αναλάβουν το φορτίο της εθνικής εκπροσώπησης στη διεθνή αρένα και δε θα μπορούσαν να προσαρμοστούν τόσο καλά στον νεοτερισμό του καθαρού 4-2-4 που έπαιζε η ομάδα του Feola. Όμως ευτυχώς ο ορθολογισμός, όταν στηρίζεται σε περιορισμένες παραμέτρους, μπορεί να είναι μια εντελώς λανθασμένη εκτίμηση, με αποτέλεσμα οι κατά ποδοσφαιρικό κόσμο Garrincha και Pelé να ξεκινήσουν μια θρυλική πορεία στην κεντρική ποδοσφαιρική σκηνή του πλανήτη. Με δύο γκολ του Vavà η Βραζιλία κέρδισε τους Σοβιετικούς και με δεδομένη την ισοπαλία της Αγγλίας με την Αυστρία, η Σοβιετική Ένωση χρειάστηκε να κερδίσει τους Άγγλους με ένα γκολ του Anatoli Ilyin, για να περάσει στην επόμενη φάση.

Στα νοκ-άουτ η Βραζιλία κέρδισε την Ουαλία με 1-0 με το πρώτο μουντιαλικό γκολ του Pelé, ενώ στον ημιτελικό με τη Γαλλία ο 18χρονος super star πέτυχε το πρώτο του hat trick σε Παγκόσμιο Κύπελλο, συγκεντρώνοντας τα βλέμματα όλου του κόσμου, ακόμα κι αν αυτό ήρθε απέναντι σε μια ομάδα 10 παιχτών, καθώς ο Γάλλος αρχηγός Robert Jonquet αποχώρησε τραυματίας στο 9ο λεπτό, λίγο μετά το γκολ του πρώτου σκόρερ της διοργάνωσης, Just Fontaine, που ως σήμερα κρατάει το ρεκόρ του πρώτου σκόρερ σε μία διοργάνωση με τα 13 γκολ που πέτυχε στα σουηδικά γήπεδα. Ο Pelé ξαναάφησε ιστορία στον τελικό του Råsunda Park της Στοκχόλμης, απέναντι στους γηπεδούχους και με 5-2 η Βραζιλία είχε ξορκίσει μέσα από την οργάνωση και τον ορθολογισμό του ποδοσφαίρου της την τραγωδία του μεταφυσικού Maracanaço. Χρειάστηκαν μόλις 8 χρόνια για να περάσει από την κόλαση στον παράδεισο και η σωστή αξιοποίηση του πηγαίου ταλέντου μιας χώρας που αν και της λείπουν οι βασικές υποδομές, σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές εθνικές ομάδες, δε σταματάει να δημιουργεί ποδοσφαιριστές που προσφέρουν την ομορφιά στο ποδόσφαιρο μέσα από την προσήλωση στην οργάνωσή του. Οι θεωρίες της mestiçagem του 1950 που δεν είχαν καμία σχέση με το ποδόσφαιρο είχαν δώσει μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία τη θέση τους στον πιο όμορφο και υλικό ποδοσφαιρικό μύθο: το jogo bonito, που θα έκανε τους ανθρώπους να ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά μέχρι το ποδόσφαιρο να βρει μια εντελώς νέα ταυτότητα, σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

Την ίδια περίοδο η ανθρωπότητα ανακάλυπτε ότι διαρκώς μεταβαλλόμενο δεν είναι μόνο το κοινωνικό οικοδόμημα, αλλά και η ίδια η υλική βάση της ύπαρξης του είδους μας, ο πλανήτης που μας φιλοξενεί. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η τεχνολογική ανάπτυξη βοήθησε τη συλλογή βαθυμετρικών δεδομένων καθώς και την εγκατάσταση σεισμογραφικών δικτύων που επιβεβαίωσαν την ισχύ της θεωρίας του Alfred Wegener για την ύπαρξη λιθοσφαιρικών πλακών και του μηχανισμού της κίνησής τους. Την εφαρμογή αυτής της φυσικής θεωρίας θα ζούσαν με φονικές συνέπειες οι κάτοικοι της Χιλής στις 22 Μαΐου του 1960, όταν ο μεγαλύτερος σεισμός που έχει καταγραφεί στην ιστορία, με μέγεθος 9.5, θα συνέβαινε με επίκεντρο κοντά στην πόλη Valdivia. Η χώρα που θα φιλοξενούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 πριν δονηθεί από τον παλμό ενός Μουντιάλ δονήθηκε για αρκετά λεπτά προκειμένου να βρεθεί να μετράει ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές πριν τη διοργάνωση της 7ης έκδοσης του μεγάλου ποδοσφαιρικού θεσμού.

Η Χιλή είχε διεκδικήσει τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου απέναντι στην Αργεντινή, που θεωρούσε ότι δικαιούνταν επιτέλους να διοργανώσει ένα θεσμό στο έδαφός της. Σε μια εξαιρετικά οπορτουνιστική καμπάνια, ο πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής Carlos Dittborn κατάφερε να πείσει τα μέλη της FIFA για τη σημασία του άρθρου που προέβλεπε την προτεραιότητα που είχαν οι χώρες με υποανάπτυκτο ποδόσφαιρο για τη διεξαγωγή του Μουντιάλ. Ο Dittborn βέβαια δεν είχε προβλέψει – όπως και κανείς ποτέ δεν προέβλεψε – το φονικό σεισμό που διέλυσε τις πόλεις της Valdivia, της Concepción, της Talca και του Talcahuano, που αν και επρόκειτο να φιλοξενήσουν αγώνες, τελικά έμειναν εκτός σχεδιασμού της διοργάνωσης. Ύστερα από το σεισμό, ο Dittborn πρότεινε στον πρόεδρο της χώρας, Jorge Alessandri, την απαλλαγή από την υποχρέωση της διοργάνωσης, προκειμένου οι πόροι που προορίζονταν για το Μουντιάλ να χρησιμοποιηθούν για την ανοικοδόμηση των περιοχών που είχαν πληγεί, ωστόσο ο Alessandri, όπως και τόσοι άλλοι πολιτικοί παράγοντες στην Ιστορία, έβλεπε στη διοργάνωση του Μουντιάλ μια πολύ μεγαλύτερη πολιτική ευκαιρία από την παρακαταθήκη της ορθολογικής αντιμετώπισης των καταστροφικών συνεπειών ενός φυσικού φαινομένου.

Ο Carlos Dittborn πέθανε από καρδιακή ανακοπή τον Απρίλη του 1962, λίγους μήνες πριν την έναρξη της διοργάνωσης, ενώ στις 25 Μαρτίου του 1961 πέθανε και ο Άγγλος Πρόεδρος της FIFA Arthur Drewry, με αποτέλεσμα στο Συνέδριο του Λονδίνου, το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, να εκλεγεί ως διάδοχός του ο τελευταίος παράγοντας του Παγκοσμίου Ποδοσφαίρου πριν τη μετατροπή του σε ένα από τα πιο σημαντικά επιχειρηματικά πεδία. Ο Stanley Rous, πρώην διαιτητής, φτιαγμένος μέσα από τη βάση του ποδοσφαιρικού οργανισμού, ηγήθηκε της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο βρήκε τη νέα του ταυτότητα, καθώς ήταν ο πρώτος που κατάφερε να μακροημερεύσει στη θέση του επικεφαλής της FIFA μετά τον ιστορικό της Πρόεδρο, τον Jules Rimet.

Ο κόσμος ίσως περίμενε μια διοργάνωση που θα αποτελούσε τη συνέχεια της ποδοσφαιρικής ευημερίας που παρουσιάστηκε 4 χρόνια νωρίτερα στα γήπεδα της Σουηδίας. Όμως η πληροφόρηση που ερχόταν από τη Χιλή δεν έδειχνε ότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να συμβεί. Μερικές φορές, μάλιστα, αυτή η πληροφόρηση ίσως ξεπερνούσε τα όρια της κριτικής, με τα ρεπορτάζ των Ιταλών δημοσιογράφων Antonio Ghirelli και Corrado Pizzinelli να αποτελούν κείμενα περιφρονητικά για τη χώρα, περιγράφοντας πέρα από την απουσία υποδομών το Σαντιάγο ως “θλιβερό σύμβολο μιας υπανάπτυκτης χώρας”, κάνοντας ευθέως επίθεση στην απόφαση της FIFA να δώσει την ευθύνη της διοργάνωσης στη χώρα της Νότιας Αμερικής, “13000 χιλιόμετρα μακριά”, εκφράζοντας μια ευρωκεντρική και άρα ρατσιστική αντίληψη για τον κόσμο. Τα ρεπορτάζ αυτά δεν βοήθησαν την εθνική ομάδα της Ιταλίας, καθώς όταν στις 2 Ιούνη η Squadra Azzurra αντιμετώπισε στο Estadio Nacional του Santiago την οικοδέσποινα Χιλή, το κλίμα ήταν ιδιαίτερα εχθρικό, με τους γηπεδούχους να αντιμετωπίζουν τη “μάχη του Santiago” ως ζήτημα εθνικής τιμής και τελικά να κερδίζουν με 2-0, αποκλείοντας ουσιαστικά τους Ιταλούς από τη συνέχεια.

Όμως, το Μουντιάλ της Χιλής δε χαρακτηρίστηκε μόνο από το βαρύ κλίμα και τη σκληρότητα αυτού του παιχνιδιού. Η βιαιότητα του ποδοσφαίρου έκανε μια θριαμβευτική είσοδο, θέτοντας νοκ-άουτ το μεγάλο αστέρι της Βραζιλίας, τον Pelé, στο δεύτερο παιχνίδι του ομίλου, τη λευκή ισοπαλία με την Τσεχοσλοβακία. Ο Pelé δε μπόρεσε να συνεχίσει στη διοργάνωση, αφήνοντας το ρόλο του πρωταγωνιστή στον Garrincha, ενώ ο Σοβιετικός ποδοσφαιριστής Eduard Dubinski υπέστη ένα τρομερό τραυματισμό στον πρώτο αγώνα, από μία ενέργεια του Γιουγκοσλάβου Muhamed Mujić που δε σημειώθηκε καν ως φάουλ, αλλά οδήγησε σε σοβαρά προβλήματα υγείας και τελικά στον πρόωρο θάνατο του Σοβιετικού αμυντικού 7 χρόνια αργότερα. Μέσα σε όλο το βαρύ κλίμα των κατεστραμένων υποδομών, του βίαιου ποδοσφαίρου, των τραυματισμένων παιχτών, ήρθε ακόμα ένα τραγικό γεγονός να κάνει τη διοργάνωση να μοιάζει καταραμένη. Ο οχτάχρονος Χιλιανός Manuel Molina González, που ακολουθούσε την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης υποστηρίζοντάς τη με θέρμη, πέθανε από καρδιακή ανακοπή μετά την ήττα της Celeste από τη Γιουγκοσλαβία στο τρίτο παιχνίδι του ομίλου, που σήμαινε τον αποκλεισμό της από τη συνέχεια.

Η Αγγλία κατάφερε για πρώτη φορά να περάσει από τη φάση των ομίλων, όπου αντιμετώπισε τη Βραζιλία, χάνοντας με 3-1 στη Viña del Mar, ενώ η Χιλή κατόρθωσε να κερδίσει τη Σοβιετική Ένωση στην Arica. Η Τσεχοσλοβακία και η Γιουγκοσλαβία συμπλήρωσαν το καρέ των ημιτελικών, που σήμαινε ότι αυτή ήταν η πρώτη διοργάνωση από το 1930 που καμία δυτικοευρωπαϊκή χώρα δεν κατάφερνε να φτάσει στην τετράδα. Η Βραζιλία ξαναβρήκε στον τελικό την Τσεχοσλοβακία, σε ένα παιχνίδι με πολύ περισσότερο θέαμα από εκείνο του ομίλου και υπό τη διεύθυνση του Σοβιετικού διαιτητή Nikolay Latyshev, που ολοκλήρωνε έτσι τη δυτικοευρωπαϊκή απουσία από την κορύφωση της διοργάνωσης, με γκολ των Amarildo, Zito και Vavá, κέρδισε το δεύτερο συνεχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, επαναλαμβάνοντας μετά από 24 χρόνια το κατόρθωμα της Ιταλίας του Vittorio Pozzo. Η μεγάλη διαφορά ήταν ότι αυτή η βραζιλιάνικη ομάδα είχε ακόμα μπροστά της πολύ μέλλον για περισσότερες επιτυχίες και ο κόσμος ολόκληρος δε βρισκόταν στο κατώφλι ενός καταστροφικού πολέμου, αλλά σε μια εποχή ραγδαίας κοινωνικής προόδου και ανάπτυξης.

Το Μουντιάλ της Χιλής συνέβη σε ένα σταυροδρόμι της ποδοσφαιρικής ιστορίας όπου διαφορετικές κατευθύνσεις θα ανέτειλαν για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου πολλών χωρών. Οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες μπορεί να βρίσκονταν έξω από την τετράδα, όμως ήδη είχαν ξεκινήσει για τα καλά τη λειτουργία του δικού τους ποδοσφαιρικού δικτύου, καθώς το 1954 ιδρύθηκε η UEFA, τη σεζόν 1955-56 ξεκίνησε το λεγόμενο Κύπελλο Ευρώπης, αυτό που ήταν γνωστό ως Κύπελλο Πρωταθλητριών και εξελίχθηκε στο Champions League, ενώ το 1960 διεξήχθη στη Γαλλία και η πρώτη τελική φάση του Κυπέλλου Εθνών της UEFA. Η απουσία ενός ευρύτερου ποδοσφαιρικού δικτύου στην Ευρώπη είχε επιτρέψει νωρίτερα μόνο σε εθνικές ομάδες από συγκεκριμένες περιοχές να διακριθούν στο Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ μεγάλο ήταν το αβαντάζ των νοτιοαμερικανικών ομάδων που είχαν την αντίστοιχη δική τους διοργάνωση από το 1916. Σταδιακά η Ευρώπη θα ανακτούσε την κυριαρχία στην εξέλιξη του σπορ και οι ομάδες της Νότιας Αμερικής θα έπρεπε να ξαναδιατυπώσουν τις βάσεις της ποδοσφαιρικής τους αντίληψης, όπως είχε κάνει από εκείνα τα χρόνια, ελέω Maracanaço, η Βραζιλία. Η εξέλιξη αυτή θα ήταν πιο ορατή στην πορεία της Αργεντινής.

Το Μουντιάλ του 1966 διεξήχθη στην πατρίδα του Προέδρου της FIFA, Stanley Rous, και την πατρίδα του ίδιου του ποδοσφαίρου. Όπως γίνεται με όλες τις ποδοσφαιρικές διοργανώσεις που έχουν λάβει χώρα στην Αγγλία, το σύνθημα ήταν ότι “το ποδόσφαιρο επέστρεφε σπίτι του”. Το Ηνωμένο Βασίλειο, ωστόσο, δεν είχε πια καμία σχέση με την μεγάλη Αυτοκρατορία που διέδοσε το σπορ σε ολόκληρο τον πλανήτη. Σε μια δεκαετία που κυριαρχεί η ανεξαρτητοποίηση πολλών κρατών που ανήκαν στην παλιά Αυτοκρατορία, κάτι που στο ποδοσφαιρικό στερέωμα θα φανεί αργότερα, η Αγγλία, ως κεντρικό κράτος της Μεγάλης Βρετανίας, αλλάζει και το προφίλ με το οποίο τη βλέπει ο υπόλοιπος κόσμος. Εκσυγχρονίζεται πάνω απ’όλα πολιτιστικά, το Λονδίνο από έδρα μιας αριστοκρατικής και αποικιοκρατικής τάξης που κυριαρχεί σε όλο τον πλανήτη γίνεται το εργαστήριο μιας νέας πολιτιστικής έκρηξης, με το ροκ των Beatles, των Rolling Stones, του David Bowie, τις κινηματογραφικές παραγωγές του James Bond, τις νέες τάσεις της βρετανικής μόδας, μέσα σε ένα πλαίσιο που ξεφεύγει από τα αριστοκρατικά πρωτόκολλα και αγγίζει τη σκέψη των πρωταγωνιστών της βιομηχανικής επανάστασης, των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων, που εκτός των άλλων ήταν και οι πρωταγωνιστές του βρετανικού ποδοσφαίρου.

Ίσως δε θα μπορούσε να υπάρχει πιο κατάλληλη στιγμή για να διοργανωθεί το Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αγγλία – αυτή η πολιτιστική βάση ήταν πολύ πιο κοντά στο ποδόσφαιρο από την απαρχαιωμένη αντίληψη της αυτοκρατορικής Βρετανίας που προσπαθεί να επιβληθεί με περρισσό κόμπλεξ ανωτερότητας στον υπόλοιπο πλανήτη. Αυτό που δεν έλειπε επίσης από την Αγγλία, ήταν ποδοσφαιρική κουλτούρα, γήπεδα, τεράστια πλήθη που ζούσαν για το ποδόσφαιρο. Σε αντίθεση με τα παραδείγματα της Ουρουγουάης και της Βραζιλίας, για παράδειγμα, στην Αγγλία δε χρειάστηκε να χτιστεί ένα νέο γήπεδο για να φιλοξενήσει τον τελικό, ούτε να κατασκευαστούν άλλα για να φιλοξενήσουν τους αγώνες της μεγάλης διοργάνωσης – τα γήπεδα που αγωνίζονταν οι αγγλικοί σύλλογοι ήταν ήδη από τους πιο πολυθρύλητους ποδοσφαιρικούς ναούς του κόσμου. Αυτό που μπορεί να φαινόταν παρακμή για μια Αυτοκρατορία ήταν ο εκμοντερνισμός μιας χώρας που πλέον δεν είχε τίποτα άλλο για να δημιουργήσει την εθνική της ταυτότητα από την παραγωγή πολιτιστικής και πνευματικής καινοτομίας. Αντίστοιχα καινοτόμο έπρεπε να υπάρξει και το ποδόσφαιρό της προκειμένου αυτή η διοργάνωση να βοηθούσε τη διοργανώτρια χώρα να βάλει τη δική της σφραγίδα, ως κουλτούρα, για τη θέση της στον κόσμο.

Η Αγγλία, με επικεφαλής του τεχνικού της επιτελείου τον Alf Ramsey, γέννημα μιας οικογένειας των μη προνομιούχων τάξεων της αγγλικής υπαίθρου και βετεράνο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν ποδοσφαιρικά εναρμονισμένη με την ανάπτυξη της λαϊκής της κουλτούρας. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν πλέον ένα ιδεολογικό πλαίσιο ανάπτυξης της φυσικής δύναμης, ούτε όμως και ένα πολιτιστικό προϊόν επίδειξης ανωτερότητας, καθώς η εκκωφαντική ήττα από την Ουγγαρία στο Wembley το 1953 και οι αποτυχίες στα Παγκόσμια Κύπελλα που ακολούθησαν είχαν δημιουργήσει την απαραίτητη ταπεινότητα και την ανάγκη για την οργάνωση του εθνικού ποδοσφαίρου με τρόπο τέτοιο που θα μπορούσε να ξαναβρεθεί σε θέση πρωταγωνιστή, αν όχι εμπνευστή τότε τουλάχιστον κυρίαρχου στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Έτσι, η μηχανιστική εξέλιξη της τακτικής, που παλιότερα δημιουργούσε μια στασιμότητα, πλέον σήμαινε ότι οι ποδοσφαιρικές ιδέες που γεννιόντουσαν σε άλλες χώρες και από εκπροσώπους άλλων σχολών δεν απορρίπτονταν, μα εξετάζονταν, αξιοποιούνταν για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του αγγλικού ποδοσφαίρου. Με λίγα λόγια, αφού το παγκόσμιο ποδόσφαιρο δε μπορούσε πια να είναι αγγλικό, τότε ίσως θα ήταν μια καλή λύση το αγγλικό ποδόσφαιρο να γίνει παγκόσμιο. Έχοντας ως βάση για αυτούς τους πειραματισμούς ένα διαχρονικά πολύ ισχυρό πρωτάθλημα, με συλλόγους που είχαν τεράστια, σταθερή και πιστή οπαδική βάση, με πολλές κατηγορίες ανταγωνιστικών ομάδων, η Αγγλία μπορούσε να παρουσιάσει ένα νέο τρόπο οργάνωσης και ανάπτυξης του ποδοσφαίρου στον υπόλοιπο κόσμο, διεκδικώντας το μερίδιο του λέοντος στη μοντέρνα αναμόρφωση του.

Στο Μουντιάλ, βέβαια, στόχος ήταν η νίκη και η κατάκτηση του θεσμού, κι έτσι το πρώτο παιχνίδι απέναντι στην Ουρουγουάη, στην πρεμιέρα της 11ης Ιουλίου, που έληξε με μια λευκή ισοπαλία, δεν θεωρούνταν ιδανικό ξεκίνημα. Απέναντι στο Μεξικό και τη Γαλλία, ωστόσο, οι Άγγλοι κατάφεραν να πετύχουν δύο νίκες με το ίδιο σκορ (2-0) και να πάρουν σχετικά εύκολα την πρόκριση για τη φάση των νοκ-άουτ. Εκεί θα συναντούσαν την Αργεντινή, που έδειχνε να αναρρώνει από το σοκ του Helsingborg, νικώντας την Ισπανία και την Ελβετία στο δικό της όμιλο και φέρνοντας μια λευκή ισοπαλία με τη Δυτική Γερμανία, για να προχωρήσει ως η δεύτερη ομάδα του 2ου ομίλου. Όμως η Αργεντινή δεν ήταν αυτή που εμφανιζόταν στα μεσοπολεμικά χρόνια. Μια μεγάλη αλλαγή είχε συντελεστεί μετά το Μουντιάλ της Σουηδίας.

Η προπονητική τριανδρία που ανέλαβε την εθνική ομάδα αμέσως μετά το Σουηδικό σοκ αποτελούνταν από τους Victorio Spinetto, José Barreiro και José Della Torre. Από αυτούς, σίγουρα η πιο επιδραστική προσωπικότητα στην εξέλιξη του αργεντίνικου ποδοσφαίρου ήταν ο Spinetto, ποδοσφαιριστής μεγαλωμένος ουσιαστικά μέσα στο σύλλογο της Vélez, που ως outsider στο ποδόσφαιρο της Αργεντινής και του Buenos Aires, έπρεπε να βρει εναλλακτικούς τρόπους για να μπορέσει να καταφέρει μια διάκριση. Ο Spinetto, που είχε αναλάβει τη Vélez ως προπονητής από το 1942 ως το 1956, κατάφερε να επαναφέρει το σύλλογο στην πρώτη κατηγορία και να κερδίσει το πρωτάθλημα του 1953. Αργότερα πέρασε από την Atlanta, πριν αναλάβει την εθνική ομάδα σε δύο διαφορετικές θητείες, από το 1959 ως το 1961. Ο Spinetto ήταν ουσιαστικά εχθρός της ιδεολογικής καλαισθησίας του αργεντίνικου ποδοοσφαίρου, της La Nuestra. Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, Guillermo Stabile, τον μεγάλο πρωταγωνιστή του Μουντιάλ του 1930, πίστευε ότι αυτή η αφελής προσέγγιση ανήκει ολοκληρωτικά στο παρελθόν, προσπαθώντας να μετατρέψει το ποδόσφαιρο του θεάματος σε ποδόσφαιρο του σκοπού. Σίγουρα, η κατάκτηση του Campeonato Sudamericano το 1959 ήταν ένα αποτέλεσμα που έπεισε πολλούς για την προσέγγισή του – ο κόσμος αποζητούσε περισσότερο τα αποτελέσματα, παρά την απόδοση. Ο Spinetto όμως, εκτός των άλλων, ήταν και μέντορας του Osvaldo Zubeldía, ο οποίος αγωνίστηκε στη Vélez από το 1949 ως το 1955 και ξαναβρήκε τον Spinetto ως προπονητή στην Atlanta τη σεζόν 1958-1959. Το 1965 ο Zubeldía ανέλαβε ως προπονητής την εθνική ομάδα, συνεχίζοντας το έργο του μέντορά του.

Τι ήταν όμως το ποδόσφαιρο που οραματίζονταν ο Spinetto και ανέπτυξε σε διαβόητο βαθμό ο Zubeldía; Το ποδόσφαιρο του σκοπού ήταν αυτό που δεν έδινε καμία σημασία σε χαρακτηριστικά όπως η αισθητική του παιχνιδιού, η ομορφιά της συνεργασίας, η αντίληψη της ανάπτυξης του όποιου αγωνιστικού πλάνου, ήταν αντ’αυτού η αντίληψη ότι το ποδόσφαιρο είναι το σπορ όπου μέσα στις 4 γραμμές του αγωνιστικού χώρου, για 90 λεπτά πρέπει κανείς να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να κερδίσει. Αντί για πίνακες τακτικής, διαιτητές προσλαμβάνονταν στις ομάδες του για να εξηγήσουν τα παραθυράκια των κανονισμών, αντί για σκάουτινγκ του τρόπου παιξίματος των αντιπάλων παιχτών διεξαγόταν ένα κυνήγι πληροφοριών για την προσωπική τους ζωή, προκειμένου να βρεθούν οι τρόποι και τα μέσα που θα τσακίσουν την ψυχολογία τους κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Ήταν αυτό που ονομάστηκε στην Αργεντινή anti-fútbol και εκπρόσωποι αυτής της σχολής υπερασπίζονται τις αρχές της ως τις μέρες μας, με κύριο εκπρόσωπο τον Cholo Simeone, τον προπονητή της Atlético Μαδρίτης.

Η στροφή της Αργεντινής από τη La Nuestra, την αισθητική αφέλεια, στο anti-fútbol, την ακραία έκφραση του ποδοσφαίρου για το αποτέλεσμα, είναι όμως μόνο η ανάγνωση των γεγονότων. Το βασικό ιδεολογικό ερώτημα γύρω από αυτή την εξέλιξη είναι το πώς μπόρεσε να αναπτυχθεί τόσο γρήγορα μια αντίληψη στο αργεντίνικο ποδόσφαιρο. Αν μελετήσει κανείς προσεχτικά την Ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου και κρατήσει ως σημαντικότερο στοιχείο της La Nuestra την ιδεολογική βάση της απόσχισης του εθνικού ποδοσφαίρου από τα αγγλικά χαρακτηριστικά του, τότε η μετάβαση στο anti-fútbol μπορεί να αναγνωστεί ως η επιστροφή στις ρίζες, δηλαδή στο παιχνίδι που στηριζόταν στη φυσική δύναμη, εκείνο που η βρετανική αστική τάξη έφερνε μαζί της σε κάθε γωνιά του κόσμου, εκείνο που πρωτοανέπτυξε και στο σπίτι της, μέχρι το combination game των Άγγλων εργατών, των συλλόγων του Βορρά και της εθνικής ομάδας της Σκωτίας να κυριαρχήσουν.

Ο προημιτελικός που διεξήχθη στις 23 Ιούνη του 1966 στο Wembley, ανάμεσα στην Αγγλία και την Αργεντινή, δεν έφερνε αντιμέτωπες μόνο δύο ομάδες που μοιράζονταν κοινές ρίζες στην ποδοσφαιρική τους Ιστορία, διεξαγόταν σε μια στιγμή που η Αργεντινή πλησίαζε τις βρετανικές ρίζες του παιχνιδιού της, προκειμένου με αυτό να κερδίσει τους Άγγλους. Οι Αργεντίνοι, ωστόσο, ήταν ήδη διαβόητοι για αυτή τους την προσέγγιση και ο Δυτικογερμανός διαιτητής Rudolf Kreitlein ήταν έτοιμος να μην αφήσει το παιχνίδι να γίνει αρένα. Έτσι, ξεκίνησε να σφυρίζει κάθε υποψία φάουλ των Αργεντίνων, μπροστά στα μάτια 90,584 θεατών στο Wembley, μεταξύ των οποίων φυσικά και του προέδρου της FIFA που είχε κάθε ενδιαφέρον να δει την ομάδα της χώρας του να φεύγει νικήτρια από την αναμέτρηση. Γνωρίζοντας επίσης τα “κόλπα” του Zubeldía για τον τρόπο που οι παίχτες μαζεύονται γύρω από τον διαιτητή προκειμένου να παραπονεθούν για κάθε παραμικρή απόφαση, ασκώντας έτσι τη δική τους πίεση στον άρχοντα της αναμέτρησης, δε δίστασε στο 35ο λεπτό να αποβάλει τον αρχηγό των albiceleste, Antonio Rattín, δίνοντας ένα σημαντικότατο προβάδισμα στους γηπεδούχους. Ο Rattín βέβαια δεν αποχωρούσε από το γήπεδο, καθώς δεν υπήρχε κόκκινη κάρτα και υπήρχε και πρόβλημα συνεννόησης με τον Δυτικογερμανό διαιτητή, απουσία μεταφραστή. Αυτό οδήγησε σε ένα χάος, με τους δεκάδες χιλιάδες Άγγλους να βλέπουν από τις εξέδρες τον Αργεντίνο αρχηγό ως κόκκινο πανί. Τελικά, όταν έφυγε το άγγιγμα της βρετανικής σημαίας που βρισκόταν στο σημείο του κόρνερ δεν ήθελε πολύ να εξηγηθεί ποικιλοτρόπως για να δώσει και βαθύτερες εξηγήσεις σε μια κόντρα που εκείνη τη μέρα ξεκίνησε ως αμιγώς ποδοσφαιρική. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν ιστορίες εκείνης της εποχής που λένε ότι οι αγγλίδες μαμάδες έλεγαν στα παιδιά τους ότι αν δε φάνε το φαγητό τους θα έρθει ο Rattín. Μέσα σε 90 λεπτά, η Αργεντινή και η Αγγλία έγιναν ίσως οι δύο πιο μισητοί αντίπαλοι στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων και το κερασάκι στην τούρτα έβαλε ο ίδιος ο Alf Ramsey που στην ένταση της όλης αναμέτρησης, που κρίθηκε από ένα γκολ του Hurst στο 78ο λεπτό, δήλωσε ότι οι αντίπαλοι της ομάδας του συμπεριφέρονταν ως ζώα, σε μια δήλωση που διαχρονικά θεωρείται ευθεία ρατσιστική επίθεση από τους Αργεντίνους.

Με την Ουρουγουάη να αποκλείεται επίσης στα προημιτελικά από τη Δυτική Γερμανία και την Πρωταθλήτρια Κόσμου Βραζιλία να βλέπει τον Pelé να τραυματίζεται στο πρώτο παιχνίδι με τη Βουλγαρία, χωρίς να καταφέρει να προκριθεί από τον 3ο όμιλο απέναντι στην Πορτογαλία και την Ουγγαρία, το νοτιοαμερικανικό ποδόσφαιρο είχε αποτύχει πλήρως στην Αγγλία το 1966 και οι δυτικοευρωπαϊκές ομάδες που ήταν απούσες από το καρέ των ημιτελικών 4 χρόνια νωρίτερα κατέλαβαν τις 3 πρώτες θέσεις, με το τελευταίο εισιτήριο από τα προημιτελικά να κερδίζει η Σοβιετική Ένωση απέναντι στην Ουγγαρία. Ο τελικός ανάμεσα στην Αγγλία και τη Δυτική Γερμανία κρίθηκε από ένα γκολ του Hurst το οποίο ακόμα ως σήμερα οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε ποτέ (και μάλλον έχουν δίκιο) και ένα ακόμα στην εκπνοή που την ώρα της επίτευξής του, μέσα σε ένα γενικό πανδαιμόνιο, οπαδοί είχαν εισέλθει ήδη στον αγωνιστικό χώρο.

Οι Άγγλοι είχαν βρεθεί στην κορυφή του κόσμου, ο Bobby Moore καθάριζε τις λάσπες από τα χέρια του στη βελούδινη κάλυψη που περιέβαλε την εξέδρα των επισήμων προκειμένου να παραλάβει το τρόπαιο από τη Βασίλισσα, ενώ στην κεφαλή της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας βρισκόταν ένας Άγγλος. Όμως αυτές οι συνθήκες που ίσως μισό αιώνα νωρίτερα θα μπορούσαν να σημαίνουν την πλήρη κυριαρχία των Άγγλων, ως εμπνευστών του παιχνιδιού, σε ό,τι αφορά την παγκόσμια εξέλιξη του, πλέον σήμαιναν ακριβώς το αντίθετο: τη μεγάλη επιτυχία της εθνικής Αγγλίας να κερδίσει στη διοργάνωση των άλλων. Ο επαναδιατυπωμένος στόχος είχε επιτευχθεί, αντί να γίνει αγγλικό το παγκόσμιο παιχνίδι κατάφερε το αγγλικό παιχνίδι να γίνει παγκόσμιο.

Ο κόσμος της δεκαετίας του ’60 όμως βρισκόταν υπό την επιρροή άλλων δυνάμεων, μακριά από τη Μεγάλη Βρετανία και η κατάκτηση νέων θαλασσών και ωκεανών που έφτιαξε την Αυτοκρατορία των περασμένων αιώνων πλέον είχε δώσει τη θέση του στην κατάκτηση του διαπλανητικού χώρου, του εγγύς διαστήματος, σε μια τρελή κούρσα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Στις 10 Ιούλη του 1962 εκτοξεύτηκε από το Ακρωτήριο Canaveral ο δορυφόρος Telstar 1, μία πειραματική πρωτότυπη συσκευή που βρέθηκε να ταξιδεύει σε γεωστατική τροχιά για 63 χρόνια, 10 μήνες και 27 ημέρες. Επρόκειτο για την αμερικανική απάντηση στον Sputnik, τη μεγάλη επιτυχία της έναρξης του δορυφορικού προγράμματος των Ηνωμένων Πολιτειών για την εγκαθίδρυση της διαστημικής τεχνολογίας τηλεπικοινωνιών. Οι πρώτοι εκείνοι δορυφόροι Telstar ήταν σφαιρικοί, κυρίως με λευκό χρώμα, ενώ οι συλλέκτες ηλιακής ακτινοβολίας που ήταν τοποθετημένοι πάνω τους έμοιαζαν να δημιουργούν σκουρόχρωμα επίπεδα. Ίσως δεν υπήρχε στην Ιστορία άλλη επιστημονική εξέλιξη που να επηρέασε περισσότερο σε συμβολικό αλλά και υλικό επίπεδο το ποδόσφαιρο.

Η ύπαρξη τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων σήμαινε ότι μία εικόνα από οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη μπορούσε να μεταδίδεται πολύ γρήγορα σε οποιοδήποτε άλλο. Αυτή η τεχνική ήταν που ουσιαστικά μετέτρεψε το ποδόσφαιρο από ένα φαινόμενο μαζικό σε ένα φαινόμενο παγκόσμιο. Αν η εξέλιξη της βιομηχανικής τυπογραφίας, η ύπαρξη των εφημερίδων και η εξέλιξη του βρετανικού εκπαιδευτικού συστήματος δημιούργησε τους πρώτους μεγάλους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, που η εμβέλειά τους έφτανε ως εκεί που ταξίδευαν τα νέα από την αγωνιστική τους δραστηριότητα, τυπωμένα σε χαρτί, το ποδόσφαιρο κάθε χώρας του κόσμου μπορούσε να μπει σε κάθε σπίτι, με ήχο και εικόνα, μέσα από έναν τηλεοπτικό δέκτη. Το πρώτο Μουντιάλ που σφράγισε αυτή την επανάσταση ήταν εκείνο που διεξήχθη στο Μεξικό το 1970.

Ίσως το μεγαλύτερο σύμβολο από εκείνη την εποχή είναι αυτό που έχει μείνει ως πρότυπο της ποδοσφαιρικής μπάλας. Όταν κάποιος μας καλεί να φανταστούμε μια ποδοσφαιρική μπάλα η πρώτη εικόνα που σχηματίζεται στο μυαλό μας είναι η γνωστή μπάλα με τα 32 ραμμένα κομμάτια, τα άσπρα εξάγωνα που περιβάλλουν τα μαύρα πεντάγωνα. Αυτή η μπάλα τοποθετείται παντού, σε κάθε σύμβολο, ως έμβλημα του ποδοσφαιρικού παιχνιδιού. Για τις νεότερες γενιές είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε ότι δεν υπήρχε πριν το 1970. Η ασπρόμαυρη αυτή μπάλα, δημιουργήθηκε για τις ανάγκες της τηλεοπτικής μετάδοσης, καθώς έπρεπε να ξεχωρίζει πάνω στο πράσινο χορτάρι στους δέκτες που δεν είχαν προφανώς την ευκρίνεια των σημερινών τηλεοράσεων. Ποιο θα ήταν άραγε το όνομά της; Σε μια από τις πιο εμπνευσμένες ονοματοδοσίες της Ιστορίας του παγκόσμιου εμπορίου, η μπάλα αυτή πήρε το όνομα του τηλεπικοινωνιακού δορυφόρου που άνοιγε νέους δρόμους για την ενημέρωση, την προπαγάνδα, τον παγκόσμιο σχεδιασμό, καθώς και το ποδόσφαιρο, αυτή η μπάλα ήταν η Telstar. Κατασκευασμένη αρχικά από έναν Δανό τερματοφύλακα, τον Eigil Nielsen για την εταιρία Select, υιοθετήθηκε ως σχεδιασμός από την εταιρεία ενός Γερμανού κατασκευαστή αθλητικών παπουτσιών, με σκιώδες παρελθόν κατά την περίοδο του Ναζισμού, του Adolf “Adi” Dassler, που από το ονοματεπώνυμό του πήρε το όνομα Adidas. Η μπάλα που πρωτοχρησιμοποιήθηκε στο Κύπελλο Εθνών του 1968 έγινε η επίσημη μπάλα του Μουντιάλ του 1970 και από εκείνη τη χρονιά ξεκίνησε μια από τις ιστορικότερες συνεργασίες της FIFA με μια εταιρεία αθλητικών ειδών, ανοίγοντας δρόμους για την εκτεταμένη εμπορευματοποίηση κάθε πλευράς του σπορ και των διοργανώσεών του.

Αν και οι περισσότεροι τηλεοπτικοί δέκτες, σε πολλές χώρες, μπορεί να ήταν ακόμα ασπρόμαυροι, η εικόνα από τα γήπεδα του Μουντιάλ καταγραφόταν και επεξεργαζόταν ώστε να διαδίδεται έγχρωμη και το ίδιο έγχρωμη να αρχειοθετείται στο οπτικοακουστικό υλικό της Ιστορίας του ποδοσφαίρου. Η τεχνολογική εξέλιξη δεν έφτανε, έπρεπε και το ίδιο το ποδόσφαιρο να είναι όμορφο, ώστε να μείνει στο διηνεκές ένα σύμβολο για αυτή τη μετάβαση, από το ποδόσφαιρο των στιγμιότυπων, των εντύπων, των ιστοριών, στο ποδόσφαιρο της εικόνας, των κινούμενων αναμνήσεων. Ίσως δε θα μπορούσε άλλο χρώμα να ταιριάξει περισσότερο από αυτό της βραζιλιάνικης φανέλας, που από λευκή έγινε κίτρινη μετά το Maracanaço, κάνοντας αντίθεση με το χρώμα από το γρασίδι, το βαθύ μπλε σορτσάκι και τις άσπτρες κάλτσες, που δημιούργησαν όλα μαζί μια αρχετυπική ποδοσφαιρική χρωματική παλέτα.

Η Βραζιλία μετά την πρώτη εμφάνιση του jogo bonito στη Σουηδία, που έσπασε την ιστορική κατάρα, τη βιαιότητα στη Χιλή και στην Αγγλία, στο Μεξικό ήταν έτοιμη να αποδώσει ένα μνημειώδες ποδοσφαιρικό θέαμα. Η κατάσταση στον πάγκο της, ωστόσο, τα χρόνια της δεκαετίας του ’60 έμοιαζε πιο χαοτική από ποτέ, οι προπονητές άλλαζαν συνεχώς και μέχρι τον Απρίλη του 1969, ένα χρόνο και κάτι πριν την έναρξη του Μουντιάλ, κανένα σταθερό σχέδιο ανάπτυξης του παιχνιδιού της εθνικής ομάδας δεν υπήρχε. Τότε ανέλαβε τις τύχες της Seleção ο João Saldanha, ένας κομμουνιστής, εχθρός φυσικά του καθεστώτος, που έβλεπε την αλλαγή που ερχόταν στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, με την παράδοση των σκήπτρων του ρομαντικού ποδοσφαίρου σε μια τακτική που ήταν προσαρμοσμένη στην εξαφάνιση των λαθών, θυσιάζοντας μαζί και τη δημιουργία. Ο Saldanha κατάφερε στα 17 παιχνίδια που καθοδήγησε τη Seleção να κερδίσει τα 17, όμως υπερέβαλε στα σχέδιά του, προκαλώντας τριγμούς στη συνοχή της ομάδας, φτάνοντας σε σημείο να εκφράζει απόψεις και για τον αποκλεισμό του Pelé από την αποστολή για το επερχόμενο Μουντιάλ. Οι εσωτερικές αυτές συγκρούσεις κόστισαν τη θέση του και τον διαδέχθηκε ένας από τους πιο εμβληματικούς τεχνικούς στην Ιστορία της εθνικής ομάδας, ο Mário Zagallo, πρωταθλητής κόσμου στη Σουηδία το 1958 και στη Χιλή το 1962, δηλαδή ένας συμπαίχτης των μεγάλων αστέρων, που συνδεόταν στενά με τον Pelé. Ο Zagallo μπόρεσε να ισορροπήσει αυτή την ομάδα, να επιβάλει την απαραίτητη πειθαρχία στην προετοιμασία για ένα Μουντιάλ που θα διεξαγόταν σε μεγάλο υψόμετρο, αλλά να επιλέξει και ένα καινοτόμο σύστημα που δεν έμενε προσηλωμένο στο σχηματισμό, αλλά επέτρεπε τη δημιουργία, στηριζόμενος στα χαρακτηριστικά της σύνθεσης που είχε στη διάθεσή του.

Επειδή δεν υπάρχει μεγάλη νίκη χωρίς μεγάλο αντίπαλο, μία ομάδα που έμοιαζε να έρχεται από το παρελθόν, μια μεγάλη ποδοσφαιρική σχολή, έκανε ξανά την εμφάνισή της στο παγκόσμιο προσκήνιο. Η επιστροφή της Ιταλίας δεν ήταν τυχαία – η ίδρυση της UEFA και η διεξαγωγή του Κυπέλλου Πρωταθλητριών επέτρεψαν σε μια χώρα που έχει μια εξαιρετικά αναλυτική προσέγγιση στο ποδόσφαιρο να δημιουργήσει νέες ιδέες, πάνω σε εκείνες που είχαν μείνει ανολοκλήρωτες από την παλιά Σχολή του Δούναβη. Μερικές από τις λέξεις που προστέθηκαν τότε στο λεξιλόγιο του ποδοσφαίρου, όπως libero, catenaccio, trequartista, αντανακλούν έναν τρόπο παιχνιδιού με προσήλωση στην αμυντική λειτουργία, μηδενισμό των λαθών και οπορτουνιστική χρήση των αντεπιθέσεων προκειμένου να επιτευχθεί το κάθε γκολ και η νίκη. Οι ομάδες του Μιλάνου, η Inter και η Milan, ανέπτυξαν τη δική τους προσέγγιση σε ένα στυλ παιχνιδιού που έδινε αυξημένες αρμοδιότητες στον libero και τον regista, που δημιουργούσαν το παιχνίδι στον άξονα από το βάθος του γηπέδου, αφήνοντας ελευθερία επιλογών στους γρήγορους επιθετικούς. Παίχτες όπως ο Cesare Maldini και ο Gianni Rivera ενσάρκωναν αυτούς τους ρόλους στη Milan, ενώ ο Sandro Mazzola αναδείχθηκε από την Inter του εμπνευστή του catenaccio, Helenio Herrera. Με την προσέγγιση αυτή οι ομάδες του Μιλάνου κέρδισαν συνολικά 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών μέσα στη δεκαετία του ’60.

Ο ομοσπονδιακός τεχνικός, Ferruccio Valcareggi, δε θα μπορούσε να ξεφύγει πολύ από το πνεύμα του ιταλικού ποδοσφαίρου της εποχής, τη στιγμή που είχε μάλιστα μια σειρά παιχτών, όπως ο Pierluigi Cera και ο μεγάλος σκόρερ Gigi Riva από την Cagliari που μπορούσαν να ενταχθούν στην ίδια λογική. Η Ιταλία έπαιρνε τα αποτελέσματα που χρειαζόταν σε κάθε φάση, περνώντας πρώτη από τον όμιλο με μόλις μία νίκη και δύο ισοπαλίες, απέναντι σε Σουηδία, Ουρουγουάη και Ισραήλ, αντίστοιχα, ενώ στα προημιτελικά θριάμβευσε με 4-1 απέναντι στο Μεξικό που αγωνιζόταν στην έδρα του. Στις 17 Ιούνη στο Estadio Azteca της Πόλης του Μεξικό, η Ιταλία χρειάστηκε όμως μια εξωπραγματική απόδοση, σε ένα παιχνίδι που θεωρείται ως σήμερα το καλύτερο της ιστορίας των Παγκοσμίων Κυπέλλων, προκειμένου να κερδίσει με σκορ 4-3 τη Δυτική Γερμανία, στην παράταση, σε μια αναμέτρηση με αλλεπάλληλες ανατροπές και ένα διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό και ένταση, που, αν δεν υπήρχε σφύριγμα της λήξης έμοιαζε έτοιμο να οδηγηθεί στην έκρηξη.

Σε ένα Μουντιάλ που είχε αρχίσει να αντανακλάται ο νέος μετα-αποικιακός κόσμος στη φυσιογνωμία του, καθώς συμμετείχε το Μαρόκο εκπροσωπώντας την Αφρική για πρώτη φορά μετά από 46 χρόνια και το νεοϊδρυμένο Ισραήλ από την Ασιατική Συνομοσπονδία, το χρώμα περίσσευε σε κάθε έκφανση. Αυτό το χρώμα είναι που έδεσε σε έναν ποδοσφαιρικό καμβά η ομάδα των Βραζιλιάνων καλλιτεχνών, του Pelé, του Tostão, του Rivelino, του Gérson, του Jairzinho, που πήραν όση ελευθερία χρειάζονταν από τις οδηγίες του Zagallo για να δημιουργήσουν κινούμενες εικόνες έργων τέχνης. Εκείνη η Βραζιλία ήταν ασταμάτητη, 4-1 στην πρεμιέρα με την Τσεχοσλοβακία, 1-0 την Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Αγγλία και 3-2 τη Ρουμανία στον 3ο όμιλο, 4-2 το Περού και 3-1 την Ουρουγουάη στα νοκ-άουτ, προκειμένου να βρει στον Τελικό απέναντί της εκείνη την επικίνδυνη Ιταλία, μία ομάδα που όπως και οι Βραζιλιάνοι είχε κατακτήσει δύο φορές το Παγκόσμιο Κύπελλο. Το catenaccio ήταν ικανό να δίνει τίτλους στα ευρωπαϊκά γήπεδα, όμως στο υψόμετρο του Μεξικού, εκεί όπου ο χρόνος μετράει αλλιώς και η δημιουργία βρίσκει τον απαραίτητο χώρο για να ξεδιπλωθεί σε ένα λιγότερο ασφυκτικό πλαίσιο, αντίρροπο με την απουσία του οξυγόνου, δε μπορούσε να έχει απάντηση στη βραζιλιάνικη υπεροπλία. Αν και το σκορ του πρώτου ημιχρόνου ήταν 1-1 με γκολ των Pelé και Boninsegna, στο δεύτερο ημίχρονο οι Gérson, Jairzinho και ο ερχόμενος από θέση εκτός τηλεοπτικής οθόνης Carlos Alberto έγραψαν το τελικό 4-1 που δημιουργούσε όνειρα για ένα ποδόσφαιρο που συνδυάζει ομορφιά και αποτέλεσμα! Αυτό το συμπέρασμα θα ξεθώριαζε γρήγορα, όμως το βραζιλιάνικο ονειρεμένο παιχνίδι είχε καταγραφεί για πάντα στις συνειδήσεις της ανθρωπότητας και στις ταινίες με την technicolor επεξεργασία, ώστε να αποτελεί για δεκαετίες τον ορισμό του ιδανικού ποδοσφαίρου και να τοποθετήσει τη Βραζιλία σε μια άτυπη θέση που συνδέεται με τη στερεοτυπικά δοσμένη παγκόσμια ποδοσφαιρική κορυφή. Από το 1970 και μετά η Βραζιλία είτε έχανε, είτε κέρδιζε, ήταν και παραμένει η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική δύναμη του πλανήτη.

Έτσι ξεκίνησε η Ιστορία του μοντέρνου ποδοσφαίρου, από την αποθέωση της παλιάς του εποχής…

Μοντέρνο ποδόσφαιρο

Στο συνέδριο της FIFA που έγινε στο Λονδίνο το 1966, υπό την ηγεσία του Stanley Rous, εκλέχθηκαν και ανακοινώθηκαν οι χώρες που θα διοργάνωναν τα Παγκόσμια Κύπελλα του 1974, 1978 και 1982, δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για τον μακρόπνοο σχεδιασμό της διοργάνωσης και της πορείας του σπορ παγκοσμίως. Όμως, πριν διοργανωθεί το Μουντιάλ του 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας, το ποδόσφαιρο θα άλλαζε ριζικά, με τρόπο που μοιάζει μόνιμος ως τις μέρες μας. Όπως συνήθως γίνεται, λίγες μέρες πριν την έναρξη της μεγάλης διοργάνωσης, διοργανώθηκε το Συνέδριο της FIFA, που εκείνη τη χρονιά έλαβε χώρα στη Φρανκφούρτη και όπως κάθε Συνέδριο σε χρονιά Μουντιάλ είχε στην ημερήσια διάταξη και την εκλογή του προέδρου της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας. Ποτέ ξανά, όμως, η καμπάνια ενός υποψηφίου δεν ήταν μία παγκοσμίων διαστάσεων πολιτική εκστρατεία, όπως εκείνη τη χρονιά.

Ένας πρώην αθλητής της κολύμβησης από τη Βραζιλία, που είχε συμμετέχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 και υπήρξε ο πρόεδρος της Βραζιλιάνικης Αθλητικής Συνομοσπονδίας από το 1958 ως το 1973, έβαζε πλώρη για την – ίσως – πιο ισχυρή θέση αθλητικού παράγοντα στον κόσμο. Ο Joao Havelange, ο γιος ενός Βέλγου μετανάστη από τη Λιέγη, που γεννήθηκε στο Rio de Janeiro το 1916, έμελε να αλλάξει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο διοικητικά, εμπορικά, πολιτικά και τελικά στις συνειδήσεις όλων των λαών με τρόπο πιο επιδραστικό ακόμα κι από τον μεγάλο εμπνευστή της παγκόσμιας διάστασης του σπορ, τον Jules Rimet.

Προκειμένου να πετύχει το σκοπό της ανατροπής του Stanley Rous, ο Havelange χρησιμοποίησε αμέτρητους πόρους από τη FIFA για να κάνει τα διηπειρωτικά ταξίδια του, να κερδίσει την εύνοια των εθνικών ομοσπονδιών που ψήφιζαν στο Συνέδριο, ξοδεύοντας στην κυριολεξία και το τελευταίο δολλάριο που θα μπορούσε για αυτό το σκοπό. Ο Stanley Rous, μη μαθημένος σε αυτόν τον τεχνοκρατικό παγκοσμιοποιημένο κόσμο, παρά τις διασυνδέσεις του, δεν κατάφερε να διατηρηθεί στην ηγεσία της FIFA και έτσι ο Havelange ξεκίνησε την πρώτη θητεία του, μέρος μιας μακράς πορείας, την ημέρα των γενεθλίων του, στις 8 Μαΐου του 1974. Η πρώτη του κίνηση για τη χρηματοδότηση του προγράμματός του, δεδομένου ότι δεν είχε μείνει τίποτα στα ταμεία ύστερα από την παγκόσμια πολιτική του καμπάνια, ήταν η σύναψη συμβολαίων συνεργασίας με τις εταιρείες Adidas και Coca-Cola, που από τότε έγιναν μόνιμοι χορηγοί του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Πέρα από την αισθητική των χορηγών που αποτύπωναν την πολιτική χροιά του Παγκοσμίου Κυπέλλου που διεξήχθη στη Δυτική Γερμανία, μια σειρά ακόμα αισθητικών στοιχείων σηματοδοτούσαν τη νέα εποχή. Το παλιάς κοπής τρόπαιο, το Κύπελλο Jules Rimet, αντικαταστάθηκε από το Κύπελλο της FIFA, ένα αγαλματίδιο ύψους 36.5 εκατοστών, βάρους 5 κιλών και χρυσού 18 καρατίων, σχεδιασμένο από τον Silvio Gazzaniga, αποτυπώνοντας δύο αθλητές που κρατούν στις πλάτες και τα υψωμένα χέρια τους ολόκληρη την υφήλιο, θα γινόταν το νέο “άγιο δισκοπότηρο” του ποδοσφαιρικού πλανήτη. Όσο αφορά τα γήπεδα που φιλοξενούσαν τη διοργάνωση, η μοντερνιστική αρχιτεκτονική τους, με κορυφαίο παράδειγμα το Olympiastadion του Μονάχου, που δύο χρόνια νωρίτερα είχε φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες, συμβόλιζε την ανοικοδόμηση μιας χώρας που χτίστηκε πάνω στα ερείπια μιας εφιαλτικής πολεμικής ήττας και στο παρελθόν ενός εγκληματικού κράτους. Όσα συμβολικά συνέβησαν στο Μουντιάλ του 1954 με τη νίκη της Δυτικής Γερμανίας, 20 χρόνια αργότερα εμφανιζόταν στους τηλεοπτικούς δέκτες ολόκληρου του πλανήτη ως υλική απόδειξη. Παραφωνία, εκούσια ή ακούσια, η συμπερίληψη του Olympiastadion του Δυτικού Βερολίνου, του σταδίου που είχε φιλοξενήσει τη Χιτλεριάδα του 1936, στα γήπεδα που θα φιλοξενούσαν τους αγώνες τις διοργάνωσης, μεταξύ των οποίων την πρεμιέρα των γηπεδούχων απέναντι στη Χιλή, χώρα όπου ένα άλλο στάδιο έγραφε αντίστοιχες μαύρες σελίδες στην Ιστορία του κράτους του Νότιου Ειρηνικού.

Η κλήρωση τα έφερε έτσι που στη φάση των ομίλων η Δυτική Γερμανία είχε την ευκαιρία να πετύχει ακόμα μια μεγάλη συμβολική νίκη, αντιμετωπίζοντας στο τελευταίο ματς της πρώτης φάσης την Ανατολική Γερμανία. Στο παιχνίδι του Αμβούργου, ωστόσο, που δε διεκδικούσε δάφνες ποδοσφαιρικής ποιότητας, η ομάδα της Λαοκρατικής Δημοκρατίας έφυγε νικήτρια χάρη στο γκολ που πέτυχε ο Jürgen Sparwasser, ποδοσφαιριστής της Magdenburg, στο 77ο λεπτό.

Η δεύτερη φάση των ομίλων καθόριζε απευθείας το ζευγάρι του τελικού. Σε αυτήν τη φάση ο κόσμος είδε πραγματικά μία από τις πιο τρομερές εθνικές ομάδες που υπήρξαν ποτέ. Στα βορειοδυτικά σύνορα της Δυτικής Γερμανίας, μια χώρα που αποτελούσε πάντα αιχμή της πνευματικής καινοτομίας, ακολουθούσε κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα ίδια μοντερνιστικά βήματα, εμπνευσμένη από το Die Stijl του Piet Mondrian και των συν αυτώ, ανάπλαθε τις πόλεις της, δημιουργώντας ένα νέο έδαφος για τη ζωή της εργατικής της τάξης. Η καινοτομία αυτή έσπαγε τα όρια του προτεσταντισμού και της απόλυτης, ηθικοπλαστικής πειθαρχίας, που εμπόδιζε την ανάπτυξη ενός σπορ στο οποίο η δημιουργία είναι βασικό συστατικό. Μέσα από τα μπετονένια κτήρια ξεπηδούσε μια νέα συνείδηση νεανικής αυθάδειας, που έγινε το ακατέργαστο υλικό με το οποίο χτίστηκε μια ολόκληρη ποδοσφαιρική φιλοσοφία. Η γενιά του μεταπολεμικού μπουμ δε μπορούσε να χωρέσει μέσα στα ηθικά όρια της γενιάς του πολέμου, το ίδιο και οι ποδοσφαιριστές, φτωχοδιάβολοι, που εμφανίζονταν από τις μοντέρνες εργατικές συνοικίες γύρω από το De Meer, την ιστορική έδρα του Ajax στα νότια προάστια του Άμστερνταμ. Αυτό το ταλέντο ανέλαβε να βάλει σε τάξη αρχικά ο Vic Buckingham και στη συνέχεια ο Rinus Michels, που για να τα καταφέρει έσπασε όλους τους κανόνες που ήταν γνωστοί ως τότε στο ποδόσφαιρο – ή σχεδόν όλους.

Η τελευταία μεγάλη σχολή που είχε κερδίσει το θαυμασμό της Ευρώπης ήταν η τρομερή ομάδα των Ούγγρων. Οι προσεγγίσεις των ομάδων που κέρδιζαν το Κύπελλο Πρωταθλητριών τη δεκαετία του 1960 ήταν υπέρμετρα ρεαλιστικές και συντηρητικές – και αν και εξασφάλιζαν το επιθυμητό αποτέλεσμα, δε μπορούσαν να ανταπεξέλθουν με επιτυχία στα δύσκολα καθήκοντα που έβαζε η δημιουργικότητα του νοτιοαμερικάνικου και εκείνη την εποχή πιο συγκεκριμένα του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου. Σε δύο σημεία της Ευρώπης όμως, πρωτοπόροι της ποδοσφαιρικής τακτικής εργάστηκαν με σκοπό να εξελίξουν, αντί για ένα σύστημα, ένα σύνολο ιδεών που θα δημιουργούσε ένα νέο παιχνίδι, με μεγαλύτερη ευελιξία και ρευστότητα, που θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε οποιαδήποτε κατάσταση. Οι αρχές αυτές προέρχονταν από διαφορετικές σχολές, όπως για παράδειγμα η πίεση όταν χάνεται η μπάλα, από το σοβιετικό ποδόσφαιρο, το τεχνητό offside (offside trap) από το 4-2-4 της ανατολικής Ευρώπης, οι εναλλαγές θέσεων και η κάλυψη του χώρου από συμπαίκτες από το ουγγρικό ποδόσφαιρο του ’50, η γρήγορη κυκλοφορία από το combination game, η συμπίεση του αντιπάλου όταν αυτός έχει την κατοχή και το άνοιγμα των χώρων όταν έχεις τη μπάλα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτές οι ιδέες εμφανίστηκαν, μέσω διαφορετικών οδών, ταυτόχρονα σε δύο ποδοσφαιρικές σχολές, από δύο διαφορετικούς προπονητές: τον Valeriy Lobanovskiy στη Σοβιετική Ένωση και τη Dinamo Κιέβου και τον Rinus Michels στην Ολλανδία και τον Ajax.

Η είσοδος της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο, που επέτρεπε την πιο άμεση ανταλλαγή εμπειριών και ποδοσφαιρικής σκέψης, τα περισσότερα παιχνίδια σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο, οι διεθνείς διασυλλογικές διοργανώσεις που είχαν ξεκινήσει και στην Ευρώπη και στη Νότια Αμερική, καθώς και η εγκαθίδρυση ενός πλήρως επαγγελματικού πλαισίου για το σπορ, ήταν οι παράγοντες που δημιουργούσαν τα θεμέλια για μια νέα οικουμενική ποδοσφαιρική προσέγγιση. Για το λόγο αυτό δεν εμφανίστηκε μόνο σε ένα μέρος. Κι αν η Σοβιετική Ένωση δε συμμετείχε στο Μουντιάλ του 1974, αρνούμενη να παίξει προκριματικό με τη Χιλή στο Estadio Nacional που ήταν τόπος μαρτυρίου για τους πολιτικούς κρατούμενους του καθεστώτος του Pinochet, η Ολλανδία ήταν η ομάδα που έφερε αυτή την καινοτομία στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας. Πριν το Μουντιάλ, βέβαια, τα ίδια στοιχεία είχε θαυμάσει ο κόσμος στον Ajax του Rinus Michels, που κέρδισε 3 συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών, τα 2 τελευταία υπό την καθοδήγηση του Ρουμάνου Ştefan Kovács, από το 1971 ως το 1973.

Πέρα από τη λευκή ισοπαλία με τη Σουηδία στην πρώτη φάση των ομίλων, η Ολλανδία του Michels, με super star τον Johan Cruyff που ήταν η επιτομή της ενσάρκωσης του αυθάδικου και νεοτερικού totaalvoetbal, τον Neeskens που αποτελούσε το alter ego του Cruyff στην τριανδρία του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου, καθώς και μια σειρά υπερταλαντούχων παιχτών που αναδείχθηκαν μέσα σε αυτό το νέο τρόπο ασφυκτικής έκφρασης της ποδοσφαιρικής δημιουργίας, έμοιαζε ασταμάτητη. 2-0 την Ουρουγουάη, 4-1 τη Βουλγαρία, 4-0 την Αργεντινή που ακόμα έψαχνε τον ιδεολογικό βηματισμό της, ακροβατώντας μεταξύ αισθητικής αφέλειας και αντιποδοσφαιρικής πειθαρχίας, 2-0 την Ανατολική Γερμανία και 2-0 την Πρωταθλήτρια Κόσμου Βραζιλία, προκειμένου να βρεθεί στον Τελικό του Μονάχου, στις 7 Ιούλη.

Εκεί τα πράγματα έμοιαζαν σχεδόν προκαθορισμένα, με τους Ολλανδούς να αλλάζουν 14 πάσες από τη σέντρα του αγώνα μέχρι να κερδίσουν το πέναλτι που ο Neeskens μετέτρεψε σε γκολ για να δώσει το προβάδισμα στην ομάδα του στο 2ο λεπτό. Όμως αν κάτι έπρεπε να έχει μάθει κανείς από τους τελικούς του Montevideo, του Maracanã και της Βέρνης, είναι ότι κανένας τέτοιος μεγάλος αγώνας δεν επιτρέπει εφησυχασμό, προσήλωση στην αισθητική και όχι στο αποτέλεσμα. Οι Δυτικογερμανοί, που προέρχονταν από ένα πολύ δύσκολο τουρνουά, με εσωτερικές έριδες που εντάθηκαν μετά την ήττα από την Ανατολική Γερμανία, βρήκαν τον τρόπο να χαλάσουν το ποδοσφαιρικό ολλανδικό πάρτυ και τελικά, όπως είχαν κάνει 20 χρόνια νωρίτερα, να φύγουν με το τρόπαιο από έναν αγώνα που απέναντι τους είχαν τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική σχολή της εποχής τους. Μέσα από αυτή την παράδοξη νίκη, που πλέον έμοιαζε επαναλαμβανόμενη, βγήκε και η φράση ότι το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που 22 παίχτες παίζουν για 90 λεπτά και στο τέλος κερδίζουν οι Γερμανοί.

Η Δυτική Γερμανία κέρδιζε ακόμα ένα Κύπελλο που συμβόλιζε τη μεταπολεμική Ιστορία της, την πορεία μετά τη ναζιστική θηριωδία, τη νίκη του στρατοπέδου των καπιταλιστών που ίδρυσαν το κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας και έμοιαζε έτσι σχεδόν καταδικασμένη κάθε φορά που κερδίζει να κολλάει στη νίκη της αυτή την ταυτότητα. Άραγε θα κέρδιζε ποτέ αφήνοντας τον κόσμο να μιλάει μόνο για το ποδόσφαιρο που έπαιζε; Δεδομένων των ομάδων που ως τότε είχε αντιμετωπίσει στους τελικούς, αυτό γινόταν ακόμα πιο δύσκολο.

Πιο δύσκολο ήταν όμως, για ολόκληρο τον πλανήτη, το μέλλον που δημιουργούσε το τέλος της περιόδου της μεταπολεμικής ανάπτυξης που έμοιαζε αέναη για περίπου 30 χρόνια. Νέοι ανταγωνισμοί, πόλεμοι, απολυταρχικά καθεστώτα, θα ξεπηδούσαν σε κάθε άκρη της Γης, τις περισσότερες φορές με τη στήριξη της μεγάλης ιμπεριαλιστικής δύναμης, των Ηνωμένων Πολιτειών, που ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε το δυτικό ημισφαίριο θεωρούσαν κάθε επεμβατική κίνηση κομμάτι του δόγματος Monroe, θεμελίου που θεωρητικά εξασφαλίζει την ύπαρξή του ομοσπονδιακού κράτους. Καθόλου δύσκολο, από την άλλη, δεν ήταν για τον Havelange να συνεπικουρήσει στη διοργάνωση ενός Παγκόσμιου Κυπέλλου, που όπως τα έφερε η Ιστορία θα ήταν το πρώτο που ευθέως θα συντελούσε στο ξέπλυμα και θα συνέβαλε στην ακτινοβολία ενός απολυταρχικού καθεστώτος, 44 χρόνια μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας.

Η Αργεντινή είχε καταφέρει το 1966 στο Συνέδριο του Λονδίνου, επιτέλους, να αναλάβει τη διοργάνωση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, το 1978, όμως οι πολιτικές εξελίξεις θα έδιναν σε αυτό μια εντελώς διαφορετική ιστορική χροιά. Θα δημιουργούσαν, ωστόσο, παράλληλα, και μια τεράστια και βαθιά συζήτηση για το ρόλο του ποδοσφαίρου μέσα σε συνθήκες κρατικής βίας και καταστολής, ξανανοίγοντας ένα θέμα που είχε μπει στα συρτάρια μετά από εκείνη τη διοργάνωση του 1934. Μπορεί μια ποδοσφαιρική νίκη μιας εθνικής ομάδας να μην εκφράζει τον δικτάτορα που τη διοικεί;

Το 1974 πέθανε ο Αργεντίνος ηγέτης και επί σειρά ετών Πρόεδρος της χώρας, Juan Perón. Μέσα σε ένα κλίμα μόνιμων συγκρούσεων μεταξύ των οπαδών του, αριστερίστικων ένοπλων ομάδων που υπερασπίζονταν την αστική δημοκρατία και του στρατού που ήθελε να απαλλαγεί από τη λαϊκιστική περονική εξουσία, η χήρα του Isabel ανέλαβε την ηγεσία της χώρας για δύο χρόνια κατά τα οποία οι ακροδεξιές παρακρατικές οργανώσεις άρχισαν να ξεσαλώνουν, μέχρι το πραξικόπημα του 1976 που έφερε την εξουσία στα χέρια της χούντας των στρατιωτικών και σημαδεύτηκε από 5,000 σκοτωμένους και αγνοούμενους κομμουνιστές, 5,000 σκοτωμένους και κρατούμενους αγωνιστές του Λαϊκού Δημοκρατικού Στρατού, 22 ως 30 χιλιάδες εξαφανισμένους και 12 χιλιάδες κρατούμενους σε 340 στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το καθεστώς, που υποστηριζόταν ιδεολογικά και υλικά, με 50 εκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής βοήθειας, από τις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορούσε να χρησιμοποιήσει το Μουντιάλ για τη διεθνή θετική προβολή του. Η FIFA ακόμα μια φορά ήταν αρωγός σε αυτό το εγκληματικό έργο, αρνούμενη να παραλάβει ακόμα και την έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα εγκλήματα του καθεστώτος.

Κι αν μέσα στα χρόνια της προπαγάνδας πολλοί Αργεντίνοι δε γνώριζαν τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, τόσο που χρειάζονταν οι συγγενείς μετανάστες να τους μεταφέρουν πολλές φορές τα νέα για την αλήθεια της πατρίδας που ζούσαν, αυτή η άγνοια δεν ήταν κάτι που χαρακτήριζε τον ομοσπονδιακό τεχνικό, έναν προπονητή που είχε θητεύσει στην Huracán, παρουσιάζοντας όμορφο ποδόσφαιρο μέσα στα χρόνια του anti-fútbol, πιστεύοντας ότι οι αρχές του αργεντίνικου παιχνιδιού δεν πρέπει να εγκαταλείπονται για χάρη του αποτελέσματος, αλλά να εξελίσσονται. Ο Luis César Menotti, που με αυτές τις ιδέες κέρδισε το πρωτάθλημα Metropolitano του 1973 έλεγε “Υπάρχει το ποδόσφαιρο της δεξιάς και το ποδόσφαιρο της αριστεράς. Το ποδόσφαιρο της δεξιάς προτείνει ότι η ζωή είναι μια μάχη. Ζητά θυσίες. Εμείς πρέπει να γίνουμε ατσάλινοι και να κερδίσουμε με κάθε μέσο… να υπακούμε και να λειτουργούμε, αυτό θέλουν από τους παίκτες εκείνοι που έχουν την εξουσία. Έτσι δημιουργούν καθυστερημένους, χρήσιμους ηλίθιους που πηγαίνουν μαζί με το σύστημα.”

Σε αντίθεση, δηλαδή, με τον μιλιταριστή Pozzo που κουβαλούσε την εθνική Ιταλίας στα πεδία των μαχών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που έβαζε στρατιωτικά εμβατήρια με γραμμόφωνο στα αποδυτήρια, που σχεδίαζε την ποδοσφαιρική τακτική σαν να βρίσκεται σε πόλεμο, ο Menotti ήταν το αντίπαλο ιδεολογικό δέος του συστήματος της εγκληματικής αργεντίνικης χούντας. Στην περίπτωση του Pozzo δεν υπήρχε δίλημμα για το διακύβευμα της ποδοσφαιρικής νίκης, ακόμα κι αν δεν ήταν επίσημα υποστηρικτής του φασιστικού κόμματος, οι ιδέες του για την πατρίδα και το ποδόσφαιρο δε συγκρούονταν με αυτές του δικτάτορα. Όμως ο Menotti έπρεπε ουσιαστικά να κερδίσει με μια ομάδα σε μια διοργάνωση που εργαλειοποιούνταν από τον ιδεολογικό του αντίπαλο. Αν η Αργεντινή είναι η χώρα που ιδεολογικοποιεί όσο καμία άλλη το ποδόσφαιρό της, όπως γράφει ο Jonathan Wilson, εκείνη ήταν ίσως η στιγμή που η ιδεολογικοποίηση αυτή έφτασε το επίπεδο της φιλοσοφίας, όχι μιας αφηρημένης και ίσως αδιάφορης φιλοσοφικής αναζήτησης, αλλά της εντελώς υλικής φιλοσοφίας, της ηθικής, της στάσης απέναντι στην Ιστορία των ανθρώπων.

Στα αποδυτήρια, εκεί που το ποδόσφαιρο δεν χωράει την υποκρισία, ο Menotti έλεγε τελικά στους παίχτες του: “Εμείς είμαστε ο λαός. Προερχόμαστε από τις καταπιεσμένες τάξεις και εκπροσωπούμε το μόνο πράγμα που είναι νόμιμο σε αυτή τη χώρα – το ποδόσφαιρο. Δεν παίζουμε για τις ακριβές θέσεις που είναι γεμάτες στρατιωτικούς. Εκπροσωπούμε την ελευθερία, όχι τη δικτατορία”. Δεν είναι σίγουρο ότι αυτή η θέση θα ικανοποιούσε τις μανάδες των δεκάδων χιλιάδων εξαφανισθέντων που έψαχναν απεγνωσμένα για διεθνή προβολή και τελικά δικαίωση, ωστόσο είναι σίγουρα μια σελίδα που γράφει ένα διαφορετικό κεφάλαιο στην ιστορία της σχέσης του ποδοσφαίρου με την εξουσία, αντιδιαμετρικό σε σχέση με εκείνο που έγραψε ο Pozzo.

Η Αργεντινή του Menotti είχε ταλέντο, είχε φυσικά τη στήριξη ενός αιμοσταγούς συστήματος, έπαιζε στην έδρα της, είχε μία εντελώς νέα ποδοσφαιρική φιλοσοφία και μπορούσε μετά από δεκαετίες να διεκδικήσει κάτι που ούτε καν πλησίασε στα μεταπολεμικά Παγκόσμια Κύπελλα που συμμετείχε, αν και υπήρχε πάντα ένα μεγάλο “αν” για τη διοργάνωση του 1966. Στην πρεμιέρα κέρδισε την Ουγγαρία, στο δεύτερο αγώνα τη Γαλλία και στον τελευταίο αγώνα της πρώτης φάσης των ομίλων σχεδόν παραχώρησε την πρώτη θέση στην Ιταλία, χάνοντας με 1-0. Στη δεύτερη φάση των ομίλων κέρδισε με 2-0 την Πολωνία, έφερε λευκή ισοπαλία με τη Βραζιλία και προκειμένου να βρεθεί στον τελικό έπρεπε να κερδίσει με περισσότερα από 4 γκολ διαφορά το Περού. Το τελικό σκορ στο Gigante de Arroyito του Rosario, 6-0, προκάλεσε έντονες συζητήσεις ενώ τα βέλη συγκέντρωσε ο γεννημένος στην Αργεντινή Περουβιανός τερματοφύλακας Ramón Quiroga. Η αλήθεια είναι ότι ο Quiroga δεν ήταν κακός σε εκείνο το παιχνίδι, κάνοντας μια σειρά από δύσκολες αποκρούσεις – ακόμα κι αν ήταν στημένο αυτό το αποτέλεσμα, σίγουρα οι υπεύθυνοι το είχαν στήσει με τρόπο πολύ καλύτερο από το να εκθέσουν τον τερματοφύλακα του Περού. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι στα πρώτα λεπτά του αγώνα το Περού είχε ένα δοκάρι με τον Muñante και μία μεγάλη ευκαιρία από σουτ του Juan Carlos Oblitas.

Η αλήθεια είναι ότι η μοναδική ιστορική πηγή που καθαρά μίλησε για στημένο αποτέλεσμα σε εκείνο τον αγώνα ήταν η αγγλική Sunday Times, η οποία δημοσίευσε άρθρο που ανέφερε ότι η Αργεντινή αγόρασε 35,000 τόνους σιτηρών από το Περού και απελευθέρωσε 50 εκατομμύρια δολλάρια παγωμένων περουβιανών περιουσιακών στοιχείων. Βέβαια αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε την ημέρα του αγώνα της Αγγλίας με την Αργεντινή στο Μουντιάλ του 1986, ενώ οι σχετικές αποδείξεις δε βρέθηκαν, ούτε παρουσιάστηκαν ποτέ.

Με αυτό το αποτέλεσμα η Αργεντινή πέρασε στον Τελικό της 25ης Ιουνίου, όπου αντιμετώπισε την Ολλανδία, η οποία καθοδηγούνταν από μία θρυλική μορφή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, τον Ernst Happel, αλλά δεν είχε στη σύνθεση της τον Johan Cruyff. Αν και σε πολλές αφηγήσεις έχει μείνει να εννοείται ότι αυτή η άρνηση του Cruyff να ταξιδέψει είχε να κάνει με την αντίθεσή του να αγωνιστεί στο Μουντιάλ που γινόταν υπό το καθεστώς του Videla, η προσεχτική ανάγνωση της βιογραφίας του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι άλλοι λόγοι, που είχαν να κάνουν με την προσωπική του ζωή και τους φόβους για την ασφάλεια της οικογένειάς του, τον οδήγησαν στην απόφαση να μην απομακρυνθεί από αυτή το καλοκαίρι του ’78. Ο ίδιος ο Cruyff είχε δώσει διάφορες ερμηνείες κατά καιρούς σε συνεντεύξεις για αυτή τη στάση του, αλλά φαίνεται ότι οι αιτίες της απουσίας του δεν ήταν ιδεολογικές.

Η Ολλανδία ήταν ωστόσο η ομάδα που συνέχιζε να παίζει το θαυμαστό totaalvoetbal που συγκινούσε τον πλανήτη, ωστόσο, ακόμα κι αν ήταν πιο υποψιασμένη στο Monumental, δεν κατάφερε να κερδίσει την Αργεντινή στην κανονική διάρκεια του αγώνα και η albiceleste με γκολ των Kempes και Bertoni στην παράταση έφεραν το Παγκόσμιο τρόπαιο για πρώτη φορά στα χέρια μιας χώρας που είχε συμβάλει όσο λίγες στην παγκόσμια διάδοση και διεύρυνση του σπορ. Το καθεστώς προφανώς αξιοποίησε δεόντως αυτή την επιτυχία, αφήνοντας μια μαύρη κηλίδα στην επιτυχία των ποδοσφαιριστών του Menotti.

Κι αν η εκσυγχρονισμένη La Nuestra του Menotti κέρδιζε τον τίτλο στα Αργεντίνικα γήπεδα, τέσσερα χρόνια αργότερα, στα γήπεδα της Ισπανίας, ο flaco θα είχε να αντιμετωπίσει ακόμα ένα φάντασμα από το παρελθόν της αργεντίνικης ποδοσφαιρικής μυθοπλασίας. Ένας κοντοπίθαρος ποδοσφαιριστής, μεγαλωμένος στα potreros του Villa Fiorito, στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ξεκίνησε να σαγηνεύει το μυαλό των Αργεντίνων, εμφανιζόμενος ως η ευθείας προσωποποίηση εκείνου του μυθικού προσώπου, του Pibe, που ο αρθρογράφος του El Gráfico, Borrocotó, περιέγραφε 50 χρόνια νωρίτερα ως τη μυθική ενσάρκωση του Αργεντίνου ποδοσφαιριστή. Ο Diego Maradona, έχοντας κερδίσει πρώτα το εγχώριο ποδόσφαιρο, αν και είχε χάσει την ευκαιρία να αγωνιστεί στο Μουντιάλ του ’78, θα έκανε την πρώτη εμφάνιση του το 1982 ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του κόσμου. Το ποδόσφαιρο της Αργεντινής είχε ακόμα μια περιπέτεια μπροστά του, που θα κρατούσε δεκαετίες.

Μακριά όμως από τέτοιου είδους ρομαντικές μυθικές προσεγγίσεις, ο απόλυτα ρεαλιστής και τεχνοκράτης Havelange οραματιζόταν ένα διαφορετικό τουρνουά από αυτό που είχε παραλάβει από τον Stanley Rous. Τα τηλεοπτικά συμβόλαια πλέον ήταν κεντρική αρμοδιότητα της FIFA, οι χορηγοί που δένονταν στο άρμα της διοργάνωσης γίνονταν ακόμα και περισσότεροι και το ποδόσφαιρο έπρεπε να κατακτήσει νέες αγορές, ακόμα κι εκεί που το παιχνίδι αυτής της μπάλας ήταν κάτι εξωτικό και άγνωστο. Η δημιουργία μιας σειράς νέων κρατών κατά τα χρόνια της αποαποικιοποίησης έδινε την ευκαιρία να δημιουργηθούν παντού στον κόσμο ποδοσφαιρικές εθνικές ταυτότητες που θα εκφράζονται και θα έχουν την ευκαιρία να ακτινοβολήσουν στην υπέρλαμπρη διοργάνωση της FIFA. Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η αύξηση του αριθμού των ομάδων που συμμετέχουν σε 24 – περισσότερες ομάδες, περισσότερη άμεση συμμετοχή εκατομμυρίων ανθρώπων, περισσότεροι αγώνες, περισσότερα χρήματα από τηλεοπτικά συμβόλαια και χορηγούς. Το εμπορευματοποιημένο Παγκόσμιο Κύπελλο ξεκινούσε στα γήπεδα μιας χώρας που ακόμα και όταν καμία καινοτομία δε μπορούσε να υπάρξει στο έδαφός της, ήταν πρωτοπόρος στο πεδίο της ανάπτυξης του σπορ που ήταν ταυτόχρονα το αγαπημένο των ρομαντικών και το εργαλείο των κυνικών τεχνοκρατών όπου Γης.

Αν και το Μουντιάλ του ’82 είχε αποφασιστεί να γίνει στην Ισπανία 16 χρόνια νωρίτερα, το 1966, η χρονική στιγμή ήταν ιδανική και για αυτή τη χώρα, καθώς η πτώση της φρανκικής δικτατορίας επέτρεπε να δημιουργηθεί μία ακόμα αφήγηση, της χώρας που αφήνει πίσω το παρελθόν της απομόνωσης και του αυταρχισμού και γίνεται επίσης κομμάτι μιας μεγάλης ειρηνικής και φιλελεύθερης διεθνούς κοινότητας. Ποδοσφαιρικά, ωστόσο, το Μουντιάλ του 1982 σήμανε την αρχή μιας εποχής που η ποδοσφαιρική πειθαρχία θα κυριαρχούσε έναντι της δημιουργίας, με άλλα λόγια τη γέννηση και το θάνατο ενός παιχνιδιού.

Ο τρόπος διεξαγωγής της διοργάνωσης έφερε αντιμέτωπες στον 3ο όμιλο της δεύτερης φάσης των ομίλων την Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Αργεντινή, με τον Maradona στη σύνθεσή της, τη Βραζιλία και την Ιταλία. Στα δύο πρώτα παιχνίδια οι Αργεντίνοι γνώρισαν ισάριθμες ήττες και οι φιναλίστ του 1970 θα συγκρούονταν στις 5 Ιούλη στο Estadio Sarriá της Βαρκελώνης, σε ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου για την πρόκριση στα ημιτελικά. Η διαφορά των δύο ομάδων ήταν παρόμοια με αυτή του τελικού στο Μεξικό, 12 χρόνια νωρίτερα. Η Ιταλία ήταν μια ομάδα προσηλωμένη στην εξέλιξη του συστήματος, όντας πιστή στη λεγόμενη zona mista (εντός Ιταλίας) ή gioco all’italiana διεθνώς. Η τακτική αυτή, που ξεκίνησε από τους Gigi Radice και Giovanni Trapattoni, ήταν στην ουσία ένα ασύμμετρο 4-4-2, με έναν fullback να παίζει πιο προωθημένος σε μια ανοιχτή πτέρυγα, ως πρόσθετος σε 2 κεντρικούς αμυντικούς και έναν libero που ήταν η σταθερή γραμμή άμυνας, ενώ παρόμοιο ρόλο πιο μπροστά στο γήπεδο είχε και ο αντιδιαμετρικός μέσος που παίζοντας δίπλα από το δεκάρι, τον regista, πλαισίωνε τις ενέργειες στα πλευρά της αντίπαλης περιοχής. Η τακτική προσέγγιση του ιταλικού ποδοσφαίρου στην εποχή του totaalvoetbal αντιμετωπίζει διαχρονικά την αποστροφή των εραστών του επιθετικού και δημιουργικού παιχνιδιού, ίσως για κάποιο λόγο ανεξήγητο και παράδοξο. Η αλήθεια είναι ότι η zona mista στηρίζεται στις ίδιες αρχές κάλυψης των χώρων, ίσως χωρίς την τόσο έντονη εναλλαγή θέσεων, καθώς ο τρόπος που καλύπτει το γήπεδο ο κάθε παίχτης είναι διαφορετικός, ωστόσο ήταν ο λόγος για να υπάρξουν γενιές από υπέροχα δεκάρια στο ιταλικό ποδόσφαιρο.

Η Βραζιλία, από τη μεριά της, είχε ταλέντο που περίσσευε στις τάξεις της, αφού σε εκείνο το παιχνίδι εμφανίστηκαν στο χορτάρι του καταλανικού γηπέδου ο Sócrates, ο Éder, ο Falcão, ο Zico και ο Serginho. Με λίγα λόγια υπήρχε μια μεσοεπιθετική πεντάδα, μέσα στο σύστημα 4-3-3 που κάλυπτει όλες τις προϋποθέσεις για μια νίκη αισθητικής υπεροχής, όπως σε εκείνον τον τελικό του 1970. Είναι αλήθεια ότι αυτό δε συνέβη, αφού η Βραζιλία σε καμία περίπτωση δε μπορούσε με τον ίδιο τρόπο να κατατροπώσει εκείνη την Ιταλία, αλλά δε συνέβη και το αντίθετο – η αναμέτρηση ήταν αμφίρροπη, με τους Ιταλούς να προηγούνται δύο φορές και τους Βραζιλιάνους να ισοφαρίζουν. Είναι πολύ ενδιαφέρον να κάνει κανείς μια αφαίρεση και να σκεφτεί το πώς θα ερμηνεύονταν σήμερα εκείνο το παιχνίδι αν κέρδιζε η Βραζιλία, ωστόσο χάρη στο χατ-τρικ ενός σεληνιασμένου Paolo Rossi, αυτό δε συνέβη και έτσι εκείνη η αναμέτρηση έμεινε στην Ιστορία του ποδοσφαίρου ως το τέλος της αθώας δημιουργικότητας και η αρχή της εποχής της κυνικής τακτικής. Αυτή η ανάγνωση είναι σίγουρα κάπως υπερβολική, όπως υπερβολικοί είναι και όλοι οι μύθοι που χτίζονται μέσα στην Ιστορία του ποδοσφαίρου, αλλά είναι γεγονός ότι η αντίληψη του Saldanha δεν ήταν εντελώς λανθασμένη πριν το Μουντιάλ του 1970. Οι συνθήκες διεξαγωγής των αγώνων, το υψόμετρο, η θερμοκρασία, ευνόησαν τη μία πλευρά το 1970 και την άλλη το 1982, με αρκετές άλλες παραμέτρους προφανώς να μην είναι ίδιες μέσα στο χρόνο.

Η Ιταλία πέρασε πολύ πιο εύκολα από τον ημιτελικό, με αντίπαλο την Πολωνία, καθώς ο Rossi σκόραρε ακόμα δύο φορές, όμως ο άλλος ημιτελικός, μεταξύ της Δυτικής Γερμανίας και της Γαλλίας ήταν αυτός που σημάδεψε την Ιστορία. Το σκληρό φάουλ του τερματοφύλακα Herald Schumacher πάνω στον Patrick Battiston έσπασε δύο δόντια, τρία πλευρά και κατέστρεψε τη σπονδυλική στήλη του Γάλλου δεξιού αμυντικού. Η σκληρότητα της φάσης έμεινε στην Ιστορία για την καμπή που έπαιρνε το σπορ σε μια εποχή που συνυπήρχε η έμφαση στη δημιουργική κάλυψη των χώρων αλλά και η παράλληλη ένταση της σκληρότητας του αντι-ποδοσφαίρου. Τη δεκαετία του ’80 φαινόταν ότι το physical game είχε κάνει μια θριαμβευτική επανεμφάνιση, σχεδόν έναν αιώνα μετά την ιστορική ήττα του από τη Blackburn Olympic στον τελικό του FA Cup του 1883. Η Δυτική Γερμανία παίζοντας με παίχτη παραπάνω για περίπου 30 λεπτά στην κανονική διάρκεια και σε ολόκληρη την παράταση, κατάφερε να μη χάσει και τελικά σε μια εξουθενωτική διαδικασία των πέναλτι πήρε την πρόκριση για τον μεγάλο τελικό. Στον τελικό όμως οι Ιταλοί ήταν ασταμάτητοι και ύστερα από 44 χρόνια, εκπροσωπόντας μια χώρα μέσα στην οποία επικρατούσαν πολύ διαφορετικές πολιτικές ιδέες, ακόμα κι αν συγκρούονταν ασίγαστα με εκείνες της παλιάς Ιταλίας στα χρόνια του μολυβιού, κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που δεν είχε τη σφραγίδα ενός δικτάτορα, ούτε στρατιωτικά εμβατήρια και αντίστοιχους μιλιταριστικούς σχηματισμούς στον αγωνιστικό χώρο.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο μετρούσε πλέον πάνω από μισό αιώνα ζωής και οι περισσότερες διοργανώσεις είχαν γίνει σε χώρες που κάτι ήθελαν να αποδείξουν με τη διεξαγωγή του, είτε τη στιγμή που ανατέθηκε σε αυτές η διοργάνωση, είτε τη στιγμή της διεξαγωγής. Με εξαίρεση τη Σουηδία το 1958 και το Μεξικό το 1970, το Μουντιάλ είχε περάσει από την Ουρουγουάη που ήθελε να λάμψει στον κόσμο, την Ιταλία του Mussolini, τη Γαλλία του Rimet, τη Βραζιλία του Vargas, την Ελβετία της FIFA, τη Χιλή του Alessandri που προτιμούσε να αντιμετωπίσει τις καταστροφές μετά τον μεγαλύτερο σεισμό της Ιστορίας με ένα Μουντιάλ, την Αγγλία του Stanley Rous, τη Δυτική Γερμανία που ξαναέμπαινε στη διεθνή κοινότητα, την Αργεντινή του Videla, την Ισπανία που άνοιγε τις πόρτες της στον κόσμο μετά την εποχή του Franco. Αυτή η ιστορία θα συνεχιζόταν και το 1986, καθώς μία από τις πρώτες κινήσεις του Havelange, όταν εξελέγη πρόεδρος της FIFA, ήταν να δώσει την ευθύνη της διοργάνωσης στην Κολομβία. Ωστόσο, η αύξηση των ομάδων που ανακοινώθηκε 4 χρόνια αργότερα και οι μεγάλες οικονομικές δυσκολίες του νοτιοαμερικανικού κράτους οδήγησαν στην υπαναχώρηση από αυτή την υποχρέωση. Έτσι, σε μια διαδικασία εύρεσης νέας χώρας διεξαγωγής, όπου δικαίωμα είχαν λίγες χώρες, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, να διεκδικήσουν τη διοργάνωση, εμφανίστηκαν ως υποψήφιες οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και το Μεξικό. Για διάφορους αδιευκρίνιστους και ίσως ακατανόητους λόγους – ακόμα και ανοιχτές παρατυπίες – το Μεξικό επιλέχθηκε για να γίνει έτσι η πρώτη χώρα που θα διοργάνωνε ένα δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο στο έδαφός της. Η κληρονομιά του 1970 σίγουρα δεν έκανε κανένα φίλο του ποδοσφαίρου στεναχωρημένο, που ίσως – αν κάποια στιγμή γινόταν ένα δημοψήφισμα για να επιλεγεί μια χώρα που μόνιμα θα διοργανώνει το Παγκόσμιο Κύπελλο – εύκολα όλοι θα επέλεγαν το Μεξικό! Εκεί που έλαμψε η πιο απαστράπτουσα ομάδα στην Ιστορία της διοργάνωσης κάποια θεϊκή μοίρα το είχε γραμμένο να αφήσει για πάντα τη σφραγίδα του το μυθικότερο πρόσωπό της.

Το 1986 στην Αργεντινή η πολιτική κατάσταση είχε αλλάξει, η στρατιωτική χούντα είχε ανατραπεί από τα τέλη του 1983 και ο Raul Alfonsín, ιστορικό στέλεχος της Unión Cívica Radical, είχε εκλεγεί στην προεδρία. Την τελευταία φορά που η Union Cívica είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν μια πειραματική διοργάνωση και ο Borrocotó έγραφε στο El Gráfico για εκείνο το μυθικό πλάσμα, τον pibe, που συμβόλιζε τη μυθολογία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου των potreros, το παιδί “με βρώμικο πρόσωπο, με μια χαίτη που επαναστατεί απέναντι στη χτένα … που η στάση του είναι χαρακτηριστική, σαν να ντριμπλάρει με μια κουρελιασμένη μπάλα”. Όταν η Αργεντινή ήταν σίγουρη ότι στις τάξεις της είχε τον καλύτερο ποδοσφαιριστή στον πλανήτη, η μοίρα το έφερε εκείνος να μοιάζει τόσο πολύ σε μια περιγραφή που είχε συνταχτεί 32 χρόνια πριν τη γέννησή του. Στα γήπεδα του Μεξικό έπρεπε να επιτελεστεί το μυστήριο.

Στην τεχνική ηγεσία της εθνικής ομάδας βρισκόταν ο Carlos Bilardo, μαθητής του Osvaldo Zubeldía και μεγάλη μορφή του anti-fútbol, διαδεχόμενος τον Menotti μετά την αποτυχία του 1982. Ο ίδιος ίσως φιλοδοξούσε να γίνει ο προπονητής που θα αποδείκνυε στην πράξη ότι μπορείς να κερδίσεις το Μουντιάλ παίζοντας κακό ποδόσφαιρο, με μόνο σκοπό το αποτέλεσμα. Όμως τα σχέδια του Bilardo χαλούσε η παρουσία του Maradona, που δε θα μπορούσε να σταματήσει να παράγει θέαμα ακόμα κι αν αποφάσιζε μόνο να περπατάει μέσα στο γήπεδο. Έτσι, ο Αργεντίνος τεχνικός συμβιβάστηκε με την ιδέα να στήσει μια ομάδα γύρω από το διαμάντι της albiceleste. Τακτικά το πώς του βγήκε ο πειραματισμός με αυτό το ιδιότυπο 3-5-2, με τον Maradona να παίζει πιο πίσω ως δεύτερος επιθετικός, αντανακλώντας το ρόλο του Ιταλού fantasista, είναι άξιο απορίας. Η αλήθεια είναι ότι ο Maradona βρισκόταν σε πολλές περισσότερες από μία θέσεις, εφαρμόζοντας ουσιαστικά ως άνθρωπος ορχήστρα μία ιδιαίτερη εκδοχή του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου, αυτή του ποδοσφαίρου του Maradona. Ανάμεσα στις διάφορες κληρονομιές που άφησε στην ποδοσφαιρική κουλτούρα ο Maradona αυτή είναι ίσως μια από τις πιο σημαντικές, καθώς δεν υπάρχουν αντίστοιχα παραδείγματα παιχτών που να αγωνίζονται στη γραμμή κρου΄σης και ουσιαστικά να αποτελούν συγχρόνως και playmaker αλλά και να καλύπτουν πολύ “ξένους” προς τη θέση τους χώρους. Το γεγονός ότι δε συζητιέται τόσο πολύ όσο η κοινωνική εμβέλεια της ποδοσφαιρικής του παρουσίας έχει να κάνει περισσότερο με το γεγονός ότι αφενός απαιτεί μια πιο ειδική γνώση και αντίστοιχη παρατήρηση του παιχνιδιού και αφετέρου ότι η συνολική του λάμψη ήταν ικανή να καλύπτει τις ξεχωριστές μοναδικές λεπτομέρειες του ταλέντου του.

Περνώντας από τη φάση των ομίλων με νίκες απέναντι σε Νότια Κορέα και Βουλγαρία και μια ισοπαλία με την Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Ιταλία, η Αργεντινή συνάντησε στο δεύτερο γύρο την Ουρουγουάη, για πρώτη φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο μετά το 1930. Με ένα γκολ του Pasculli πήρε το εισιτήριο για τον αγώνα που έγινε τη μέρα που ο θεός κατέβηκε στη Γη.

Στις 22 Ιούνη του 1986 ο ήλιος έκαιγε πάνω από την Πόλη του Μεξικό, με την πρόγνωση να δίνει πιθανότητες για απογευματινή βροχή. Η θερμοκρασία ήταν στους 22 βαθμούς Κελσίου και το γήπεδο Azteca ήταν κατάμεστο από 114,580 θεατές. Η Αργεντινή θα αντιμετώπιζε την Αγγλία, για πρώτη φορά μετά από έναν άλλο προημιτελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, εκείνον του 1966, που είχε στιγματιστεί από ένα μυστήριο ορισμό διαιτητή, την άνευ λόγου αποβολή του Rattín, το πολύ σκληρό παιχνίδι που έπαιξαν και οι δύο ομάδες και την επιθετική συμπεριφορά των Άγγλων θεατών και γενικότερα των ευρωπαϊκών αντιπροσωπειών απέναντι σ’εκείνη την αργεντίνικη ομάδα. Ήταν όμως και ο πρώτος αγώνας που έβρισκε τις δύο ομάδες αντιμέτωπες μετά από τον Πόλεμο στις Μαλβίνες, που έληξε με θριαμβευτικό τρόπο για την Κυβέρνηση της Margaret Thatcher, ενώ απεδείχθει ένα φιάσκο της αργεντίνικης στρατιωτικής χούντας.

Οι δύο χώρες, ωστόσο, δεν ξεκίνησαν να έχουν ποδοσφαιρικές διαφορές το 1966. Η αντιπαλότητα πηγαίνει πολύ πιο πίσω και αποτελεί θέμα εθνικής ταυτότητας για τους Αργεντίνους. Οι Άγγλοι ήταν προφανώς αυτοί που εισήγαγαν το παιχνίδι στην Αργεντινή. Το βρετανικό στοιχείο ήταν αυτό που ανάπτυξε τους θεσμούς του ποδοσφαίρου και ένας Σκωτσέζος, ο Alexander Watson Hutton, θεωρείται ο “πατέρας του ποδοσφαίρου” στην Αργεντινή. Όμως η κριολοποίηση του ποδοσφαίρου που συνέβη κατά τον 20ο αιώνα συνδιάστηκε και από μια ανάγκη να αναδειχθεί ότι στην Αργεντινή ξέρουν να παίζουν καλύτερο ποδόσφαιρο από τους Άγγλους, γιατί μπορεί το σπορ να κωδικοποιήθηκε στη Βρετανία, αλλά ο λαός της νοτιοαμερικανικής αποικίας ήταν αυτός που ήξερε όσο κανείς, κατά την ιδεολογική ανάπτυξη αυτής της θέσης, να το εξελίξει. Για το λόγο αυτό, ακόμα και μέσα σε στενά ποδοσφαιρικά πλαίσια, αυτή η κόντρα ήταν πάντα ιδιαίτερη.

Βέβαια, από την εποχή εκείνου του ποδοσφαίρου, της la nuestra και του el pibe, το ίδιο το αργεντίνικο ποδόσφαιρο είχε κάνει στροφή 180 μοιρών, έχοντας πλέον στην κεφαλή της εθνικής του αποστολής, ως προπονητή, τον Carlos Bilardo, συνεχιστή του σκληρού ποδοσφαίρου και του anti-fútbol των Spinetto και Zubeldía. Μπροστά σε εκείνο το παιχνίδι όμως, λίγη σημασία είχε το πώς είχε εξελιχθεί το σπορ στη χώρα, η Αγγλία έπρεπε πάση θυσία να νικηθεί, αφενός γιατί προφανώς ήταν ένα εμπόδιο προς την κατάκτηση της κορυφής και αφετέρου γιατί έπρεπε να υπάρξει μια ηθική εκδίκηση για τον πόλεμο, για τον Rattín και για ό,τι άλλο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, όπως φανταζόμαστε όλοι όταν παρακολουθούμε ποδοσφαιρικά παιχνίδια.

Λόγω των χρωμάτων τους, οι δύο ομάδες αγωνίζονται κάθε φορά με μία εξ’αυτών να φοράει την εναλλακτική της εμφάνιση. Σε εκείνο το παιχνίδι η Αργεντινή επρόκειτο να αγωνιστεί με τις μπλε εμφανίσεις, οι οποίες ήταν βαμβακερές και ο Bilardo θεώρησε ότι αυτό θα ήταν ένα μεγάλο ντεζαβαντάζ κάτω από τον μεσημεριανό καυτό μεξικάνικο ήλιο. Για το λόγο αυτό ζητήθηκε από τη Le Coq Sportif, που ήταν τότε ο σπόνσορας ιματισμού της εθνικής ομάδας, να κατασκευάσει νέες μπλε φανέλες, ειδικά για αυτό τον αγώνα. Η εταιρεία, έχοντας μόλις 3 μέρες για να λύσει το πρόβλημα, απάντησε αρνητικά. Έτσι, ο Ruben Moschella, που ήταν τότε μέλος του τεχνικού επιτελείου, βγήκε βόλτα στην αγορά της Πόλης του Μεξικό προκειμένου να βρει μπλε φανέλες. Ο Moschella βρήκε 2 διαφορετικές φανέλες, τις παρουσίασε στην ομάδα και ο Maradona επέλεξε μία εξ’αυτών λέγοντας ότι “με αυτή θα κερδίσουμε την Αγγλία”. Τότε ο Moschella πήγε και αγόρασε 38 φανέλες, πήγε σε έναν ράφτη για να φτιάξει το έμβλημα της ομοσπονδίας, χρησιμοποιώντας ένα παλιότερο και πιο απλοϊκό σχέδιο, για να κολλήσει πάνω στις φανέλες, ενώ με μιας μέτριας ποιότητας χαλκομανία μπήκαν και οι αριθμοί, οι οποίοι προέρχονταν από σχέδια για ομάδες Αμερικανικού Ποδοσφαίρου (gridiron football). Ποιος θα μπορούσε άραγε να φανταστεί ότι ίσως η πιο εμβληματική φανέλα στην ιστορία του σπορ σχεδιαζόταν και κατασκευαζόταν εκείνη τη στιγμή υπό αυτές τις συνθήκες;

Στο 51ο λεπτό της αναμέτρησης ο Maradona είχε τη μπάλα στο κέντρο και προς τα αριστερά όπως εκδήλωνε τις επιθέσεις της η Αργεντινή. Έβγαλε μια κακή πάσα στον Valdano που βρισκόταν στη δεξιά γωνία της μεγάλης περιοχής, με τον Αργεντίνο σέντερ φορ να μη μπορεί να κοντρολάρει τη μπάλα, παρά να την πετάξει πίσω από την πλάτη του προς το κέντρο της αγγλικής περιοχής. Ο Maradona, συνεχίζοντας την κούρσα του, βρισκόταν σε πορεία διασταύρωσης με τη μπάλα που διέγραφε μια καμπύλη στην περιοχή του Shilton. Από την αντίθετη μεριά όμως προς την πορεία της μπάλας έτρεχε και ο Άγγλος τερματοφύλακας. Στο σημείο τομής της πορείας των τριών, της μπάλας που έπεφτε και του Shilton με τον Maradona που την πλησίαζαν, πρώτοι ήρθαν σε επαφή ο Maradona με τη μπάλα! Λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου μετά η μπάλα βρισκόταν στα δίχτυα του Shilton! Ο Maradona κατάφερε να νικήσει στον αέρα τον 20 εκατοστά ψηλότερο Άγγλο τερματοφύλακα. Με την έκταση της αριστερής του γροθιάς βρήκε τη μπάλα και την έστειλε στα δίχτυα. Ο Τυνήσιος διαιτητής Ali Bin Nasser έδειχνε τη σέντρα, ο επόπτης γραμμών συμφωνούσε μαζί του, ο Maradona έτρεχε προς την εξέδρα σηκώνοντας την αριστερή γροθιά που είχε σκοράρει! Ήταν η αποθέωση του ποδοσφαίρου του σκοπού, της ιδεολογίας του Zubeldía, που είχε γίνει η εθνική σχολή του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Η Αργεντινή ήταν μπροστά στο σκορ και κρατούσε το προβάδισμα για μια ιστορική πρόκριση.

Οι Άγγλοι διαμαρτύρονταν μάταια στον διαιτητή, ο Maradona συνέχιζε να υψώνει την αριστερή γροθιά του. Στην αυτοβιογραφία του έλεγε ότι εκείνη την ώρα ένιωθε “να βάζει χέρι στο θησαυροφυλάκιο της Αγγλίας”. Όταν ρωτήθηκε μετά τον αγώνα για το αν ήταν χέρι, απάντησε ότι ήταν “το χέρι του Θεού”, αφήνοντας μία φράση που θα τον συνόδευε για πάντα “La Mano De Dios” καθώς και ένα προσωνύμιο που χωρίς μεγάλους δισταγμούς του προσέδωσαν οι απανταχού πιστοί του ποδοσφαίρου. Ο Maradona μπήκε εκείνη τη μέρα στο γήπεδο ως θνητός και έφυγε ως θεός. Κι αν το χέρι από μόνο του δεν έφτανε για να αποκτήσει αυτό το δικαίωμα, το επόμενο κατόρθωμά του ήταν το διαβατήριο για τα Ηλύσια Πεδία.

4 λεπτά αργότερα ο Maradona άφησε ένα άλλο σημάδι στην Ιστορία, χωρίς να αφήνει σε κανέναν το περιθώριο να αμφισβητήσει εκείνη τη νίκη και την υπεροχή τη δική του και της Αργεντινής σ’εκείνο το παιχνίδι. Η περιγραφή του Ουρουγουανού σχολιαστή Víctor Hugo Morales έχει μείνει στην ιστορία και εκείνο το γκολ, “το γκολ του αιώνα” όπως χαρακτηρίστηκε, δε γίνεται και ίσως δεν πρέπει ποτέ να περιγραφεί με άλλες λέξεις: “Θα την πασάρει στον Ντιέγκο, εκεί την έχει ο Μαραντόνα, τον μαρκάρουν δύο, κρατάει την μπάλα ο Μαραντόνα, ξεκινάει από δεξιά η ιδιοφυΐα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, αφήνει πίσω του τους αντιπάλους και θα μπορεί να πασάρει στον Μπουρουτσάγκα… Πάντα ο Μαραντόνα! Ιδιοφυΐα! Ιδιοφυΐα! Ιδιοφυΐα! Τα-τα-τα-τα-τα-τα-τα… Γκοοοοοοοοοοοοοοοοοολ… Γκοοοοοοοοοοολ… Θέλω να κλάψω! Θεέ μου, ζήτω το ποδόσφαιρο! Τι γκολάρα! Ντιεγκόοοοολ! Μαραντόνα! Είναι να κλαις, συγχωρέστε με… Ο Μαραντόνα, σε μία αξέχαστη πορεία, στη φάση όλων των εποχών… Κοσμικέ χαρταετέ… Από ποιον πλανήτη ήρθες για να αφήσεις τόσους Άγγλους πίσω σου, για να φωνάζει όλη η χώρα με γροθιά για την Αργεντινή; Αργεντινή 2 – Αγγλία 0. Ντιεγκόοολ, Ντιεγκόοοολ, Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα… Σ’ ευχαριστούμε, Θεέ, για το ποδόσφαιρο, για τον Μαραντόνα, για αυτά τα δάκρυα, για αυτό το Αργεντινή 2 – Αγγλία 0”.

Ο Maradona είχε κάνει το απίστευτο! Είχε πάρει τη μπάλα από το κέντρο του γηπέδου και άφηνε πίσω του όποιον Άγγλο έβρισκε, προκειμένου να πατήσει την περιοχή, να φάει μια επική κλωτσιά και ταυτόχρονα να πλασάρει τον Shilton, γράφοντας το 2-0. Ήταν το γκολ του αιώνα, όπως πολλά χρόνια αργότερα ψηφίστηκε, χωρίς καμία αμφιβολία. Όμως ήταν και πολλά παραπάνω για την Αργεντινή. Αν το πρώτο γκολ ήταν η αποθέωση του anti-fútbol και του ποδοσφαίρου σκοπού, εκείνο το δεύτερο γκολ ήταν η απόλυτη ενσάρκωση της ομορφιάς της la nuestra, του δεξιοτέχνη Αργεντίνου που περνάει σαν σταματημένους τους Άγγλους, που η φυσική τους κατάσταση δεν αρκεί για να τα βάλουν με αυτή την ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα. Ήταν η ενσάρκωση εκείνου του παιδιού, του pibe, που όπως ακριβώς το είχε περιγράψει ο Borocotó το 1928, βρισκόταν 58 χρόνια μετά στο χορτάρι του Azteca. Πού να ήξερε ο αρχισυντάκτης του El Gráfico ότι αυτό που περιέγραφε τότε ήταν η πιστή αναπαράσταση μιας στιγμής από το μέλλον; Ο Maradona δεν ήταν μόνο Θεός, ήταν κάτι πολύ περισσότερο για την Αργεντινή, ήταν el pibe de oro, το χρυσό παιδί, το pibe από χρυσάφι. Ήταν η ανταμοιβή της Iστορίας σε μια ολόκληρη ποδοσφαιρική ιδεολογία. Δε θα μπορούσε να υπάρχει μεγαλύτερη νίκη για το αργεντίνικο ποδόσφαιρο από αυτό το γκολ. Το γεγονός ότι μπήκε απέναντι στην Αγγλία είναι ίσως μόνο το απαραίτητο συμπλήρωμα που χρειαζόταν μια τέλεια ιστορία.

Στον ημιτελικό ο Maradona επανέλαβε τα κατορθώματά του, σημειώνοντας 2 γκολ απέναντι στο Βέλγιο και στον τελικό, όπου βρισκόταν για 3η φορά σε 4 διοργανώσεις η Δυτική Γερμανία, τα πράγματα έμοιαζαν εύκολα για την Αργεντινή μέχρι το τελευταίο τέταρτο του αγώνα, όταν οι Rummenigge και Völler κατάφεραν να ισοφαρίσουν. Σε έναν αγώνα που θα μπορούσε πολύ να θυμίζει τον τελικό του 2022, ο Maradona δεν άφησε να υπάρξει η ίδια εξέλιξη: με μια ασύλληπτης έμπνευσης πάσα στον Burruchaga που κατέβαινε προς την εστία του Schumacher μαζί με τον Valdano, έδωσε ένα σχεδόν έτοιμο γκολ ώστε λίγα λεπτά αργότερα να παραλαμβάνει από τον Miguel de la Madrid το Κύπελλο της FIFA για να το σηκώσει κάτω από τον καυτό μεξικάνικο ήλιο του Azteca, συνθέτοντας την ιερότερη αγιογραφία της ποδοσφαιρικής Ιστορίας.

Σήμερα, 40 χρόνια μετά από εκείνο το έπος του Μουντιάλ του Μεξικού, η ιστορική απόσταση αποδεικνύει ότι ποτέ κανένας ποδοσφαιριστής δεν πλησίασε τον άθλο του Maradona, να κάνει μία διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου δική του υπόθεση, να αναφέρεται αυτή μόνο μαζί με την υπογραφή του, σαν να είναι ο σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής του παγκόσμιου παιχνιδιού. Πολλοί μπορούν να ισχυριστούν ότι έχουν υπάρξει καλύτεροι ποδοσφαιριστές, είτε πριν, είτε μετά τον Maradona. Βάσει αυστηρών μετρήσιμων στοιχείων μάλιστα αυτό το επιχείρημα έχει βάση. Κανείς όμως δε μπόρεσε, ποτέ, μα ποτέ, να ξεπεράσει την αύρα του – για το λόγο αυτό ποτέ κανείς δε θα μπορέσει να ξεπεράσει το μυθικό του μέγεθος, που όσο περνάει η Ιστορία μεγαλώνει και βρίσκει συνεχώς αφορμές για να ανανεώνεται, ιδιαίτερα μετά το θάνατό του. Είναι δύσκολο να πει κανείς τι θα ήταν ο Maradona χωρίς το Μουντιάλ του 1986, όμως η υλική ιστορία είναι δεδομένη και όπως διαμορφώθηκε δε θα μπορούσε παρά να αποτελεί την πηγή για την πιο βαθιά μεταφυσική σχέση στην Ιστορία του σπορ, αυτή ενός ποδοσφαιριστή με την πατρίδα του, τους οπαδούς και τις κοινωνίες όλου του κόσμου, όπου παραμένει στον αιώνα τον άπαντα η μορφή του λαϊκού ήρωα.

Ακόμα και το επόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, που διεξαγόταν το 1990 στα γήπεδα της Ιταλίας, θα μπορούσε να έχει την υπογραφή του. Θα ήταν σίγουρα μια διαφορετική κατάκτηση, σε έναν κόντρα ρόλο, σε ένα διαφορετικό σενάριο. Στο Μουντιάλ που παίχτηκε ίσως το χειρότερο ποδόσφαιρο στην Ιστορία του θεσμού, με τα περισσότερα κρίσιμα παιχνίδια, μεταξύ των οποίων και ο τελικός, να κρίνονται από πέναλτι, ο Maradona έπρεπε να φτάσει σε εκείνο το θρυλικό παιχνίδι απέναντι στη διοργανώτρια Ιταλία, μέσα στο ναό που λατρεύτηκε, το San Paolo της Napoli, που σήμερα φέρει το όνομά του. Σε μια διαδικασία που ξεκίνησε πολλές μέρες πριν την αναμέτρηση των δύο ομάδων για τα ημιτελικά του θεσμού και ξύπνησε τις βαθιές πληγές του ζητήματος του mezzogiorno, με απλές λέξεις την αντίφαση στην ανάπτυξη της Βόρειας και Νότιας Ιταλίας και τη ρατσιστική αντιμετώπιση των φτωχών νότιων Ιταλών, που κατά καθόλου σύμπτωση είναι οι βιολογικοί πρόγονοι των περισσότερων Αργεντίνων, ο Maradona έπαιξε ξανά το ρόλο του πρωταγωνιστή ενός ιστορικού δράματος, πολύ περισσότερο από εκείνον του κορυφαίου ποδοσφαιριστή στον κόσμο. Τα γιουχαΐσματα στον τελικό της Ρώμης, όπου οι Ιταλοί πρωτευουσιάνοι υποστήριζαν τη Δυτική Γερμανία, σε ένα άκρως προβληματικό ιστορικό πλαίσιο, έμειναν κι αυτά στην Ιστορία, δίπλα στη δική του προσωπική παρουσία, ως ένα από τα πιο συμβολικά γεγονότα των Παγκοσμίων Κυπέλλων.

Η πολιτική που τόσο πολύ αγαπάει να εργαλειοποιεί το ποδόσφαιρο είχε ακόμα ένα λόγο να κάνει την εμφατική είσοδο της στο Μουντιάλ του 1990. Στις 8 Ιούλη του 1990, τη μέρα που διεξαγόταν στο Olimpico ο τελικός της διοργάνωσης, δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από τη μέρα που μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα αντεπανάστασης και καπιταλιστικών παλινορθώσεων το Τείχος του Βερολίνου, αυτό που είχε χτιστεί στο κέντρο της πρωτεύουσας της Ανατολικής Γερμανίας ύστερα από την ανακήρυξη των τομέων που ήλεγχαν ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία, σε ενιαίο κράτος, είχε αρχίσει να γκρεμίζεται και η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας σιγά σιγά να αποροφάται από το δυτικό κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Μία εβδομάδα πριν το παιχνίδι του τελικού είχε γίνει η νομισματική ενοποίηση, όλα έδειχναν ότι εκείνος ο τελικός ήταν το τελευταίο παιχνίδι της λεγόμενης Δυτικής Γερμανίας, καθώς πολύ γρήγορα η Bundesrepublik θα ήταν η μοναδική που θα έφερε το όνομα της χώρας. Η διάλυση του κράτους της Λαϊκής Δημοκρατίας ονομάστηκε κατ’ευφημισμό ενοποίηση, στην πιο απερίσκεπτη ίσως ιδεολογική προπαγανδιστική ορολογία, που αγνοούσε τους όρους με τους οποίους τέλειωσε ο φονικότερος πόλεμος της ανθρώπινης Ιστορίας. Η ομάδα της Δυτικής Γερμανίας, που κατά τ’άλλα αποτελούσε μια εξαίσια ποδοσφαιρική σχολή με παίχτες που άφησαν ιστορία, όχι τυχαία, αλλά ως αποτέλεσμα μιας μακράς μεταπολεμικής βιομηχανικής ανάπτυξης, θα ήταν καλό να κερδίσει εκείνο τον αγώνα για να ολοκληρωθεί και αυτή η αφήγηση με όχημα το ποδόσφαιρο. Το αμφισβητούμενο πέναλτι που σφύριξε ο Edgardo Codesal και εκτέλεσε ο Andreas Brehme στο 85ο λεπτό ήταν ικανό για να δημιουργήσει αυτή την Ιστορία. Δεν είναι τυχαίο, ωστόσο, ότι κανένας πιτσιρικάς στον κόσμο δεν αγάπησε το ποδόσφαιρο μετά από εκείνο το παιχνίδι.

Αν υπήρχε μια ομάδα που μέσα στην απαισιοδοξία για το μέλλον του ποδοσφαίρου γεννούσε την ελπίδα για το παγκόσμιο σπορ, αυτή ερχόταν από εκεί που κανείς μέχρι τότε δεν είχε μάθει να υπολογίζει. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και πολύ πιο μαζικά μέσα στη δεκαετία του 1960, η υποσαχάρια Αφρική άρχισε να αποκτά την ανεξαρτησία της. Πρώτη χώρα που άνοιξε το δρόμο, η Χρυσή Ακτή, που μετονομάστηκε σε Γκάνα, καθοδηγούμενη από τον ιστορικό της Πρόεδρο και εθνικό ηγέτη Kwame Nkrumah, που είχε κερδίσει τις εκλογές του 1956, ακολούθησε η Γουινέα, το Καμερούν, το Τόγκο, το Μαλί, η Μαδαγασκάρη, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό του ήρωα Patrice Lumumba, η Σομαλία, τα εδάφη της Δαχομέης, και πολλές ακόμα χώρες. Η πρώτη χώρα της υποσαχάριας Αφρικής που συμμετείχε σε Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν το πρώην Βελγικό Κονγκό, που είχε μετονομαστεί σε Ζαΐρ, το 1974. Σε μια παρουσία που μόνο επιτυχημένη δε μπορούσε να χαρακτηριστεί, το Ζαΐρ έχασε και τους τρεις αγώνες στον όμιλο του, μάλιστα υποκύπτοντας με 9-0 απέναντι στη Γιουγκοσλαβία, σε ένα παιχνίδι που hat trick πέτυχε ο Dušan Bajević. Η επόμενη υποσαχάρια χώρα που θα βρισκόταν στη μεγάλη διοργάνωση ήταν το Καμερούν, που έκανε ντεμπούτο στα γήπεδα της Ισπανίας το 1982, όταν υπήρχε πλέον και δεύτερο αφρικανικό εισιτήριο λόγω της αύξησης των συμμετεχόντων. Εκείνη τη χρονιά το Καμερούν κατάφερε να φύγει αήττητο, αποσπώντας τρεις ισοπαλίες, μία εκ των οποίων από τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Ιταλία.

Το 1990 το Καμερούν επέστρεψε στο Μουντιάλ και αγωνιζόταν μάλιστα στην πρεμιέρα απέναντι στην Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Αργεντινή. Σε ένα παιχνίδι που θα θυμόντουσαν πολλοί για τη σκληρότητα του παιχνιδιού των Καμερουνέζων, ο François Omam-Biyik και η ομάδα του Σοβιετικού Valery Nepomnyashchy έγραψαν την Ιστορία αλλιώς. Ο 24χρονος επιθετικός έστειλε τη μπάλα να συναντήσει τα δίχτυα του Nery Pumpido στο 67ο λεπτό και “τα αδάμαστα λιοντάρια” πέτυχαν μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην Ιστορία του Μουντιάλ. Αυτή ήταν όμως μόνο η αρχή του έπους τους. Στον επόμενο αγώνα κέρδισαν με 2-1 τη Ρουμανία και αν και ηττήθηκαν με 4-0 στο τελευταίο παιχνίδι της Σοβιετικής Ένωσης σε Παγκόσμιο Κύπελλο προκρίθηκαν από την πρώτη θέση του ομίλου τους στη φάση των νοκ-άουτ. Εκεί συνάντησαν την Κολομβία και μετά από μια λευκή ισοπαλία στην κανονική διάρκεια δύο γκολ του 38χρονου Roger Milla ήταν αρκετά για να δώσουν την πρόκριση στα προημιτελικά. Ο χορός του Milla μετά από εκείνα τα γκολ έμεινε ως μία από τις φωτογραφίες που σημαδεύουν το παιχνίδι των ανθρώπων στη μεγαλύτερη στιγμή του – ήταν ο λόγος για να θέλουν οι πιτσιρικάδες σε κάθε υποσαχάρια αλάνα να κλωτσήσουν μια μπάλα. Με αυτή την προσέγγιση, σίγουρα πολύ πιο σημαντικά από το γκολ του Brehme στον τελικό. Το Καμερούν έφτασε πολύ κοντά στο να αποκλείσει τη μητέρα του σπορ, σε μια νίκη που θα ξεπερνούσε τα ικανά να γίνουν αντιληπτά μεγέθη μιας ιστορικής επιτυχίας. Μέχρι το 83ο λεπτό προηγούνταν στον προημιτελικό με αντίπαλο την Αγγλία, όμως δύο πέναλτι που εκτέλεσε ο Lineker οδήγησαν στην ισοφάριση και τελικά στη νίκη της Αγγλίας στην παράταση, βάζοντας τέλος σε αυτή τη μυθική, επική, παραμυθένια, εμπνευσμένη πορεία. Το Καμερούν το 1990 έθεσε τον πήχη για τις αφρικανικές ομάδες, που ήθελαν να ξεπεράσουν αυτή την επιτυχία. Κάποιες την επανέλαβαν και ίσως έφτασαν πολύ κοντά στο να την ξεπεράσουν για 32 χρόνια. Η Σενεγάλη το 2002, η Γκάνα το 2010, μέχρι που τελικά τα κατάφερε το Μαρόκο το 2022.

Το ποδόσφαιρο υπό τον Havelange δε θα μπορούσε να μην γίνεται αρωγός των μεγάλων πολιτικών συμβολισμών. Αν και η διοργάνωση του 1986 δε δόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω και των τριγμών που υπήρχαν για την αντιμετώπιση του ποδοσφαίρου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Los Angeles, η FIFA αποφάσιζε για τον τόπο διεξαγωγής του Μουντιάλ του 1994 το 1988 στη Ζυρίχη, με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία και το Μαρόκο να έχουν θέσει υποψηφιότητα. Όλως τυχαίως εκείνη η ψηφοφορία διεξαγόταν στις 4 Ιουλίου. Από τον πρώτο γύρο η αμερικανική υποψηφιότητα συγκέντρωσε τις απαραίτητες ψήφους για να ταξιδέψει το Μουντιάλ, για πρώτη φορά, σε μια χώρα όπου το ποδόσφαιρο δεν ήταν το δημοφιλέστερο άθλημα, ενώ τη στιγμή της ψηφοφορίας δεν υπήρχε καν επαγγελματικό πρωτάθλημα, αγνοώντας ουσιαστικά τα ίδια τα θεμέλια ίδρυσης και ύπαρξης της FIFA.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την απόσταση τους από την ποδοσφαιρική κουλτούρα, ήθελαν και πάντα θέλουν να διοργανώνουν ποδοσφαιρικές διοργανώσεις, καθώς, ανεξάρτητα από την εμβέλεια του σπορ σε έναν εθνικό τηλεοπτικό δείκτη, η επιρροή του στις μάζες και κυρίως στους μετανάστες που αποτελούν ένα τεράστιο κομμάτι του πληθυσμού της Υπερδύναμης είναι αδιαμφισβήτητη. Για το λόγο αυτό είναι χαρακτηριστικό ότι επικεφαλής της πρώτης προσπάθειας ανάληψης της διοργάνωσης, για το Μουντιάλ του 1986, ήταν ο ίδιος ο γραμματέας του State Department, Henry Kissinger. Όμως το 1994 ήταν μια ακόμα καλύτερη στιγμή για τις ΗΠΑ. Ο λεγόμενος “ψυχρός πόλεμος” είχε τελειώσει, η σοσιαλιστική εξουσία στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης είχε ανατραπεί και η Σοβιετική Ένωση δεν υπήρχε πια. Η υπόσχεση για έναν νέο κόσμο αέναης και ειρηνικής καπιταλιστικής ανάπτυξης περνούσε μέσα από τη διοργάνωση της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής γιορτής. Από αυτή την ποδοσφαιρική γιορτή, ωστόσο, είχε αποκλειστεί η Γιουγκοσλαβία, που διαμελιζόταν στα Βαλκάνια με τη συμβολή των αρμάτων μάχης των διοργανωτών της.

Σε μια από τις πιο αντιποδοσφαιρικές τελετές έναρξης στο Σικάγο, με την Diana Ross να αστοχεί εμφατικά σε μια εκτέλεση πέναλτι που θα έσπαγε ένα τέρμα στα δύο, οι συμβολισμοί της απόστασης των Ηνωμένων Πολιτειών από το ποδοσφαιρικό παιχνίδι φτιάχνονταν με τρόπο φυσικό και αυθόρμητο. Στο παιχνίδι που ακολούθησε η πρωταθλήτρια κόσμου είχε μετονομαστεί σε Γερμανία και αντιμετώπιζε τη Βολιβία. Ο πιο σημαντικός ίσως παίχτης στον αγωνιστικό χώρο, όχι με βάση τα ποδοσφαιρικά κριτήρια, ήταν ο Matthias Sammer, ο 27χρονος Ανατολικογερμανός, που αγωνιζόμενος στη Dynamo Δρέσδης μέχρι το 1990 κέρδισε το τελευταίο double της Ανατολικής Γερμανίας πριν μεταγραφεί στη VfB Stuttgart για να γίνει επισήμως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, καθώς μέχρι τότε ήταν υπάλληλος της Volkspolizei. Στο αμιγώς αγωνιστικό κομμάτι ο Jürgen Klinsmann ήταν αυτός που στο 61ο λεπτό πέτυχε το μοναδικό γκολ μιας αναμέτρησης που αφυδάτωνε τους ποδοσφαιριστές, όπως συνέβαινε 8 χρόνια νωρίτερα στο Μεξικό, για να μπορεί τα κατορθώματά τους να παρακολουθεί το κοινό στην Ευρώπη.

Το δράμα του 1994 χωρίζεται σίγουρα σε δύο μέρη. Το πρώτο εκτυλίχθηκε κατά τη διάρκεια της φάσης των ομίλων και ήταν μια τραγική ιστορία. Το δεύτερο συνέβη στην τελική φάση και ήταν ένα ακόμα κεφάλαιο της μεγάλης ποδοσφαιρικής ιστορικής αφήγησης. Το πρώτο μέρος αφορούσε την Αργεντινή και την Κολομβία, το δεύτερο τη Βραζιλία και την Ιταλία.

Στις 21 Ιούνη η εθνική ομάδα της Αργεντινής, υπό την τεχνική ηγεσία του Alfio Basile επιστρέφει στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Στις τάξεις της ο Diego Maradona που έχει αναγεννηθεί μετά από την απαγόρευση 15 μηνών που του επιβλήθηκε λόγω χρήσης ναρκωτικών. Ο Maradona έχει δουλέψει τρομερά όμως για την επιστροφή του στην κορυφαία διοργάνωση και φαίνεται σε εξαιρετική φόρμα. Πρώτος αντίπαλος μια ομάδα που πήγε στα αμερικανικά γήπεδα με τον ορισμό της αντιποδοσφαιρικής οργάνωσης, αποθεώνοντας ωστόσο όσο τίποτ’άλλο το πνεύμα της πολιτικής εμβέλειας του Μουντιάλ, η Ελλάδα. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής στο σκοράρισμα ήταν ο νεαρός βομβιστής των διχτυών, Gabriel Omar Batistuta, όμως ο Maradona σε αυτό το παιχνίδι πετυχαίνει το τελευταίο του γκολ σε Μουντιάλ. Στο 60ο λεπτό βρήκε τη μπάλα να στρώνεται λίγο έξω από τη μεγάλη περιοχή, περίπου στην άκρη από το ημικύκλιο και προς τα αριστερά. Από εκεί με ένα σουτ-κεραυνό έστειλε τη μπάλα στο παραθυράκι του Μήνου για να πανηγυρίσει έξαλλα. Τρέχοντας προς την κάμερα που βρισκόταν δίπλα από την αριστερή πλάγια γραμμή του γηπέδου χτήπησε πάνω της το κεφάλι του, ρίχνοντας ένα φτύσιμο που πολλοί (ή όλοι) κατάλαβαν ότι πήγαινε προς τη FIFA και ένα ολόκληρο σύστημα που τα προηγούμενα χρόνια ήταν εναντίον του.

Στο δεύτερο παιχνίδι, με αντίπαλο τη Νιγηρία, ο Canniggia σκόραρε δυο φορές για να πάρει τη νίκη με 2-1. Στο τέλος της αναμέτρησης μία νοσοκόμα πήγε να πάρει τον Maradona από τον αγωνιστικό χώρο για τη διενέργεια του anti-doping control. Χαρούμενος ίσως όσο ποτέ, ο Diego έπιασε τη νοσοκόμα από το χέρι και περπατούσε μαζί της προς την έξοδο, χαιρετώντας τον κόσμο με χαμόγελο. Λίγες μέρες μετά έγινε γνωστό ότι το τεστ εκείνο βγήκε θετικό σε 5 απαγορευμένες ουσίες με βάση την εφεδρίνη. Ο Maradona ήταν εκτός Μουντιάλ, αποκλεισμένος για ακόμα μια φορά λόγω χρήσης απαγορευμένων ουσιών, αυτή τη φορά όχι για ναρκωτικά, αλλά για doping. O Diego δήλωσε αμέτρητες φορές τα χρόνια που ακολούθησαν ότι δεν είχε πάρει ποτέ καμία ουσία, ότι το τεστ ήταν στημένο, ότι ήταν ακόμα ένα κομμάτι της επίθεσης που του έκανε το ίδιο κατεστημένο. Ο Maradona μπορεί να μην πήρε ποτέ τις ουσίες αυτές, τουλάχιστον με τη θέλησή του, ωστόσο το τι ακριβώς συνέβη ίσως παραμείνει ένα μυστήριο στην ιστορία. Αν υπάρξει πάντως η ιστορική του αποκατάσταση με στοιχεία στο συγκεκριμένο ζήτημα, τότε θα πρόκειται για το μεγαλύτερο ίσως σκάνδαλο στην ιστορία του ποδοσφαίρου, παγκοσμίως. Και ο πήχης της πρωτιάς βρίσκεται αρκετά ψηλά σ’αυτή την κατηγορία.

Η Αργεντινή μετά από αυτό το γεγονός κατέρρευσε, με δύο ήττες σε ισάριθμα παιχνίδια από τις εκπληκτικές εκπροσώπους των Βαλκανίων στη διοργάνωση, τη Βουλγαρία για τον Όμιλο και τη Ρουμανία στο δεύτερο γύρο, αποχαιρέτησε άδοξα τη διοργάνωση ξεκινώντας μια μακρά πορεία ανασύνταξης και προσπάθειας εύρεσης του διαδόχου της ενσάρκωσης του pibe.

Την επομένη του πρώτου αγώνα της Αργεντινής, η Κολομβία του Carlos Valderrama αγωνιζόταν στο δεύτερο παιχνίδι του ομίλου της με αντίπαλο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχοντας ήδη ηττηθεί στην πρεμιέρα από τη Ρουμανία, σε ένα παιχνίδι που ο Hagi πέτυχε ένα από τα ομορφότερα γκολ στην Ιστορία της διοργάνωσης, οι cafeteros έπρεπε οπωσδήποτε να μη χάσουν, ώστε να έχουν ελπίδες πρόκρισης, έστω ως τρίτοι από τον όμιλο. Ωστόσο, στο 35ο λεπτό της αναμέτρησης ο Andres Escobar είδε την τύχη να του γυρίζει την πλάτη και πέτυχε ένα αυτογκόλ, δίνοντας ένα προβάδισμα στους Αμερικανούς που κατάφεραν να επεκτείνουν και τελικά να διατηρήσουν μέχρι το τέλος της αναμέτρησης. Σε συνδιασμό με το αποτέλεσμα του αγώνα της Ρουμανίας με την Ελβετία, αυτό σήμαινε ότι η Κολομβία ήταν εκτός διοργάνωσης.

Η αποστολή της Κολομβίας επέστρεψε στο σπίτι, σε μια χώρα που εγκυμονούσε ελπίδες για μια μεγάλη διάκριση, ακόμα και για τον παγκόσμιο τίτλο, ένα μέρος όπου αμέτρητα χρήματα είχαν παιχτεί σε παράνομα στοιχήματα και μεγάλες συμφωνίες του επιχειρηματικού υποκόσμου συνδέονταν με την πορεία της εθνικής ομάδας στο Μουντιάλ. Στις 2 Ιουλίου, σε ένα εστιατόριο του Medellín κάποιοι κατηγόρησαν τον Escobar για τον αποκλεισμό, με αφορμή αυτό το αυτογκόλ. Η παρεξήγηση έγινε καυγάς και λίγες στιγμές μετά ο Humberto Muñoz, σωματοφύλακας και οδηγός των αδελφών Gallón Henao, κτηνοτρόφων και ναρκοδιακινητών, πυροβόλησε έξι φορές με περίστροφο τον Κολομβιανό κεντρικό αμυντικό.

Μέσα στην ακραία εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου, που είχε φτάσει σε ένα απόγειο το όνειρο του Havelange, δεν ήταν ωστόσο λίγες οι ομάδες που παρήγαγαν όμορφο ποδόσφαιρο και έκαναν ιστορικές πορείες. Η εκπληκτική Ρουμανία του Hagi, των Petrescu, του Răducioiu, του Lupescu και του Belodedici, παιχτών με τεράστιες εμπειρίες στα ευρωπαϊκά γήπεδα, έφτασε στα ημιτελικά όπου γνώρισε τον αποκλεισμό στα πέναλτι από μια άλλη εκπληκτική γενιά, τη Σουηδία του Brolin, του Larsson, του Nilsson, του Andersson και του αξέχαστου τερματοφύλακα Ravelli. Η Βουλγαρία, με εμβληματικό αρχηγό τον Hristo Stoichkov και συμπαραστάτες του τον Letchkov, τον Emil Kostadinov καθώς και την cult φιγούρα του Trifon Ivanov, απέκλεισε στα προημιτελικά την Παγκόσμια Πρωταθλήτρια, Γερμανία. Η Νιγηρία του Yekini στο νήμα δεν κατάφερε να επαναλάβει το έπος του Καμερούν, ενώ η Σαουδική Αραβία στην πρώτη της συμμετοχή προκρίθηκε από έναν όμιλο που αγωνιζόταν επίσης η Ολλανδία, το Βέλγιο και το Μαρόκο, χάνοντας με 2-1 από τους Ολλανδούς και κερδίζοντας τα άλλα δύο παιχνίδια με τον Said Al-Owairan να πετυχαίνει το ομορφότερο γκολ της διοργάνωσης στο παιχνίδι με το Βέλγιο.

Όμως η μεγάλη ποδοσφαιρική μάχη ήταν αυτή ανάμεσα στις δύο φιναλίστ, τη Βραζιλία και την Ιταλία. Αμφότερες έφταναν άλλωστε στα αμερικανικά γήπεδα με τρεις κατακτήσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ιστορία τους και όποια κέρδιζε θα γινόταν de facto η ιστορική μεγάλη δύναμη του σπορ. Η Ιταλία καθοδηγούνταν από μία από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές διάνοιες του 20ου αιώνα, έναν πραγματικό ιδεολόγο του ποδοσφαίρου που μέσα σε μία εποχή που το παν ήταν το αποτέλεσμα υποστήριζε ότι πολλοί μπορούν να κερδίσουν έναν τίτλο, αλλά ο κόσμος πάντα θα θυμάται τις ομάδες που κέρδισαν παίζοντας όμορφο ποδόσφαιρο. Ο Arrigo Sacchi ήταν η επιτομή αυτής της άποψής του. Οι τίτλοι που κέρδισε με τη Milan είναι συγκριτικά λιγότεροι σε σχέση με άλλους θρυλικούς προπονητές, όμως η ομάδα που έφτιαξε και με την οποία κέρδισε το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1989 και το 1990 πέρασε στην Ιστορία ως μία από αυτές που έπαιξαν διαχρονικά το καλύτερο ποδόσφαιρο. Στη Milan μπορεί να στηρίχθηκε σε μια υπερταλαντούχα ολλανδική τριάδα, τους Frank Rijkaard, Marco van Basten και Ruud Gullit, φέρνοντας σε επαφή τις ιδέες του ολλανδικού ποδοσφαίρου με μια εξέλιξη της zona mista, αλλά και στην εθνική Ιταλίας του 1994 είχε άλλους πρωταγωνιστές για να καταστρώσει τα σχέδιά του. Ο κορυφαίος εξ’αυτών ήταν η επιτομή του fantasista επιθετικού, ένας πραγματικός θρύλος των ιταλικών γηπέδων, που σίγουρα θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερα και στην εθνική ομάδα. Ο Roberto Baggio, που είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση σε Μουντιάλ το 1990 ήταν το απαραίτητο δεκάρι που χρειαζόταν η Ιταλία για να διεκδικήσει μια μεγάλη διοργάνωση, συνεχίζοντας μια μεγάλη ιταλική παράδοση στη συγκεκριμένη θέση.

Από την άλλη μεριά, η Βραζιλία, μετά από χρόνια χαμηλών πτήσεων και τη δυσκολία διαχείρισης της κρίσης ταυτότητας που επέφερε το αποτέλεσμα του 1982 είχε μεν μια υπερταλαντούχα – όπως σχεδόν πάντα – αλλά πολύ πιο αποτελεσματική και ρεαλιστική ομάδα, με αρκετή δόση έμπνευσης και φυσικά έναν ποδοσφαιριστή που συμβόλιζε την παλιά malandragem, που αρνούνταν να χωρέσει στα νέα επαγγελματικά πλαίσια, τον ενορχηστρωτή της επίθεσής της Romário. Αμφότερες οι ομάδες δεν έφτασαν εύκολα στον Τελικό, σε μία από τις πιο αμφίρροπες ίσως διοργανώσεις της Ιστορίας, χωρίς ξεκάθαρα φαβορί.

Η Ιταλία ξεκίνησε με ήττα απέναντι στην Ιρλανδία, κέρδισε τη Νορβηγία με 1-0 και ήρθε ισόπαλη με μια πανέμορφη μεξικανική ομάδα για να περάσει κυριολεκτικά στο νήμα στην επόμενη φάση, κυριολεκτικά τελευταία και καταϊδρωμένη, ως η 4η καλύτερη ομάδα που τερμάτισε 3η στον όμιλό της. Στο δεύτερο γύρο έχανε στην αναμέτρηση με τη Νιγηρία, χάρη σε ένα γκολ του Amunike, μέχρι το 88ο λεπτό, όταν ανέλαβε δράση ο Roberto Baggio και με δύο γκολ, το ένα στην παράταση, της έδωσε την πρόκριση. Στα προημιτελικά σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παιχνίδια της διοργάνωσης κατάφερε να κάμψει την αντίσταση της Ισπανίας και πάλι στο 88ο λεπτό, με δύο γκολ που πέτυχαν οι Dino και Roberto Baggio, ενώ στα ημιτελικά ο Roberto Baggio ήταν και πάλι ο άνθρωπος που έσωσε την κατάσταση, πετυχαίνοντας 2 γκολ απέναντι στη Βουλγαρία.

Η Βραζιλία σε έναν σχετικά εύκολο όμιλο είχε απώλειες μόνο στο παιχνίδι με την καταπληκτική Σουηδία, κερδίζοντας τη Ρωσία και το Καμερούν, στο 2ο γύρο πέρασε με το ισχνό 1-0 τους οικοδεσπότες Αμερικανούς, ενώ στα προημιτελικά απέκλεισε σε ένα πραγματικά όμορφο παιχνίδι την Ολλανδία, αφήνοντας στην Ιστορία και έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους πανηγυρισμούς στο γκολ του Bebeto, αφιερωμένο στην έγκυο γυναίκα του. Στον ημιτελικό χρειάστηκε 80 λεπτά για να βρει το δρόμο προς το γκολ απέναντι στη Σουηδία, που ήρθε με μια κεφαλιά του Romário, για να βρεθεί στο μεγάλο τελικό του Rose Bowl της Pasadena.

Αν και οι δύο ομάδες κουβαλούσαν αστείρευτο ταλέντο, ο τελικός ήταν μία απεικόνιση του νέου εμπορευματοποιημένου ποδοσφαίρου, που ξέχασε την ταυτότητά του και τους λόγους που συγκινεί τον πλανήτη κάπου στη διαδρομή. Δύο ομάδες που εμφανίστηκαν με μια προσέγγιση άμυνας ζώνης, ασφυκτικού pressing, συλλογικής μετακίνησης των γραμμών και συμπίεσης του χώρου, σε σχηματισμό 4-4-2, για να καλύπτουν κάθε πιθανότητα ανοιχτών διαδρόμων στο γήπεδο. Ήταν η επιτομή του ποδοσφαίρου που γνώρισαν γενιές ανθρώπων, προκειμένου να ξαναβρούν το νόημα στην ποδοσφαιρική επανάσταση που θα συνέβαινε αργότερα. Το σκορ αντικατόπτριζε το θέαμα, λευκή ισοπαλία σε κανονική διάρκεια και παράταση, με πιο ιστορική στιγμή ίσως την είσοδο του Cafú στο 21ο λεπτό, που αντικατέστησε τον Jorginho αγωνιζόμενος στον πρώτο από τους τρεις συνεχόμενους τελικούς του. Μετά την εκτέλεση των πρώτων δύο πέναλτι το σκορ παρέμενε 0-0, ενώ τελικά το επιθετικό δίδυμο της Ιταλίας έκρινε τη μοίρα της, με τον Massaro να μην νικάει τον Taffarel και στο πιο κρίσιμο πέναλτι τον Roberto Baggio να στέλνει τη μπάλα πάνω από το οριζόντιο δοκάρι, προκειμένου να δώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο στη Βραζιλία και να γράψει το σενάριο για μια διαφήμιση ουίσκι.

Στις κερκίδες του Rose Bowl ο Pelé πανηγύριζε, ο Αντιπρόεδρος Al Gore έδινε το τρόπαιο της FIFA στον Dunga, ο Romário ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής εκείνης της βραζιλιάνικης γενιάς και κάπου στους πανηγυρισμούς συμμετείχε με το νούμερο 20 στη φανέλα του και ένας 17χρονος παίχτης της Cruzeiro που μέχρι τότε μετρούσε 3 συμμετοχές με τη Seleção, ο Ronaldo Luís Nazario de Lima. Σχεδόν κανείς δε θα μπορούσε να στοιχηματίσει ότι ο νεαρός ποδοσφαιριστής που εκείνο το καλοκαίρι θα περνούσε έναν ωκεανό θα έβαζε σε ένα πρωτόγνωρο ύψος τον πήχη για τα επιτεύγματα του σύγχρονου ποδοσφαιριστή, γεννώντας την εποχή των σύγχρονων super stars.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 διοργανώθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να συμβολίσει την αρχή ενός νέου κόσμου. Ωστόσο, η θεώρησή του, σήμερα, 32 χρόνια αργότερα, του δίνει μάλλον την ακριβώς αντίθετη ταυτότητα: ήταν το τέλος ενός άλλου κόσμου. Το ποδόσφαιρο τότε θα άρχιζε να γίνεται μια πραγματικά οργανωμένη παγκόσμια επιχείρηση, όχι απλά ως το προϊόν που πουλάνε στον πλανήτη μερικές παρέες, όπως αυτή του Havelange και του Dassler, αλλά ως το πεδίο που έχουν λόγο να δραστηριοποιηθούν όσοι ψάχνουν την πολιτική επιρροή όπου γης, με μια πλήρως επαγγελματική οργάνωση των μεγάλων συλλόγων και πρωταθλημάτων, που το μετέτρεψε από προϊόν σε βιομηχανία. Πέρα από την τεχνοκρατική ανάγνωση, όμως, το Μουντιάλ του 1994 ήταν το τελευταίο της εποχής των αυθόρμητων πειραματισμών στην τακτική και την αντίληψη, το τελευταίο μιας πορείας που ξεκίνησε από το 1974, τότε που έμενε πίσω ο ρομαντισμός του όμορφου παιχνιδιού και το σπορ έψαχνε μια νέα ταυτότητα αποθεώνοντας το αποτέλεσμα. Ήταν επίσης το τελευταίο από μια σειρά διοργανώσεων που κεντρική θέση δεν είχε απαραίτητα το ποδόσφαιρο. Μετά από αυτό θα άρχιζε η πραγματική εποχή του ποδοσφαίρου. Εκτός των άλλων, ήταν το τελευταίο Μουντιάλ που παρακολούθησε ως πρόεδρος της FIFA ο Havelange.

Η εποχή του ποδοσφαίρου

Στις 2 Ιούλη του 1992, στο συνέδριο της FIFA που έγινε στη Ζυρίχη, αποφασίστηκε η διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998 να ανατεθεί στη Γαλλία. Έτσι, η πατρίδα του Jules Rimet θα γινόταν η δεύτερη χώρα που θα διοργάνωνε για δεύτερη φορά ένα Μουντιάλ, μετά από το μακρινό πλέον 1938. Στη Γαλλία το ποδόσφαιρο γιορτάστηκε για πρώτη φορά πραγματικά ως κομμάτι της ανθρώπινης κουλτούρας. Στις 12 Δεκεμβρίου του 1995, η κλήρωση για τα προκριματικά έλαβε χώρα στο Λούβρο, η μπάλα της διοργάνωσης, με την ονομασία tricolore, ήταν η πρώτη έγχρωμη, εμβληματική πλέον καθώς κρατούσε το επί 20 χρόνων μοτίβο του tango, ίσως το δεύτερο πιο συνηθισμένο για ποδοσφαιρική μπάλα μετά από το στερεοτυπικά κλασικό της telstar, ενώ ακόμα περισσότερες ομάδες από όλες τις Συνομοσπονδίες θα έπαιρναν μέρος, με την αύξηση των συμμετεχόντων σε 32.

Λίγους μήνες πριν την κλήρωση που έλαβε χώρα στο Λούβρο, όμως, στο κινηματογραφικό φεστιβάλ των Καννών, προβάλεται στις 27 Μαΐου του 1995 η ταινία La Haine (Το Μίσος), ένα 98 λεπτών ασπρόμαυρο αριστούργημα του Mathieu Kassovitz που γίνεται δεκτό με ένα standing ovation στην αίθουσα του φεστιβάλ και προκαλεί σοκ καθώς παρουσιάζει με αληθινά χρώματα τη γαλλική κοινωνία με έναν τρόπο ρεαλιστικό που κανείς δεν είχε ως τότε τολμήσει. Το La Haine γράφει τη δική του ιστορία στο γαλλικό κινηματογράφο και τη σύγχρονη γαλλική ιστορία επειδή σπάει τη στερεοτυπική αφήγηση της δυτικοευρωπαϊκής χώρας, παρουσιάζει την καρδιά της Ευρώπης μετά τους αιώνες της αποικιοκρατίας, της αφαίμαξης των χωρών σε άλλες ηπείρους και τη δημιουργία ενός νέου πολυσυλλεκτικού πολιτισμού που υπάρχει, ζει, αναπτύσσεται αλλά για την επίσημη Ιστορία είναι ακόμα στο περιθώριο. Όταν η FIFA επέλεγε τη Γαλλία ως διοργανώτρια χώρα για το Μουντιάλ του 1998 το αριστούργημα του Kassovitz δεν υπήρχε ίσως καν ως ιδέα, ενώ σίγουρα το περιεχόμενό του δε θα αποτελούσε σε καμία περίπτωση έναν από τους επιλεγμένους συμβολισμούς για την πολύτιμη διοργάνωσή της. Το ποδόσφαιρο όμως θα κέρδιζε τη FIFA και τους πολιτικούς της συμβολισμούς, τοποθετώντας στη θέση τους τη δική του ανυποκριτη αλήθεια.

Η Γαλλία της δεκαετίας το ’90, κράτος που βρισκόταν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, είχε αρχίσει να γεννά στην κοινωνία της τις αντιθέσεις των επόμενων δεκαετιών. Είχε όμως επίσης δει τον εαυτό της στον καθρέφτη – δεν ήταν πια μια χώρα μόνο λευκών διανοούμενων και εργατών, προσηλωμένων είτε στις παλιές ρεπουμπλικανικές αρχές, είτε σε μια φιλελεύθερη γκωλική πειθαρχία. Το Παρίσι είχε ένα πληθυσμό δύο εκατομμυρίων στο κέντρο του και περίπου τον πενταπλάσιο πληθυσμό στα προάστια του. Εκεί χτυπούσε η καρδιά της πραγματικής Γαλλίας, από εκεί χτύπησε η καρδιά της και στο Μουντιάλ, εντός και εκτός γηπέδου. Ήταν η Γαλλία των μαύρων, των λευκών και των Αράβων, η “black-blanc-beur” χώρα και ως τέτοια εμφανιζόταν στο Μουντιάλ που γινόταν στο σπίτι της, με τη “black-blanc-beur” ομάδα της. Το νέο μεγάλο οικοδόμημα του Παγκοσμίου Κυπέλλου βρισκόταν επίσης μέσα στην καρδιά αυτής της πολυφυλετικής γαλλικής εργατικής τάξης. Στο πιο σκληρό προάστιο της πρωτεύουσας, το Saint Dénis, ορθώθηκε το 80 χιλιάδων θέσεων Stade de France, που ο σχεδιασμός του, με τη σχεδόν αιωρούμενη οροφή του, μοιάζει ως σήμερα καινοτόμος.

Η Γαλλία που απουσίαζε από τις διοργανώσεις του 1990 και 1994, έχοντας υποστεί έναν τραυματικό αποκλεισμό από το γκολ του Emil Kostadinov, επέστρεφε μετά από 12 χρόνια στο Μουντιάλ, όχι απλά ως οικοδέσποινα, αλλά ως πρωταγωνίστρια. Από το πρώτο εκείνο παιχνίδι στο Vélodrome της Μασσαλίας έδειχνε ότι εκείνο το Μουντιάλ είχε φτιαχτεί για να πει το δικό της ποδοσφαιρικό και κοινωνικό παραμύθι. Κοινωνός σε αυτή την προσπάθεια και η οργανωτική επιτροπή που φρόντισε – κατά ύστερη δήλωση του Platini – να βρει την Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Βραζιλία μόνο στον τελικό.

Ποδοσφαιρικά η ομάδα της Γαλλίας μοιάζει υπερπλήρης. Στα γκολπόστ ένας ιδιότροπος τερματοφύλακας, αρκετά κοντός για τα σύγχρονα στάνταρ της θέσης, με ακέραια νοτιοδυτική προφορά, ο Fabien Barthez, δείχνει ότι δεν υπάρχουν στερεότυπα για καμία θέση ακόμα και στο υψηλότερο επίπεδο. Η άμυνα θυμίζει εργοστάσιο, Thuram, Blanc, Desailly και Lizarazu, επαρχιώτες και απόγονοι μεταναστών, συνθέτουν μία χαλύβδινη γραμμή που δέχεται μόλις 2 γκολ σε όλη τη διοργάνωση. Μπροστά τους ο Didier Deschamps είναι ο νευραλγικός παίχτης που συνδέει την ανασταλτική λειτουργία με τη δημιουργία, έχοντας πιο προωθημένους εκατέρωθεν τους Karembeu και Petit. Στην κορυφή του ρόμβου, με αμέτρητο χώρο γύρω του και τεράστιες ελευθερίες στο γήπεδο, βρίσκεται η ενσάρκωση ενός διαφορετικού pibe – ο γιος των Αλγερινών μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στις cités της Μασσαλίας, που έπαιζε ποδόσφαιρο στα νταμάρια πίσω από τις μπετονένιες εργατικές κατοικίες, που ακόμα και ως επαγγελματίας στο Torino έπαιρνε τους δρόμους τα βράδια με τον Edgar Davids προκειμένου να βρει τη χαρά του παιχνιδιού στα νυχτερινά αυθόρμητα παιχνίδια των μεταναστών, μία από τις μεγαλύτερες μορφές που έχει γεννήσει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, ο Zinedine Zidane, με ένα όνομα που θυμίζει το μεγάλο θρύλο της εθνικής Αλγερίας που είχε αγωνιστεί 12 χρόνια νωρίτερα στο Μεξικό. Μπροστά, επιθετικό δίδυμο ο Djorkaeff και κάποιος εκ των Henry, Guivarc’h ή Dugarry.

Πέρα από το ατομικό ταλέντο όμως, η ομάδα που διευθύνη ο Aimé Jacquet έχει κάνει ίσως αθόρυβα ένα από τα πιο συμβολικά βήματα στην ιστορία της ποδοσφαιρικής τακτικής. Καθώς ο Djorkaeff αγωνίζεται συνήθως λίγο πιο πίσω από τον κεντρικό center for, ουσιαστικά περιβάλλοντας τον Zidane, το πραγματικό σύστημα της Γαλλίας είναι ένα 4-3-2-1. Το ποδόσφαιρο, που από τη δεκαετία του 1870 ξεκίνησε με τη λεγόμενη “πυραμίδα”, το σύστημα 2-3-5, λίγο πριν την πρώτη εποχή του βρετανικού επαγγελματισμού, είχε γυρίσει το σύστημα ανάποδα, εμπνέοντας έτσι τον Jonathan Wilson να ονομάσει με αυτό τον τρόπο το opus magnum του, τη βίβλο της ποδοσφαιρικής τακτικής. Με όλα αυτά τα στοιχεία μαζεμένα, τον αντικατοπτρισμό της κοιωνικής σύνθεσης στην εποχή της επίσημης αναδιατύπωσής της, το πηγαίο ποδοσφαιρικό ταλέντο, την εμπνευσμένη τακτική και το γεγονός ότι αγωνιζόταν στο σπίτι της, η Γαλλία δε φαινόταν μόνο ένα μεγάλο φαβορί για να κερδίσει τη διοργάνωση, αλλά και για να πραγματοποιήσει ένα ιστορικό έπος.

Απέναντί της, η ισχυρότερη αντίπαλος φαίνεται η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια, η Βραζιλία, που στις τάξεις της έχει έναν ποδοσφαιριστή που τα κατορθώματά του δεν έμοιαζαν με οτιδήποτε είχε δει μέχρι τότε ο κόσμος. Με σύμμαχο τη φύση που του προσέφερε ένα σώμα που έμοιαζε βιονικό, ικανό να πετάει ακόμα και στον πιο βαρύ αγωνιστικό χώρο, με μια εκπληκτική ταχύτητα στα πόδια και στο μυαλό, ο Ronaldo δεν ονομάστηκε τυχαία fenômeno. Η σεζόν που έκανε το 1996-97 με τη Barcelona και κατέληξε στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης ήταν ασύλληπτη, για να επαναληφθεί από μία ακόμα μεγάλη σεζόν στην Inter, κάνοντας θαύματα στον τελικό του Κυπέλλου UEFA απέναντι στη Lazio. Εκτός των άλλων, ο Ronaldo είχε τα δικά του παπούτσια με την υπογραφή της αμερικανικής Nike που είχε μπει γερά στην ποδοσφαιρική αγορά διεκδικώντας μερίδιο από την Adidas που είχε μόνιμο συμβόλαιο με τον Havelange, ενώ ήταν και το πρόσωπο μιας αξέχαστης διαφήμιστικής καμπάνιας της Pirelli. Ήταν ο πρώτος πραγματικά σύγχρονος super star, ο ποδοσφαιριστής που είναι παράλληλα εμπορικό πρόσωπο και εμπορικό προϊόν. Το σίγουρο ήταν ότι πολλοί πιτσιρικάδες ήθελαν να παίξουν ποδόσφαιρο επειδή υπήρχε ο Ronaldo.

Η Βραζιλία είχε απύθμενο επιθετικό ταλέντο, έχοντας στη σύνθεσή της ακόμα τους Rivaldo, Bebeto, Leonardo, ενώ ηγέτης της ήταν ο αρχηγός του 1994, Dunga. Στην επιθετική της λειτουργία συνέβαλαν και οι δύο ακραίοι μπακ της, ο Roberto Carlos και ο Cafú. Ωστόσο η συνολική αμυντική λειτουργία της δεν έμοιαζε σε καμία περίπτωση τόσο ατσάλινη όσο η αντίστοιχη γαλλική. Η Βραζιλία κέρδισε με δυσκολία στην πρεμιέρα τη Σκωτία με 2-1, είχε εύκολο έργο απέναντι στο Μαρόκο, το οποίο κέρδισε με 3-0, ενώ στο τελευταίο παιχνίδι του ομίλου ηττήθηκε από τη Νορβηγία. Στη φάση των 16, σε ένα επιθετικό ρεσιτάλ, κέρδισε με 4-1 τη Χιλή, ενώ στα προημιτελικά δυσκολεύτηκε πολύ για να ανατρέψει το εις βάρος της 0-2 και να κερδίσει τη Δανία με 3-2. Στα ημιτελικά, τέλος, χρειάστηκε να φτάσει στα πέναλτι για να αποκλείσει την Ολλανδία, μια εκπληκτική γενιά, την τελευταία συμπαγή ομάδα που γέννησε η μεγάλη σχολή του Ajax.

Η Γαλλία, αντίθετα, σκόρπισε στην πρεμιέρα τη νεοφώτιστη Νότια Αφρική με 3-0, που συμμετείχε για πρώτη φορά στο Μουντιάλ καθώς είχε τερματιστεί το καθεστώς του Απαρτχάιντ, ενώ με μεγαλύτερο σκορ, 4-0, κέρδισε τη Σαουδική Αραβία που είχε προκαλέσει θετική αίσθηση στα γήπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών. Το πρώτο μεγάλο τεστ απέναντι στη χρυσή γενιά της Δανίας ήταν επίσης νικηφόρο, με 2-1. Στη φάση των 16 χρειάστηκε ένα “χρυσό γκολ” του Djorkaeff στην παράταση για να κάμψει την αντίσταση της Παραγουάης, ενώ στα προημιτελικά συνέχισε τον κακό δαίμονα των Ιταλών, αποκλείοντας τους στα πέναλτι μετά από μια λευκή ισοπαλία. Στον ημιτελικό αντίπαλος ήταν όμως μια νέα ποδοσφαιρική σχολή, που κανείς δεν περίμενε – μάλλον κακώς – γιατί υπήρχαν όλες οι συνθήκες που να της επιτρέπουν να ελπίζει στη διάκριση.

Η διάλυση της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας στα Βαλκάνια σήμαινε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και τη διάλυση μιας τεράστιας ποδοσφαιρικής σχολής, συνδεμένης με τις ιδέες που εξελίχθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη και κομμάτι, έστω περιφερειακό, των μεγάλων ποδοσφαιρικών δικτύων από τις αρχές του αιώνα. Κι αν την αθλητική παράδοση της μεγάλης ομοσπονδιακής χώρας των Σλάβων κληρονόμησε σε πολλά σπορ η μετέπειτα Γιουγκοσλαβία και Σερβία, το 1998 η Κροατία έδειξε ότι ήταν ο κληρονόμος της ποδοσφαιρικής παράδοσης. Η πρώτη εμφάνιση της εθνικής ομάδας στο Euro του 1996, στα αγγλικά γήπεδα, δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, όμως στο Μουντιάλ της Γαλλίας, 2 χρόνια αργότερα, έκανε την καλύτερη εμφάνιση πρωτοεμφανιζόμενης ομάδας, αν εξαιρέσουμε τα μεσοπολεμικά τουρνουά, όπου πολλές μεγάλες ομάδες εμφανίζονταν έτσι κι αλλιώς για πρώτη φορά στη διοργάνωση. Η Κροατία του Ćiro Blažević είχε μια σπουδαία σύνθεση, αποτελούμενη από σούπερ σταρ όπως ο Davor Šuker, ο Zvonimir Boban, ο Goran Vlaović, ο Alen Bokšić, ο Robert Prosinečki και ο Aljoša Asanović, οι οποίοι ήδη έκαναν καριέρα σε μεγάλους ευρωπαϊκούς συλλόγους. Για αυτή την εμπειρία τους, ωστόσο, δεν ευθυνόταν ούτε η Γιουγκοσλαβία, ούτε ο πόλεμος, αλλά ένας Βέλγος ποδοσφαιριστής, ο Jean-Marc Bosman, ο οποίος αξιοποιώντας το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο άνοιξε το δρόμο για τη συμμετοχή ποδοσφαιριστών πολλών εθνικοτήτων στις ομάδες των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων. Μπορεί οι Κροάτες να μην αγωνίζονταν απαραίτητα ως “κοινοτικοί” παίχτες, αλλά η ευκολία να αγωνιστούν περισσότεροι ξένοι άνοιγε το δρόμο και για τις υπόλοιπες χώρες. Έτσι, οι εθνικές ομάδες που δεν είχαν ανταγωνιστικά πρωταθλήματα μπορούσαν από το 1995 και μετά να γίνουν ιδιαίτερα επικίνδυνες για κάθε αντίπαλο, εξάγοντας το ποδοσφαιρικό τους ταλέντο. Το πρώτο Μουντιάλ που συνέβη μετά από αυτή την εξέλιξη ήταν εκείνο που διοργανώθηκε το 1998 στη Γαλλία και αν και πολλές ομάδες έδειχναν ότι μίκραιναν την απόσταση από τους γίγαντες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, η Κροατία ήταν αυτή που συμβόλιζε τη μεγάλη αυτή αλλαγή με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Οι Κροάτες, αφού διέλυσαν τη Γερμανία με 3-0 στα προημιτελικά, έφτασαν να προηγηθούν με γκολ του Šuker και στον ημιτελικό απέναντι στη Γαλλία, πριν ο Thuram με δύο γκολ ανατρέψει το σκορ στο Stade de France.

Η Γαλλία, έχοντας περάσει και από τη μεγάλη έκπληξη του θεσμού, είχε απέναντί της μόνο τη Βραζιλία του Ronaldo, σε έναν τελικό που είχε σχεδιαστεί ίσως αρκετούς μήνες νωρίτερα, όταν γινόταν η κλήρωση των ομίλων και των διασταυρώσεων εκείνου του Μουντιάλ. Ο κόσμος περίμενε τη μεγάλη στιγμή του Βραζιλιάνου, που είχε κερδίσει τη Χρυσή Μπάλα του 1997 και έμοιαζε ασταμάτητος, ωστόσο, το σώμα – που έχει όρια – δεν υπακούει στις επιταγές των χορηγών και σε εκείνο τον τελικό της 12ης Ιουλίου ένα φάντασμα εμφανίστηκε στη θέση του φαινομένου. Ο καταπονημένος Ronaldo αναγκάστηκε να αγωνιστεί, πέρα από τη δική του φιλοδοξία, για να ικανοποιήσει και τις ανάγκες της Nike, που είχε σχεδιάσει τα ακριβοθώρητα ασημένια παπούτσια του, όμως η αμυντική γραμμή της Γαλλίας που εξαφάνισε τόσους και τόσους επιθετικούς σε εκείνη τη διοργάνωση δε θα άλλαζε την τακτική της για ένα εμπορικό συμβόλαιο. Αντί του Ronaldo, ο μεγάλος πρωταγωνιστής εκείνου του τελικού ήταν εκείνος ο απόγονος των Αλγερινών μεταναστών από τη Μασσαλία, ο Zinedine Zidane, που έγραφε ήδη τη δική του εποποιία με τη φανέλα της Juventus σε διεθνές επίπεδο και πολύ σύντομα θα γινόταν ένας από τους κορυφαίους παίχτες που πάτησαν ποτέ το πόδι τους σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Με δύο προσωπικά γκολ του Zidane και ένα του Émmanuel Petit πριν την εκπνοή, η Γαλλία θριάμβευσε με 3-0 και η εθνική γιορτή για την άλωση της Βαστίλης, που τιμάται τη 14η Ιουλίου, εκείνη τη χρονιά ξεκίνησε 2 μέρες νωρίτερα!

Αυτή τη φορά η Γαλλία, ωστόσο, δε γιόρταζε μόνο το παρελθόν της, αλλά και τη συμφιλίωση με την πραγματικότητα του παρόντος της, τα συνθήματα Zidane Président κυριαρχούσαν στα Ηλύσια Πεδία, εκφράζοντας ένα κρυφό πόθο για τη σωστή εφαρμογή εκείνης της Égalité που θα ήταν κενή λέξη όσο δεν εκφραζόταν σε κάθε επίπεδο της πολιτικής, πέρα από την κοινωνική ζωή της Γαλλίας, η “black-blanc-beur” ταυτότητά της.

Το ποδόσφαιρο είχε κερδίσει τα πολιτικά αφηγήματα στα γήπεδα της Γαλλίας, όμως το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο περνούσε σε μια νέα εποχή, που είχε ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 για να επικυρωθεί την επόμενη σεζόν των διασυλλογικών διοργανώσεων. Το παλιό Ευρωπαϊκό Κύπελλο, το Κύπελλο των Πρωταθλητριών ομάδων της Ευρώπης, είχε πλέον αλλάξει όνομα, ταυτότητα, αλλά και περιεχόμενο, από τη σεζόν 1992-93, όταν μετονομάστηκε σε Champions League. Τα πρώτα χρόνια της νέας διοργάνωσης οι πρωταθλήτριες ομάδες, αντί για το παραδοσιακό σύστημα νοκ-άουτ, βρέθηκαν σε 2 ομίλους των 4 ομάδων, με 8 συλλόγους να αγωνίζονται για πρώτη φορά σε αυτό το θεσμό που είχε κερδίσει η Marseille. Δύο χρόνια αργότερα η φάση των ομίλων είχε 16 ομάδες, ενώ από το 1997-98 η είσοδος των δευτεραθλητών από τις πρώτες 8 χώρες της κατάταξης της UEFA έδωσε τη δυνατότητα αυτές οι ομάδες να γίνουν 24. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όμως τη σεζόν 1999-2000, όταν οι ομάδες αυξήθηκαν σε 32 και 4 ομάδες συμμετείχαν από τα μεγαλύτερα πρωταθλήματα, 3 από τα αμέσως επόμενα, 2 από μια σειρά χωρών που έφταναν μέχρι τη 15η θέση, δημιουργώντας ένα εντελώς διαφορετικό πεδίο για το διασυλλογικό ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Πλέον, οι σύλλογοι των παραδοσιακών δυνάμεων του ποδοσφαίρου μπορούσαν να συμμετέχουν σταθερά στη μεγαλύτερη διοργάνωσή του, ανεξάρτητα με το ποιος κέρδιζε το πρωτάθλημα, αρκεί να ήταν στις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας. Η αλλαγή αυτή δημιούργησε μια ελίτ που γίνεται όλο και περισσότερο ένα κλειστό κλαμπ στην κορυφή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, που συγκεντρώνει το ποδοσφαιρικό ταλέντο από όλες τις υπόλοιπες χώρες και έχει τους πόρους για να δημιουργεί ταχύτερη εξέλιξη στην ποδοσφαιρική σκέψη ακόμα και από το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Από την αρχή της ύπαρξης του Κυπέλλου Ευρώπης πολλές τακτικές καινοτομίες εμφανίζονταν πρώτα σε αυτό το διασυλλογικό θεσμό και στη συνέχεια περνούσαν μέσω των εθνικών ομάδων στα Παγκόσμια Κύπελλα. Όμως ήταν πάντα στο Μουντιάλ ο χώρος που συγκρούονταν οι διαφορετικές ποδοσφαιρικές σχολές και προσεγγίσεις, καθώς στην προ-Bosman εποχή οι σύλλογοι συνήθως αποτελούνταν και σε μεγάλο βαθμό από γηγενείς παίχτες που κουβαλούσαν την αντίστοιχη προσέγγιση στην εθνική ομάδα, είτε αυτόνομα, είτε με την πρόσληψη κάθε επιτυχημένου τεχνικού στη θέση του ομοσπονδιακού προπονητή. Με την πλήρη διεθνοποίηση όμως των ποδοσφαιρικών συμβολαίων, καθώς και την ταχύτατη εμπορευματοποίηση του παιχνιδιού, τους πολύ περισσότερους αγώνες μέσα στη σεζόν στο υψηλότερο επίπεδο της Γηραιάς Ηπείρου, η τακτική εξέλιξη πέρασε συνολικά σε αυτές τις διοργανώσεις και οι θεσμοί που συμμετέχουν οι εθνικές ομάδες αποτελούν συνήθως μια ηχώ αυτής της εξέλιξης, καθώς έχουν σχεδόν εξαφανιστεί τα όρια των εθνικών σχολών, παίχτες από κάθε χώρα γίνονται κομμάτι διαφορετικών ποδοσφαιρικών προσεγγίσεων, ανάλογα με το σύλλογο στον οποίο αγωνίζονται και είναι πολύ πιο δύσκολο να βρεθεί ομοιογένεια σε ένα σύνολο που συναντιέται μόλις λίγες εβδομάδες πριν από μια τεράστιου κύρους διοργάνωση, λίγων μόλις αγώνων.

Αυτό είχε ως άμεση συνέπεια από τη δεκαετία του 2000 να μικρύνει μεν η απόσταση των αδύναμων χωρών από τις παραδοσιακές ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις, καθώς παίχτες τους αγωνίζονταν σταθερά στο κορυφαίο επίπεδο του κόσμου και αποκτούσαν τις αντίστοιχες εμπειρίες, όμως την ίδια στιγμή δημιουργήθηκε και ένα ταβάνι για όλες τις χώρες που βρίσκονται έξω από τη Δυτική Ευρώπη και οι ποδοσφαιριστές τους είναι περισσότερο διασκορπισμένοι σε συλλόγους που βρίσκονται μέσα στα πλαίσια διαφορετικής εθνικής ποδοσφαιρικής κουλτούρας, άρα πιο δύσκολα μπορούν να βρουν την απαραίτητη ομοιογένεια. Στο Μουντιάλ της Γαλλίας 2 από τις 4 ομάδες προέρχονταν από τη Δυτική Ευρώπη, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και μετά αυτός ο αριθμός δεν έπεσε ποτέ κάτω από 3.

Το ποδόσφαιρο, αυτό που εμπορευματοποίησε o Havelange άλλαζε ακόμα μια φορά, με μια νέα εμπορευματοποιημένη μορφή του να αποκτά το χαρακτηρισμό του “μοντέρνου ποδοσφαίρου”, με το προηγούμενο εμπορευματοποιημένο ποδόσφαιρο να γίνεται το παραμύθι των ρομαντικών. Το ίδιο είχε συμβεί και σε μια άλλη γενιά, όταν ο Havelange ξεκινούσε τη μακρά πορεία του, το ίδιο είχε συμβεί και παλιότερα, πριν εισέλθει σε κάθε χώρα ο επαγγελματισμός, το ίδιο μοτίβο μπορεί να βρει κανείς μέχρι και στην πρώτη ίδρυση του πρώτου ποδοσφαιρικού θεσμού, της Football Association. Το πρόβλημα του ποδοσφαίρου, όμως, δεν είναι ο εκμοντερνισμός του. Ως μαζικό φαινόμενο είναι νομοτελειακή η παράλληλη εξέλιξή του με αυτή των καπιταλιστικών κοινωνιών, μέσα στις οποίες υπάρχει και αναπτύσσεται. Ακόμα και η έκφραση της αντίθετης ιδεολογικής θέσης, των ποδοσφαιρικών γαλατικών χωριών, είναι κομμάτι της ίδιας διαδικασίας, μέσα στην ίδια μεγάλη καπιταλιστική αυτοκρατορία. Το ποδόσφαιρο θα γίνει πραγματικά λαϊκό μέσα από μια διαδικασία αέναου εκσυγχρονισμού που θα ακολουθεί και θα αντανακλά τις ανθρώπινες κοινωνίες – και θα γίνει το παιχνίδι που θα ελέγχεται από τις μάζες που το αγαπούν όταν και η εξουσία θα περάσει στα χέρια τους και θα φτιαχτεί η κοινωνία που θα εξυπηρετεί τους δικούς τους σκοπούς. Αυτός θα είναι ο πιο όμορφος ποδοσφαιρικός μοντερνισμός – ο πιο ρομαντικός που θα έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος.

Ωστόσο, την ακριβώς αντίθετη ροπή εξέφραζαν οι εξελίξεις στη FIFA στο περιθώριο του Μουντιάλ του 1998. Τον João Havelange διαδέχθηκε ένας από τους στενούς συνεργάτες του, ο Ελβετός Sepp Blatter, ένας άνθρωπος που ποτέ δεν είχε υπάρξει ποδοσφαιριστής, τεχνικός, ή έστω κάποιος που υπήρξε σε αποδυτήρια, αλλά για περισσότερο από 20 χρόνια ήταν τεχνοκρατικός υπάλληλος της FIFA, αποκτώντας σταδιακά περισσότερες αρμοδιότητες και εξουσία, όντας ο Γενικός Γραμματέας της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας από το 1981. Ο Blatter συνέχιζε το έργο του Havelange που είχε σκοπό να μεταφέρει το ποδόσφαιρο σε κάθε γωνιά της Γης, ακόμα κι αν το σπορ δεν είχε καμία ακτινοβολία, βλέποντας τις χώρες στον παγκόσμιο χάρτη όχι ως ποδοσφαιρικές σχολές, αλλά ως αγορές. Σ’αυτή την κατεύθυνση κινούνταν και η απόφαση το Μουντιάλ του 2022 να διοργανωθεί στα γήπεδα της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας, σε δυο χώρες που μόνο μία από αυτές είχε μια έστω σταθερή σχέση με το σπορ, ενώ στη δεύτερη κανείς δεν ασχολούνταν με το περίεργο βρετανικό παιχνίδι εκείνων που τρέχουν γύρω από μια μπάλα, καθώς οι μάζες συγκινούνταν με το ακόμα πιο περίεργο αμερικάνικο παιχνίδι που κάποιοι χτυπάνε μια μπάλα με ένα ρόπαλο και τρέχουν πάνω σε κάτι μαξιλαράκια. Ενόψη του Μουντιάλ της Άπω Ανατολής, ο Blatter μάλιστα “εφηύρε” και την ασιατική καταγωγή του παιχνιδιού, ανάγοντας το cuju, ένα κινέζικο παιχνίδι με μπάλα από τα χρόνια της δυναστείας των Han, ως ευθύ πρόγονο του σύγχρονου ποδοσφαιρικού παιχνιδιού. Την πραγματικότητα σχετικά με αυτή την οπτική έχουμε αναλύσει στο άρθρο για την προϊστορία του ποδοσφαίρου.

Το πρώτο μουντιάλ που διοργανώθηκε στην Ασία ήταν ακόμα πιο εμπορευματοποιημένο από τα προηγούμενα, εγκαταλείποντας μάλιστα πολλές παραδοσιακά στοιχεία του, με χαρακτηριστικότερο ίσως την επαναδιατύπωση του αισθητικού σχεδιασμού της ποδοσφαιρικής μπάλας. Στο γήπεδο ο κόσμος περίμενε τη Γαλλία να υπερασπιστεί τον τίτλο της, ενώ επίσης μεγάλο φαβορί ήταν μια υπερπλήρης αργεντίνικη ομάδα, υπό τις οδηγίες του φιλοσόφου του ποδοσφαίρου, του Marcelo Bielsa, που έμοιαζε να ξεπερνάει το σοκ της απουσίας του pibe de oro από τις τάξεις της. Αντ’αυτού, κανείς δεν έλαμψε σε εκείνη τη διοργάνωση πέρα από τη Βραζιλία, την εκπληκτική τριάδα των Ronaldo, Ronaldinho, Rivaldo, τους Roberto Carlos και Cafú, με τον τελευταίο να σηκώνει στις 30 Ιούνη το πολύτιμο τρόπαιο στη Yokohama τη στιγμή που γινόταν ο μοναδικός στην ως τώρα ιστορία ποδοσφαιριστής που έχει αγωνιστεί σε 3 συνεχόμενους τελικούς Μουντιάλ.

Αυτό που έμεινε όμως χαραγμένο στη μνήμη από εκείνο το Μουντιάλ, πέρα από την εμφατική επέλαση των Βραζιλιάνων σούπερ σταρ που ανέβασαν ακόμα πιο ψηλά το ύψος του παγκόσμιου διαμετρήματος της ποδοσφαιρικής χώρας τους, με την κατάκτηση του 5ου Παγκοσμίου Κυπέλλου, ήταν οι διαιτητικές σφαγές προκειμένου η ομάδα της Νότιας Κορέας να φτάσει όσο πιο μακριά γινόταν στη διοργάνωση. Το παιχνίδι για τη Φάση των 16 απέναντι στην Ιταλία, στο οποίο διαιτητής ήταν ο Εκουαδοριανός Byron Moreno έμεινε στην Ιστορία ως το πιο σκανδαλώδες διαιτητικά παιχνίδι στην Ιστορία των Μουντιάλ, ενώ αντίστοιχη εύνοια υπήρχε και στον προημιτελικό, με αντίπαλο την Ισπανία. Ήταν άραγε η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο; Η αλήθεια είναι ότι πολλές ιστορίες υπάρχουν από τα προ-τηλεοπτικά Μουντιάλ, καθώς και από Ολυμπιακούς Αγώνες, τα χρόνια που ακόμα αγωνίζονταν σε αυτούς οι κανονικές εθνικές ομάδες, που αφορούν εξοργιστικές διαιτητικές αποφάσεις. Ωστόσο, εκείνος ο αγώνας της Νότιας Κορέας με την Ιταλία μεταδιδόταν έγχρωμος και σε σχετικά υψηλή ανάλυση ζωντανά σε όλο τον πλανήτη – για το λόγο αυτό ο αντίκτυπος των αποφάσεων ενός διαιτητή που αργότερα καταδικάστηκε σε φυλάκιση για συμμετοχή σε κύκλωμα ναρκεμπορίου ήταν τέτοιος που τα γεγονότα της ημέρας έμειναν χαραγμένα στη συλλογική συνείδηση όσων παρακολουθούσαν εκείνη την αναμέτρηση. Περισσότερο από μια δεκαετία αργότερα η FIFA υιοθέτησε μία από τις πιο ρηξικέλευθες αλλαγές στην ιστορία της εξέλιξης των κανονισμών, εντάσσοντας το βίντεο στα εργαλεία για την λήψη των πιο κρίσιμων αποφάσεων σε έναν αγώνα, σε μια προσπάθεια να προστατεύσει το πολύ ακριβό πλέον προϊόν της.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 διοργανωνόταν στη Γερμανία. Συνεχίζοντας το μεταπολεμικό μοτίβο δεκαετιών, κάθε φορά που η Γερμανία εμφανιζόταν στο κεντρικό πλάνο της ποδοσφαιρικής σκηνοθεσίας η αφήγηση αφορούσε την πορεία της χώρας που ανασυντάχθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χωρίστηκε, ξαναενώθηκε, έγινε μεγάλη βιομηχανική δύναμη και κομμάτι της διεθνούς κοινότητας. Πλέον η Γερμανία ήταν όχι μόνο ένα μέρος της μεγάλης συμμαχίας του λεγόμενου Δυτικού Κόσμου, αλλά και η ατμομηχανή της Ευρώπης, έχοντας κυρίαρχη θέση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δρώντας διπλωματικά σε πολλές περιπτώσεις ως ανεξάρτητος πόλος ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ακόμα και αυτοτελώς σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κατά πόσο αυτή η οπτική ήταν κοντόφθαλμη, θα το έκρινε η Ιστορία σε μια διαδικασία που στις μέρες μας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, όμως επειδή η συλλογική μνήμη δημιουργείται σε στιγμές, εκείνη τη στιγμή η Γερμανία έμοιαζε η μεγαλύτερη και απόλυτα κραταιά δύναμη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Το ποδόσφαιρο που παίχτηκε στα γερμανικά γήπεδα ήταν επίσης ένα αποτέλεσμα ενός άλλου ευρωπαϊκού οικοδομήματος, το οποίο δε φτιάχτηκε ούτε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε από το ΝΑΤΟ, αλλά από την UEFA. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 ήταν ίσως το πρώτο που φάνηκαν τόσο έντονες οι επιπτώσεις της εξέλιξης των ευρωπαϊκών διασυλλογικών διοργανώσεων. Στη φάση των 16 οι 10 ομάδες ήταν ευρωπαϊκές, στα προημιτελικά οι 6, ενώ τα ημιτελικά ήταν ένα μικρό Euro, με όλες τις ομάδες να προέρχονται από τον “σκληρό πυρήνα” της ποδοσφαιρικής Δυτικής Ευρώπης. Είχε ξαναϋπάρξει Μουντιάλ με 4 ομάδες από τη Γηραιά Ήπειρο στα ημιτελικά, το 1934 και το 1966, ωστόσο τότε υπήρχε και παρουσία ομάδων από την ανατολική μεριά της ηπείρου. Πλέον, οι χώρες που αγωνίζονταν στην κορυφαία τετράδα δεν ήταν μόνο γεωγραφικά ορισμένες, αλλά αποτελούσαν τις χώρες που βρίσκονταν στις κορυφαίες θέσεις (μαζί με την Αγγλία και την Ισπανία) της διασυλλογικής κατάταξης της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας.

Τρία γεγονότα σημάδεψαν την Ιστορία εκείνου του Μουντιάλ: η νίκη της Ιταλίας μετά από την αποκάλυψη του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού σκανδάλου στην Ιστορία της, που θα οδηγούσε σε μια επιβράδυνση του διασυλλογικού της ποδοσφαίρου, υποβάθμιση του πρωταθλήματος της και αργότερα – όπως συμβαίνει πλέον με διαφορά φάσης – πολύ αρνητικές συνέπειες στην πορεία της εθνικής της ομάδας, το τέλος της καριέρας του Zinedine Zidane που σημαδεύτηκε από μία άκρως ποδοσφαιρική κίνηση υπεράσπισης της τιμής της κουλτούρας του, απέναντι στον Ιταλό αμυντικό Marco Materazzi, καθώς και η πρώτη εμφάνιση σε Μουντιάλ ενός ποδοσφαιριστή που θα μπορούσε να ξαναφορέσει επάξια εκείνο το μεταφυσικά βαρύ “10” της albiceleste, του Lionel Messi, που πέτυχε το πρώτο γκολ του απέναντι στην εθνική ομάδα της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, που εκπροσωπούσε εκείνη τη μέρα της 16ης Ιουνίου 2006 μια χώρα που δεν υπήρχε πια ή υπό μια άλλη ανάγνωση ήταν η πρώτη εθνική ομάδα που εκπροσώπησε δύο χώρες σε Παγκόσμιο Κύπελλο.

Μια μεγάλη στιγμή για το ποδόσφαιρο, όμως, θα ερχόταν το 2010. Σε αντίθεση με το 2002, που το Μουντιάλ ταξίδεψε σε ένα τόπο που το ποδόσφαιρο δεν είναι κομμάτι της κουλτούρας των μαζών, η μεγάλη ποδοσφαιρική διοργάνωση δεν είχε ποτέ λάβει χώρα σε μία ήπειρο που εκατομμύρια ανθρώπων ζουν, αναπνέουν, παίζουν ποδόσφαιρο και έχουν το σπορ σε κεντρικό σημείο της συνείδησης και των δραστηριοτήτων τους – με την ανάπτυξη ιστορικών συλλόγων, αμέτρητα ιστορικά γεγονότα, όχι πάντα με θετικό πρόσημο, και μια πολύ εξωτική για τα μάτια των Ευρωπαίων και Νοτιοαμερικανών προσέγγιση για την ποδοσφαιρική ιδεολογία. Η Αφρική, η ήπειρος που υπέστη όσο κανένα άλλο μέρος του κόσμου την αγριότητα της αποικιοκρατίας, έμοιαζε ένας τόπος περιθωρίου, όχι μόνο στην παγκόσμια πολιτική και διπλωματική αρένα, αλλά και στο ποδόσφαιρο.

Κατά παράδοξο τρόπο, η χώρα που θα διοργάνωνε το Μουντιάλ του 2010 ήταν μία από τις λίγες στην οποία το ποδόσφαιρο δε μπορεί να θεωρηθεί εθνικό σπορ, με την ύπαρξη, ωστόσο, μιας μεγάλης διχοτόμησης της αγάπης προς το σπορ, που έχει σαφές φυλετικό πρόσημο. Η Νότια Αφρική, αποκλεισμένη κατά τα χρόνια του Απαρτχάιντ από τις διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις, φιλοξένησε το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο, για το ράγκμπι, στο έδαφός της μετά τη λήξη του ρατσιστικού καθεστώτος και την άνοδο του Εθνικού Αφρικανικού Κονγκρέσσου και του Nelson Mandela στην εξουσία. Εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο του Ράγκμπι, που η ιστορία του μυθοποιήθηκε και στην ταινία Invictus, από τον Clint Eastwood, με πρωταγωνιστές τον Morgan Freeman και τον Matt Damon, ήταν ένα από τα αθλητικά γεγονότα με τη μεγαλύτερη κοινωνική επιρροή, καθώς αξιοποιήθηκε από τη νέα εξουσία της χώρας και προσωπικά τον Nelson Mandela για να μπορέσει αυτή να ορθοποδήσει ύστερα από τις δεκαετίες των φυλετικών συγκρούσεων. Θα ήταν πολύ καλό για να είναι πραγματικά αληθινό, όμως εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο του ράγκμπι αποτέλεσε μία από τις σπάνιες ιστορίες εργαλειοποίησης του αθλητισμού που έχουν θετικό πρόσημο.

Αντίστοιχο θετικό πρόσημο ευαγγελίζονταν και οι αρμόδιοι της FIFA όταν έδιναν την ευθύνη της διοργάνωσης στη Νότια Αφρική και το ίδιο το τρόπαιο στα χέρια του Mandela στις 15 Μαΐου του 2004. Δυστυχώς, ο ενθουσιασμός των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων για το πρώτο Μουντιάλ της αφρικανικής ηπείρου καλύφθηκε γρήγορα από τις ειδήσεις για την άγρια εκμετάλλευση των εργατών στην ανοικοδόμηση των σταδίων, τις τεράστιες κινητοποιήσεις για τον άδικο καταμερισμό πόρων στο ποδόσφαιρο σε μια χώρα που βυθίζεται στη φτώχεια και τον παρατεταμένο, ασταμάτητο ήχο της βουβουζέλας.

Φιλοδοξώντας να γράψει ένα ακόμα παραμύθι σε εκείνη τη διοργάνωση, η Αργεντινή εμφανίστηκε με τον Maradona ως ομοσπονδιακό τεχνικό να καθοδηγεί μια ομάδα στην οποία το περιβραχιόνιο φορούσε ο Messi, όμως το πείραμα να παίξει κανείς ποδόσφαιρο χωρίς αριστερό μπακ δεν είχε καλό αποτέλεσμα, καταρρέοντας απέναντι στη Γερμανία, σε έναν προημιτελικό που έληξε 4-0. Όσο αφορά τις υπόλοιπες όμορφες ιστορίες, ο κόσμος περίμενε την αφρικανική ομάδα που θα ξεπεράσει ίσως την επιτυχία του Καμερούν από το 1990. Τελικά, αυτή τη φορά στα προημιτελικά βρέθηκε η Γκάνα, χάνοντας όμως έναν οριακό αγώνα, χάρη σε μια έξυπνη, αλλά αντικανονική ενέργεια του Luis Suárez που στην εκπνοή έσωσε την εστία του από το γκολ που σήμαινε τον αποκλεισμό. Κι αν η Ουρουγουάη κατάφερε να φτάσει στα ημιτελικά, σπάζοντας το μονοπώλιο της Δυτικής Ευρώπης που ξεκίνησε το 2006, αυτό έγινε χάρη και στις διασταυρώσεις, καθώς σε εκείνο το κομμάτι του ταμπλό υπήρχε μια ομάδα από την Ασία, μία από τη Βόρεια Αμερική, μία από την Αφρική και μία από τη Νότια Αμερική.

Η Δυτική Ευρώπη και πάλι θριάμβευε σε έναν τελικό που όσο αφορά την Ιστορία της ποδοσφαιρικής τακτικής είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί αποτελούσε μια μεγάλη ανταλλαγή ρόλων. Η Ολλανδία και η Ισπανία είναι δυο χώρες που συνδέονται ποδοσφαιρικά όσο λίγες άλλες, χωρίς μάλιστα να συνορεύουν. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι έχουν ιστορικούς δεσμούς που αντανακλώνται στον εθνικό ύμνο της Ολλανδίας, τον μοναδικό που αναφέρει στους στίχους του τον Ισπανό μονάρχη (καθώς ο ισπανικός ύμνος δεν έχει λόγια). Όμως όσο αφορά την ποδοσφαιρική ιεραρχία, η Ισπανία ήταν η χώρα που έγινε το χωνευτήρι της ολλανδικής καινοτομίας και του totaalvoetbal από τη δεκαετία του 1970. Αρχικά ο Rinus Michels, στη συνέχεια ο Johan Cruyff, ο Neeskens, ο Van Gaal, αργότερα ο Guus Hiddink, ήταν προσωπικότητες που έφερναν την ολλανδική σκέψη στους ισπανικούς συλλόγους με μια ροή σταθερή που έγινε παράδοση, ιδιαίτερα στην Barcelona που μέσα από αυτούς όρισε την ποδοσφαιρική της φυσιογνωμία. Το πέρασμα στη δεκαετία του 2010 σήμαινε την αναγέννηση εκείνου του συλλόγου, που βασισμένος στην εργασία του Frank Rijkaard αρχικά και στη συνέχεια του πιο εμβληματικού μαθητή του Cruyff, του Pep Guardiola, δημιούργησε το ποδόσφαιρο που θα παιζόταν για τα επόμενα πολλά χρόνια, επαναδιατυπώνοντας τις αρχές του, εγκαταλείποντας στερεοτυπικά μοτίβα και αποθεώνοντας τη δημιουργικότητα για το παιχνίδι στο χώρο, ανοίγοντας μια νέα εποχή για την αισθητική του αθλήματος.

Όλα αυτά τα στοιχεία έλειπαν από την ολλανδική ομάδα που εμφανίστηκε στον Τελικό του Johannesburg το βράδυ της 11ης Ιουλίου, τον τρίτο στην Ιστορία των oranje. Η ομάδα του Bert van Marwijk ήταν ένα σκληροτράχηλο σύνολο, που αν κάποιος είχε εξαφανιστεί από τη γη για μερικές δεκαετίες θα μπορούσε να θεωρήσει ως αυθεντικό απόγονο εκείνης της παλιάς ισπανικής Furia Roja. Από την άλλη μεριά η Ισπανία ήταν αυτή που εξέλισσε στο κορυφαίο και πιο επαγγελματικό επίπεδο το totaalvoetbal, με το κέντρο της, αποτελούμενο από τους Iniesta, Busquets, Xavi, Alonso και Pedro να βρίσκεται σε μια αέναη εναλλαγή χώρων και κυκλοφορούσε με αχαρακτήριστη ευκολία τη μπάλα, σε έναν τρόπο παιχνιδιού που ονομάστηκε tiki taka και σκοπό είχε να φθείρει τον αντίπαλο που διεκδικούσε την κατοχή. Η διαφορές των δύο ομάδων κρίθικαν από το γκολ που πέτυχε ο Iniesta στο 116ο λεπτό, 4 λεπτά πριν την εκπνοή της παράτασης, ενώ τεράστιο μερίδιο στην επιτυχία είχε ο Iker Casillas που απεσόβησε tête-à-tête του Arjen Robben. Η Ισπανία, δύο χρόνια μετά την κατάκτηση του Euro, βρισκόταν στην κορυφή και έδειχνε ότι μπορεί να παραμείνει εκεί με μεγάλη ευκολία, όπως έδειξε και στο Ευρωπαϊκό δύο χρόνια αργότερα. Θα χρειαζόταν μια ολλανδική διόρθωση για να αποσταθεροποιήσει μια Παγκόσμια Πρωταθλήτρια που άξιζε όσο λίγες στην Ιστορία τον τίτλο της.

64 χρόνια μετά το τελευταίο παιχνίδι Παγκοσμίου Κυπέλλου που είχε λάβει χώρα στη Βραζιλία, η μεγάλη διοργάνωση επέστρεφε στη χώρα που στο μεταξύ είχε κερδίσει 5 φορές, περισσότερες από κάθε άλλη, τον τίτλο. Το τελευταίο εκείνο παιχνίδι, βέβαια, είχε περάσει στη συλλογική μνήμη ως μία από τις μεγαλύτερες εθνικές τραγωδίες, και σε μια χώρα που μαστίζεται από τη φτώχεια, την εγκληματικότητα, τη γενικευμένη ανέχεια που αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της, το να θεωρείται ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι εθνική τραγωδία δείχνει το μέγεθος που αυτό έχει για τους λαούς όλου του κόσμου. Ωστόσο, σε αντίθεση με την εθνική ανάταση του 1950 και την ιδεολογική προπαγάνδα της mestiçagem, της πολυφυλετικότητας με διατήρηση των ταξικών φραγμών που ευαγγελιζόταν η εξουσία του Getulio Vargas, η πορεία προς τη διοργάνωση του 2014 είχε πολύ διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο. Τεράστιες μάζες Βραζιλιάνων ξεχύθηκαν στους δρόμους διαδηλώνοντας, όπως οι Νοτιοαφρικανοί 4 χρόνια νωρίτερα, εναντίον της αλόγιστης χρήσης πόρων για τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου τη στιγμή που εκείνοι ζούσαν στην εξαθλίωση. Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της χώρας, που από τα χέρια του Lula da Silva είχε περάσει στην Dilma Rousseff, δεν πτοούνταν, καθώς τα συμφέροντα της αστικής της τάξης που σχετίζονταν με εκείνο το Μουντιάλ δε μπορούσαν να παραβλεφθούν.

Η αλήθεια είναι ότι συνολικά το νοτιοαμερικανικό ποδόσφαιρο ξαναέμπαινε στο προσκήνιο σε εκείνη τη διοργάνωση, καθώς πέρα από το γεγονός ότι διοργανωνόταν στη Βραζιλία, ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του κόσμου, κομμάτι εκείνης της Barcelona που γέννησε τους Παγκόσμιους Πρωταθλητές του 2010, φορούσε τη φανέλα της Αργεντινής. Η κυριαρχία της Δυτικής Ευρώπης είχε λόγους να σπάσει και η αρένα που είχε στηθεί γι’αυτό το σκοπό έμοιαζε καθόλα κατάλληλη. Πέρα απ’όλα τ’άλλα, η κλήρωση των ομίλων έδινε τη δυνατότητα να υπάρξει ένας τελικός μεταξύ της Αργεντινής και της Βραζιλίας, προς τέρψη των ποδοσφαιρόφιλων όλου του πλανήτη.

Οι δύο ομάδες ξεκίνησαν άνετα στους ομίλους, με την Αργεντινή να κάνει το απόλυτο και τη Βραζιλία να φέρνει λευκή ισοπαλία με το Μεξικό. Στη φάση των 16 πέρασαν δύσκολα, στην παράταση, η Βραζιλία απέναντι στη Χιλή και η Αργεντινή απέναντι στην Ελβετία, ενώ στα προημιτελικά με ισχνό προβάδισμα έκαμψαν την αντίσταση της Κολομβίας και του Βελγίου αντίστοιχα. Στις 8 Ιουλίου του 2014 η Βραζιλία θα αντιμετώπιζε στο Belo Horizonte τη Γερμανία με σκοπό να ξαναβρεθεί σε έναν τελικό στο Maracanã, ώστε να ενώσει την Ιστορία εκείνου του σταδίου με μια διαφορετική εθνική ιστορία. Στο 11ο λεπτό, όμως, ο Thomas Müller πέτυχε το πρώτο γερμανικό γκολ που έδειχνε ότι αυτή δε θα ήταν μια εύκολη υπόθεση – κανείς όμως δε μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε. Ο Klose στο 23′, o Kroos στο 24′ και στο 26′, o Khedira στο 29′ πέτυχαν τα πιο γρήγορα 4 γκολ που έχει πετύχει ποτέ ομάδα σε Μουντιάλ, ανεβάζοντας το σκορ του ημιχρόνου στο 5-0. Η Βραζιλία ήταν μπροστά σε μια ακόμα τραγωδία, που μεγάλωνε με τα γκολ του Schürrle στο δεύτερο ημίχρονο. 7 γκολ μέσα στην έδρα της, με μια εμφάνιση που δεν έδειχνε σε κανένα σημείο ότι οι δύο ομάδες που αγωνίζονταν σε εκείνο το παιχνίδι ανήκαν στο ίδιο ποδοσφαιρικό επίπεδο. Το Belo Horizonte προστέθηκε στο Maracanã ως μία από τις έδρες των μεγάλων εθνικών ταπεινώσεων, ακόμα κι αν ο Júlio César δεν καταδικάστηκε από την κοινωνία με τον ίδιο τρόπο που καταδικάστηκε ο Barbosa.

Οι Γερμανοί, που είχαν κατά γενική ομολογία παρουσιάσει την πιο σταθερή απόδοση σε όλη τη διοργάνωση, πετυχαίνοντας μερικές πολύ δύσκολες νίκες αλλά μέσα σε παιχνίδια μεγάλης έντασης, όπως απέναντι στην Αλγερία και τη Γαλλία, κατάφεραν να κάνουν τον Messi και την Αργεντινή να λυγίσουν στο 113ο λεπτό της αναμέτρησης με το γκολ του Mario Götze. Από τη μια, στη Γερμανία μιλούσαν για την πολυεθνική καταγωγή της ομάδας τους που αποτελούσε τον αντίστοιχο αντικατοπτρισμό της σύγχρονης Δυτικής Ευρώπης, από την άλλη στην Αργεντινή μιλούσαν για το φάουλ του Neuer πάνω στον Higuaìn, που θύμισε Schumacher. Μία διαιτητική απόφαση έμοιαζε να έχει κρίνει ξανά, μετά τον τελικό του 1990, τον κάτοχο του τροπαίου. Αυτό θα άλλαζε από τη FIFA διά παντός από την επόμενη διοργάνωση, ως αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας προβληματισμού από τις αρχές του 21ου αιώνα.

Η εποχή της ολιγαρχίας

Πριν ξεκινήσει το επόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα σκάνδαλο μεγατόνων που αφορούσε την ηγεσία της FIFA έγινε γνωστό, όταν η ελβετική αστυνομία συνέλαβε στις 27 Μαΐου του 2015 7 παράγοντες της FIFA που ετοιμάζονταν να παραστούν στο 65ο Συνέδριο της Συνομοσπονδίας στο Baur au Lac της Ζυρίχης. Σε μια τεράστια υπόθεση, που περιείχε αποδείξεις των αμερικανικών αρχών για δωροδοκίες, απάτη και ξέπλυμα χρήματος, μια σειρά από στελέχη της FIFA βρέθηκαν κατηγορούμενοι για τον τρόπο που λειτουργούσε η Συνομοσπονδία. Μέσα στην ίδια χρονιά όλο και περισσότερες ιστορίες έβρισκαν το φως της δημοσιότητας εμπλέκοντας ηγέτες χωρών, μονάρχες από τα μεγάλα ευρωπαϊκά βασίλεια, δικτάτορες και σεΐχηδες, καθώς και πλήθος ποδοσφαιρικών παραγόντων. Το ερώτημα που γεννάται σήμερα, γνωρίζοντας την Ιστορία της FIFA, όπως αυτή εξελίχθηκε – και τη σχέση αυτής με τις Ηνωμένες Πολιτείες – είναι φυσικά το αν τα φαινόμενα διαφθοράς πατάχθηκαν ή αντικαταστάθηκαν από άλλα. Χωρίς αποδείξεις η όποια απάντηση σ’αυτό το ερώτημα λίγη αξία έχει, αλλά με τα συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα μεγάλη σημασία έχει να τίθεται το ερώτημα.

Αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων ήταν ο πρώτην Γενικός Γραμματέας της UEFA, ο Ελβετοϊταλός Gianni Infantino, να εκλεγεί στη θέση του Προέδρου της FIFA. Ένα από τα πρώτα καθήκοντα του Infantino ήταν να οργανώσει τα Παγκόσμια Κύπελλα στη Ρωσία το 2018 και στο Κατάρ το 2022, καθώς και να ηγηθεί της Συνομοσπονδίας ενόψει της επιλογής της διοργανώτριας χώρας για τη διοργάνωση του 2026. Το 2018 η FIFA θα ταξίδευε στη Ρωσία για το 21ο Παγκόσμιο Κύπελλο και το 68ο Συνέδριό της. Η Ρωσία, μετά τις καπιταλιστικές παλινορθώσεις στα τέλη του 20ου αιώνα, από μια χώρα που βρισκόταν στο περιθώριο είχε πλέον εξελιχθεί σε μια μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη. Στο εσωτερικό της, οι παλιοί εχθροί της σοβιετικής εξουσίας, που είχαν στηριχτεί ιδεολογικά και υλικά από τον δυτικό καπιταλισμό, εξελίσσονταν σε ολιγάρχες ανταγωνιστές της αμερικανοκεντρικής παγκόσμιας κυριαρχίας. Έτσι, οι φίλοι του παρελθόντος είχαν γίνει άσπονδοι εχθροί στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, με την πρώτη σύγκρουση να εκδηλώνεται στην Ουκρανία το 2014. Παρ’όλα αυτά οι σχέσης του Δυτικού και Ανατολικού ιμπεριαλισμού ήταν ακόμα υπαρκτές και όλοι οι Δυτικοί ηγέτες έσπευσαν να δώσουν το δικό τους διπλωματικό παρόν στο Μουντιάλ που διοργάνωνε ο μόνιμα εκλεγμένος Ρώσος πρόεδρος.

Με μια αισθητική που χρησιμοποιούσε το ένδοξο σοβιετικό ποδοσφαιρικό παρελθόν, απογυμνωμένο από το ιδεολογικό του περιεχόμενο, μόνο ως ένδειξη εθνικής συνέχειας ενός μεγάλου ισχυρού κράτους, η Ρωσία δε δίσταζε να κλείνει ειρωνικά το μάτι στη Δύση παρουσιάζοντας ως μπάλα του Μουντιάλ μια νέα telstar, θυμίζοντας την εποχή της διαστημικής κούρσας, διεκδικώντας μερίδιο και από αυτή τη δόξα της Σοβιετικής Ένωσης. Στο Συνέδριο της FIFA που έγινε στη Μόσχα, η διοργάνωση ανατέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες που μαζί με τον Καναδά και το Μεξικό θα φιλοξενούσαν το Μουντιάλ το 2026. Εκείνη την περίοδο στο Λευκό Οίκο είχε εκλεγεί ο Donald Trump, που διατηρούσε άλλωστε εξαιρετικές θέσεις με το καθεστώς τον Ρώσων ολιγαρχών.

Στα ρωσικά γήπεδα, όπου εμφανίστηκε ένα εκπληκτικό ποδοσφαιρικό θέαμα, η εθνική ομάδα της Ρωσίας έδειχνε ικανή για μια μεγάλη διάκριση, όμως δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα κατορθώματα της Σοβιετικής Ένωσης, σε μια εμφάνιση που θα ήταν η τελευταία της πριν ο κόσμος αλλάξει σε μια ακόμα μεγαλύτερη δυστοπία. Κατά τα λοιπά, η Δυτική Ευρώπη, μαζί με την Κροατία που επέστρεψε, ακόμα καλύτερη 20 χρόνια αργότερα, από εκείνη τη μεγάλη επιτυχία του 1998, κυριάρχησε έχοντας ξανά 3 ομάδες στα ημιτελικά, με μια καταπληκτική γενιά της εθνικής ομάδας του αναγεννημένου Βελγίου να αποκλείει τη Βραζιλία και τη Γαλλία να αποκλείει κατά σειρά την Αργεντινή και την Ουρουγουάη. Στα στατιστικά παράδοξα ότι η εθνική ομάδα της Αγγλίας κατάφερε να προκριθεί στα πέναλτι απέναντι στην Κολομβία για τη φάση των 16.

Ο τελικός, ανάμεσα στη Γαλλία και την Κροατία, έμοιαζε τελικά κούρσα για ένα άλογο, αλλά αν κάποια εικόνα έμεινε ανεξίτηλη, μέσα και στις πολιτικές εξελίξεις των επόμενων χρόνων, ήταν εκείνη του Γάλλου Προέδρου Emmanuel Macron να πανηγυρίζει έξαλλα στις κερκίδες του Luzhniki την επιτυχία της εθνικής του ομάδας. Η βροχή που ακολούθησε τον τελικό ταίριαζε στον κόσμο που διαμορφωνόταν προς το χειρότερο, θύμιζε τα μεταφορικά μαύρα μεσοπολεμικά σύννεφα εκείνου του Μουντιάλ της Γαλλίας 80 χρόνια νωρίτερα και πολύ λιγότερο τη νίκη των “black-blanc-beur” στο υπέρλαμπρο Stade de France 20 χρόνια πριν από εκείνη τη νέα μέρα του θριάμβου.

Το ποδόσφαιρο, που είχε περάσει μια μακρά διαδικασία οικειοποίησης από τις εύπορες τάξεις, που σιγά σιγά έδιωχναν από τις κερκίδες με τα ακριβά εισιτήρια και τις υπέρλαμπρες διοργανώσεις τις οπαδικές μάζες, ήταν πλέον ένα παιχνίδι σε χέρια ολιγαρχών, που δεν είχαν καν ανάγκη το λαό στις εξέδρες των γιορτών τους. Αυτή η πορεία φυσικά θα συνεχιζόταν και στο Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργανώθηκε στο Κατάρ, 4 χρόνια αργότερα, ύστερα από το ξέσπασμα ενός πολέμου που για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Ιστορία του κόσμου χώρισε τον πλανήτη σε δύο μη επικοινωνούντα στρατόπεδα. Ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που δε συνοδεύτηκε από διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις, παρά μόνο από τη στυγνή εκμετάλλευση αλλοδαπών εργατών που δούλεψαν υπό συνθήκες δουλείας, χωρίς κανένα ανθρώπινο, πόσο μάλλον εργατικό, δικαίωμα, για να μπορέσει να στηθεί η μεγάλη ποδοσφαιρική γιορτή στις χώρες που συνηθίζεται να βγαίνει το πετρέλαιο και όχι να μπαίνουν τα γκολ.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του Κατάρ θα ήταν σίγουρα μια μεγάλη απογοήτευση για την ανθρωπότητα, αν δεν υπήρχε και πάλι η παρέμβαση της μεταφυσικής του ποδοσφαίρου, αυτή η θεϊκή παρέμβαση που δείχνει να χαλάει τα σχέδια όσων ετοιμάζουν τη δική τους αφήγηση πάνω στο σώμα του λατρεμένου από τους λαούς σπορ. Στις 25 Νοέμβρη του 2020 μία είδηση συγκλόνισε: ο Maradona πέθανε! Ο Diego, προδωμένος από την καρδιά του, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του, υπό συνθήκες που εξετάζονται ως σήμερα. Η πανδημία που είχε απομακρύνει όλο τον κόσμο από κάθε κοινωνική δραστηριότητα έκανε το γεγονός να μοιάζει ακόμα πιο βαρύ, σαν να ήθελε όλος ο πλανήτης να σιγήσει για την απώλεια του συγγραφέα των ποδοσφαιρικών μας ονείρων. Ο πρόεδρος της Αργεντινής, Alberto Fernández, κύρηξε τριήμερο εθνικό πένθος. Όμως η Ιστορία της εθνικής ομάδας της Αργεντινής δε θα μπορούσε να μην επηρεαστεί από αυτό το γεγονός. Η albiceleste, που από το 1994 έψαχνε να βρει πώς θα συνεχίσει την πορεία της χωρίς τον πιο επιδραστικό παίχτη στην Ιστορία του σπορ, δεν είχε κερδίσει κανένα τίτλο από τότε που ο Diego φόρεσε για τελευταία φορά τη φανέλα της. Ένας χαμένος τελικός Μουντιάλ, πολλές ταπεινωτικές ήττες και αποκλεισμοί, δύο τελικοί Copa America χαμένοι στα πέναλτι, ακόμα ένας χαμένος απέναντι στη Βραζιλία – το παιχνίδι της μοίρας έμοιαζε να μην έχει τέλος.

Κι όμως, η επόμενη διοργάνωση από εκείνη τη μέρα του θανάτου του Diego ήταν το Copa America που θα διοργανωνόταν στα γήπεδα της Βραζιλίας. Στις 10 Ιούλη του 2021, η εθνική ομάδα της Αργεντινής κέρδιζε στο στοιχειωμένο καθώς φαίνεται Maracanã τη Βραζιλία με 1-0 για να κερδίσει τον πρώτο τίτλο της μετά από 28 χρόνια. Το επόμενο καλοκαίρι, με μια εμφατική νίκη στο Wembley απέναντι στην Πρωταθλήτρια Ευρώπης, Ιταλία, κέρδισε τη finalissima και σε μια διοργάνωση που φαινόταν να είναι η τελευταία του Lionel Messi πήγαινε στο Κατάρ με μια κρυφή ελπίδα για αυτό που δε μπορούσε να περιμένει κανείς 4 χρόνια νωρίτερα.

Το ξεκίνημα, ωστόσο, δεν έδειχνε καθόλου ελπιδοφόρο. Ήττα με 1-2 από τη Σαουδική Αραβία και τα φαντάσματα άλλων εποχών έδειχναν να εμφανίζονται και πάλι στην πορεία της albiceleste. Όμως μια ομάδα που έγινε ίσως η πιο αγαπημένη των Αργεντίνων στην Ιστορία της πολυαγαπημένης τους εθνικής έδειχνε αγώνα με τον αγώνα ότι είχε άστρο για να φτάσει μακριά. 2-0 απέναντι στο Μεξικό, 2-0 απέναντι στην Πολωνία, με τον Messi να πιάνει μια απόδοση στα 35 του χρόνια που τον έβαζε στο απόλυτο ποδοσφαιρικό πάνθεον. Με δυσκολία 2-1 την Αυστραλία στους “16”, πρόκριση στα πέναλτι απέναντι στην Ολλανδία ύστερα από ένα επεισοδιακό παιχνίδι που κόντευε αφελώς να χαθεί και μια αρχοντική εμφάνιση του Messi στον ημιτελικό με τη φιναλίστ του 2018 Κροατία, με το σκορ να σταματάει στο 3-0. Στον τελικό αντίπαλος ήταν η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Γαλλία. Η περιγραφή εκείνου του παιχνιδιού θα χρειαζόταν ώρες για να αναλυθεί το κάθε ένα σημαντικό ξεχωριστό στοιχείο και γεγονός, σε ένα παιχνίδι που ήταν ίσως το πιο επικό, αν όχι με κάθε ποδοσφαιρική κρίση το καλύτερο στην Ιστορία του Μουντιάλ. Η απόκρουση του Dibu Martínez στο τελευταίο λεπτό της παράτασης, στο σουτ του Kolo Muani φαινόταν να έρχεται από τον ουρανό, όπως και τα λόγια του Messi πριν την εκτέλεση του Montiel στο κρίσιμο πέναλτι: “από τη Γη ως τον ουρανό, μέχρι το τέλος Diego”… Η Αργεντινή ήταν ξανά παγκόσμια πρωταθλήτρια! Το ποδόσφαιρο κατάφερε στα πέναλτι να κερδίσει την πολιτική του εργαλειοποίηση. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτός ήταν ο στόχος των διοργανωτών του – ναι, ίσως αυτός να είναι πάντα, γιατί ξέρουν ότι αφού δε μπορούν να κερδίσουν το ποδόσφαιρο, ας είναι το ποδόσφαιρο να τους κερδίζει ώστε να μπορούν στο μεταξύ να στήνουν τη δική τους γιορτή. Όμως το ποδόσφαιρο θα συνεχίζει να κερδίζει για πάντα – και αυτό είναι η Ιστορία όλου του Μουντιάλ, όποιος κι αν το διοργάνωσε, όσες μαύρες κηλίδες κι αν πήγαν να λερώσουν το σώμα του, αυτό που έμενε ήταν το παιχνίδι των λαών, το μόνο ζωντανό μέσα από πολέμους, γιατί στο τέλος – ακόμα και μέσα από το θάνατο – θριαμβεύει η ζωή.

Μια ιστορία για το μέλλον

Λίγες ώρες πριν την έναρξη του 23ου Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA, στα γήπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά και του Μεξικό, λίγοι μπορούν να γνωρίζουν το πώς θα είναι το ποδοσφαιρικό θέαμα που θα εκτυλιχθεί στην πρώτη διοργάνωση της ακόμα μεγαλύτερης επέκτασης του θεσμού, με τη συμμετοχή 48 ομάδων. Αυτό που είναι διαπιστωμένο ωστόσο είναι η στρατηγική της FIFA για την εξέλιξη του θεσμού και του ίδιου του σπορ. Πλέον στο Παγκόσμιο Κύπελλο δε θα παίζουν μόνο οι καλύτερες ομάδες του κόσμου, δε θα αναμετριέται μόνο η εξέλιξη της ποδοσφαιρικής σκέψης, η μία σχολή απέναντι στην άλλη, αλλά θα μπαίνουν σ’αυτό – περισσότερο ως κομπάρσοι, παρά ως πραγματικοί ανταγωνιστές – οι εθνικές ομάδες των χωρών που μπορούν να φτιάξουν μια δική τους ποδοσφαιρική αφήγηση για να μεγαλώσει σε κάθε γωνιά του κόσμου η επιρροή του ποδοσφαίρου ως προϊόντος, γιατί ως σπορ δεν έχει πια ανάγκη την πολιτική στρατηγική της FIFA.

Την ίδια στιγμή που το μικρό Κουρασάο όμως συμμετέχει στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική διοργάνωση του πλανήτη, η FIFA δεν αφήνει περιθώρια στις αυταπάτες. Οι δεσμοί της με την εξουσία και τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, που δεν κρύφτηκαν ποτέ, έφτασαν στο σημείο να φτιάξει το δικό της “Βραβείο Ειρήνης” που παρέδωσε στον Πρόεδρο Trump, ξεπερνώντας τα όρια φαιδρότητας που σε παλιότερες εποχές κάποιος θα μπορούσε ίσως να ορίσει. Όμως, μακάρι ο προβληματισμός για το Μουντιάλ του 2026 να σταματούσε εκεί. Το ίδιο το ποδόσφαιρο ξεκινάει τη διοργάνωση ηττημένο, μέσα από αποκλεισμούς: αποκλεισμούς οπαδών που δε μπόρεσαν να εξασφαλίσουν την απαραίτητη ταξιδιωτική visa, παραλίγο αποκλεισμός της ομάδας του Ιράν που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τελικά αλλαγή της τοποθεσίας της βάσης της ομάδας με τη μεταφορά της στο Μεξικό, αποκλεισμός του Σομαλού διαιτητή Omar Abdulkadir Artan που μετά από 11 ώρες ανάκρισης και κράτηση απελάθηκε με πτήση επιστροφής για την Κωνσταντινούπολη, εξευτελιστικούς σωματικούς ελέγχους των παιχτών της Σενεγάλης έξω από το αεροπλάνο κατά την άφιξή τους στο αμερικανικό έδαφος. Ένα Μουντιάλ που έχει φτιαχτεί για να συμβολίσει το κλείσιμο της πόρτας στους λαούς του κόσμου, αυτό που θέλει να συμβολίσει η Αμερικανική πολιτική ηγεσία. Ένα Μουντιάλ με τις πόρτες του κυριολεκτικά κλειστές στις μάζες που λατρεύουν το σπορ, λόγω των δυσθεώρητων τιμών των εισιτηρίων που έχουν καταλήξει σε μια μαύρη αγορά που λειτουργεί υπό την αιγίδα της FIFA.

Άραγε, ακόμα κι εκείνος ο Jules Rimet, που οραματιζόταν μια νέα πολιτική για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, κινητροδοτούμενος από τη γραμμή της Καθολικής Εκκλησίας, πώς θα έβλεπε σήμερα την εξέλιξη του οράματός του; Πώς θα αντιδρούσε ο Stanley Rous σε αυτό το κλείσιμο των ποδοσφαιρικών σταδίων για την εργατική τάξη; Πώς θα αντιμετώπιζε τη φαιδρότητα του εναγκαλισμού με την αμερικανική πολιτική ηγεσία ακόμα και ο João Havelange; Λίγη σημασία έχει – γιατί αυτό που έχει σημασία σήμερα και είχε σημασία πάντα ήταν αυτό που οι λαοί αντιλαμβάνονταν μέσα από το Μουντιάλ. Οι λαοί που υποστήριζαν τον Αυστριακό μεσοπολεμικό αστέρα Matthias Sindelar που ποτέ δεν αγωνίστηκε με την ομάδα των Ναζί, οι λαοί που ήξεραν τι γίνεται στην Αργεντινή του Videla και στέκονταν δίπλα στις Μανάδες του Μάη, ευθυγραμμίζοντας τη σκέψη τους με τον Menotti, αργότερα τον Maradona, απέναντι στις αμερικανικές τραγωδίες του σπορ, μαζί με τη “black-blanc-beur” Γαλλία, απέναντι στη Γερμανία που ποτέ δεν ενώθηκε με ένα πέναλτι, αλλά με την πολυπολιτισμική εργατική της τάξη που μπορεί να κερδίσει σε κάθε αγώνα της, ακόμα και με περισσότερα από 7 γκολ.

Όσο η πραγματικότητα το επιτρέπει, όσο οι άνθρωποι μπορούν να σκέφτονται το ποδόσφαιρο, το σημαντικότερο ασήμαντο πράγμα στη ζωή, τόσο το Μουντιάλ θα μας προσφέρει εικόνες για να βρίσκουμε τις δικές μας ιστορίες, τις δικές μας αφηγήσεις, το δικό μας τρόπο που μέσα από το ποδόσφαιρο, που είναι ο καθρέφτης των κοινωνιών μας, εμείς βλέπουμε το δικό τους και το δικό μας μέλλον. Ένα μέλλον που μέσα στις πιο όμορφες εικόνες του έχει έναν πιτσιρικά, ή ένα μικρό κορίτσι, να κλωτσάει μια μπάλα είτε πάνω στο ξερό χώμα, είτε πάνω στην άμμο, είτε πάνω στο πράσινο χορτάρι, ακόμα και πάνω στο χιόνι. Αυτή την αφήγηση θέλουμε για το ποδόσφαιρο που αγαπάμε. Αυτή την αφήγηση θέλουμε για το Μουντιάλ. Αυτή την ιστορία θέλουμε για τον κόσμο!