Το απόγευμα της 19ης Ιουλίου του 2026, στο East Rutherford, κάπου δυτικά του Hudson, ο Lionel Messi περπατάει για τελευταία φορά πάνω στο χορτάρι ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου φορώντας τη μουντιαλική albiceleste φανέλα της εθνικής Αργεντινής. Στο λαιμό του κρεμασμένο ένα ασημένιο μετάλλιο, μπροστά του μια πελώρια κερκίδα ανθρώπων που φορούν την ίδια φανέλα, κουβαλώντας χιλιάδες φορές το δικό του όνομα που φωνάζουν ρυθμικά και χωρίς καμία διάθεση για να σταματήσει αυτή η ιεροτελεστία. Πίσω του, η εθνική Ισπανίας πανηγυρίζει την κατάκτηση του σημαντικότερου τροπαίου στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Κι αν η στιγμή με τη συγκίνηση του κορυφαίου όλων των ανθρώπων που έχουν παίξει ποδόσφαιρο έχει γίνει πια Ιστορία, 40 μέρες νωρίτερα θα ήταν αδύνατο να γράψει κανείς το σενάριο για τον τρόπο που έφτασε σε εκείνο το σημείο, μπροστά σε εκείνο το πέταλο. Είναι η Ιστορία του ποδοσφαίρου, που αλίμονο αν γραφόταν μόνο από σκορ και στατιστικά, αλίμονο αν δε γεννούσε ιστορίες με ήρωες που δημιουργούσαν πάντα τις μυθικές αφηγήσεις.
Φόρτωση επεισοδίου...
Κι ένα Παγκόσμιο Κύπελλο δεν έχει μόνο μια ιστορία, ούτε μόνο μια αφήγηση. Αυτή η σκηνή ήταν η τελευταία σελίδα της κεντρικής ιστορίας του, αλλά σαν μια άλλη μυθολογία ηρώων, το Μουντιάλ έχει πάντα πολλές μικρές και μεγάλες ιστορίες που συνθέτουν το φιλμ της κάθε διοργάνωσης, με διαφορετικές σκηνοθεσίες που όλες υπηρετούν μία κεντρική πλοκή. Κι όπως γίνεται πάντα με το ποδόσφαιρο, ένα παιχνίδι που παίζεται σε καθορισμένο χρόνο, είναι πολλοί αυτοί που έρχονται εκ των υστέρων είτε για να πουν την ιστορία που όλοι παρακολουθήσαμε, είτε για να την ερμηνεύσουν και ενίοτε να την παραχαράξουν. Συνήθως, αυτοί οι πολλοί που το επιχειρούν, προσπαθούν να δικαιωθούν από την Ιστορία, λέγοντας τις ιστορίες τους – όμως είναι φαιδρότητα να ψάχνει κανείς την ιστορική δικαίωση ερχόμενος μετά τα ιστορικά γεγονότα, πόσο μάλλον να εμφανιστεί σαν αφηγητής της, για να τη διηγηθεί σε αυτούς που την έχουν ήδη ζήσει.

Έτσι, προκύπτει το ερώτημα: ποια ανάγκη εξυπηρετεί μια ανασκόπηση ενός γεγονότος, μιας διοργάνωσης, που παρακολούθησαν ταυτόχρονα, μέχρι πριν λίγες μέρες, δισεκατομμύρια ζευγάρια μάτια; Σε αντίθεση με την ερμηνεία του παρελθόντος από απόσταση και την ανάγνωσή του με τη συνολικότερη γνώση της Ιστορίας των ανθρώπων, η καταγραφή του και η υπογραφή της εξιστόρησης του παρόντος ανάμεσα σε αυτούς που το ζούνε είναι η μαρτυρία που πρέπει να μείνει για εκείνη τη μελλοντική στιγμή – και για να έχει αξία αυτή η μαρτυρία, πρέπει να είναι τίμια. Αυτός είναι ο σκοπός αυτού του άρθρου, να καταγραφεί ως μαρτυρία το κεφάλαιο της ιστορίας του ποδοσφαίρου, όπως το ζήσαμε εμείς οι σύγχρονοί του, τοποθετώντας το μέσα στη μεγάλη εξέλιξη για την οποία διαβάζουμε και μαθαίνουμε από τα ιστορικά ντοκουμέντα και την αντίστοιχη ιστορική μελέτη. Έτσι μπορεί να έχει αξία αυτή η καταγραφή, που παρουσιάζεται ενιαία σήμερα αλλά ξεκίνησε ένα βράδυ της 11ης Ιουνίου του 2026.
Το Μουντιάλ του 2026 στο ιστορικό του πλαίσιο
Αυτό που γνωρίζαμε πριν την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026 ήταν ότι θα διεξαγόταν σε ένα πρωτόγνωρο για τους περισσότερους εν ζωή ανθρώπους σκηνικό των παγκόσμιων ισορροπιών που διαμορφώνονται από τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και συγκρούσεις. Για μια πρωτόγνωρα μεγάλη ιστορική περίοδο η ανθρωπότητα, παρά τους διεθνείς ανταγωνισμούς, έζησε σε έναν πλανήτη που οι ειρηνικές συνθήκες για την πλειοψηφία της έμοιαζαν σταθερές και δεδομένες, η κάθε γενιά κατά γενικό κανόνα ζούσε καλύτερα από τις προηγούμενες, η ποιότητα της ζωής των ανθρώπων καλυτέρευε, με την προοδευτική κάλυψη περισσότερων αναγκών. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν πόλεμοι, ότι δεν υπήρχε πείνα, ότι δεν υπήρχε φτώχεια. Όμως ο κόσμος ήταν ένα μέρος που μπορούσε κανείς να είναι αισιόδοξος ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο, ότι ο πόλεμος, η πείνα, η φτώχεια, ήταν προβλήματα προς επίλυση και όχι ο κανόνας ενός δυστοπικού αύριο. Μέσα σ’αυτές τις συνθήκες γιγαντώθηκε και το Παγκόσμιο Ποδόσφαιρο, αρχικά ως πάθος και διπλωματικό-πολιτικό εργαλείο, στη συνέχεια ως βιομηχανικό προϊόν και τελικά ως στοιχείο της λαϊκής κουλτούρας με κυρίαρχη και αδιαμφισβήτητη θέση στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όπου Γης, στην κορυφαία στιγμή του, στο Μουντιάλ.
Όμως το 2026, ύστερα από χρόνια έντασης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, της αλλαγής των συσχετισμών δύναμης και της γενίκευσης των πολεμικών συγκρούσεων, ο κόσμος δεν είναι απλά ένα καζάνι που βράζει, αλλά ένα καζάνι που υπάρχει ο κίνδυνος να εκραγεί. Όπως γινόταν και σε άλλες τέτοιες περιπτώσεις, το Παγκόσμιο Κύπελλο δε διοργανώθηκε ανεξάρτητα και μακριά από τα φαινόμενα που ορίζουν την Ιστορία του κόσμου. Το γεγονός, βέβαια, ότι η αναζήτηση των παραλληλισμών μας οδηγεί αναπόφευκτα στις διοργανώσεις της δεκαετίας του 1930, μόνο ευοίωνο δε μπορεί να χαρακτηριστεί. Έτσι, όπως το 1934 η Ιταλία του Mussolini αναλάμβανε τη διοργάνωση της μεγαλύτερης κατά τ’άλλα ποδοσφαιρικής γιορτής, το 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η αδιαμφισβήτητη παγκόσμια υπερδύναμη τριών δεκαετιών που βλέπει τον κόσμο να αλλάζει και τους συσχετισμούς να μεταβάλλονται εις βάρος της, ανέλαβε μαζί με τις γειτονικές χώρες του Μεξικό και του Καναδά την ίδια διοργάνωση. Το ότι αυτή η διοργάνωση δε θα ήταν ανεξάρτητη έγινε σαφές, όχι από τις διοργανώτριες χώρες μόνο, αλλά κι από τη FIFA, όταν εν μέσω πολεμικών απειλών και τελικά επεμβάσεων χάριζε στον Αμερικανό Πρόεδρο Trump ένα βραβείο που δημιούργησε για την περίπτωσή του, ονομάζοντάς το μάλιστα “Βραβείο Ειρήνης της FIFA”.

Πριν από μερικά χρόνια, είχα εκφράσει χαριτολογώντας την άποψη ότι αν κανείς θέλει να ιδρύσει μια νέα χώρα, το πιο σημαντικό, πριν από την αναγνώριση από τα μέλη του ΟΗΕ, είναι να φτιάξει εθνική ομάδα, ποδοσφαιρική ομοσπονδία και να αναγνωριστεί από τη FIFA. Ποιος να το έλεγε ότι αυτό που κάποτε ήταν ένα αθώο αστείο θα γινόταν η επίσημη πολιτική δράση της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής συνομοσπονδίας. Θα ήταν ανέκδοτο, αν δε συνοδευόταν με πραγματικά επικίνδυνους σχεδιασμούς και πολιτικές που φαίνεται, χωρίς καμία έκπληξη βέβαια, ότι εντάσσουν την εργαλειοποίηση του ποδοσφαίρου στους σχεδιασμούς τους. Κι αν ο αθλητισμός με μια αθώα και ρομαντική ανάγνωση της αρχαίας εμφάνισής του είναι αιτία εκεχειρίας, το ποδόσφαιρο μας έδειξε ότι είναι πρώτα απ’όλα ένα πολιτικό και εν συνεχεία αθλητικό φαινόμενο, με τις πολιτικές εξελίξεις μέσα σε αυτό να οξύνονται και να μεγεθύνονται, αντί να επισκιάζονται και να περνούν σε δεύτερο πλάνο. Με τον αποκλεισμό οπαδών, μέσω του συστήματος της ταξιδιωτικής βίζας, τον αποκλεισμό ακόμα και ενός διαιτητή από τη Σομαλία και την 11ωρη ανάκριση πριν την απέλαση του, με εξευτελιστικούς ελέγχους των παιχτών αφρικανικών ομάδων, με απαγόρευση εισόδου ακόμα και σε οικογένειες ποδοσφαιριστών στη χώρα διεξαγωγής, με απαγόρευση παραμονής στη χώρα ακόμα και μιας εθνικής ομάδας, του Ιράν, η πολιτική έμοιαζε να μεγεθύνεται πάνω στην ποδοσφαιρική αρένα. Θα μπορούσε όμως να σκοτώσει το ίδιο το ποδόσφαιρο; Μα το ποδόσφαιρο ήταν πάντα όλα αυτά τα πράγματα και πόσο μάλλον το Μουντιάλ. Έτσι, ακόμα και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, που βλέπαμε το Μουντιάλ, το όνειρο του ποδοσφαιρικού πάθους μας, να πεθαίνει, ετοιμαστήκαμε όλοι, χωρίς αυταπάτες να ζητωκραυγάσουμε μια ακόμα έναρξη, μια ακόμα αυταπάτη λίγων ημερών, προσπαθώντας να κρατήσουμε από το ποδόσφαιρο, περισσότερο από ποτέ, τις ιστορίες, τη μυθολογία, τα πάθη, τα συναισθήματα, που κάνουν τον κόσμο να μοιάζει ακόμα να έχει λόγους να αισιοδοξούμε.
Η φορτισμένη εκκίνηση
Όμως δεν υπάρχει Μουντιάλ αν δεν υπάρχει ποδόσφαιρο – και για το λόγο αυτό, από θέση αρχής, όποια κι αν είναι η ιστορική συγκυρία που αφορά τελικά και το μέλλον του ίδιου του σπορ, είναι ανάγκη να επιμένουμε, να ξεκινάμε πρώτα από το γήπεδο, από τον αγωνιστικό χώρο, τη μπάλα που κυλάει στο γρασίδι, τους ποδοσφαιριστές, τους πρωταγωνιστές του, τους διαμορφωτές της τακτικής αντίληψης της εποχής, ακόμα και την κίνηση στις εξέδρες. Δεν έχουμε ούτε το δικαίωμα, ούτε την πολυτέλεια να αφήσουμε το ίδιο το ποδόσφαιρο πίσω από τις εξελίξεις, γιατί σε όλη του τη διαδρομή, ακόμα κι αν τα όσα γίνονταν μέσα σε κάθε γήπεδο ήταν αντανάκλαση των ιστορικών εξελίξεων – και όχι οι ιστορικές εξελίξεις αντανάκλαση του ποδοσφαίρου – η λαϊκότερη μορφή των σπορ μπορούσε να βρίσκεται στο επίκεντρο γιατί έδινε τη διέξοδο μέσα σε κάθε κοινωνία, σε κάθε ιστορικό πισωγύρισμα, με χίλιους τρόπους που το καθιστούν ζωοποιό για δισεκατομμύρια μέλη του ανθρώπινου είδους.
Κι έτσι, μ’ αυτή τη σκέψη και την αναμονή ανοίξαμε τις οθόνες μας εκείνο το βράδυ της 11ης Ιουνίου, για να δούμε το ποδόσφαιρο να επιστρέφει σε έναν από τους πιο μυθικούς τόπους λατρείας του και το Μουντιάλ να ξαναπαίζεται στο Estadio Azteca. Ήταν αυτό το γήπεδο που ο τελευταίος μουντιαλικός αγώνας πριν την τελετή έναρξης είχε παιχτεί 40 χρόνια νωρίτερα, σφραγίζοντας την ιστορία των ανθρώπων με την αγιογραφία του Maradona που κρατούσε στα χέρια του το “άγιο δισκοπότηρο” της ποδοσφαιρικής λατρείας. Όμως ο μεξικάνικος ήλιος που φώτιζε το πρόσωπο του Diego έλειπε, με το σκηνικό να μοιάζει βγαλμένο από μια δυστοπική ταινία επιστημονικής φαντασίας. Κι αν χρειαζόταν να γίνει κάτι γι’αυτό, βοήθησε και ο καιρός, με τα γκρίζα σύννεφα να καλύπτουν τον ποδοσφαιρικό ναό προκειμένου να δούμε στον κατάλληλο φωτισμό τη σκηνοθεσία του νέου έπους του ποδοσφαίρου.

Για πρώτη φορά στην έναρξη ενός αγώνα ο αγωνιστικός χώρος ήταν ασφυκτικά γεμάτος, σε μια μαξιμαλιστική προσέγγιση ποδοσφαιρικού τελετουργικού, που δεν ταίριαζε καθόλου με τη λιτότητα που το χαρακτηρίζει, αφήνοντας τον απαραίτητο χώρο στην “καλλιτεχνική” δημιουργία των πρωταγωνιστών του, των ποδοσφαιριστών. Τεράστιες σημαίες ξεδιπλώνονταν καλύπτοντας τα δύο τρίτα του γηπέδου, όλοι οι ποδοσφαιριστές, βασικοί και αναπληρωματικοί, συγκεντρώνονταν στο κέντρο του γηπέδου και όχι σε ευθεία παράταξη, για την ανάκρουση των εθνικών ύμνων. Ένα τεράστιο πλήθος από εθελοντές, είτε γύρω από τις σημαίες, είτε στο διάδρομο της εισόδου προς το κέντρο του γηπέδου, έκανε τη συνολική εικόνα ακόμα πιο φορτωμένη. Αυτό το σκηνικό θα επαναλαμβανόταν σε κάθε αγώνα, ως απόδειξη ότι ο επιχειρηματικός νεωτερισμός δεν είχε ανάγκη να σεβαστεί ούτε τα αισθητικά στοιχεία με την ιερότητα των οποίων συνδέθηκαν οι γενιές που αγάπησαν το σπορ και αναπνέουν γι’αυτό. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ο νεωτερισμός, αλλά η εξωτερική παρέμβαση, η μη οργανική εξέλιξη, το φτιασίδωμα ενός θεσμού, ενός παιχνιδιού, ενός θεάματος, που πάντα δημιουργούσε και εξέλισσε τη δική του εμφάνιση, μέσα από την ανάγκη να εμφανίσει την πραγματική του ταυτότητα και όχι με σκοπό να την αλλοιώσει.
Αλλά καλά θα ήταν να άλλαζε μόνο η έναρξη. Λίγο μετά το 25ο λεπτό της αναμέτρησης – και στη συνέχεια σε κάθε αναμέτρηση – το ποδόσφαιρο σταματούσε, για τα λεγόμενα “διαλείμματα ενυδάτωσης”, που είχαν τη δική τους ξεχωριστή ορολογία σε κάθε γλώσσα. Πώς μπορεί να σταματάει το ποδόσφαιρο σε ένα Μουντιάλ; Πώς γίνεται να μη βλέπουμε το γήπεδο τη στιγμή που ο χρόνος στο ρολόι του σταδίου συνεχίζει να μετράει; Γιατί αντί για ποδοσφαιριστές βλέπουμε διαφημίσεις; Όλοι γνωρίζουν τα πώς και τα γιατί, ωστόσο τα γνωρίζουμε πλέον αφού γίναμε μάρτυρες αυτών. Γιατί υπήρχε και ένας τρελός, 8 χρόνια νωρίτερα, που όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τις γειτονικές τους χώρες ανέλαβαν τη διοργάνωση στο συνέδριο της FIFA που έγινε στη Μόσχα, έλεγε ότι σε αυτή τη διοργάνωση το παιχνίδι θα χωριστεί σε τέσσερα 25λεπτα προκειμένου να χωρέσουν μέσα σε αυτό περισσότερες διαφημίσεις. Αυτός ο τρελός, ο Diego Armando Maradona, είχε εξοβελιστεί από κάθε ποδοσφαιρική αρχή όταν ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου. Μετά θάνατον έτρεξαν πολλοί να ξαναγράψουν διθυραμβικά σχόλια για τα “προφητικά” λόγια του. Αυτή είναι η υποκρισία της καθυστερημένης ανάγνωσης της ιστορίας, το να καταλαβαίνεις ή απλά φαινομενικά να αποδέχεσαι την ισχύ μιας άποψης όταν πλέον αυτό δεν έχει κανένα νόημα. Το ζήτημα είναι να την υποστηρίζεις όταν αυτή εκφράζεται, όταν αυτή εναντιώνεται σε αυτό το άσχημο που έρχεται. Το 2018, όμως το παγκόσμιο ποδόσφαιρο απλά γιόρταζε την επιστροφή του σε τρεις χώρες του δυτικού καπιταλισμού.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, μάθαμε ότι το Μουντιάλ αυτό της Βόρειας Αμερικής θα ήταν πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα και για έναν ακόμα λόγο: επειδή θα αποτελούσε ακόμα ένα βήμα στη διαρκή αύξηση των ομάδων, που ξεκίνησε από τον Havelange με πρώτη εφαρμογή το Μουντιάλ της Ισπανίας το 1982 και συνεχίστηκε στο τελευταίο Μουντιάλ που προετοίμασε η FIFA υπό την ηγεσία του, στη Γαλλία το 1998. Η συμμετοχή 48 ομάδων στο Παγκόσμιο Κύπελλο άνοιγε τους δρόμους για πολλές χώρες, που ποτέ δεν είχαν συμμετάσχει στη μεγάλη παγκόσμια διοργάνωση, να βρεθούν εκεί. Από τη μια, αυτό βοήθησε όλους εμάς που αγαπάμε το ποδόσφαιρο, σε όλο τον κόσμο, να έρθουμε σε επαφή με τις εθνικές ομάδες από ποδοσφαιρικές κουλτούρες για τις οποίες προηγουμένως – κακώς – δε γνωρίζαμε τίποτα. Μας ανάγκασε να ξεκινήσουμε να ψάχνουμε για την Ιστορία του ποδοσφαίρου σε αυτές τις χώρες, χωρίς να μας περιμένουν πάντα ευχάριστες εκπλήξεις. Αυτή ήταν μια θετική συμβολή σε ένα θεσμό που η ανάγνωση της Ιστορίας του είναι ένα παιχνίδι μεταξύ Ευρώπης και Νότιας Αμερικής, με τις τελευταίες δεκαετίες μάλιστα να περιορίζει τους πρωταγωνιστές του σε όλο και λιγότερες χώρες. Μάθαμε για το ποδόσφαιρο του Ουζμπεκιστάν, της Ιορδανίας, του Κουρασάο, του Πράσινου Ακρωτηρίου, μάθαμε τα ονόματα και τις ιστορίες των παιχτών τους, που αποδεικνύουν ότι το βάθος του σπορ σε ολόκληρο τον πλανήτη είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που μένει στις οθόνες των μεγάλων διασυλλογικών ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Ήταν απαραίτητο ένα τέτοιο άνοιγμα για να γίνει εμπειρία η γνώση ότι όλο το υψηλό ποδοσφαιρικό οικοδόμημα στηρίζεται σε μια τεράστια βάση που εκτείνεται κυριολεκτικά σε κάθε γωνιά της Γης. Η επιλογή 48 ομάδων, έθεσε νέα πρακτικά εμπόδια που ξεπεράστηκαν, κάνοντας την επόμενη επέκταση στις 64 ομάδες μια σχεδόν προφανή επιλογή, δεδομένου ότι ένα τέτοιο φορμάτ περισσότερα προβλήματα θα λύσει, παρά θα δημιουργήσει.
Ένα από τα προβλήματα που είχε το φορμάτ των 48 ομάδων – και θα λυθεί με τη συμμετοχή 64 – ήταν η πολύ εύκολη πρόκριση από τους ομίλους, ενίοτε και με την απόσπαση αποτελεσμάτων που βόλευαν και τις δύο ομάδες. Τέτοια περιστατικά είχαν συμβεί όσα χρόνια στο Μουντιάλ αγωνίζονταν 24 ομάδες, με τη δυνατότητα κάποιος να κερδίσει τους πολυπόθητους 4 βαθμούς της 3ης θέσης και να είναι σίγουρος για την πρόκριση. Σε αυτό το Μουντιάλ όμως υπήρξε και μια ομάδα, η Σενεγάλη, που προκρίθηκε με 3 βαθμούς από τον όμιλο της. Όχι απαραίτητα χωρίς να το αξίζει, βάσει της εικόνας που έδειξε. Όμως δε θα υπήρχαν ποτέ, με τον τρόπο που υπήρξαν, κάποια παιχνίδια που ένα αποτέλεσμα οδηγούσε αμφότερες τις ομάδες στην επόμενη φάση. Με καθαρή την πρόκριση από τις 2 πρώτες θέσεις των ομίλων, μπορούμε να δούμε μια ακόμα καλύτερη πρώτη φάση, που στο φετινό Μουντιάλ ίσως ήταν κατώτερη του αναμενόμενου.
Ένας ακόμα λόγος που η φάση των ομίλων ήταν κατώτερη του αναμενόμενου ήταν οι αρκετοί θεωρητικά “εύκολοι” όμιλοι, καθώς 3 από αυτούς είχαν επικεφαλής τις διοργανώτριες χώρες, που δεν κατατάσσονταν στην πρώτη δωδεκάδα της κατάταξης της FIFA (το Μεξικό ήταν στη 14η θέση, οι ΗΠΑ στη 17η και ο Καναδάς στην 30η). Έτσι, ο 1ος, 2ος και 4ος όμιλος ήταν αισθητά κατώτεροι όσο αφορά τον ανταγωνισμό σε σχέση με τους υπόλοιπους. Αυτή η φαινομενική ανισομετρία δημιούργησε και ανισομετρία στις διασταυρώσεις των νοκ-άουτ, που παρά το γεγονός ότι 4 διαφορετικά μονοπάτια μέχρι τα ημιτελικά είχαν οριστεί για τις 4 πρώτες χώρες της κατάταξης, ο δρόμος τους ως εκεί άνοιξε πολλές – μάλλον αχρείαστες – συζητήσεις.
Σε αυτούς τους τρεις ομίλους, δεν υπήρξε κάποια μεγάλη θετική έκπληξη. Το Μεξικό ήταν η πρώτη ομάδα που πήρε την πρόκριση για τα νοκ-άουτ, χάρη και στα υπόλοιπα αποτελέσματα του ομίλου αλλά και τη χρονολογική σειρά των αγώνων, ενώ ο Καναδάς και οι Ηνωμένες Πολιτείες έδειχναν ότι βρίσκονται σε καλή κατάσταση, είχαν προετοιμαστεί κατάλληλα για το δικό τους Μουντιάλ, και ίσως θα μπορούσαν να διεκδικήσουν κάτι παραπάνω από τις προηγούμενες εμφανίσεις τους. Αυτό το πέτυχε ο Καναδάς, που δεν είχε αγωνιστεί ποτέ στα νοκ-άουτ ενός Μουντιάλ, ενώ ποτέ ξανά δεν είχε κερδίσει ένα βαθμό, αφού μετρούσε 6 ήττες στις προηγούμενες 2 συμμετοχές του, το 1986 και το 2022. Υπήρχαν όμως σίγουρα αρνητικές εκπλήξεις. Η χειρότερη εμφάνιση ομάδας στο Μουντιάλ ήταν αυτή του Κατάρ, όχι τόσο για τα αποτελέσματά της (μάλιστα πήρε μια ισοπαλία με αντίπαλο την Ελβετία) όσο για αυτό που έδειξε στον αγωνιστικό χώρο του Vancouver με αντίπαλο τον Καναδά. Στις 9 διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου που έχω παρακολουθήσει, ποτέ μα ποτέ δεν έχω ξαναδεί τόσο αντιαθλητικό παιχνίδι, τόσο αντιεπαγγελματική και επικίνδυνη προσέγγιση όσο αφορά την αμυντική λειτουργία. Σε έναν αγώνα που η πρώτη κόκκινη κάρτα ήρθε στο 33ο λεπτό για τον Homam Ahmed, στο 51ο λεπτό ο Assim Madibo, παρά το κλάμα του, έκανε ένα δολοφονικό αντιαθλητικό τάκλιν στον Ismaël Koné, προκαλώντας κάταγμα στην αριστερή κνήμη του Καναδού ποδοσφαιριστή και σοκάροντας όσους βλέπαμε τη σκηνή από την τηλεόραση, με την υψηλή ευκρίνεια που δυστυχώς δεν ξεχωρίζει φάσεις. Μάλιστα, μετά από τη σχεδόν δεκάλεπτη διακοπή, ο Ahmed Fathy έκανε ακόμα ένα απαράδεκτο φάουλ πάνω στα γόνατα του Ali Ahmed, προκειμένου να δει μόνο την κίτρινη κάρτα πριν ο Saliba πετύχει από το φάουλ το 4ο γκολ του Καναδά, σε ένα παιχνίδι που έληξε 6-0, με 79% κατοχή για τους γηπεδούχους. Για την οικονομία της κουβέντας μέσα στη διοργάνωση, είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι καμία μεγάλη συζήτηση δεν άνοιξε μετά από το συγκεκριμένο παιχνίδι όσο αφορά τη σκληρότητα με την οποία αγωνίστηκαν οι παίχτες του Κατάρ.

Όμως, το Κατάρ ήταν εμπλεκόμενο – χωρίς αρνητική συμβολή αυτή τη φορά – και σε ένα άλλο παιχνίδι που ξεσήκωσε μεγάλη συζήτηση στα βάθη του διαδικτύου για την ίδια τη διοργάνωση. Στην αναμέτρηση με την Ελβετία, το πέναλτι με το οποίο άνοιξε το σκορ η ευρωπαϊκή ομάδα, άνοιξε ένα χορό σχολίων όπως “Έκλεψαν το Κατάρ”, “η FIFA παραδέχεται λάθος του VAR”, “η FIFA θα απολογηθεί στο Κατάρ” καθώς και ψευδείς ειδήσεις για αποκλεισμό του διαιτητή Saíd Martinez από τη συνέχεια της διοργάνωσης. Για την ιστορία, τίποτα από όλα αυτά δε συνέβη. Μάλιστα, ο Saíd Martinez σφύριξε και στην αναμέτρηση της Αγγλίας με τη Γκάνα, όπου φαίνεται – αντιθέτως – να έχουν γίνει τα πιο σοβαρά διαιτητικά λάθη σε ολόκληρη τη διοργάνωση. Το κομμάτι αυτό, της φαινομενικής τοξικότητας, δεν ήταν προφανώς το ποδόσφαιρο που παιζόταν στον αγωνιστικό χώρο του San Francisco. Όμως αυτό που εκφράστηκε για πρώτη φορά μετά από εκείνη την αναμέτρηση θα αποκτούσε αργότερα κεντρική θέση επηρεάζοντας και την ίδια την ταυτότητα της διοργάνωσης. Για το λόγο αυτό, είναι άξιο αναφοράς, γιατί από εκεί ξεκινάει ένα νήμα.
Οι άλλες δύο χώρες που απογοήτευσαν σε αυτούς τους ομίλους ήταν οι μοναδικές εθνικές ομάδες, εκπρόσωποι της UEFA, που κατέλαβαν την τελευταία θέση στους ομίλους τους. Από τη μια η Τουρκία, που σούταρε αδιάκοπα, δε μπόρεσε να πετύχει γκολ στους δύο πρώτους αγώνες με αντίπαλους την Αυστραλία και την Παραγουάη και από την άλλη η Τσεχία, που έχασε με ανατροπή από τη Νότια Κορέα και ισοφαρίστηκε στα τελευταία λεπτά από την Νότια Αφρική, δεν έπεισε καθόλου με τις εμφανίσεις της ότι είναι μια ομάδα υψηλού επιπέδου. Αντιθέτως, το γεγονός ότι με την 3η θέση μπορούσε κανείς να έχει ελπίδες και τελικά να προχωρήσει στη διοργάνωση, επέτρεψε στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, μετά την έκπληξη του αποκλεισμού της Ιταλίας από τη διοργάνωση, να πετύχει ακόμα μια ιστορική πρόκριση, αυτή τη φορά στα νοκ-άουτ του Μουντιάλ.
Σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που παιζόταν σε γήπεδα που δεν είχαν φτιαχτεί για ποδόσφαιρο, με τις εξέδρες πολλές φορές να εμποδίζουν το σύνολο του αγωνιστικού χώρου να χωρέσει στο τηλεοπτικό πλάνο, που παιζόταν σε ώρες ακατάλληλες για ποδόσφαιρο, με τον καύσωνα σε αρκετές περιπτώσεις να κάνει εξαιρετικά δύσκολες τις συνθήκες για τους ποδοσφαιριστές, σε τεραίν που ήταν άκρως προβληματικά, με κορυφαίο παράδειγμα το χορτάρι του MetLife Stadium, δηλαδή του γηπέδου που διεξήχθη και ο μεγάλος τελικός της διοργάνωσης, που έμοιαζε βγαλμένο από κάποια ρομαντική ταινία για το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, το ποδοσφαιρικό περιεχόμενο ήταν πλούσιο για όποιον ήθελε πραγματικά να το παρακολουθήσει. Υπήρχαν πολλές ομάδες που στη φάση των ομίλων έδειξαν ότι το σπορ και η ιδεολογική του προσέγγιση αναπτύσσονται παντού. Ίσως το κορυφαίο παράδειγμα ήταν η εμφάνιση της Ιαπωνίας απέναντι στην Ολλανδία. Οι μπλε σαμουράι έδειξαν ότι μπορούσαν να αλλάζουν με εξαιρετικό συγχρονισμό διατάξεις, ανάλογα με το momentum και το λεπτό της αναμέτρησης, είχαν ένα εξαιρετικό πλάνο για το κλείσιμο των χώρων με διαγωνοποίηση των γραμμών τους ώστε να μην επιτρέπουν ακόμα και το βαρετό παιχνίδι των παράλληλων πασών που έχει κυριαρχήσει στην Ευρώπη, ενώ ήταν καταπληκτικοί στο transition, το οποίο είχε στοιχεία αντεπίθεσης από το (παρεξηγημένο, ως υπεραμυντικό) catenaccio. Η Ιαπωνία κλόνησε την αυτοπεποίθηση της Ολλανδίας στο πρώτο μεταξύ τους παιχνίδι στον Όμιλο, ενώ πέτυχε 4 γκολ απέναντι στην Τυνησία και απέσπασε ισοπαλία από τη Σουηδία, με την οποία εξασφάλισε την πρόκριση ως δεύτερη.

Το Εκουαδόρ, μία από τις ομάδες της CONMEBOL που εμφανίστηκαν στη διοργάνωση με Αργεντίνο προπονητή (δηλαδή όλες, εκτός από τη Βραζιλία), κατάφερε να πάρει μια ιστορική νίκη απέναντι στη Γερμανία, σε έναν αγώνα που η Nationalmannschaft είχε μεν εξασφαλίσει ήδη την πρόκριση, όμως χρειαζόταν να αποδείξει ότι μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω στη διοργάνωση, μετά την προβληματική εμφάνιση και την οριακή νίκη με ανατροπή απέναντι στην Ακτή Ελεφαντοστού. Το παιχνίδι, δε, της Ακτής Ελεφαντοστού με τη Γερμανία έδειξε ότι η απόσταση μεταξύ των αφρικανικών χωρών που σταθερά συμμετέχουν στις μεγάλες διοργανώσεις και των παραδοσιακών ποδοσφαιρικών υπερδυνάμεων, όχι μόνο μικραίνει, αλλά οι αφρικανικές ομάδες βρίσκονται σε θέση να παραδώσουν και μαθήματα ποδοσφαίρου στους κλειδούχους της ποδοσφαιρικής ελίτ. Μπορεί η Γερμανία να κατάφερε να ανατρέψει το εις βάρος της αποτέλεσμα σε εκείνο τον αγώνα και να μη μπει σε πολύ μεγάλες περιπέτειες, αλλά δεν ήταν σε καμία περίπτωση καλύτερη από τους αντιπάλους της. Το παιχνίδι, δυστυχώς, ακολούθησε μια δήλωση του Παγκόσμιου Πρωταθλητή του 2014, Bastian Schweinsteiger που ο πιο κομψός τρόπος για να τη χαρακτηρίσει κανείς είναι άτυχη, ο πιο ειλικρινής είναι: ρατσιστική. Ο Schweinsteiger χαρακτήρισε το αφρικανικό ποδόσφαιρο, γενικώς, σαν να είναι ένα πράγμα, μία κουλτούρα, “άγριο”, “ανορθόδοξο” και “λιγότερο τακτικό”. Εκείνη τη μέρα το μόνο ποδόσφαιρο που φαινόταν να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, ωστόσο, ήταν αυτό που η εθνική ομάδα της χώρας του Schweinsteiger έπαιζε απέναντι στην Ακτή Ελεφαντοστού.
Η μεγαλύτερη, όμως, θετική έκπληξη της φάσης των ομίλων ήταν το Πράσινο Ακρωτήρι. Ξεκινώντας την πορεία του απέναντι στην Πρωταθλήτρια Ευρώπης Ισπανία, εφαρμόζοντας τακτικές που έμοιαζαν εξαιρετικά με το παιχνίδι της Ιαπωνίας – αν και με μικρότερη τη δυνατότητα του συγχρονισμού – έχοντας στις τάξεις του έναν ποδοσφαιριστή που έγινε θρύλος σε αυτή τη διοργάνωση και προηγουμένως ήταν κυριολεκτικά παγκοσμίως άγνωστος, τον τερματοφύλακα Josimar José Évora Dias, γνωστό ως Vozinha, απέσπασε μια λευκή ισοπαλία που συζητήθηκε δεόντως και δικαιολογημένα. Στη συνέχεια κατάφερε να αποσπάσει ισοπαλίες από την Ουρουγουάη, με 2-2, και τη Σαουδική Αραβία, με 0-0, κάνοντας έτσι την παρουσία του την καλύτερη απόδειξη για τη χρησιμότητα επέκτασης του θεσμού – όχι επειδή χρειαζόταν 48 ομάδες για να είναι εκεί, με βάση την παρουσία του στα προκριματικά της CAF θα περνούσε ακόμα κι αν το Μουντιάλ είχε 32 ομάδες, αλλά για τη χρησιμότητα τέτοιες ομάδες να βρίσκονται πιο συχνά σε αυτές τις μεγάλες διοργανώσεις, ώστε να υπάρχει συνέχεια στους άθλους τους και πάνω σε αυτούς να μπορεί να χτίζεται ένα εθνικό ποδόσφαιρο σε κάθε χώρα του κόσμου.

Από τα μεγάλα φαβορί, η ομάδα που ξεχώρισε στη φάση των ομίλων ήταν η Γαλλία, η οποία έπαιξε ένα κυριαρχικό, γρήγορο, επιθετικό ποδόσφαιρο, πέτυχε πολλά γκολ, μάλιστα πάρα πολλά από αυτά ήταν ιδιαίτερης ομορφιάς, πήρε την πρώτη θέση με τρεις νίκες σε έναν από τους πιο δύσκολους ομίλους της διοργάνωσης και έδειχνε το πολύ μεγάλο φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου, προερχόμενη από δύο διοργανώσεις που είχε αγωνιστεί στον τελικό. Περισσότερο προβλημάτισε η Αγγλία, που αν και πρόσφερε πλούσιο θέαμα απέναντι στην Κροατία, ειδικά στο δεύτερο ημίχρονο της αναμέτρησης, στο οποίο κυριάρχησε, προβλημάτισε απέναντι στην Γκάνα, όπου μάλλον ευνοήθηκε από τα διαιτητικά λάθη, ακόμα και απέναντι στον Παναμά, που τελικά όμως πήρε τη νίκη με δύο γκολ του Harry Kane. Η Αργεντινή, απέναντι σε θεωρητικά αδύναμους αντιπάλους δε συνάντησε ιδιαίτερες δυσκολίες, ξεκινώντας όμως να γράφει μια επική ιστορία λόγω της παρουσίας του Lionel Messi που ήταν ο κομβικός της παίχτης και το απόλυτο βαρόμετρο του παιχνιδιού της, ενώ η Ισπανία παρά το κυριαρχικό ποδόσφαιρο που έπαιζε είχε τεράστια δυσκολία να φτάσει στο γκολ, καταφέρνοντας να κερδίσει με άνεση μόνο τη Σαουδική Αραβία, μετά τη λευκή ισοπαλία με το Πράσινο Ακρωτήρι και κερδίζοντας με 1-0 μια κακή Ουρουγουάη, της οποίας τα προβλήματα ξεκινούσαν από τα αποδυτήρια, με την πλήρη ασυμφωνία για την προσέγγιση του παιχνιδιού μεταξύ του προπονητή της, Marcelo Bielsa και των παιχτών της. Μετά τον αποκλεισμό της Ουρουγουάης, μάλιστα, ο Bielsa, μία από τις μορφές-αναφορά στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο τον 21ο αιώνα, εμφανίστηκε οργισμένος στις τηλεοπτικές κάμερες για το γεγονός ότι δε μπορούσε να ενσταλάξει κανένα από τα οράματά του σε μια ομάδα που ήθελε να μείνει προσκολλημένη σε μια μυθική προσέγγιση του ποδοσφαίρου της.
Η Βραζιλία, που είχε ένα αρκετά διαφημισμένο ρόστερ και στον πάγκο της έναν Ιταλό προπονητή, σε ένα πάντρεμα που μοιάζει αρκετά παράδοξο μέσα στη μεγάλη ποδοσφαιρική Ιστορία, δε μπόρεσε να αποδώσει καλό ποδόσφαιρο και πέρασε από έναν εύκολο όμιλο χάρη στην ατομική ποιότητα κάποιων ποδοσφαιριστών της, κυρίως του Vinicius Jr, ενώ στον ίδιο όμιλο το Μαρόκο έδειχνε να έχει τα χαρακτηριστικά που το οδήγησαν στα ημιτελικά της προηγούμενης διοργάνωσης και ικανό να μπορέσει να κρατήσει τον τίτλο του φαβορί, σε μια διοργάνωση που έφτασε από την 7η θέση της κατάταξης της FIFA. Η Ολλανδία του Koeman, που έπαιξε όμορφο ποδόσφαιρο στο EURO του 2024 ήταν μια αρκετά ασταθής ομάδα, ενώ ιδιαίτερα προβληματική ήταν η εμφάνιση της Πορτογαλίας, που αν και έφτανε με αξιώσεις να κοντράρει τα μεγάλα φαβορί, όπως έκανε και στο Nations League της προηγούμενης χρονιάς, έφερε μια ισοπαλία με το Κονγκό, στη συνέχεια ξεσπάθωσε απέναντι στο αδύναμο Ουζμπεκιστάν, για να μείνει στο 0-0 με την Κολομβία, σε έναν αγώνα που είχε κάθε λόγο να διεκδικήσει την πρώτη θέση, καθώς αυτή οδηγούσε σε ένα αρκετά πιο βατό μονοπάτι στα νοκ-άουτ.
Η κουβέντα για το “Μουντιάλ της Αφρικής”
Η ολοκλήρωση της φάσης των ομίλων, βάσει των αποτελεσμάτων της, άνοιξε ξαφνικά μια μεγάλη κουβέντα για το αν αυτό ήταν (ή θα ήταν) το “Μουντιάλ της Αφρικής”. Το γεγονός ότι 9 από τις 10 αφρικανικές ομάδες προκρίθηκαν στην επόμενη φάση σήμαινε ότι η Αφρικανική Συνομοσπονδία (CAF) είχε το μεγαλύτερο ποσοστό πρόκρισης από τη φάση των ομίλων. Πέρα από το Πράσινο Ακρωτήρι, ήταν κι άλλες οι αφρικανικές ομάδες που έκαναν την υπέρβαση. Η Νότια Αφρική κατάφερε απρόσμενα να κατακτήσει τη δεύτερη θέση στον όμιλό της, αποκλείοντας στον τελευταίο αγώνα, που ήταν ζωής και θανάτου, τη Νότια Κορέα. Η Αίγυπτος πέτυχε το πρώτο της γκολ και πήρε τον πρώτο της βαθμό σε Μουντιάλ απέναντι στο Βέλγιο και την πρώτη της νίκη απέναντι στη Νέα Ζηλανδία, για να περάσει επίσης ως δεύτερη από τον όμιλό της. Η ΛΔ του Κονγκό απέσπασε ισοπαλία από την Πορτογαλία, έχασε σε ένα οριακό παιχνίδι από την Κολομβία και κέρδισε καθαρά το Ουζμπεκιστάν για να εξασφαλίσει επίσης την πρόκριση, ενώ η Γκάνα, αν και δεν είχε εξαιρετικά αποτελέσματα, βάσει της δυναμικής της, ίσως άξιζε κάτι παραπάνω στο παιχνίδι με την Αγγλία που ήρθε τελικά ισόπαλο με 1-1.

Τα αποτελέσματα των προκρίσεων και των υπερβάσεων έδειχναν ότι οι αφρικανικές ομάδες άξιζαν τη θέση τους, με αυτό τον αριθμό ομάδων, στο Μουντιάλ των 48 χωρών. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι η πραγματική υπέρβαση θα ερχόταν αν μπορούσαν να προχωρήσουν περισσότερο από τον γύρο των 32, έτσι ώστε να μπορεί να υπάρχει μια συλλογική διάκριση που να μετρηθεί ως σαφώς καλύτερη παρουσία σε σχέση με τις προηγούμενες διοργανώσεις. Όμως, πριν από την έναρξη των νοκ-άουτ φαινόταν ότι κάτι τέτοιο ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Με μοναδική εξαίρεση το Μαρόκο, όλες οι υπόλοιπες ομάδες είχαν να αντιμετωπίσουν ισχυρότερους αντιπάλους και το σενάριο να δούμε πολλές αφρικανικές ομάδες να προχωρούν έμοιαζε να έχει πολύ μικρές πιθανότητες. Το Μαρόκο προχώρησε, η Αίγυπτος κατάφερε να επεκτείνει την επιτυχία της αποκλείοντας την Αυστραλία, όμως οι υπόλοιπες ομάδες, έστω και οριακά δεν τα κατάφεραν. Ένα από τα παιχνίδια που ξεχώρισαν ήταν αυτό της Σενεγάλης, με αντίπαλο το Βέλγιο. Τα “λιοντάρια της Teranga” ήταν σαφώς η καλύτερη ομάδα στο τεραίν του Seattle για το μεγαλύτερο διάστημα του αγώνα. Το Βέλγιο έμοιαζε να μην έχει καμία απάντηση, όμως οι τακτικές κινήσεις του Rudi Garcia, που πέρασε στο 56ο λεπτό τον Lukebakio και Raskin στις θέσεις των Doku και De Bruyne, έδωσαν σταδιακά την κυριαρχία στο κέντρο και το Βέλγιο κατάφερε να ισοφαρίσει το παιχνίδι και τελικά με ένα οριακό αλλά δίκαιο πέναλτι να κερδίσει στην παράταση. Η μορφή του αγώνα έμοιαζε με αυτοκτονία – αλλά είναι πάντα αυτή η δυσκολία της υπέρβασης που κάνει τα πράγματα δυσκολότερα για τις ομάδες που έχουν απέναντί τους έναν θεωρητικά ισχυρότερο αντίπαλο, είτε αυτό εκφράζεται με λάθη των ποδοσφαιριστών, είτε με αδυναμία των τεχνικών να διαχειριστούν σωστά την τακτική μέσα στην εξέλιξη του παιχνιδιού – όλοι είναι παράγοντες του ίδιου αποτελέσματος. Οριακή ήταν και η ήττα του Κονγκό που έμοιαζε ικανό να αποκλείσει την Αγγλία, το πάλεψε μέχρι το τέλος για να προκριθεί και η Ακτή Ελεφαντοστού απέναντι στη Νορβηγία που έμοιαζε να έχει μια καταπληκτική φόρμα, όχι μόνο μέσα στη διοργάνωση, αλλά και πριν από αυτήν. Οριακή και η ήττα της Γκάνας από την Κολομβία.

Αλλά το μεγαλύτερο παιχνίδι, με την πιο όμορφη εμφάνιση, έκανε το Πράσινο Ακρωτήρι, απέναντι στην Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Αργεντινή. Πέρα από την κατάθεση ψυχής, μιας ομάδας που επέμενε και έψαχνε το θαύμα, απέναντι σε μια τρωτή υπερδύναμη, το Πράσινο Ακρωτήρι εμφάνισε μια πέρα για πέρα ορθόδοξη ποδοσφαιρική προσέγγιση, βρήκε τα κενά του αντιπάλου, σκόραρε τα γκολ στις μοναδικές ευκαιρίες που είχε, μάλιστα το 2ο στην παράταση, με έναν εξαιρετικό τρόπο που το κατατάσσει στα πιο όμορφα της διοργάνωσης και ανάγκασε τους Αργεντίνους να ιδρώσουν προκειμένου να πάρουν την πιο δύσκολη πρόκρισή τους σε όλη την πορεία της διοργάνωσης. Ο αποκλεισμός τους, ωστόσο, σήμαινε ότι παρά τις εξαιρετικές εμφανίσεις, μόνο 2 αφρικανικές ομάδες περνούσαν στον επόμενο γύρο, το Μαρόκο που απέκλεισε την Ολλανδία στα πέναλτι, σε ένα παιχνίδι που κυριάρχησε – και η Αίγυπτος που θα έβρισκε επίσης μπροστά της την Αργεντινή.
Τα αποτελέσματα αυτά έδειξαν ότι το αφρικανικό ποδόσφαιρο, συνολικά, με την ανάπτυξη των διεθνών του θεσμών, την αναβάθμιση του Κυπέλλου Εθνών, την άντληση ταλέντου Αφρικανών παιχτών που μεγαλώνουν ποδοσφαιρικά σε μεγάλες ποδοσφαιρικές ακαδημίες της Ευρώπης, με τις απαραίτητες υποδομές για να αξιοποιηθούν οι ικανότητές τους, καθώς και την ανάπτυξη αντίστοιχων υποδομών στα δικά τους εδάφη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Μαρόκο, για να χτίσουν σε γερά θεμέλια (κυριολεκτικά) τη δική τους εθνική ποδοσφαιρική προσέγγιση. Το Μουντιάλ του 2026 δεν ήταν “το Μουντιάλ της Αφρικής”, αλλά η πορεία δείχνει ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις, με απαραίτητο όρο την ανάπτυξη ισχυρού αφρικανικού δικτύου, μακριά από φαινόμενα διαφθοράς και τίτλων που κερδίζονται εκτός γηπέδου, ώστε περισσότερες αφρικανικές ομάδες να μπορούν να αποκλείσουν τις παραδοσιακές δυνάμεις του σπορ από την Ευρώπη και τη Νότια Αμερική.
Ο παγκόσμιος χάρτης των ποδοσφαιρικών αντιφάσεων
Με τη φάση των 32 να ολοκληρώνεται, αν και πολλές ομάδες έφτασαν κοντά στην έκπληξη, μία μόνο πραγματοποιήθηκε. Η εθνική ομάδα της Γερμανίας δεν είχε κερδίσει κανένα παιχνίδι νοκ-άουτ από το 2014, όταν και κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο στη Βραζιλία. Στις επόμενες 2 διοργανώσεις αποκλείστηκε από τη φάση των ομίλων. Κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά στην Ιστορία της ενιαίας μεσοπολεμικής ή της Δυτικής ψυχροπολεμικής Γερμανίας. Το ξεκίνημα με τα 7 γκολ απέναντι στο Κουρασάο, που παρόλα αυτά σκόραρε, δεν είχε καμία σχέση με την προβληματική εμφάνιση απέναντι στην Ακτή Ελεφαντοστού και την ήττα από το Εκουαδόρ. Όμως το γεγονός ότι στην επόμενη φάση αντίπαλος ήταν η Παραγουάη, μια ομάδα που είχε δεχθεί 4 γκολ από τις Ηνωμένες Πολιτείες, κέρδισε την Τουρκία σε ένα παιχνίδι που η αντίπαλος κυριάρχησε και έφερε μια λευκή ισοπαλία με την Αυστραλία για να προκριθεί ως 3η από έναν σχετικά εύκολο όμιλο, έδειχνε ότι τουλάχιστον το καθήκον της πρόκρισης ήταν απόλυτα εφικτό για τους Γερμανούς, που θα έβρισκαν πιθανότατα στη συνέχεια απέναντί τους την πολύ φιλόδοξη Γαλλία. Όμως το παιχνίδι στη Βοστώνη έμοιαζε λες και είχε φτιαχτεί για να απαντήσει στα σχόλια του Schweinsteiger, τα υποτιμητικά για το αφρικανικό ποδόσφαιρο.
Η Γερμανία κυριαρχούσε στο γήπεδο, όμως ήταν η αντίπαλός της αυτή που κατάφερε να σκοράρει πρώτη με τον Enciso, στο 42ο λεπτό. Με την υπεροχή των Γερμανών και την πίεση να γίνεται όλο και μεγαλύτερη, το ρεαλιστικό anti-fútbol της Παραγουάης έδειχνε να μην υποκύπτει, παρα μόνο στο 54ο λεπτό όταν ο Havertz πέτυχε το γκολ της ισοφάρισης. Στα πέναλτι, με ήρωα τον εκπληκτικό τερματοφύλακα Orlando Gill, οι Παραγουανοί πήραν την πρόκριση, αφήνοντας και πάλι τη Γερμανία χωρίς νίκη, για 12 χρόνια, σε νοκ-άουτ φάση του Μουντιάλ, προκαλώντας ισχυρούς τριγμούς στο εσωτερικό της που οδήγησαν στην απομάκρυνση από τη θέση του ομοσπονδιακού προπονητή τον Julian Nagelsmann. Αυτός ο αγώνας, όμως, είχε πολύ μεγαλύτερη αξία για τον τρόπο που προσεγγίστηκαν τα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ στη γενικότερη κουβέντα, όπως αυτή αναπτύσσεται σήμερα στα Μέσα Ενημέρωσης αλλά και τα θεωρητικά πολύ πιο ανεξέλεγκτα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Μετά το τέλος του παιχνιδιού με τη Γερμανία, τα σχόλια ήταν διθυραμβικά για το σθένος της ομάδας του Gustavo Alfaro, που έδειξε ότι είναι γνήσιος εκπρόσωπος της bilardísta εκδοχής του ποδοσφαίρου της πατρίδας του. Για την ιστορία και την στατιστική, οι κάρτες σε εκείνο των αγώνα ήταν από 2 κίτρινες για κάθε ομάδα.

Στο επόμενο παιχνίδι, με αντίπαλο τη Γαλλία, η Παραγουάη έπαιξε με ακριβώς τον ίδιο τρόπο, με πολλή σωματική επαφή, δυνατές μονομαχίες για τη μπάλα και συνολικά έκανε 13 φάουλ. Τα δημιουργικά στατιστικά της αναμέτρησης έμοιαζαν πολύ με εκείνα του αγώνα απέναντι στη Γερμανία, με σαφή υπεροχή του αντιπάλου, με τη διαφορά ότι όσο αφορά την αμυντική λειτουργία η Γερμανία έπαιξε με πολύ περισσότερη φυσική δύναμη απέναντι στους Παραγουανούς, σε σχέση με τη Γαλλία που – μάλλον ορθώς – στηρίχθηκε στη δημιουργικότητά της. Το γεγονός ότι άλλαζε ο αντίπαλος και η προσέγγισή του οδήγησε σε έναν παροξυσμό για τον τρόπο παιχνιδιού της Παραγουάης, που θα ήταν δικαιολογημένος αν προϋπήρχε εκείνης της αναμέτρησης. Το ζήτημα είναι ότι αποτελεί πολύ μεγάλο πρόβλημα η κρίση των παιχνιδιών και ιδιαίτερα της απόδοσης της κάθε ομάδας να κρίνεται διαφορετικά, ανάλογα με τον αντίπαλο, όταν αυτή δεν αλλάζει. Τα διθυραμβικά σχόλια μετά το “έπος” και την πρόκριση απέναντι στη Γερμανία έγιναν σκληρότατη (ξεπερνώντας τα όρια) κριτική για αυτή την ποδοσφαιρική προσέγγιση. Χωρίς να έχει επηρεάσει σε κάτι το παιχνίδι, ο μεγάλος σταρ της γαλλικής ομάδας, και ένας εκ των μεγάλων πρωταγωνιστών της διοργάνωσης, που πλέον είναι ο πρώτος σκόρερ στην Ιστορία των Μουντιάλ, ο Kylian Mbappé, έδειξε ένα ιδιαίτερο σνομπ ύφος στους αντιπάλους του, που έφτασε στο σημείο να μη δώσει το χέρι του στον αντίπαλο τερματοφύλακα όταν ο Gill το έτεινε με το σφύριγμα της λήξης της αναμέτρησης. Μια ψύχραιμη ματιά δείχνει ότι για τους όποιους λόγους η Γαλλία ήθελε να προσεγγίσει το παιχνίδι με τον τρόπο που αυτό αφηγήθηκε στη συνέχεια, με την ακραία υποτίμηση των αντιπάλων της ως ενός συνονθυλεύματος αντιαθλητικής ιδιοτροπίας παιχτών, κάτι που συνεχίστηκε στα μέσα και τη δημόσια συζήτηση και προκάλεσε μια αντιπαράθεση του ίδιου του Mbappé με πραγματικά πολιτικά βδελύγματα της χώρας των Guaraní, που δεν εκπροσωπούν σε καμία περίπτωση κανένα λαό στον κόσμο. Το ζήτημα είναι ότι εκείνη η τοξική συζήτηση ύστερα από το παιχνίδι της Γαλλίας με την Παραγουάη θα έδινε τη σκυτάλη σε μια πολύ μεγαλύτερη ακρότητα, που χαρακτήρισε τη διοργάνωση. Η Γαλλία προχώρησε και ο στόχος αυτής της τοξικότητας δεν ήταν μια ομάδα που έπαιξε ένα σκληρό παιχνίδι, ένα από τα πολλά που έχουμε δει στην Ιστορία του Μουντιάλ και ούτε κατά διάνοια της ίδιας σκληρότητας με την εμφάνιση του Κατάρ απέναντι στον Καναδά, που λίγες αντιδράσεις είχε από τους ίδιους εύθικτους και όψιμους υποστηρικτές του όμορφου ποδοσφαίρου.

Στην ίδια φάση όμως που η Παραγουάη αποκλείστηκε με αυτόν τον τρόπο και έφυγε από τη διοργάνωση με όλα αυτά τα σκληρά σχόλια να τη συνοδεύουν, που ήταν πολύ σκληρότερα από τα φάουλ της, αντίστοιχα σκληρός και οδυνηρός ήταν ο αποκλεισμός της ιστορικότερης ομάδας των Παγκοσμίων Κυπέλλων, της πεντάκις πρωταθλήτριας Βραζιλίας, που έχει χάσει την ταυτότητά της εδώ και δεκαετίες. Η Βραζιλία αντιμετώπιζε στη φάση των 16 τη Νορβηγία, μια πολύ καλή ομάδα με έναν δεινό σκόρερ στις τάξεις της και το μεγαλύτερο πρόβλημα στην πορεία αυτή ήταν ότι έπρεπε να κάνει ουσιαστικά μια υπέρβαση, καθώς από τον τελικό του 2002, όταν κατέκτησε το τελευταίο της τρόπαιο, δεν έχει καταφέρει ποτέ να αποκλείσει μια ευρωπαϊκή ομάδα σε φάση νοκ-άουτ του Μουντιάλ. Μάλιστα, έχει χάσει ακόμα και τον μικρό τελικό του 2014 από την Ολλανδία, στο Μουντιάλ που διοργανώθηκε στα εδάφη της. Ο Ancelotti επιλέχθηκε ως προπονητής όχι για να ενσταλλάξει μια νέα φιλοσοφία και να δημιουργήσει μια νέα πορεία στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο – που αν μη τι άλλο είναι ιεροσυλία να πιστεύουμε ότι θα πετύχει ένας Ιταλός, βάσει ποδοσφαιρικής κουλτούρας – αλλά για να διαχειριστεί την υποτιθέμενη υπεροπλοία ταλέντων που υπήρχε στις τάξεις της εθνικής ομάδας. Το αποτέλεσμα ήταν η Βραζιλία να μοιάζει αδύναμη να διαχειριστεί τα παιχνίδια απέναντι σε ομάδες με καθαρό αγωνιστικό πλάνο, δηλαδή το Μαρόκο, την Ιαπωνία και τελικά τη Νορβηγία. Ακόμα κι η πρόκριση απέναντι στην Ιαπωνία ήταν δύσκολη, αλλά ήρθε λόγω της ύπαρξης του περίσσιου ατομικού ταλέντου, το οποίο όμως δε μπορεί να πάει πολύ μακριά μια ομάδα σε ένα Μουντιάλ, ειδικά σε ένα ποδόσφαιρο που η μετατροπή του σε βιομηχανία λειτουργεί πολύ πιο αποτελεσματικά στην αξιοποίηση των λαθών και αφήνει όλο και λιγότερα κενά για να αξιοποιήσει η ατομική αυθόρμητη έμπνευση. Η Βραζιλία αποκλείστηκε για πρώτη φορά τόσο νωρίς στη διοργάνωση, μετά το 1990, καθώς είχε την τύχη να μη βρίσκει απέναντι της ευρωπαϊκές ομάδες μέχρι τα προημιτελικά την τελευταία 20ετία. Η απώλεια του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου από τις μεγάλες σχολές που αντιπαρατίθενται σε ένα Μουντιάλ θα είναι μεγάλο πλήγμα για το ποδόσφαιρο και δεν προέρχεται μόνο από μια ιδιαίτερη εθνική αδυναμία της, είναι αποτέλεσμα μιας συνολικότερης ανισόμετρης ανάπτυξης του σπορ, της οποίας τα αποτελέσματα άρχισαν να εμφανίζονται κάπου εκεί που η ομάδα του Ronaldo, του Rivaldo, του Ronaldinho, του Roberto Carlos, του Cafú, κέρδισε τον τελευταίο της τίτλο.
Εξετάζοντας την Ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων, εντοπίσαμε ένα κομβικό σημείο στο οποίο ξεκίνησε μια διαφορετικού τύπου ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στη Δυτική Ευρώπη. Σε ένα χώρο που υπήρχε πάντα ένα δίκτυο ισχυρών συλλόγων και εθνικών ομάδων, με πολύ πλούσια παράδοση όσο αφορά την αντίληψη του παιχνιδιού και την ανάπτυξη των λεγόμενων ποδοσφαιρικών σχολών, δύο γεγονότα λειτούργησαν καταλυτικά για να επιταχυνθεί με εκθετικό ρυθμό αυτή η ανάπτυξη. Το πρώτο γεγονός ήταν η ίδρυση και εξέλιξη του Champions League, το δεύτερο η απελευθέρωση των διεθνών μεταγραφών μετά τη λεγόμενη υπόθεση Bosman. Χωρίς να ξαναναλύσουμε τον τρόπο που αυτά τα δύο γεγονότα επηρέασαν το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, θα αναφέρουμε ότι τα αποτελέσματά τους άρχισαν να γίνονται ορατά στο διεθνές παγκόσμιο ποδόσφαιρο περίπου μια δεκαετία αργότερα. Το 2006 όλες οι ομάδες των ημιτελικών προέρχονταν από αυτό το δίκτυο, ενώ τα τελευταία 20 χρόνια, σε 6 διοργανώσεις, μόλις τρεις φορές μία φιναλίστ ομάδα προέρχεται έξω από την Ευρώπη και συγκεκριμένα από τη Νότια Αμερική, καθώς έτσι κι αλλιώς καμία άλλη ομάδα, άλλης συνομοσπονδίας, δεν έχει φτάσει στον τελικό του Μουντιάλ. Αυτή η ομάδα ήταν η Αργεντινή που στις τάξεις της είχε τον Lionel Messi, τον μεγαλύτερο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών. Η μεγαλύτερη εθνική ομάδα στην Ιστορία του Μουντιάλ, η Βραζιλία, έφτασε μόλις μια φορά στα ημιτελικά για να γνωρίσει την αλησμόνητη ήττα με 7-1 από τη Γερμανία.
Η πορεία αυτή δε δείχνει στοιχεία ανατροπής, κάτι που σημαίνει ότι το κορυφαίο επίπεδο του παγκοσμίου ποδοσφαίρου συγκεντρώνεται και θα συνεχίσει να συγκεντρώνεται, αν δεν αλλάξει κάτι, σε ένα πολύ μικρό γεωγραφικό χώρο. Είναι πολύ καλό σε ένα Μουντιάλ να παρακολουθούμε ομάδες από 48, ή μελλοντικά και 64 χώρες, αλλά είναι οπισθοδρόμηση για το λεγόμενο “Παγκόσμιο Παιχνίδι” οι πρωταγωνιστές να προέρχονται όλο και περισσότερο από μια όλο και πιο περιορισμένη γεωγραφική περιοχή. Η αποζύμηση του νοτιοαμερικανικού ταλέντου, οι παίχτες που δεν παίζουν ποτέ στην πατρίδα τους και γίνονται κομμάτι μιας αντίληψης του παιχνιδιού σε ένα μεγάλο ευρωπαϊκό σύλλογο, δε βοηθούν προκειμένου να εξελιχθούν οι μεγάλες εθνικές σχολές του ποδοσφαίρου που ήταν ο ένας πόλος του κόσμου διαχρονικά, από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Η πορεία της εθνικής Βραζιλίας, είναι δυστυχώς η καλύτερη σκιαγράφηση αυτής της πορείας και η εμφάνιση της Seleção στο Μουντιάλ της Βόρειας Αμερικής μοιάζει να δείχνει το θάνατο του Παγκόσμιου Παιχνιδιού – που ισοδυναμεί με θάνατο του Μουντιάλ, αν αυτό δεν έχει άλλο περιεχόμενο, από μια ευρωπαϊκή διοργάνωση. Αυτή η διαπίστωση είναι μία από τις πιο σημαντικές αυτής της διοργάνωσης και δεν είναι φυσικά καθόλου αισιόδοξη. Δεν πρόκειται καν για μια υπεροχή γενικά του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, καθώς και μέσα στη Γηραιά Ήπειρο αυτές οι ίδιες αντιθέσεις είναι τεράστιες, με τελευταία εξαίρεση την κατάκτηση του EURO 2004 από την Ελλάδα, που ήρθε δηλαδή μόλις 2 χρόνια μετά από εκείνη την κατάκτηση του Μουντιάλ από τη Βραζιλία, πριν τη μεγάλη αντεπίθεση της Δυτικής Ευρώπης. Από τότε, καμία ομάδα έξω από το στενό αυτό δίκτυο, ακόμα και μέσα στην Ευρώπη, δε μπόρεσε να κλονίσει την κυριαρχία του.

Μία ομάδα που διαπρέπει, πάντως, μέσα σε αυτό το δίκτυο – και ιδιαίτερα σε μια διοργάνωση εθνικών ομάδων που εμφανίστηκε για να το ισχυροποιήσει και πέρα από το διασυλλογικό επίπεδο, είναι η Πορτογαλία, η οποία επίσης αποκλείστηκε στους 16, ύστερα από ένα ιβηρικό ντέρμπι που η Ισπανία κυριάρχησε σε όλους τους χώρους και χρόνους του γηπέδου, για να λήξει όμως με το σκορ στο 1-0, με ένα γκολ του Merino στο πρώτο λεπτό των καθυστερήσεων. Αυτό το αποτέλεσμα σήμαινε και τον αποκλεισμό της εθνικής ομάδας ενός παίχτη που συνδέθηκε μαζί της για 22 χρόνια, του Cristiano Ronaldo, που είδε το μακρινό έτσι κι αλλιώς όνειρο της κατάκτησης ενός Μουντιάλ να σβήνει εκείνη τη μέρα στο Dallas. Περισσότερο από το ποδοσφαιρικό του περιεχόμενο, εκείνο το παιχνίδι είναι κομβικό γιατί συμπέφτει με μια αλλαγή στον τρόπο και περιεχόμενο της δημόσιας και διαδικτυακής συζήτησης για τη διοργάνωση. Δύο μέρες μετά τον αγώνα της Γαλλίας με την Παραγουάη, που ξεσήκωσε την πρώτη έντονη αντιπαράθεση και μία μέρα πριν τον αγώνα της Αργεντινής με την Αίγυπτο, που θα γινόταν ένας αγώνας μνημείο, για ποδοσφαιρικούς και μη λόγους.
Σε αυτό το γύρο αποκλείστηκαν και όλοι οι διοργανωτές, με το Μεξικό να χάνει σε μια επική μάχη από την Αγγλία, στην αναμέτρηση που ολοκληρωνόταν το πρόγραμμα του Μουντιάλ στο μυθικό Azteca, οι Ηνωμένες Πολιτείες, που εξασφάλισαν την αναστολή της ποινής μιας αγωνιστικής για τον Folarin Balogun μετά από παρέμβαση του Trump, εμφανίστηκαν ανύμπορες να αντιμετωπίσουν το Βέλγιο στην καλύτερη εμφάνισή του στη διοργάνωση, ενώ ο Καναδάς που κράτησε τη μπάλα, επέβαλε το ρυθμό του και βρισκόταν αδιάκοπα στο αντίπαλο μισό, δέχθηκε 3 γκολ από το υπεραποτελεσματικό Μαρόκο, που προχώρησε για μια ακόμα φορά στα προημιτελικά.

Η Αίγυπτος ήταν η άλλη αφρικανική ομάδα, αυτή που φιλοδοξούσε να πετύχει την υπέρβαση που δεν κατάφερε το Πράσινο Ακρωτήρι, απέναντι στην Αργεντινή. Σε ένα παιχνίδι που η albiceleste ήταν πολύ καλύτερη από την προηγούμενη αναμέτρηση, δημιουργώντας πολύ περισσότερες φάσεις, η Αίγυπτος ήταν υπέροχη στις αντεπιθέσεις, πέτυχε 2 γκολ και ακόμα ένα που ορθά ακυρώθηκε, έχοντας ένα τεράστιο προβάδισμα μέχρι το 78ο λεπτό. Όμως, σε εκείνο το σημείο η τακτική διαχείριση, καθώς και οι άδειες μπαταρίες των Φαραώ, οδήγησαν σε μια από τις επικότερες ανατροπές που έχουμε δει σε Παγκόσμια Κύπελλα, καθώς άνοιξε και τη συζήτηση που χαρακτήρισε το πέρασμα των μεγάλων ποδοσφαιρικών διοργανώσεων στα μέτρα του κόσμου που ζούμε, στην απόλυτη παράνοια.
Ο ποδοσφαιρικός νόμος των ισχυρών
Τα προημιτελικά είχαν μια παράδοξη αλλά απόλυτα αναμενόμενη ανισομετρία: σε κάθε έναν από τους τέσσερις αγώνες αγωνιζόταν μία πρώην παγκόσμια πρωταθλήτρια και μέλος της κορυφαίας τετράδας της κατάταξης της FIFA, απέναντι σε 4 άλλες ομάδες που έψαχναν την υπέρβαση. Η Νορβηγία επέστρεφε στο Μουντιάλ μετά από 28 χρόνια, είχε αποκλείσει τη Βραζιλία και διεκδικούσε μια σχεδόν εξωπραγματική πρόκριση απέναντι στην Αγγλία. Η Ελβετία βρισκόταν ξανά σε προημιτελικά μετά από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954, που είχε διεξαχθεί στο έδαφος της. Το Βέλγιο, στην αυλαία της πιο ταλαντούχας γενιάς του, 8 χρόνια μετά τον οριακό αποκλεισμό του πριν το μεγάλο τελικό, διεκδικούσε να περάσει για τρίτη φορά στην τετράδα, ενώ το Μαρόκο αποδείκνυε ότι συγκαταλέγεται πλέον στις ισχυρές ποδοσφαιρικές ομάδες του κόσμου, έχοντας φτάσει και πάλι μακριά στη διοργάνωση, αυτή τη φορά προς έκπληξη κανενός.
Πέρα από αυτή τη διχοτόμηση, ωστόσο, η σύνθεση αυτή σήμαινε ότι η Αργεντινή και το Μαρόκο ήταν οι μόνες δύο ομάδες προερχόμενες έξω από την Ευρώπη – και συγκεκριμένα εκείνο το δίκτυο της Δυτικής Ευρώπης – που έχουν αποκλείσει περισσότερες από μία ευρωπαϊκές ομάδες σε νοκ-άουτ του Μουντιάλ. Το περιορισμένο γεωγραφικά δίκτυο μπορούσε να έχει, δηλαδή, την απόλυτη παρουσία στα ημιτελικά. Το πρώτο παιχνίδι, μεταξύ της Γαλλίας και του Μαρόκου έδειξε ότι η αφρικανική ομάδα δε μπορούσε σε καμία περίπτωση να ανακόψει τη ρέντα των tricolores. Το Μαρόκο κλείστηκε πίσω, φέρνοντας πολύ κοντά τις γραμμές του, ελπίζοντας στη δημιουργία ευκαιριών από αντεπιθέσεις. Αυτό το πλάνο ήταν που λειτούργησε απέναντι στον Καναδά, όμως η ποιότητα της Γαλλίας δεν ήταν η ίδια και η εξαιρετικά ταλαντούχα αντίπαλός του έβρισκε τον τρόπο να κυκλοφορήσει τη μπάλα ακόμα και στους πιο στενούς διαδρόμους. Η Γαλλία πέρασε με μια υπεροχή που μπορεί το τελικό 2-0 δεν την αντικατοπτρίζει, καθώς δημιούργησε πολλές καλές φάσεις, ο Yassine Bounou έκανε μερικές εξαιρετικές αποκρούσεις, μεταξύ των οποίων και σε ένα πέναλτι που εκτέλεσε ο Mbappé και το Μαρόκο αποχώρησε χωρίς να κάνει ακόμα μια υπέρβαση.

Στον δεύτερο προημιτελικό, το Βέλγιο έγινε η ομάδα που δυσκόλεψε ίσως περισσότερο από κάθε άλλη την Ισπανία. Παρά την υπεροχή των Ισπανών σε ένα ακόμη παιχνίδι, στα ίδια στατιστικά που γενικά δημιουργούν την αίσθηση της απόλυτης ποδοσφαιρικής υπεροχής (για παράδειγμα το ποσοστό κατοχής της μπάλας) ο αγώνας των Furias Rojas με τους Κόκκινους Διαβόλους έμοιαζε με ροντέο. Το Βέλγιο, περισσότερο έμοιαζε να έχει μείνει από δυνάμεις στο τέλος της αναμέτρησης, που μεταξύ άλλων έγινε και μια ακατανόητη αλλαγή του Thibaut Courtois, παρά να έχει στερέψει από ποδοσφαιρικές ιδέες. Η Ισπανία δεν έπεισε απέναντι στο Βέλγιο ότι μπορεί να βρίσκει τους διαδρόμους στις κλειστές άμυνες. Έτσι, η σύγκριση με την επίδοση της Γαλλίας απέναντι στο Μαρόκο δε μπορούσε να την καταστήσει φαβορί για τον ημιτελικό που θα ακολουθούσε.
Την πιο δύσκολη πρόκριση από όλους πήρε η Αγγλία απέναντι στη Νορβηγία, πετυχαίνοντας την ανατροπή στην παράταση. Μεγάλος πρωταγωνιστής των Άγγλων ήταν ο Jude Bellingham, που αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο τα κενά της Νορβηγίας όποτε αυτά υπήρξαν. Όμως συνολικά, οι Νορβηγοί εμφάνισαν ένα πολύ καλύτερο σύνολο, πέτυχαν το γκολ που άνοιξε το σκορ ακόμα κι αν αυτό δεν έγινε από τον Haaland, ενώ διαμαρτυρήθηκαν και για ένα …καλώδιο που άλλαξε την πορεία της μπάλας πριν δεχτούν το μοιραίο δεύτερο γκολ. Οι Νορβηγοί, όμως, πέρα από την ποδοσφαιρική τους ποιότητα, ήταν και μια ομάδα που έκανε αίσθηση γενικότερα στο Παγκόσμιο Κύπελλο, λόγω της μαζικής παρουσίας των οπαδών τους και ενός χορευτικού που μάλλον περισσότερη αμηχανία προκαλούσε, παρά ποδοσφαιρική συγκίνηση, σε όσους ανθρώπους ζουν σε μέρη όπου η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι θετική σε βαθμούς Κελσίου. Το ποδοσφαιρικό αποτέλεσμα όμως, ήταν και απόρροια της πρόσφατης εισόδου του νορβηγικού ποδοσφαίρου στην ελίτ της Δυτικής Ευρώπης σε διασυλλογικό επίπεδο, με την ανάπτυξη μιας νέας μεγάλης δύναμης για τις εγχώριες διοργανώσεις του, τη Bodø/Glimt, που έχει υποσκελίσει τις παραδοσιακές δυνάμεις της Molde και της Rosenborg, πετυχαίνοντας διακρίσεις στους ευρωπαϊκούς θεσμούς που προσφέρουν πολύτιμη εμπειρία υψηλού επιπέδου στους κατά συντριπτική πλειοψηφία Νορβηγούς ποδοσφαιριστές της.

Στον τελευταίο προημιτελικό, που διεξήχθη σε ένα ήδη τεταμένο κλίμα όσο αφορά τη συζήτηση που υπήρχε γύρω από τη φυσιογνωμία της διοργάνωσης, η Ελβετία είχε σκοπό να περάσει για πρώτη φορά στην Ιστορία της στα ημιτελικά του Μουντιάλ, σφραγίζοντας μια αμιγώς ευρωπαϊκή τετράδα στην κορυφή της διοργάνωσης. Αν και η Αργεντινή κατάφερε να προηγηθεί στο 9ο λεπτό με κεφαλιά του MacAllister, οι Ελβετοί έτρεξαν με τη μπάλα, πήραν τον έλεγχο του παιχνιδιού και έδειχναν ότι είναι ικανοί να δημιουργήσουν κινδύνους για την εστία του Dibu Martínez. Κατάφεραν να ισοφαρίσουν στο 67ο λεπτό με τον Ndoye, όμως μία φάση 5 λεπτά αργότερα σφράγισε τη μετάβαση σε μια διαφορετική αντίληψη για την κρίση των ποδοσφαιρικών φάσεων και για τη διόρθωση των διαιτητικών λαθών. Η ανάλυσή της έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο πρωτόκολλο εφαρμόστηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026, στην περίπτωση εκείνου του προημιτελικού είχε τεράστιο αντίκτυπο στη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Σε μια φάση κάπου στο κέντρο του γηπέδου, ο Paredes διεκδίκησε τη μπάλα από τον Embolo και ο Ελβετός παίχτης έπεσε στο έδαφος δείχνοντας ότι σφαδάζει από το σκληρό μαρκάρισμα του αντιπάλου του. Ο Πορτογάλος διαιτητής Pinheiro έδειξε την κίτρινη κάρτα στον Paredes για το σκληρό φάουλ. Αυτή η απόφαση του διαιτητή ενεργοποιούσε την ευθύνη του VAR να ελέγξει αν όλα έχουν γίνει σωστά και ο Paredes όντως έπρεπε να χρεωθεί με κίτρινη κάρτα. Το σχετικό βίντεο, ωστόσο, έδειξε ότι δεν υπήρξε ποτέ επαφή μεταξύ του Paredes και του Embolo, με τον Ελβετό παίχτη να ενεργεί εντελώς θεατρικά, υποκρινόμενος τη σφοδρή σύγκρουση. Βάσει κανονισμών, η ενέργεια αυτή χρεώνεται με κίτρινη κάρτα, ο Embolo είχε ήδη άλλη μία από ένα σκληρό μαρκάρισμα στον Paredes, και έτσι η Ελβετία έμεινε με 10 παίχτες για το υπόλοιπο της αναμέτρησης. Υπάρχουν δύο αξιοσημείωτα ζητήματα στη συγκεκριμένη φάση. Το πρώτο είναι ότι το διαιτητικό λάθος στον αγωνιστικό χώρο ήταν κατά της Αργεντινής, ωστόσο ο ζήλος του διαιτητή να μην αναγνωρίσει μόνο φάουλ, αλλά να δείξει και την κίτρινη κάρτα ήταν ουσιαστικά αυτός που ενεργοποίησε μια διαδικασία που τελικά τιμώρησε την Ελβετία. Το δεύτερο είναι ότι σε αρκετά σχόλια καταγράφηκε οργή για την κίτρινη κάρτα του Embolo, καθώς η φάση ήταν μακριά από την περιοχή της Αργεντινής – ωστόσο, βάσει της αλληλουχίας των γεγονότων, μόνο δύο αποφάσεις θα μπορούσαν να ληφθούν για τη συγκεκριμένη φάση, ή να παραμείνει η κίτρινη κάρτα στον Paredes και η Ελβετία να κερδίσει ένα ακόμα φάουλ, είτε να αποβληθεί με δεύτερη κίτρινη ο Embolo. Παρά το γεγονός ότι ήταν ξεκάθαρο το τι είχε κάνει ο κάθε ποδοσφαιριστής στη συγκεκριμένη φάση, δεν ήταν λίγοι αυτοί που ανοιχτά εξέφραζαν την άποψη πως θα ήταν καλύτερο να ισχύσει η απόφαση πριν την παρέμβαση του VAR. Απέναντι στην Ελβετία των 10 παιχτών, η Αργεντινή δεν κατάφερε να σκοράρει στην κανονική διάρκεια, όμως με 2 γκολ που πέτυχαν ο Julian Alvarez και ο Lautaro Martínez, η Ελβετία άφησε χώρο για μια μη ευρωπαϊκή ομάδα στην κορυφαία τετράδα της διοργάνωσης.
Οι μάχες των γιγάντων
Με αυτόν τον τρόπο η διοργάνωση έφτασε σε ένα ιστορικό σημείο, μια ανεπανάληπτη πραγματικότητα, οι τέσσερις θεωρητικά ισχυρότερες ομάδες, όπως αυτές ήταν ορισμένες πριν την έναρξή της, να βρίσκονται στα ημιτελικά. Το αποτέλεσμα αυτό δεν ήταν εντελώς τυχαίο, καθώς είχε προβλεφθεί από την κλήρωση αυτές οι τέσσερις ομάδες να μη συναντηθούν μεταξύ τους, αν κερδίσουν την πρώτη θέση των ομίλων τους, μέχρι και αυτό το σημείο. Σε μια διασταύρωση της πρώτης με την τέταρτη και της δεύτερης με την τρίτη ομάδα της Παγκόσμιας Κατάταξης, το Μουντιάλ θύμιζε την τελική φάση των πρωταθλημάτων άλλων σπορ, που ωστόσο έχουν ιδιαίτερη αποδοχή και δημοφιλία στη χώρα που φιλοξενούσε την ποδοσφαιρική διοργάνωση. Δύο ιστορικά ζευγάρια, για διαφορετικούς λόγους, συνέθεταν ίσως την πιο ενδιαφέρουσα ημιτελική φάση των τελευταίων δεκαετιών.
Εξετάζοντας την ποδοσφαιρική Ιστορία, τα δύο ζευγάρια είχαν τα δικά τους ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Από τη μια μεριά, η Ισπανία και η Γαλλία ήταν οι εκπρόσωποι της ανάπτυξης του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου τον 21ο αιώνα. Η Ισπανία, στην οποία μεταλαμπαδεύτηκε και σχεδόν ολοκληρωτικά μετακόμισε η σχολή του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου, από την Ολλανδία, με τον ερχομό του Rinus Michels αρχικά, αργότερα του Cruyff και άλλων, είχε απέναντί της τη χώρα που έγινε η μεγαλύτερη βιομηχανία παραγωγής ποδοσφαιρικού ταλέντου τις τελευταίες δεκαετίες, στηριζόμενη στην αφομοίωση ενός πολιτισμικού μωσαϊκού, δηλαδή της πραγματικής κοινωνίας των πόλεών της. Για να φτάσουν στο σημείο αυτό οι δύο χώρες έπρεπε να σπάσουν ιστορικά δεσμά, η Ισπανία με την εθνοτική της πολυδιάσπαση και η Γαλλία με την αποδοχή της πραγματικής πολιτιστικής ταυτότητας του πληθυσμού της. Στην Ισπανία, το κέντρο της ποδοσφαιρικής ανάπτυξης, τουλάχιστον όσο αφορά την προσέγγιση και την ιδεολογική της ταυτότητα, μεταφέρθηκε από τη Μαδρίτη στην Καταλωνία, μια εξέλιξη που έμοιαζε απαγορευτική τα χρόνια που ο Cruyff μετακόμισε στη Βαρκελώνη προκειμένου να αγωνιστεί με τους blaugrana και ουσιαστικά, μέσα από την μακρά πορεία του στο σύλλογο να συμβάλει σε έναν ποδοσφαιρικό αντικατοπτρισμό της ιδιαίτερης κοινοτικής συνείδησης της Καταλονίας. Αυτή όμως ήταν η εξέλιξη που μετέτρεψε την Ισπανία από περιθωριακή δύναμη σε ατμομηχανή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, που στο πρώτο ξέσπασμα της νέας της ποδοσφαιρικής ταυτότητας έφερε δύο EURO και ένα Μουντιάλ και σε αυτή τη δεύτερη περίοδο επιτυχιών είχε ήδη φέρει ένα EURO. Απέναντι, η Γαλλία, ήταν η ευρωπαϊκή ομάδα που τα κατάφερνε καλύτερα από κάθε άλλη στις τελευταίες παγκόσμιες διοργανώσεις. Κατάκτηση του τίτλου το 2018, ήττα στα πέναλτι στον τελικό του 2022 και το μεγάλο φαβορί στη διοργάνωση του 2026. Στον πάγκο της, από το 2012, ο Didier Deschamps είχε γίνει ο απόλυτος αναμορφωτής της, συνδέοντας το όνομά του με κάθε μεγάλη επιτυχία του εθνικού ποδοσφαίρου.

Μέσα στο Μουντιάλ οι δύο ομάδες παρουσίασαν διαφορετικά πρόσωπα. Η Ισπανία έδειξε να ξαναπέφτει στο άσχημο αισθητικά παιχνίδι της υπέρμετρης κατοχής, που αν και της έδινε τη δυνατότητα να κυριαρχεί σε κάθε αναμέτρηση δε θα μπορούσε να προσφέρει αλησμόνητες στιγμές ποδοσφαιρικών εκρήξεων. Κατάφερνε τα περισσότερα παιχνίδια να τα κερδίσει με ισχνό σκορ, ωστόσο ποτέ δε φαινόταν ότι οι αντίπαλοί της άξιζαν περισσότερο τη νίκη. Στηριγμένη σε μια εκπληκτική αμυντική λειτουργία, είχε καταφέρει μέχρι τα ημιτελικά να δεχθεί μόλις ένα γκολ – και μάλιστα δε δέχτηκε άλλο μέχρι το τέλος της διοργάνωσης. Ήταν με διαφορά η πιο καλοδουλεμένη ομάδα, στοιχείο που ενισχυόταν και από το γεγονός ότι στηριζόταν σε ένα μεγάλο πυρήνα που προερχόταν από τον ίδιο σύλλογο, τη Barcelona, με το σύνολο των ποδοσφαιριστών της να αγωνίζεται κατά συντριπτική πλειοψηφία στο ίδιο ισπανικό πρωτάθλημα, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό αγωνιζόταν σε βρετανικούς συλλόγους, σε μια εποχή όμως που και το αγγλικό διασυλλογικό ποδόσφαιρο αποθέωσε την ίδια ισπανική ποδοσφαιρική λογική.
Από την άλλη, η Γαλλία, ήταν η ομάδα που φαινόταν να έχει τις περισσότερες επιθετικές λύσεις, σκόραρε όμορφα γκολ, παρουσίασε φανταστικούς σχεδιασμούς από μια υπερταλαντούχα μεσοεπιθετική γραμμή και για τους λόγους αυτούς – καθώς και λόγω της προηγούμενης εμπειρίας της στα Μουντιάλ – θεωρούνταν μεγάλο φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου. Πριν τη μεταξύ τους αναμέτρηση, η Γαλλία φαινόταν να είναι το φαβορί και σε αυτόν τον ημιτελικό, λόγω της ποιότητάς της, καθώς και λόγω του γεγονότος ότι καμία ομάδα στην πορεία της στη διοργάνωση δε φάνηκε ικανή να την αμφισβητήσει. Η μοναδική που προέβαλε σθεναρή αντίσταση, η Παραγουάη, το έκανε με ένα σκληρό και πολύ αμυντικά προσανατολισμένο παιχνίδι, όχι με την προσπάθεια επιβολής της δημιουργικής της υπεροχής. Το ίδιο κλίμα φαινόταν και στις δηλώσεις των Γάλλων, όμως υπήρχε ένα στοιχείο που κανείς δε μπορούσε να αγνοήσει. Στις δύο τελευταίες αναμετρήσεις των δύο ομάδων, για τα ημιτελικά του EURO 2024 και του Nations League 2025, η Ισπανία ήταν η ομάδα που είχε αποκλείσει τη Γαλλία. Ήταν πολύ παρακινδυνευμένο να θεωρεί κανείς τη Γαλλία τόσο μεγάλο φαβορί σε μια αναμέτρηση που οι δύο ομάδες εμφανίζονταν με σχετικά όμοιες συνθέσεις με εκείνες των προηγούμενων χρόνων. Όμως υπήρχε και ακόμα ένα στοιχείο ακόμα μεγαλύτερο σε αυτή τη διοργάνωση για τη Γαλλία: από την αρχή του τουρνουά όλη η κουβέντα, εντός της χώρας, στα μέσα ενημέρωσης, σε κάθε απόπειρα προσέγγισης της πορείας του Μουντιάλ, είχε ένα στόχο, την εκδίκηση από την Αργεντινή, για το χαμένο Κύπελλο του 2022. Αυτή η εμμονική προσέγγιση των Γάλλων για την albiceleste ίσως τους εμπόδισε να δουν καθαρά ότι στον ημιτελικό αντιμετώπιζαν μια ομάδα που είχε την ποιότητα να υψώσει τεράστια εμπόδια στην πορεία της προς τον τελικό. Το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο στον αγωνιστικό χώρο: οι Γάλλοι για πρώτη φορά στο Μουντιάλ εμφανίστηκαν “αδιάβαστοι” και από την στιγμή που έγινε το φάουλ του Digne πάνω στον Yamal, το οποίο έδωσε την ευκαιρία στον Oyarzabal να ανοίξει το σκορ με πέναλτι, δε φαινόταν σε κανένα σημείο ότι μπορούσαν να ανατρέψουν την κατάσταση. Οι Ισπανοί κρατούσαν το σκορ, κράτησαν και τη μπάλα, πέτυχαν ακόμα ένα γκολ με τον Pedro Porro, προκειμένου να χτίσουν μια διαφορά που δύσκολα θα μπορούσε να ανατραπεί δεδομένης της εικόνας της αναμέτρησης. Η Ισπανία διάβασε καλύτερα το παιχνίδι, δεν έβαλε κοντινές γραμμές στην άμυνα με μικρούς διαδρόμους επιτρέποντας το παιχνίδι των κοντινών πασών που είχε δείξει ότι μπορούσε να εκτελεί υπέροχα η Γαλλία. Έκοψε τους αντιπάλους της στη μέση αφήνοντας πάντα τη μεσοεπιθετική της γραμμή αρκετά μπροστά στο γήπεδο, έτοιμη να προκαλέσει επικίνδυνες καταστάσεις και να πετύχει γκολ. Η Ισπανία δεν έπαιζε καλύτερο ποδόσφαιρο από τη Γαλλία, αλλά ακολουθούσε πιο πιστά την ποδοσφαιρική λογική και η διαφορά της ποιότητας και του ατομικού ταλέντου δεν ήταν αρκετή για να υποσκελίσει αυτή την πραγματικότητα. Έτσι, η Roja πέρασε αφ’ενός ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί στον τελικό, ενώ κέρδισε και μια συμβολικού χαρακτήρα μονομαχία, φεύγοντας με τη νίκη από την τρίτη συνεχόμενη αναμέτρηση με αντίπαλο τη Γαλλία σε ένα ευρωπαϊκό ντέρμπι που αποκτά κλασικά χαρακτηριστικά.
Κι αν ο πρώτος ημιτελικός χαρακτηριζόταν από το νεωτερισμό ενός νέου αναδυόμενου ευρωπαϊκού ντέρμπι, ο δεύτερος ημιτελικός ήταν μία από τις κλασικότερες μονομαχίες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, που οι ρίζες της βρίσκονται στον 19ο αιώνα, στο 1893, όταν οι Σκωτσέζοι, οι πρώτοι μεγάλοι αντίπαλοι τον Άγγλων και όσο αφορά τα διεθνή παιχνίδια αλλά και όσο αφορά την τακτική προσέγγιση του σπορ, έφτιαξαν στην Αργεντινή την εθνική ποδοσφαιρική ομοσπονδία. Έχει αναφορές στο 1913, όταν η Racing έγινε η πρώτη αμιγώς αργεντίνικη ομάδα που κέρδισε το πρωτάθλημα στη χώρα της, ανοίγοντας το δρόμο για την αντίληψη του ποδοσφαίρου ως εθνικού πολιτιστικού στοιχείου της criollo κοινωνίας της. Έχει αναφορές στο 1966, την πρώτη αναμέτρηση των δύο ομάδων σε Μουντιάλ, μια χρονιά που η Αγγλία, στην έδρα της, έφτασε μέχρι τον τελικό και την κατάκτηση. Έχει αναφορές σε έναν πόλεμο, το 1982, με αντιμέτωπους μια δικτατορική κυβέρνηση, την αποθέωση του εγκληματικού βρετανικού φιλελευθερισμού, τον ύπουλο ρόλο της γαλλικής διπλωματίας και θύματα, όπως πάντα, τους λαούς του κόσμου, στη συγκεκριμένη περίπτωση το λαό της Αργεντινής. Έχει αναφορές στο 1986, στο πιο συμβολικό και στο πιο θρυλικό γκολ που έχουν επιτευχθεί ποτέ σε Μουντιάλ – και τα δύο από τον ίδιο άνθρωπο, στον ίδιο αγώνα. Έχει αναφορές σε όλες τις μονομαχίες που ακολούθησαν και έβλεπαν πάντα πίσω τους αυτή την Ιστορία.

Στο επικό παιχνίδι της Atlanta, στην ιστορικότερη αναμέτρηση του φετινού Μουντιάλ, που χάρισε στιγμές και αφήγηση για να τυπωθούν στο μεγάλο βιβλίο της ποδοσφαιρικής ιστορίας, η Αγγλία έπρεπε να κάνει τη δική της υπέρβαση, απέναντι σε έναν αντίπαλο από τους λίγους που της προκαλούν ιστορική αδυναμία, που μεταφράζεται και σε ψυχολογικό βάρος, αλλά και μπροστά σε ένα στόχο που δεν είχε επιτευχθεί για 60 χρόνια, τη συμμετοχή σε έναν τελικό. Οι Άγγλοι είχαν δείξει καλύτερη εικόνα όσο αφορά την κυκλοφορία της μπάλας, την επιθετική πολυφωνία, την κατάσταση των καλύτερων παιχτών τους, ωστόσο είχαν δυσκολευτεί σχεδόν σε κάθε παιχνίδι. Είχαν πείσει μόνο στο δεύτερο ημίχρονο απέναντι στην Κροατία, όμως δυσκολεύτηκαν με τη Γκάνα, τον Παναμά, τη ΛΔ του Κονγκό, το Μεξικό, σε ένα ματς ειδικών βεβαίως συνθηκών στο Azteca, και φυσικά απέναντι στην αξιόμαχη Νορβηγία. Έτσι, απέναντι σε μια ομάδα που είχε δείξει ότι καταφέρνει να ανατρέπει τις εις βάρος της καταστάσεις εκεί που δείχνει πλήρη αδυναμία αντίδρασης. Είναι εξαιρετικά μεγάλο το ενδιαφέρον για το πώς η Αγγλία και ο προπονητής της, ο Thomas Tuchel, “ξέχασαν” αυτή τη λεπτομέρεια. Η αντιμετώπιση του παιχνιδιού, με την παράδοση και των τελευταίων μέτρων στην άμυνα, που έφερνε την Αργεντινή σταθερά σε θέση βολής, παρά την ύψωση του αμυντικού τείχους, ήταν μια καλή προσθήκη στο script που συνέχιζε να ακολουθεί η albiceleste για να πετυχαίνει ηρωικές ανατροπές. Κι αν αυτή η ήττα θα μπορούσε υπό φυσιολογικές συνθήκες να αποτελέσει αιτία τεράστιων συζητήσεων στην Αγγλία και εντάσεων για το μέλλον της εθνικής ομάδας, η γενικότερη παραφιλολογία που είχε κυριαρχήσει βοήθησε η όποια εσωτερική κριτική να περάσει σε δεύτερη μοίρα και πολύ γρήγορα να εξαφανιστεί.
Στον μικρό τελικό, τον οποίο οι Γάλλοι και Άγγλοι ποδοσφαιριστές είχαν δηλώσει ότι δεν ήθελαν να παίξουν, είδαμε στην ουσία μια παρωδία του ποδοσφαίρου, μια φιλική αναμέτρηση, μακριά από την ένταση ενός Μουντιάλ. Το μόνο παράδοξο ήταν ότι τα στατιστικά των διοργανώσεων συνέχιζαν να μετράνε, ανακηρύσσοντας έτσι τον Kylian Mbappé πρώτο σκόρερ σε όλη την Ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Αυτό το παιχνίδι, που κέρδισε με την ποιότητά του ο Bellingham, εκεί που οι Γάλλοι έδειχναν ότι μπορούν να ανατρέψουν το εις βάρος τους 0-4 του πρώτου ημιχρόνου, ήταν και το τελευταίο του Didier Deschamps, μιας τεράστιας προσωπικότητας, δημιουργού μιας μεγάλης παράδοσης για τη Γαλλία, που είναι ακόμα νωρίς για να κριθεί σε όλη της την έκταση.
Στο μεγάλο τελικό της Νέας Υόρκης, η Ισπανία επανέλαβε σε υπερθετικό βαθμό την ποδοσφαιρική της προσέγγιση, έπνιξε το παιχνίδι της Αργεντινής, έκανε περίπου 850 πάσες σε όλα τα μήκη και πλάτη του γηπέδου, ανακτούσε άμεσα την κατοχή της μπάλας, εξαφάνισε τον Messi που δοκίμασε να παίξει από πολλά διαφορετικά σημεία και με όλη αυτή την εκπληκτική εμφάνιση όσο αφορά όλες τις στατιστικές κατηγορίες, με την επιχείρηση 22 σουτ έναντι 0 των αντιπάλων της στο 90λεπτο, κατάφερε να κερδίσει πανάξια και υπερδίκαια τον τίτλο με το γκολ που πέτυχε ο Ferran Torres στο 107ο λεπτό της αναμέτρησης, στο δεύτερο ημίχρονο της παράτασης, όταν πλέον η Αργεντινή αγωνιζόταν με 10 παίχτες λόγω της αποβολής του Enzo Fernandez στη λήξη της κανονικής διάρκειας. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που έσπευσαν να μιλήσουν για τη διαφορά στην απόδοση των δύο ομάδων και να χαρακτηρίσουν το αποτέλεσμα “ποδοσφαιρική δικαιοσύνη”. Το αποτέλεσμα ήταν δίκαιο – όμως αυτός ήταν ο τελικός ενός Μουντιάλ, όχι ενός τουρνουά ακαδημιών, ερασιτεχνών, ή βετεράνων. Σε αυτές τις μεγάλες διοργανώσεις, ανεξάρτητα με το αν κάποιος αξίζει ή όχι τον τίτλο (που συνήθως τον αξίζει), αυτό που μετράμε προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε την ιστορική εξέλιξη του ποδοσφαίρου είναι το περιεχόμενο, πολύ περισσότερο από το αποτέλεσμα. Στη θέση αυτή θα μπορούσε κανείς να προσθέσει άπειρα αποφθέγματα μεγάλων διαμορφωτών του ποδοσφαίρου, όπως του Cruyff, του Sacchi και άλλων, αλλά είναι τόσες πολλές αυτές οι αναφορές που ποτέ δε θα μπορούσαν να είναι αρκετές ώστε μέσω του πλήθους να πείσουν όποιον δε θέλει να πειστεί.

Η νίκη της Ισπανίας δε μπορεί να θεωρηθεί βήμα εμπρός για την αισθητική του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Χρειάζεται μια διευκρίνιση, καμία άλλη ομάδα δεν πρότεινε κάποια καλύτερη προσέγγιση, ώστε να θεωρήσει κανείς ότι μία από τις υπόλοιπες τακτικές αντιλήψεις που παρουσιάστηκαν είναι το μέλλον ή η ελπίδα για το παιχνίδι – και αυτό είναι ίσως ένα κεντρικό αρνητικό συμπέρασμα του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026. Ένα ποδόσφαιρο χωρίς καμία επικέντρωση στην κάθετη πάσα, με μηχανικές κινήσεις που παρά την άρτια εκτέλεσή τους δε δημιουργούν ένταση και εξέλιξη των στοιχείων που εμφανίζονται ως έμπνευση μέσα στο σπορ, δε μπορεί να είναι αυτό που ονειρευόμαστε μετά από δεκαετίες χτισίματος διαφορετικών συστημάτων και πιο ρευστών προσεγγίσεων με μίγματα διαφορετικών σχολών να παντρεύονται για ένα ποδόσφαιρο που ενθουσιάζει. Παρά το γεγονός ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα παρακολουθούμε σε διασυλλογικό επίπεδο στην Ευρώπη, με την Paris Saint Germain του Luis Enrique να αποτελεί παράδειγμα εξέλιξης των ιδεών προηγούμενων δεκαετιών, η Ισπανία του ακούραστου και τίμιου εργάτη de la Fuente δεν είχε αυτά τα χαρακτηριστικά. Εδώ φυσικά υπάρχει και ένα μεγάλο ερώτημα για το αν η ποδοσφαιρική εξέλιξη μπορεί πλέον να εκφραστεί στις διεθνείς αναμετρήσεις και δεν είναι ένα αποκλειστικό προνόμιο των συλλόγων με τα σχεδόν 100 παιχνίδια ανά σεζόν και τη σταθερή συμμετοχή σε διοργανώσεις με γνωστούς αντιπάλους που όλοι εξελίσσονται ταυτόχρονα. Οι απαντήσεις δεν είναι μονοσήμαντες και δεν είναι εύκολες – όμως αν δε μπορεί να συμβεί πλέον το “θαύμα” της εμφάνισης μιας νέας ποδοσφαιρικής έμπνευσης σε ένα Μουντιάλ, αυτό σημαίνει ότι για ακόμη ένα λόγο, πέρα από το γεωγραφικό περιορισμό της ποδοσφαιρικής ελίτ, το Μουντιάλ πέθανε. Όλοι μάλλον ευχόμαστε κάτι τέτοιο να μην είναι αλήθεια.
Αργεντινή – η μεγάλη ιστορία του Μουντιάλ
Πέρα από την καταγραφή των ποδοσφαιρικών αποτελεσμάτων, όμως, της γενικότερης σκιαγράφησης του παιχνιδιού προκειμένου να συντεθεί η παγκόσμια εικόνα του, όπως αποτυπώνεται σε κάθε Μουντιάλ, η ιστορία της διοργάνωσης δεν είναι ποτέ μόνο τα όσα γίνονται στον αγωνιστικό χώρο. Όλη η Ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων, από τη διαδικασία έμπνευσης και ίδρυσης του θεσμού, μέχρι το πέρασμά του στις διάφορες εποχές, των πολέμων, της φαινομενικά αέναης ειρήνης, της εμπορευματοποίησης, της ολιγαρχίας, είναι μια Ιστορία που επεκτείνεται και γίνεται πολιτική, πολιτιστική, κοινωνική, μέχρι και διπλωματική. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον απόλυτο κανόνα και αν κανείς επιχειρήσει να διηγηθεί με τα ίδια αυτά κριτήρια τη δική του ιστορία θα χρειαστεί να εξετάσει και να αφηγηθεί τα όσα συνέβησαν από μια ομάδα, χάρη σε μια ομάδα, γύρω από μια ομάδα και με αφορμή την πορεία μιας ομάδας. Η πραγματική ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026 είναι η πορεία της Αργεντινής.

Λόγω της ιδιαίτερης συναισθηματικής σχέσης που έχω με τον πολιτισμό και το ποδόσφαιρο της χώρας αυτής, προσπάθησα αρκετά να θέσω στην πραγματική τους διάσταση τα φαινόμενα που αφορούσαν την πορεία της εθνικής της ομάδας. Έτσι, υπήρχε ο κίνδυνος μιας βεβιασμένης υποτίμησης των ίδιων των γεγονότων και των φαινομένων που αντανακλώνται σε αυτά. Όμως, αν θέλει κανείς να εξετάσει την ιστορία του παρόντος ψύχραιμα και η όποια καταγραφή να έχει μια αξία ως παρακαταθήκη, δε μπορεί να επιχειρήσει την εξιστόρηση χωρίς να προτάξει μια τίμια και ειλικρινή ματιά. Για το λόγο αυτό χρειάστηκε να γίνει μια προσεχτική ανασκόπηση όλων των γεγονότων που θα καταγραφούν στην Ιστορία μαζί με το Μουντιάλ του 2026, ώστε να μπορεί να επιβεβαιωθεί ότι το επίκεντρο ήταν η ομάδα της Αργεντινής.
Το ότι μια ομάδα που δεν κέρδισε τον τίτλο δεν είναι το κεντρικό θέμα της διοργάνωσης, δεν είναι ούτε κάτι απαγορευτικό, ούτε κάτι πρωτόγνωρο. Όταν αναφερόμαστε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954, που κέρδισε η Δυτική Γερμανία, η μεγάλη ιστορία αφορά τη θρυλική ομάδα των Ούγγρων, την Aranycsapat, που έχασε απρόσμενα στον τελικό. Όταν ανατρέχουμε στο τουρνουά του 1974, που και πάλι κέρδισε η Δυτική Γερμανία, στο επίκεντρο βρίσκεται η Ολλανδία, με το totaalvoetbal, που έχασε και πάλι στον τελικό. Το 2026 η Αργεντινή, η ομάδα που έχασε στον τελικό, σε αντίθεση με τις προηγούμενες δύο, δε βρίσκεται στο επίκεντρο για το νεωτερισμό του ποδοσφαίρου που παρουσίασε, αλλά για τρεις άλλους λόγους: ο πρώτος είναι η παρουσία του Lionel Messi και το πώς μια ομάδα φτιάχνεται στα μέτρα ενός ποδοσφαιριστή, όταν αυτός είναι ο κορυφαίος όλων των εποχών, για να διεκδικήσει μια διοργάνωση κόντρα σε ορθολογικές τακτικές προσεγγίσεις, ο δεύτερος είναι ο τρόπος που η Αργεντινή κέρδισε όλα τα παιχνίδια της στη φάση των νοκ-άουτ, που για καθαρά ποδοσφαιρικούς λόγους θα περάσει στην Ιστορία, ο τρίτος είναι όλη η συζήτηση που εκτυλίχθηκε γύρω από τη διοργάνωση, κατά τη διάρκειά της, που αφορούσε σε ακραίο βαθμό σχεδόν αποκλειστικά την ομάδα της Αργεντινής. Μια λυσσαλέα οργανωμένη καμπάνια πέτυχε αυτό που θα μπορούσε να επιθυμεί ο κάθε Αργεντίνος: να γίνει η χώρα του το επίκεντρο της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής συζήτησης, το σημείο αναφοράς. Ακόμα κι αν η καμπάνια αυτή περιείχε τοξικότητα και μίσος απέναντι στην Αργεντινή, ουσιαστικά έβαλε την albiceleste στον προβολέα αυτής της διοργάνωσης, ενδεχομένως επισκιάζοντας και άλλες ομάδες που θα μπορούσαν να πρωταγωνιστήσουν. Το ποδόσφαιρο είναι το λαοφιλέστερο σπορ γιατί καθετί γίνεται μέσα στο γήπεδο έχει αξία όταν μπορεί να γεννήσει ιστορίες, που θα μπορούν να διηγηθούν οι άνθρωποι για χρόνια. Ε, η μόνη πρωταγωνίστρια ομάδα που φεύγει με τέτοιες ιστορίες από τα γήπεδα της Βόρειας Αμερικής, είναι η albiceleste.

Όμως πριν από τις ιστορίες που εκτυλίχθηκαν μετά την 11η Ιουνίου, όταν ξεκίνησε το Μουντιάλ, είναι σημαντικό να εστιάσει κανείς στη βάση, που διαμόρφωσε σε πολύ μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα και το μέταλλο αυτής της αργεντίνικης ομάδας. Η λεγόμενη Scaloneta είναι μακράν η πιο αγαπημένη εθνική ομάδα στην Ιστορία της Αργεντινής. Μιλώντας για μια χώρα που έχει 7 παρουσίες σε τελικούς Μουντιάλ, συμπεριλαμβανομένης και της πρώτης διοργάνωσης, 3 Παγκόσμια Κύπελλα και δύο από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών να μοιράζονται την ίδια εθνικότητα, το να είναι μια συγκεκριμένη σύνθεση ποδοσφαιριστών η πιο αγαπημένη στην Ιστορία της χώρας είναι τεράστιο πράγμα. Οι Αργεντίνοι, ανεξάρτητα με τα αποτελέσματα αυτής της ομάδας, ένιωθαν χαρά και μόνο που την έβλεπαν να εμφανίζεται, πριν ακόμα γνωρίζουν πώς θα παίξει. Ένιωθαν τυχεροί που μπορούσαν να ζουν τις στιγμές της, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα. Αυτός είναι ένας τεράστιος ψυχολογικός παράγοντας, ειδικά στις διεθνείς διοργανώσεις που έχουν μικρότερη διάρκεια από τα πρωταθλήματα και πολύ μεγαλύτερη ένταση. Είναι ίσως ένας καταλυτικός παράγοντας που οδήγησε αυτή την ομάδα, οριακά πολλές φορές, να κατακτά κάθε διοργάνωση που συμμετείχε από το 2021, με 2 Copa America, 1 Μουντιάλ και μια μικρότερης σημασίας αλλά προσμετρώμενης ως τίτλου Finalissima. Πέρα από τους ποδοσφαιριστές, της ίδιας εκτίμησης χαίρει και το τεχνικό της team, αποτελούμενο από μεγάλες μορφές που φόρεσαν την albiceleste και πλαισιώνουν τον Lionel Scaloni. Αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν και ένας από τους λόγους που προτιμήθηκε η ομοιογένεια, με την κλήση 17 ποδοσφαιριστών που είχαν κατακτήσει το Μουντιάλ του 2022, ακόμα κι αν αυτό λειτουργούσε αρνητικά όσο αφορά το μέσο ηλικιακό όρο της ομάδας. Αυτή η μοναδική σχέση ενός λαού με την εθνική του ομάδα έχει ελάχιστα αντίστοιχα παραδείγματα στην Ιστορία, που όλα αποτελούν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο που αξίζει να μελετηθεί ξεχωριστά.
Η παρουσία του Lionel Messi, στα 39 του χρόνια, σε ένα Μουντιάλ, κάτι που ήταν πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς στις 18 Δεκέμβρη του 2022, όταν κατακτούσε τον τίτλο στο Lusail, έκανε το δεσμό αυτό ακόμα πιο ισχυρό. Σε μια χώρα που διψάει για ποδοσφαιρική μυθολογία, η συμμετοχή του επιβεβαιωμένα πλέον κορυφαίου ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, σε αυτή την ηλικία, με αυτές τις επιδόσεις σε κάθε αγώνα, έκανε τη σχέση όλων με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα παραπάνω από οπαδική, συναισθηματική. Λόγω και μιας σειράς παραγόντων, που είτε έγιναν γνωστοί είτε όχι, ανάγκαζαν τους ήδη λαοφιλείς ποδοσφαιριστές να επιχειρούν σε κάθε αγώνα υπερβάσεις – με την παρουσία του Messi να είναι από μόνη της μια υπέρβαση, ο ακραίος συναισθηματισμός ξεπερνούσε κάθε όριο που ένας εξωτερικός και περιστασιακός παρατηρητής δε θα μπορούσε να καταλάβει. Αυτός είναι ο λόγος που σε κάθε γκολ, σε κάθε αγώνα, ύστερα από κάθε νίκη, ο τρόπος που εκφράζονταν τα συναισθήματα ήταν κυρίως τα δάκρυα. Δεν έκλαιγε κανείς επειδή ήταν στεναχωρημένος, έκλαιγαν όλοι επειδή το μυαλό καταλάβαινε ότι αυτό που ζούσαν και αυτό που πετύχαιναν ξεπερνούσε αυτά που η λογική μπορεί να χωρέσει μέσα στη χαρά και τον ενθουσιασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Μουντιάλ του 2026 ήταν μοναδικό και θα παραμείνει αξέχαστο για όσους συνδέθηκαν με αυτή την ομάδα της Αργεντινής. Οι ιστορίες αυτού του δεσμού θα γραφτούν στο μέλλον, στα βιβλία που καταγράφονται οι πιο όμορφες ποδοσφαιρικές ιστορίες, οι οποίες δεν τελειώνουν πάντα με έναν τίτλο – αλλιώς θα ήταν παραμύθια.

Αυτή η τροπή της Ιστορίας μιας ομάδας και ενός ποδοσφαιριστή, που το 2016 έμοιαζαν να έχουν φτάσει στο ναδίρ τους, άδειοι από ψυχικά αποθέματα για να αφήσουν οποιοδήποτε σημάδι στην ιστορία του διεθνούς ποδοσφαίρου, προστάτευε ουσιαστικά όλους τους εμπλεκόμενους από διαφορετικές και τοξικές αφηγήσεις, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματά της στο τελευταίο Μουντιάλ του κορυφαίου όλων. Αυτός ο δεσμός, αυτή η ιστορική τροπή ήταν εκείνη που μπήκε στο στόχαστρο από μια οργανωμένη καμπάνια, με ανώνυμους και επώνυμους συντελεστές, προκειμένου να αποδομηθεί. Είναι ευτυχές έργο ότι το ποδόσφαιρο δεν τους έκανε τη χάρη – ούτε καν στον τελικό! Το ποιοι είχαν συμφέρον από μια τέτοια επίθεση, σε μία από τις πιο όμορφες ποδοσφαιρικές ιστορίες, είτε θα το δείξει η Ιστορία, είτε θα μείνει για πάντα στη λήθη, δεν υπάρχει καμία ανάγκη για ανάπτυξη θεωριών. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια δεδομένα που δε μπορούν να μη ληφθούν υπόψη: το ένα είναι η αέναη και ανόητη φανταστική κόντρα του Cristiano Ronaldo που σε κάθε του δήλωση έδειχνε και ο ίδιος ότι είχε ανάγκη να συγκριθεί με τον Lionel Messi, μια υποτιθέμενη σύγκρουση που κρατούσε για πολλά χρόνια με ορκισμένους υποστηρικτές ενός ποδοσφαιριστή (ό,τι πιο αντιποδοσφαιρικό υπάρχει το να υποστηρίζεις μια μονάδα στο ποδόσφαιρο) που είχαν ανάγκη να σηκώσουν σε μέσα ενημέρωσης και άλλους διαύλους επικοινωνίας την επιχειρηματολογία που τροφοδοτούσε αυτή την υποτιθέμενη κόντρα. Ένα άλλο στοιχείο είναι η σταθερή και μοναδική παρουσία της Αργεντινής ως αντίβαρου του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου στις παγκόσμιες διοργανώσεις, όντας η μοναδική ομάδα εκτός Ευρώπης που έχει αποκλείσει 8 ευρωπαϊκές ομάδες σε Μουντιάλ από το 2006 ως σήμερα, με το Μαρόκο να την ακολουθεί με 3 και τις Κόστα Ρίκα, Ηνωμένες Πολιτείες, Παραγουάη και Ουρουγουάη να έχουν πετύχει κάτι τέτοιο από μία φορά. Αυτά τα δύο στοιχεία θα μπορούσαν να αναφέρονται αυθαίρετα αν δε συνδέονταν με συγκεκριμένες επικοινωνιακές κινήσεις κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ, των οποίων οι δημιουργοί είναι γνωστοί και επώνυμοι. Πίσω από τις επώνυμες κινήσεις, ωστόσο, ακολουθούσε και μια πολύ πιο ακραία καμπάνια από γενικά ανώνυμους παράγοντες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για της οποίας την οργάνωση είναι δύσκολο να υπάρξουν αποδείξεις και τεκμήρια.
Η Αργεντινή ξεκίνησε την πορεία της σε έναν εύκολο σχετικά όμιλο, με αντιπάλους την Αλγερία, την Αυστρία και την Ιορδανία. Η προετοιμασία της δεν περιείχε δυνατές αναμετρήσεις, με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά δύσκολο να κριθεί το επίπεδο ποδοσφαίρου που μπορούσε να παίξει αυτή η ομάδα. Η έναρξη, με αντίπαλο την Αλγερία, δεν ήταν θριαμβευτική, παρά μόνο για τον Messi που με ένα προσωπικό hat-trick τρέλανε στην κυριολεξία όποιον περίμενε να έχει μια μέτρια παρουσία σε αυτή τη διοργάνωση. Ήταν το πρώτο χτύπημα που έδειχνε ότι η ποδοσφαιρική του ιδιοφυΐα βρισκόταν σε θέση να πετύχει ακόμα ένα θαύμα και ακόμα περισσότερο, η ομάδα του δεν ήταν προγραμματισμένη για να παίζει θαυμάσιο ποδόσφαιρο, αλλά να υπηρετεί τη δική του ιδιοφυΐα, κάνοντας τις εκτιμήσεις για την πορεία της albiceleste πολύ δύσκολες. Για το λόγο αυτό, η καμπάνια αποδόμησης ξεκίνησε νωρίς. Ακόμα κι αν το εναρκτήριο αυτό παιχνίδι για την προσπάθεια της Albiceleste ξεκινούσε σε μια πολύ δύσκολη ώρα για τη Δυτική Ευρώπη, το πρωί της 17ης Ιουνίου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχαν γεμίσει με μια εικόνα που το παπούτσι του Messi ακουμπάει με τις τάπες τη γάμπα του Aïssa Mandi. Μπορεί το συγκεκριμένο φάουλ να μην επηρέασε το παιχνίδι, πέρα από την παραμονή του Messi σε αυτό, αλλά η συγκεκριμένη φάση συζητήθηκε ως ανύκουστο σκάνδαλο, η φωτογραφία επαναλαμβανόταν και φαινόταν ότι η συζήτηση γύρω από το Μουντιάλ δε θα μπορέσει να παραμείνει σε υγιή επίπεδα. Το γεγονός ότι ο Messi απειλούσε να γίνει ο κορυφαίος σκόρερ στην Ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων ίσως έπρεπε κάπως να επισκιαστεί. Στην ανάλυση που διενεργήσαμε μετά το τέλος του Μουντιάλ, βρήκαμε τουλάχιστον 2 ακόμα αντίστοιχες περιπτώσεις που δεν παρατηρήθηκαν ούτε με την κίτρινη κάρτα και αν και τις μετρήσαμε ως διαιτητικά λάθη βρήκαμε ότι καμία σχέση δεν είχε η ένταση της συζήτησης που ακολούθησε γύρω από αυτά. Ήταν μια μεταγενέστερη απόδειξη μιας αρχικής θεώρησης ότι όλη αυτή η παραφιλολογία δεν ήταν μια αθώα υπόθεση.

Στο δεύτερο παιχνίδι, με αντίπαλο την Αυστρία, ο Messi πέτυχε και τα δύο γκολ της ομάδας του, φτάνοντας στα 5 στο Μουντιάλ, περνώντας πρώτος στον ιστορικό πίνακα των σκόρερ. Στην αναμέτρηση με την Ιορδανία πέρασε στο παιχνίδι ως αλλαγή, για να πετύχει ακόμα ένα γκολ. Σε τρία παιχνίδια ο Messi είχε πετύχει 6 γκολ, όσα δηλαδή σε αρκετές διοργανώσεις ήταν αρκετά για να εξασφαλίσουν σε έναν ποδοσφαιριστή τον τίτλο του πρώτου σκόρερ. Οι αντίπαλοι δεν ήταν μεγαθήρια, αλλά σπάνια οι ποδοσφαιριστές που είχαν πετύχει τόσα πολλά γκολ τα είχαν καταφέρει μόνο απέναντι σε ισχυρές ομάδες. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ατομική διάκριση ενδιέφερε ίσως μόνο εκείνους – τους πολλούς και λαλίστατους, βέβαια – που είχαν ανάγκη να υπερασπιστούν προσωπικά έναν ποδοσφαιριστή που δεν κατάφερε να σκοράρει απέναντι στη ΛΔ του Κονγκό. Άραγε, ποιον μπορούν να πείσουν ότι αγαπούν το ποδόσφαιρο;
Το σημαντικό στοιχείο ήταν ότι παρά το γεγονός ότι η Αργεντινή δεν απέδιδε καλό ποδόσφαιρο, οι φίλοι της Scaloneta έφταναν με όλο και μεγαλύτερους αριθμούς στα βορειοαμερικανικά γήπεδα, θέλοντας να ζήσουν τις ιστορικές στιγμές γύρω από αυτή την ομάδα και τον ηγέτη της, τον Messi. Πολλά μπορούσε να σκεφτεί κανείς για την προσέγγιση του παιχνιδιού, που δημιουργούσε μια εξαιρετικά αργή κίνηση στο γήπεδο, κυρίως όταν οι Αργεντίνοι είχαν στα πόδια τους τη μπάλα, που χαριτολογώντας κανείς θα μπορούσε να παρομοιάσει με το παιχνίδι Γερμανίας-Ελλάδας που κατασκεύασαν οι Monty Python το 1972.
Στο πρώτο παιχνίδι νοκ-άουτ η Αργεντινή θα αντιμετώπιζε το Πράσινο Ακρωτήρι, τη μεγάλη έκπληξη του ομίλου του, που έφερε ισοπαλία με την Ισπανία και άφησε εκτός συνέχειας την Ουρουγουάη. Δεδομένης της διαμόρφωσης του ταμπλό, η Αργεντινή έμοιαζε να έχει ένα εύκολο έργο ως τα προημιτελικά και σχετικά εύκολο ως τα ημιτελικά, όπου θα βρισκόταν βάσει προγνωστικών όλες οι κορυφαίες ομάδες του κόσμου. Όμως το Πράσινο Ακρωτήρι, στον αγώνα απέναντι στους Παγκόσμιους Πρωταθλητές έδειξε ότι μόνο εύκολος αντίπαλος δε θα έπρεπε να θεωρείται. Σε πολύ δύσκολες συνθήκες για να παίξει κανείς ποδόσφαιρο, με υψηλές θερμοκρασίες και υψηλή υγρασία, εκεί που πράγματι χρειάζονταν τα διαλείμματα ενυδάτωσης, η Αργεντινή έκανε το λάθος σε πολλές στιγμές του παιχνιδιού να αντιμετωπίσει με υπεροψία τους αντιπάλους της. Εκείνοι όμως έδιναν το παιχνίδι της ζωής τους, κατάφεραν να ισοφαρίσουν μια φορά στο δεύτερο ημίχρονο και κατάφεραν να ισοφαρίσουν ξανά στην παράταση με ένα εξαιρετικό γκολ του Sidny Lopes Cabral, ένα από τα ομορφότερα που έχουμε δει σε Μουντιάλ. Η συζήτηση που ακολούθησε αυτό το παιχνίδι δεν είχε χαρακτηριστικά ακραίας τοξικότητας, ίσως επειδή φαινόταν και ότι η συγκεκριμένη ομάδα της Αργεντινής δεν ήταν το φόβητρο για τις μεγάλες ομάδες που είχε εμφανιστεί στο Κατάρ και ότι η παρουσία του Messi δε μπορούσε να λύνει με μαγικό τρόπο όλες τις αδυναμίες της.

Όμως στη φάση των “16” αποκλείστηκε η Πορτογαλία από την Ισπανία, ενώ στο παιχνίδι της Γαλλίας με την Παραγουάη οι Guaraní έπαιξαν με το δικό τους “αργεντίνικο” τρόπο, που θα μπορούσε να προκαλέσει δύσκολες καταστάσεις για κάθε ομάδα στη διοργάνωση. Η ακραία συζήτηση που ξεκίνησε μετά από εκείνο το παιχνίδι, για αντιαθλητικά μαρκαρίσματα, που φυσικά δεν είχε καμία σχέση με τη σχεδόν ανύπαρκτη συζήτηση για την εμφάνιση του Κατάρ απέναντι στον Καναδά, συμπεριλάμβανε ιστορίες για μια διαιτησία που προστατεύει τις ομάδες που δεν παίζουν όμορφο ποδόσφαιρο. Δύο μέρες μετά από εκείνη την αναμέτρηση η Αργεντινή είδε τον διαιτητή Letexier να τιμωρεί σχεδόν κάθε διεκδίκηση των παιχτών της απέναντι στην Αίγυπτο, σε μια αναμέτρηση που η Albiceleste είχε και τον έλεγχο και την κατοχή της μπάλας αλλά δημιούργησε και πάρα πολλές ευκαιρίες, που όμως δε γίνονταν γκολ. Η Αίγυπτος προηγήθηκε με 2-0, ενώ πέτυχε και ακόμα ένα γκολ, λίγο πριν πετύχει το δεύτερο, από φάση που ξεκίνησε με φάουλ πάνω στον Lisandro Martínez και έτσι το γκολ ακυρώθηκε μετά από έλεγχο του VAR. Η Αργεντινή που βρισκόταν με την πλάτη στον τοίχο ανέλαβε δράση από το 78ο λεπτό και μετά και με τον ίδιο τον Messi να οργιάζει, βγάζοντας μια assist και πετυχαίνοντας ένα γκολ, υπήρχε κάθε λόγος να ξανανοίξει η τοξική συζήτηση. Το παιχνίδι δε χρειάστηκε να πάει στην παράταση, καθώς στις καθυστερήσεις ο Lautaro Martinez κράτησε τη μπάλα, τη ζύγισε, περίμενε τον Enzo Fernandez που κινούνταν στην αριστερή πτέρυγα, έβγαλε μια αριστοτεχνική σέντρα και ο Enzo με μια κίνηση του σώματος για να γίνει αφίσα σε δωμάτια πέτυχε τη μεγάλη ανατροπή. Η Αργεντινή, μετά από ένα δύσκολο παιχνίδι, με ιδιαίτερη ποδοσφαιρική ομορφιά, απέναντι στο Πράσινο Ακρωτήρι, που αρνούνταν να χάσει από οποιονδήποτε αντίπαλο, έδειχνε ότι μέσα σε 15 λεπτά μπορεί να ανατρέψει κάθε αποτέλεσμα, ακόμα κι εκεί που φαίνεται ότι δεν υπάρχουν πια δυνάμεις και ενέργεια. Υπήρχε πάντα όμως ποδοσφαιρική σκέψη και από εκείνο το παιχνίδι με την Αίγυπτο ξεκίνησε μια σειρά από θαυμάσια γκολ των Αργεντίνων, που έχουν λόγο να συμπεριλαμβάνονται στις πιο όμορφες φάσεις της διοργάνωσης.
Το τι έγινε μετά από εκείνο το παιχνίδι δεν περιγράφεται. Με ευθύνη και του προπονητή της Αιγύπτου, Hossam Hassan, που μίλησε για στημένη διοργάνωση, καθώς και τις δηλώσεις του Αιγύπτιου επιθετικού Zico, άνοιξε ο ασκός του αιόλου, ώστε να διαδίδονται κοινά ψεύδη για στημένη διοργάνωση, για τη διαφθορά στη FIFA, για τον ύποπτο ρόλο του VAR που υποστηρίζει την Αργεντινή κλπ. Σαν να μην έφτανε αυτό, η ύπαρξη μιας σημαίας του Ισραήλ δίπλα από την έξοδο του αγωνιστικού χώρου, από έναν άνθρωπο που κανείς δε γνωρίζει φυσικά την εθνικότητά του, αλλά βρισκόταν εκεί για να προκαλέσει τον Αιγύπτιο προπονητή που είχε αφιερώσει την προηγούμενη πρόκριση στο λαό της Παλαιστίνης, άνοιξε μια άλλη τεράστια συζήτηση περί υποστήριξης της γενοκτονίας από τους Αργεντίνους και τον ίδιο το Messi. Η διπλή επίθεση, που αφορούσε αρχικά τη διαιτησία και στη συνέχεια συνοδεύτηκε με επίθεση στο λαό της Αργεντινής που χαρακτηρίστηκε “φιλοσιωνιστής” και “ρατσιστής”, μπορούσε να εξασφαλίσει τη συνέχεια αυτής της προπαγάνδας στο διηνεκές, ακόμα και μετά από την πρώτη έκρηξη των ψευδών ειδήσεων, όταν αυτές που αφορούν τις διαιτητικές αποφάσεις θα έχαναν το νόημά τους γιατί όλος ο κόσμος θα έβλεπε τα βίντεο που σχετίζονταν με τις αποφάσεις του VAR.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από εκείνο το παιχνίδι και μετά, μια σειρά από διάσημους, που για μερικούς δε γνωρίζει κανείς το ακριβές επάγγελμά τους, εμφανίστηκε να γίνεται κοινωνός αυτής της προπαγανδιστικής γραμμής. Ο Jimmy Kimmel, παρουσιαστής του ABC που είχε έρθει στο παρελθόν σε σύγκρουση με τον Trump και η βραδινή εκπομπή του είχε προσωρινά διακοπεί, βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει για τον Trump που έχει στήσει τη διοργάνωση για τον φίλο του τον Milei. Ο Jimmy Kimmel μπορεί να μην είχε ξαναμιλήσει ποτέ στη ζωή του για το ποδόσφαιρο, μπορεί να μην είχε δει ποτέ ποδόσφαιρο, μπορεί να μην είχε δει ούτε καν εκείνο το παιχνίδι της Αργεντινής με την Αίγυπτο, αλλά είχε λόγο να εκφράσει μπροστά σε εκατοντάδες εκατομμύρια τηλεθεατές αυτή την κάθε άλλο εμπεριστατωμένη άποψή του. Ο Trevor Noah, που ξεκίνησε μια σειρά live watching κατά τη διάρκεια των αγώνων του Μουντιάλ και σε κάθε αγώνα της Αργεντινής φορούσε τη φανέλα της αντιπάλου της, επαναλάμβανε το ίδιο μοτίβο. Μια σειρά από άλλους διάσημους ανθρώπους και άγνωστους διαδικτυακούς λογαριασμούς με μεγάλη απήχηση ήταν στην ίδια γραμμή. Μέσα σε λίγες μέρες όλος ο κόσμος είχε ακούσει ότι η Αργεντινή είναι μια χώρα που πρυτανεύει ο ρατσισμός και υποστηρίζεται η γενοκτονία των Παλαιστινίων.
Μικρή σημασία είχε η ανάδειξη της ιστορικής αλήθειας και στα κοινωνικά δίκτυα αλλά και με τη δημοσίευση σχετικών ακαδημαϊκών μελετών που αφορούσε τη θέση των αφροαργεντίνων στην εξέλιξη της κοινωνίας της Νότιας Αμερικής, τις διαφορές σε σχέση με τις γειτονικές της χώρες και την πραγματική διάσταση του ρατσισμού που υπάρχει και εκεί όπως δυστυχώς σε κάθε χώρα του πλανήτη. Λίγοι, μπορεί και κανείς, έμαθαν για τον Bernardino Rivadavia, τον αφρικανικής καταγωγής πρώτο πρόεδρο της χώρας. Κανείς δεν έμαθε το όνομα του Bernardo de Monteagudo, ήρωα του απελευθερωτικού αντιαποικιοκρατικού αγώνα που γεννήθηκε στο Tucumán από γονείς που είχαν φτάσει ως αφρικανοί σκλάβοι. Ελάχιστοι άκουσαν για το γεγονός ότι σε αντίθεση με τις δυτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, στην Αργεντινή ποτέ δεν υπήρχαν φυλετικοί διαχωρισμοί. Ένα άρθρο ενός μεγάλου βορειοαμερικανικού μέσου, που ανέλυε τους λόγους για τους οποίους δεν υπάρχουν μαύροι ποδοσφαιριστές στην εθνική ομάδα της Αργεντινής και είχε κάνει την εμφάνιση του το 2022, ξαναεμφανίστηκε, για να κάνει τη δική του θραύση και φυσικά να μην ακουστεί μαζικά η ανάλυση που εξηγούσε ότι στο πέρασμα των αιώνων ο αφροαργεντίνικος πληθυσμός δεν είναι τόσο διακριτός πολύ απλά επειδή υπήρξε μίξη των αμιγώς αφρικανικής καταγωγής Αργεντίνων με άλλες φυλές. Πόσο μάλλον, λίγοι έμαθαν για τη συμμετοχή των πρώην αφρικανών σκλάβων, μαζικά, στον αγώνα της ανεξαρτησίας από τους Ισπανούς. Μία φωτογραφία, ένα παραποιημένο βίντεο, μια ακραία ή παραποιημένη δήλωση, φτάνει πάντα πιο γρήγορα και σε περισσότερους από την οργανωμένη και τεκμηριωμένη γνώση.

Για τις ανάγκες της ίδιας προπαγάνδας, ξεκίνησαν να διαδίδονται κοινά ψεύδη, να αποδίδονται δηλώσεις που δεν υπήρξαν ποτέ σε παλαίμαχους ποδοσφαιρικούς αστέρες και μεγάλους προπονητές, όπου φαινόντουσαν όλοι να επιτίθενται στη FIFA, την Αργεντινή και τον Messi. Εμφανίζονταν φωτογραφίες του Messi από το ταξίδι του στην Ιερουσαλήμ το 2013, ακόμα κι αν στις ίδιες φωτογραφίες συμπεριλαμβάνονταν και οι συμπαίχτες του στη Barcelona, δημιουργώντας προβλήματα αργότερα, όταν η σχετική αφήγηση έπρεπε να αλλάξει πριν το μεγάλο τελικό. Η Αργεντινή για κάποιο λόγο έπρεπε να γίνει το κόκκινο πανί για όλο τον υπόλοιπο κόσμο, με κάθε μέσο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ελάχιστο μερίδιο από αυτή την επίθεση επικεντρώθηκε στον ακροδεξιό πρόεδρο της χώρας, Javier Milei, ακόμα κι αν θα μπορούσε κάτι τέτοιο φαινομενικά να βοηθήσει τον ίδιο σκοπό. Η απουσία του Milei από το στόχαστρο όλης αυτής της προπαγάνδας γεννά προφανώς ερωτήματα για την ιδεολογική της βάση.
Όμως στην Αργεντινή, όλα αυτά τα δημοσιεύματα λειτουργούσαν με το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Οι επιθέσεις στη χώρα, στο λαό της, οι προσωπικές επιθέσεις με αχαρακτήριστους τρόπους στους ποδοσφαιριστές, έκαναν το δεσμό μεταξύ των Αργεντίνων και της Scaloneta ακόμα πιο ισχυρό. Πλέον η ποδοσφαιρική ομάδα της χώρας δεν εκπροσωπούσε μόνο το ποδόσφαιρο, αλλά η ίδια η παρουσία της αποτελούσε τιμή για τους Αργεντίνους, που σε ένα πλαίσιο κοινωνικών συγκρούσεων δημιουργούσαν ένα καθολικό κύμα υποστήριξης για την ομάδα τους, γιατί οι άνθρωποι που αγωνίζονται εναντίον της λιτότητας και της αντιλαϊκής επίθεσης στην Αργεντινή έχουν εκ των προτέρων το υπόβαθρο να καταλάβουν από πού προερχόταν όλη αυτή η προπαγάνδα, που δεν ήθελε το καλό τους, ούτε λειτουργούσε για να υπερασπιστεί τα δικά τους ταξικά συμφέροντα.
Το παιχνίδι με την Ελβετία ήταν το πρώτο της Αργεντινής, στα νοκ-άουτ, απέναντι σε ευρωπαϊκή ομάδα. Εκεί που η Αργεντινή άνοιξε το σκορ και προσπάθησε να διατηρήσει το αποτέλεσμα, δεν τα κατάφερνε, αλλά η παιδαριώδης ενέργεια του Embolo καταδίκασε την ομάδα του που τελικά δεν άντεξε και η Αργεντινή επικράτησε στην παράταση. Ο χορός των όμορφων γκολ συνεχίστηκε, με τον Julian Alvarez να πετυχαίνει ένα γκολ παρόμοιο με εκείνο που η Αργεντινή είχε δεχθεί από τον Sidny Lopes Cabral, περίπου μια βδομάδα νωρίτερα. Η Αργεντινή έδειχνε για τρίτο συνεχόμενο παιχνίδι ότι μπορεί να μην παίζει θεαματικό ποδόσφαιρο, αλλά μπορεί να πάρει την πρόκριση υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, να σκοράρει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, να βρει θεαματικά γκολ που μπορεί να παράξει το ταλέντο των παιχτών της και επίσης ο Messi να συνεχίσει να είναι καθοριστικός παράγοντας, καθώς μπορούσε να μετακινηθεί μέσα στο γήπεδο, διαβάζοντας την εξέλιξη του παιχνιδιού, δίνοντας ένα πλεονέκτημα στην ομάδα του που έμοιαζε απίθανο να βρεθεί από οποιονδήποτε ξέρει το ποδόσφαιρο λιγότερο από αυτόν, δηλαδή ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Φυσικά το συγκεκριμένο παιχνίδι ακολούθησε μια καμπάνια που έμοιαζε με αυτή του προηγούμενου, αρχικά κριτική στην απόφαση του VAR, με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων κυρίως ανάμεσα σε ανθρώπους που δε γνωρίζουν και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν τους κανονισμούς και τις όποιες αλλαγές τους, καθώς στο Μουντιάλ πολλοί είναι αυτοί που ασχολούνται ευκαιριακά με το ποδόσφαιρο αλλά δε διστάζουν να βγάλουν συνολικότερα συμπεράσματα για τον κόσμο, την πολιτική, την κοινωνία μέσα από αυτό που δε γνωρίζουν, ενώ στη συνέχεια επέστρεψε το κλασικό μοτίβο για την ακροδεξιά, ρατσιστική Αργεντινή, σε μία καμπάνια που όλο και περισσότεροι “παράγοντες” από τις Ηνωμένες Πολιτείες (που μάλλον δε γνώρισαν ποτέ ρατσισμό) έσπευδαν να συμμετέχουν. Όμως η επόμενη αντίπαλος ήταν η ιστορικότερη ποδοσφαιρικά της Αργεντινής, η Αγγλία, σε έναν αγώνα που προφανώς υπό όλο αυτό το κλίμα δε θα μπορούσε να μείνει στο καθαρά ποδοσφαιρικό περιεχόμενό του. Εκεί ήρθε και η στιγμή των Αργεντίνων να κάνουν τη δική τους πολιτική δήλωση, που λίγοι ίσως γνωρίζουν τη σημασία της στις παρούσες πολιτικές συνθήκες της χώρας.
Ένα από τα βασικά γεγονότα που αφορούν τη σύγχρονη ιστορία και τις σχέσεις των δύο χωρών, της Αγγλίας και της Αργεντινής, είναι ο πόλεμος που έγινε στις Νήσους Μαλβίνες το 1982. Επρόκειτο για μια φιλόδοξη κίνηση του δικτατορικού καθεστώτος που ένιωθε τους τριγμούς και βρισκόταν πολύ κοντά στην ανατροπή, προκειμένου να βρει ένα ζήτημα που θα προκαλέσει εθνική ομοψυχία. Αντίστοιχα παραδείγματα μπορεί να βρει κανείς και σε άλλες χώρες. Η ιδιαιτερότητα των Μαλβίνων, ωστόσο, είναι ότι αποτελούν μια πεντακάθαρη διατήρηση του αποικιοκρατικού καθεστώτος, κατάλοιπο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, στο Νότιο Ατλαντικό. Αυτό σημαίνει ότι παρά το γεγονός ότι ο σκοπός της αργεντίνικης χούντας ήταν να προστατεύσει τη δική της εξουσία, υπάρχει συγκεκριμένο υπόβαθρο που μπορεί να ορίσει το καθεστώς των Νήσων που σήμερα ακόμα κατέχονται από το Ηνωμένο Βασίλειο και ζουν εκεί Βρετανοί έποικοι, οι οποίοι σε ένα δημοψήφισμα-παρωδία πριν μερικά χρόνια (αφού δεν έχει μείνει κανένας Αργεντίνος) ψήφισαν την παραμονή τους στη βρετανική κυριαρχία. Σε εκείνο τον πόλεμο, η χούντα έχυσε το αίμα νεαρών στρατιωτών που πήγαν να θυσιαστούν για την πατρίδα, αλλά αντ’αυτού, όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις, θυσιάστηκαν για τη χάρη ενός παρανοϊκού σχεδίου, που βρέθηκε σε αδιέξοδο όταν η γαλλική κυβέρνηση μπλόκαρε τα γαλλικά αεροπλάνα που είχε πουλήσει στο δικτατορικό καθεστώς της Αργεντινής. Κι αν πιστεύει κανείς ότι αυτή η κόντρα μεταξύ της αργεντίνικης χούντας και του καθεστώτος της Margaret Thatcher είναι αρκετή για να κάνει όλους τους υπήκοους του Ηνωμένου Βασιλείου να υπερασπίζονται το “εθνικό συμφέρον”, μάλλον θα σοκαριζόταν βλέποντας τις Σκωτσέζικες και Ουαλικές πόλεις και χωριά να είναι γεμάτες με αργεντίνικες σημαίες πριν τον ημιτελικό του Μουντιάλ.
Όσο αφορά τους ποδοσφαιριστές και το τεχνικό επιτελείο, πριν τον αγώνα έλεγαν ότι η κόντρα είναι καθαρά ποδοσφαιρική, όπως ήταν λογικό και όπως συμβαίνει σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση. Όμως ποιος θα μπορούσε να αγνοήσει ότι το κεντρικό τραγούδι των Αργεντίνων για αυτό το Μουντιάλ είχε στίχους που έλεγαν “για τις Μαλβίνες, για τον Diego, για το τελευταίο του Leo”, ένα τραγούδι που οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές τραγουδούσαν στα αποδυτήρια μετά από κάθε επική πρόκριση. Ο Πρόεδρος της χώρας, Javier Milei, είχε απαγορεύσει – όχι με νόμο, αλλά με πρόσκληση – οποιαδήποτε αναφορά στις Μαλβίνες, επιχειρώντας να κρατήσει φιλικές σχέσεις με τη Μεγάλη Βρετανία και ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες στην περίοδο των τεταμένων διεθνών σχέσεων και ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων. Όμως ο λαός της Αργεντινής δεν είχε διάθεση να ξεχωρίσει την ιστορία του από την εκπροσώπηση από μια εθνική ομάδα που διαχρονικά εκπροσωπούσε όλη την κουλτούρα του και την αυτοδιάθεση του έθνους σε ποδοσφαιρικό αλλά και συμβολικά σε πολιτικό επίπεδο. Το παράξενο σε όλη αυτή την υπόθεση είναι ότι όλοι εκείνοι οι φαινομενικοί υποστηρικτές του αντιρατσισμού δε μπορούσαν να βρουν την ίδια έμπνευση για να μιλήσουν για αυτό το ζήτημα, μια ζωντανή ιστορία αποικιοκρατίας.
Το παιχνίδι μεταξύ των δύο ομάδων, στην Atlanta, ήταν με διαφορά εκείνο με τη μεγαλύτερη ένταση στο τουρνουά, πριν ακόμα από την έναρξή του. Οι εικόνες των ποδοσφαιριστών πριν μπουν στον αγωνιστικό χώρο έμοιαζαν με εικονογραφήσεις ανθρώπων που πηγαίνουν σε μάχη και όχι σε μια ήρεμη ποδοσφαιρική αναμέτρηση. Το κλίμα μέσα στο γήπεδο ήταν επίσης τεταμένο, με το God Save the King ουσιαστικά να μη μπορεί να περάσει ως ήχος στους τηλεοπτικούς δέκτες από τα αντι-αγγλικά συνθήματα των Αργεντίνων. Εμφανίστηκαν βίντεο που κατακεραύνωναν προφανώς και αυτή τη συμπεριφορά, λες και απέναντι στην αποικιοκρατία οι ποδοσφαιρικές εξέδρες είναι υποχρεωμένες να σέβονται πρωτόκολλα και να εναρμονίζονται με τους εμπορικούς κανόνες της έκθεσης του σπορ. Λες και είναι καλύτερο να υποκρινόμαστε για “ειρήνη και αγάπη” τη στιγμή που οι “φίλοι” μας ρίχνουν βόμβες στο μισό πλανήτη, όπως κάνει η FIFA, απ’ό,τι να διατρανώνουμε την αντίθεση στα αποικιοκρατικά και ιμπεριαλιστικά σχέδια. “Αχ, η δύναμη βγαίνει απ’τις γροθιές κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα” έγραφε ο Ναζίμ Χικμέτ για τη χιλιανή Unidad Popular.
Οι ποδοσφαιριστές, βέβαια, δεν ήταν εκπρόσωποι λαϊκών επιτροπών και επαναστατικών σωματείων, οπότε το καθήκον που κι οι ίδιοι είχαν βάλει στον εαυτό τους ήταν να κερδίσουν στο γήπεδο, γνωρίζοντας ότι καμία ποδοσφαιρική νίκη δεν αλλάζει το δίκαιο αίτημα που αφορά την εθνική κυριαρχία, ούτε αυτή κρίνεται από το αποτέλεσμα ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, όπως έγραψαν σε ανακοίνωσή τους οι βετεράνοι του Πολέμου των Μαλβίνων. Στον αγωνιστικό χώρο, αυτό που έδειξε η Αργεντινή και πολλοί ήθελαν να το πιστώσουν αποκλειστικά στον τεχνικό της Αγγλίας, ήταν ότι έχουν τη δυνατότητα να σκοράρουν με οποιοδήποτε τρόπο, από οποιοδήποτε σημείο και με οποιαδήποτε μαγική κίνηση, ακόμα και με έναν ποδοσφαιριστή ύψους 1.75 που σκοράρει με κεφαλιά ανάμεσα από 6 θηρία, ύστερα από σέντρα από το δεξί πόδι του Messi.

Η επανάληψη του ίδιου σκηνικού, μία ακόμη επική ανατροπή, αυτή τη φορά απέναντι σε έναν αναμφισβήτητα ισχυρό αντίπαλο, η ικανότητα να βρεθούν λύσεις με κάθε τρόπο, η παντελής άρνηση της ήττας από τους Αργεντίνους, οδήγησε το “αντιεμβολιαστικό” κίνημα του Μουντιάλ σε παροξυσμό. Δε γινόταν για κανένα λόγο να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, έπρεπε να αξιοποιηθούν όλα τα μέσα για να δημιουργήσουν πρόβλημα στην ίδια την ομάδα αν γινόταν. Πώς θα το κατάφερναν αυτό όμως, δεδομένου του απίστευτου δεσμού των ποδοσφαιριστών και της ομάδας με ολόκληρο το λαό της Αργεντινής;
Στο τέλος της αναμέτρησης οι Αργεντίνοι ποδοσφαιριστές γιόρτασαν τη νίκη τους με τους οπαδούς, παίρνοντας από την κερκίδα και σηκώνοντας μέσα στο γήπεδο ένα πανό που σίγουρα δε θα ήθελε να δει εκεί ο ίδιος ο Milei. Το πανό έγραφε “LAS MALVINAS SON ARGENTINAS”, οι Μαλβίνες είναι Αργεντίνικες, και πέρασε ως εικόνα στη μυθολογία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Το πανό αυτό έβαλε ανεπίστρεπτα στην κορυφαία θέση στην καρδιά και την εκτίμηση των Αργεντίνων τους ποδοσφαιριστές αυτής της ομάδας. Στα αγγλικά tabloids ξεκίνησε τότε μια καμπάνια που μιλούσε για ακύρωση της βίζας εργασίας των Αργεντίνων που αγωνίζονται σε αγγλικές ομάδες, οι συντάκτες τους αποφάσιζαν οι ίδιοι ποια ποινή έπρεπε να επιβληθεί στους ποδοσφαιριστές και την ομάδα της Αργεντινής και σε όλο αυτό το κλίμα συμμετείχαν φυσικά και οι ίδιοι influencers που τόσο πολύ κόπτονταν για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες, τη γενοκτονία και άλλα ζητήματα. Φυσικά αυτή η καμπάνια βρήκε εύφορο έδαφος στη Μεγάλη Βρετανία όπου μεγαλώνει συνεχώς ένα αντιμεταναστευτικό, ρατσιστικό, ξενοφοβικό κίνημα, με τις εξελίξεις να φαίνονται δυσοίωνες.

Εκτός της Βρετανίας, όμως, η παρουσία της Αργεντινής απέναντι στην Ισπανία, στον τελικό της διοργάνωσης, επανέφερε την ιστορία της υποτιθέμενης στήριξης των Αργεντίνων και του ίδιου του Messi στη γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού. Αξιοποιώντας τη θέση της σοσιαλδημοκρατικής ισπανικής Κυβέρνησης (και φυσικά καμία των προηγούμενων – και μάλλον και των επόμενων – ισπανικών κυβερνήσεων) η αφήγηση προσπαθούσε να αναδείξει τον τελικό του Μουντιάλ ως τη μάχη δύο ομάδων που η μία αγωνίζεται για την Παλαιστίνη και η άλλη για το Ισραήλ. Υπήρχαν μέσα που πήραν φωτογραφίες από αγώνα που έπαιξαν ακρωτηριασμένοι από τις Ισραηλινές επιθέσεις Παλαιστίνιοι στη Γάζα, που οι μισοί αγωνίστηκαν με τις φανέλες της Ισπανίας και οι άλλοι μισοί με εκείνες της Αργεντινής, που απέκρυψαν ολοκληρωτικά την παρουσία των δεύτερων, ή παρουσίασαν το γεγονός ως ένα “θέατρο” υποστήριξης προς την Ισπανία. Ένα από τα μέσα, πάντως που φιλοξένησε εκτενές άρθρο αναπτύσσοντας την ίδια ρητορική ήταν η ιστοσελίδα The Times of Israel, αποκαλύπτοντας και στην πράξη ότι αυτή η προπαγάνδα χρησίμευε στους σχεδιασμούς του κράτους του Ισραήλ που προσπαθεί να αποδείξει ότι έχει την αποδοχή άλλων λαών για τις πράξεις του.
Κι αν όλα αυτά αφορούσαν γελοίες θεωρίες συνωμοσίας, η προετοιμασία για τον τελικό αποκάλυψε ίσως και τη μεγαλύτερη σύγκρουση της εποχής μας στο Παγκόσμιο Ποδόσφαιρο. Αυτή τη στιγμή, η FIFA προσπαθεί να ενισχύσει τις παγκόσμιες διοργανώσεις και να διευρύνει την παρουσία χωρών στο πολυτιμότερο περιουσιακό της στοιχείο, το Μουντιάλ, για να κρατήσει τη θέση ισχύος που έχει όσο αφορά τη διακυβέρνηση του ποδοσφαίρου σε όλο τον πλανήτη. Όμως η φρενήρης ανάπτυξη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, που στηρίζεται και στην ανισόμετρη ανάπτυξη των διασυλλογικών διοργανώσεων, με τη δημιουργία μόνιμων ελίτ, έχει δώσει ιδιαίτερη ισχύ στην UEFA, η οποία ψάχνει τρόπους ακόμα και για να απειλήσει για διάφορα ζητήματα του σχεδιασμού της FIFA όταν αυτά δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα αυτών των συλλόγων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός – και είναι γεγονός – ότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Ευρώπης, όχι κάποιος ποδοσφαιρικός παράγοντας, ήταν ο πρώτος που ανακοίνωσε ότι θα σχεδιαστούν κινήσεις για να μη γίνει η επέκταση του Μουντιάλ σε μια διοργάνωση με τη συμμετοχή 64 ομάδων, ακόμα κι αν αυτό πρακτικά δεν προσθέτει αγώνες στο καλεντάρι ή τα πόδια των ποδοσφαιριστών.
Στη μεγάλη κόντρα μεταξύ δύο στρατοπέδων, που οι φίλοι του ποδοσφαίρου κανέναν δεν έχουν ανάγκη να υποστηρίξουν, η FIFA, ο Πρόεδρος της, ο Infantino, έχουν βρει συμμάχους στην αμερικανική υπερήπειρο: πολιτικούς, όπως τον Αμερικανό Πρόεδρο Trump, αλλά και φαινομενικά ποδοσφαιρικούς, με την παρουσία της Αργεντινής στην παγκόσμια ελίτ να εργαλειοποιείται για τους σκοπούς τους. Για το λόγο αυτό, υπάρχουν τεράστιες έρευνες σε εξέλιξη που αφορούν τις σχέσεις της FIFA με την AFA, την Αργεντίνικη Ομοσπονδία, οι οποίες είναι έκφραση των εσωτερικών πολιτικών αντιθέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, των αντιθέσεων μεταξύ της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών σε ένα σκηνικό πολέμου και διαμόρφωσης νέων ισορροπιών και φυσικά δεν έχουν καθόλου να κάνουν ούτε με το ποδόσφαιρο, ούτε και με τους λαούς που το αγαπούν και το παρακολουθούν. Κι εδώ είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το να θέλει κανείς να χάσει η Αργεντινή για να πάει κόντρα στα συμφέροντα του Infantino είναι σαν να θέλει να χάσει η Ισπανία ή η Γαλλία για να πάει κόντρα στα συμφέροντα του Ceferin και όποιων άλλων παραγόντων. Είναι κοινώς γελοίο – πολλές φορές οι σχεδιασμοί αυτών των παραγόντων μπορεί να ευνοούνται και από τις ήττες των ομάδων που φαινομενικά θέλουν να δουν να διακρίνονται, όμως αυτό δε μπορεί να μας ενδιαφέρει για δύο λόγους: πρώτον επειδή ξεπέφτουμε σε συνωμοσιολογικές αναζητήσεις και δεύτερον επειδή αυτά τα συμφέροντα δεν έχουν κανένα σημείο επαφής με τα συμφέροντα των λαών, είτε στην Ευρώπη, είτε στην Αργεντινή, είτε οπουδήποτε στον κόσμο.
Ο βαθμός στον οποίο η πολιτική μπλέκεται αυτή τη στιγμή με το ποδόσφαιρο δεν είναι κάτι που αποτελεί αποτέλεσμα εικασίας. Η Κομισιόν της ΕΕ, με δημοσίευσή της στα κοινωνικά δίκτυα, ευχήθηκε καλή επιτυχία στην ευρωπαϊκή Ισπανία πριν τον τελικό της 19ης Ιούλη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι κάτι λογικό, ακόμα κι αν κάτι αντίστοιχο δε συνέβη ούτε το 2014, ούτε το 2022. Το 2018, ωστόσο, όταν το Μουντιάλ διοργανωνόταν στη Ρωσία και στον τελικό συμμετείχαν η Γαλλία και η Κροατία, το αντίστοιχο εξαιρετικά πολιτικό post ανέφερε την παρουσία δύο ευρωενωσιακών εθνικών ομάδων μέσα στο ρωσικό έδαφος, λίγα χρόνια μετά την προηγούμενη και λίγα χρόνια πριν την επόμενη μεγάλη σύγκρουση των δύο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με θύμα τον Ουκρανικό λαό. Μετά τον τελικό, η Κομισιόν χρειάστηκε να γράψει ότι η Ισπανία φέρνει πίσω ένα τρόπαιο “Made In Europe” σε μία εξαιρετικά ασυνήθιστη ανάγκη να διεκδικήσει την πατρότητα ενός κομματιού της ποδοσφαιρικής κουλτούρας. Αυτό δεν ήταν κάτι αποσυνδεμένο με το γενικότερο κλίμα – η Ευρωπαϊκή Ένωση που βρίσκεται όλο και περισσότερο στο περιθώριο των συγκρούσεων μεταξύ των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών, επιθυμεί να παραμείνει στο επίκεντρο προτάσσοντας τον πολιτισμό, αυτό δε γίνεται μόνο σε ό,τι αφορά το ποδόσφαιρο, αλλά σε κάθε πολιτιστικό προϊόν, σε κάθε κομμάτι δηλαδή του soft power που είναι βασικός πυλώνας στη διεθνή διπλωματία. Στο ίδιο μήκος κύματος και η συγχαρητήρια δημοσίευση της Ursula Von Der Leyen που συνεχάρη στα ισπανικά τους πρωταθλητές κόσμου. Ο μικρής πολιτικής εμβέλειας στην πατρίδα του, αλλά με πολύ μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη, πολιτικός Γιάνης Βαρουφάκης, έσπευσε επίσης μετά τον τελικό να κάνει μια δήλωση όπου αποθέωνε το ομαδικό παιχνίδι που κέρδισε τον ακραίο ατομικισμό, συνδέοντας το πρώτο με την Ισπανία και το δεύτερο με την Αργεντινή. Αυτές οι πολιτικές και καθόλου ποδοσφαιρικές δηλώσεις, προφανώς εξυπηρετούν και όλους τους αντίστοιχους πολιτικούς σχεδιασμούς και ποτέ δε γίνονται τυχαία.
Σε έναν κόσμο που βρίσκεται μπροστά σε ένα σκοτεινό σταυροδρόμι, που το ποδόσφαιρο, όπως έλεγε ο Menotti, είναι το τελευταίο νόμιμο πράγμα που έχει απομείνει, το Μουντιάλ προφανώς έγινε αντικείμενο εργαλειοποίησης από κάθε πλευρά. Η εθνική ομάδα της Αργεντινής βρέθηκε στο επίκεντρο γιατί είναι αυτή που η παρουσία της επηρεάζει τις ισορροπίες, η τελευταία εκτός Ευρώπης εθνική ομάδα που βρίσκεται σταθερά στην ελίτ, η τελευταία που κάνει το ποδόσφαιρο πραγματικά παγκόσμιο.
Όμως επιστρέφοντας στο ποδόσφαιρο, αξιοποιώντας και αυτές τις συνθήκες, η Αργεντινή δεν είχε να παρουσιάσει σε αυτό το Μουντιάλ μια διαφορετική ποδοσφαιρική πρόταση, μια νέα προσέγγιση, μια νέα ποδοσφαιρική ιδεολογία, κάτι που καμία άλλη χώρα δεν παράγει περισσότερο. Η αποχώρηση του Messi σημαίνει ότι το ποδόσφαιρο που είχε αυτόν ως επίκεντρο δε μπορεί να παραμείνει η εθνική προσέγγιση στις μεγάλες διοργανώσεις και φυσικά δεν είδαμε σε κανένα σημείο της διοργάνωσης ποιο ποδόσφαιρο μπορούν να παίξουν μόνοι τους οι υπόλοιποι Αργεντίνοι ως μέλη μιας ενιαίας ποδοσφαιρικής κουλτούρας. Το ερώτημα για το μέλλον του αργεντίνικου ποδοσφαίρου και τις διεθνείς διακρίσεις του παραμένει ανοιχτό και ίσως το μεγάλο ιστορικό στοίχημα για τον Messi είναι μετά την παρουσία του ως ποδοσφαιριστή, δεδομένης της ικανότητας να αντιλαμβάνεται το παιχνίδι σε όλες τις στιγμές και τις εποχές του, να συμβάλει σε ένα έργο που αν πετύχει θα τον τοποθετήσει στο απόλυτο ποδοσφαιρικό πάνθεον, δίπλα από μορφές όπως …ο Cruyff.
Αν δεν υπάρξει μια νέα προσέγγιση, ανταγωνιστική, ενδιαφέρουσα, νεωτεριστική, από την Αργεντινή, αν η Βραζιλία παραμείνει στο χρονίζων τέλμα της, τότε το ποδόσφαιρο θα έχει κάνει αφενός ένα μεγάλο πισωγύρισμα, με τις ιδέες προηγούμενων δεκαετιών να συνεχίσουν να επαναλαμβάνονται και να εναλλάσσονται στις κορυφές, τουλάχιστον όσο αφορά τις διεθνείς διοργανώσεις, ενώ το παγκόσμιο παιχνίδι θα μικρύνει πολύ, σε μια γεωγραφική περιοχή που το αγάπησε, το εξέλιξε, αλλά δε μπορεί να έχει το αποκλειστικό προνόμιο της ιστορικής του πορείας, γιατί το ποδόσφαιρο δεν είναι αποικιοκρατικό λάφυρο.

Κι αν κάτι δε χαρίστηκε μετά από οποιοδήποτε αποτέλεσμα σε καμία ελίτ, σε κανένα πολιτικό σχεδιασμό, αλλά παρέμεινε κτήμα του κόσμου, είναι η σχέση του οπαδού με την ομάδα του και σε μια χώρα που οι άνθρωποι αγαπούν την εθνική τους ομάδα με την αγαπημένη τους Selección. Στην Αργεντινή, παρά την ήττα στον τελικό, χιλιάδες ανθρώπων βγήκαν στους δρόμους, πανηγύρισαν την πορεία της ομάδας τους, εξέφρασαν την τιμή που ένιωθαν να εκπροσωπούνται από αυτήν. Ακόμα και μέσα στο γήπεδο του τελικού, μετά το σφύριγμα της λήξης οι οπαδοί της Αργεντινής δε σταμάτησαν να τραγουδούν για την ομάδα τους και τον κορυφαίο παίχτη της διοργάνωσης και όλης της Ιστορίας, ακόμα κι αν δεν πήρε κανένα προσωπικό βραβείο από τη FIFA που υποτίθεται τα είχε ετοιμάσει όλα γι’αυτόν. Οι Αργεντίνοι ποδοσφαιριστές, με τον Messi να δακρύζει περισσότερο από κάθε άλλη φορά, πανηγύριζαν με τον κόσμο. Φυσικά, ακόμα κι αυτό το γεγονός αξιοποιήθηκε από τους λογής προπαγανδιστές που προσπάθησαν να πουν ότι οι Αργεντίνοι γύρισαν την πλάτη τους στους νικητές, κάτι που δεν έψαξαν να βρουν ούτε το 2018, ούτε το 2022, όταν οι ηττημένοι είχαν αποχωρήσει από το γήπεδο γιατί δεν ήταν κανείς για να συνεχίσει να φωνάζει γι’αυτούς. Κανείς μάλλον δεν είχε να πει κουβέντα για τους Αργεντίνους παίχτες που συνέχισαν να φορούν τα ασημένια μετάλλιά τους, ως αποτέλεσμα της προσπάθειας που κατέβαλαν και όχι με περίσσια αντιαθλητική συμπεριφορά να τα πετούν σαν κακομαθημένα που έχουν μάθει μόνο να πατούν τις ποδοσφαιρικές κορυφές. Αλλά κανένας από όλους αυτούς που δεν είδαν δεν είχε σημασία εκείνη τη στιγμή, γιατί εκείνο το ασημένιο μετάλλιο στο λαιμό του Messi και κάθε Αργεντίνου ποδοσφαιριστή γιορτάστηκε σαν ατόφιο χρυσάφι, όχι μιας ποδοσφαιρικής νίκης, αλλά μιας νίκης με άπειρες παρακαταθήκες που διαμορφώνουν το πιο δύσκολο πράγμα στο ποδόσφαιρο – την αντίληψη μιας χώρας και τη γνήσια αγάπη της για το παιχνίδι.

Το Μουντιάλ του 2026 ήταν φωτογραφία της εποχής του, εποχής που περιέχει και προμηνύει ακόμα περισσότερες πολεμικές συγκρούσεις, εποχής ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, εποχής αποκλεισμών, εποχής μιας φαινομενικής τοξικότητας που δεν είναι τίποτ’άλλο από τη σύγχρονη μορφή της πολιτικής προπαγάνδας, με τα σύγχρονα μέσα της. Ήταν φωτογραφία της εποχής της ολιγαρχίας και της εποχής του ποδοσφαίρου των ελίτ, που συγκεντρώνονται σε λίγες χώρες και μόνο σε λίγους συλλόγους, εργοστάσια ποδοσφαιρικού κέρδους. Ήταν φωτογραφία του gentrified ποδοσφαίρου, με την είσοδο αμέτρητων παραγόντων που δεν έχουν καμία σχέση με αυτό, έτοιμων να πουν την ιστορία του, όπως λένε και την ιστορία για τόσα άλλα πράγματα συμμετέχοντας σε μηχανισμούς προπαγάνδας, παραπληροφόρησης, άμβλυνσης του πολιτικού κριτηρίου και συνείδησης των λαών. Ήταν φωτογραφία ενός ποδοσφαίρου που δε δείχνει να εξελίσσεται αισθητικά και τακτικά, με την επανάληψη μιας παλιάς συνταγής, που αρχικά επευφημήθηκε αλλά στη συνέχεια αποδοκιμάστηκε και εγκαταλήφθηκε ακόμα και από τους εμπνευστές της, να κερδίζει. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το Μουντιάλ, όπως το γνωρίζαμε πέθανε. Όμως το Μουντιάλ ήταν και θα είναι πάντα το σημείο της συνάντησης όλων των φυλών της ποδοσφαιρικής οικουμένης που γέννησε τα παιδικά και επιμένει να γεννάει τα ενήλικα όνειρά μας. Για το λόγο αυτό, θα γεννάει πάντα την ελπίδα ότι όπως ο κόσμος πρέπει να αλλάξει και να ανατραπούν οι συνθήκες που μας σερβίρουν αυτή τη ζωή και αυτό το ποδόσφαιρο, έτσι θα ξαναζήσουμε τα Μουντιάλ που πάντα ονειρευόμασταν όταν παίρναμε μια μπάλα για να κλωτσήσουμε σε ένα τοίχο ή ανάμεσα από δυο πέτρες όταν ήμασταν παιδιά. Ζήτω το Μουντιάλ!

