Η φράση “rerum novarum” θα μπορούσε να μεταφραστεί από τα λατινικά ως “επί των νέων πραγμάτων” και δεδομένης της κατάστασης στην οποία έχει επέλθει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, είναι ίσως ο πιο κατάλληλος τίτλος σε μία προσπάθεια ανάλυσής της. Ωστόσο, δεν είναι ένας τίτλος πρωτύτυπος, όσο αφορά το ποδόσφαιρο. Το λεγόμενο “Rerum novarum” ήταν η παπική εγκύκλιος του Πάπα Λέοντος του 13ου, με την οποία η καθολική εκκλησία επιχειρούσε να διαμορφώσει τη ζωή της εργατικής τάξης μέσα σε ένα πλαίσιο ενσωμάτωσής της στην καπιταλιστική εξουσία. Θα ήταν άσχετο εντελώς με το ποδόσφαιρο, αν αυτή η ιδεολογία δεν ήταν η κοσμοθεωρία ενός Γάλλου δικηγόρου, του Jules Rimet, που εμφορούμενος από αυτές τις ιδέες ανέλαβε την προεδρεία της FIFA και εργάστηκε για τη δημιουργία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Με αυτή την έννοια, η FIFA, το Παγκόσμιο Κύπελλο, όλες οι μεγάλες ποδοσφαιρικές συνομοσπονδίες, καθώς και οι μεγάλες ποδοσφαιρικές διοργανώσεις, δεν ήταν ποτέ ρομαντικές και αθώες εκφράσεις μιας πολυεθνικής ποδοσφαιρικής συνάντησης, αποτελούσαν πάντα εργαλεία που συμβάδιζαν με τις πολιτικές ανάγκες της εποχής, εναρμοσνισμένα με τις πολιτικές αντιλήψεις και συμφέροντα των εμπνευστών τους. Υπό αυτό το πρίσμα, χωρίς αυταπάτες περί αλλαγής του χαρακτήρα του σπορ και των διοργανώσεών του, είναι ανάγκη α) να τοποθετήσει κανείς τα σημερινά γεγονότα στο πραγματικό ιστορικό τους πλαίσιο, β) μέσα στο ίδιο πλαίσιο να εξηγήσει τις κινήσεις και τη στάση του κάθε παράγοντα καθώς και τα χαρακτηριστικά των συγκρούσεων μεταξύ τους, γ) να προτείνει τη θέση που πρέπει να κρατούν όλοι όσοι είναι εκ των πραγμάτων αποκλεισμένοι από τη συζήτηση αυτοί, δηλαδή οι οπαδοί, οι φίλαθλοι, με μια λέξη οι λαοί, που πάντα αγαπούσαν και αγαπούν το ποδόσφαιρο.
Επειδή για να γίνουν όλα αυτά είναι αναγκαία μια σχετικά εκτενής ανάλυση, ενώ τα συμπεράσματα που βγαίνουν συνήθως από την ανάγνωση ενός κειμένου είναι ενίοτε βιαστικά, είναι ανάγκη, πριν ακόμα από την εξαγωγή τους, να προοικονομήσουμε την απάντηση στο κεντρικό ερώτημα: είναι η μετοχοποίηση των διοργανώσεων της FIFA μια θετική εξέλιξη για το ποδόσφαιρο που θέλουμε; Η απάντηση είναι “ΟΧΙ”. Κρατώντας αυτό ξεκάθαρο, έχει νόημα να μη μείνουμε στην επιφάνεια, αλλά να βαθύνουμε τον προβληματισμό, γιατί μόνο έτσι μπορεί να σταθεί η οποιαδήποτε ελπίδα για ένα ποδόσφαιρο διαφορετικό από αυτό που έχουμε σήμερα, σε συλλογικό, τοπικό, περιφερειακό, εθνικό, διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο.
Οι εξελίξεις
Συνήθως, ένα ισχυρό εργαλείο που έχει η εξουσία, η κυρίαρχη τάξη σε κάθε επίπεδο, είναι ότι προετοιμάζει αλλαγές μέσα από ένα φαινομενικά πολύπλοκο σύστημα νεωτερισμών, το οποίο είναι εναντίον των συμφερόντων των μαζών, με τον όποιο παράγοντα θέλει να αντιταχτεί σε αυτό να προσπαθεί να βρει την κατάλληλη συνθηματολογία για να συσπειρωθούν αυτές οι μάζες. Το πρόβλημα, όμως, με τα συνθήματα είναι ότι ενώ έχουν τη δύναμη να μαζικοποιούν μια θέση, ή μια αντίθεση, πολλές φορές υποκαθιστούν την ανάλυση, δηλαδή το πραγματικό ιδεολογικό βάθος που χρειάζεται η αντιμετώπιση μιας πράξης της εξουσίας, καθιστώντας αδύναμη την επιχειρηματολογία και τελικά συντελώντας στο να αποδεικνύουν τον νεωτερισμό της εξουσίας ως προσεχτικά σχεδιασμένο και τις όποιες αντιδράσεις στα σχέδιά της ως αυθόρμητες και σπασμωδικές κινήσεις που στηρίζονται στην άγνοια.
Επειδή ενδιαφερόμαστε πραγματικά για το ποδόσφαιρο, δε μπορούμε να πέσουμε σε αυτή την παγίδα. Χρειάζεται να γνωρίζουμε όλη την επιχειρηματολογία της κυρίαρχης εξουσίας για τις αλλαγές που ενδιαφέρεται να φέρει, στη συγκεκριμένη περίπτωση της FIFA, αλλά χρειάζεται να μπορέσουμε να τοποθετήσουμε και τις αλλαγές αυτές στο σωστό ιστορικό πλαίσιο. Επιπροσθέτως, χρειάζεται με τον ίδιο τρόπο να αναλύσουμε και τις θέσεις άλλων φορέων και παραγόντων που φαινομενικά υποστηρίζουν τα δικά μας συμφέροντα, αλλά το μόνο που πραγματικά κάνουν είναι να χρησιμοποιούν την προαναφερθείσα συνθηματολογία επειδή τυχαίνει, στη συγκεκριμένη στιγμή, οι αλλαγές να μην είναι προς το συμφέρον τους. Πρέπει, με απλά λόγια, να ξέρουμε ποιοι είναι οι φίλοι μας, ποιοι είναι οι εχθροί μας – και να ξέρουμε και γιατί.
Κι αν ένα πράγμα δε μας αφήνει να ξεχωρίζουμε ο τρόπος που στις μέρες μας γίνεται η δημόσια συζήτηση, μέσα από τηλεγραφικές ανακοινώσεις μερικών δεκάδων λέξεων και αρθρογραφία το πολύ μερικών εκατοντάδων, καθώς οι ισχυροί πομποί δεν αναζητούν την εμβάθυνση της συζήτησης αλλά την ενίσχυση της φωνής τους μέσω της αναπαραγωγής της συνθηματολογίας τους, είναι τα πραγματικά γεγονότα. Ακόμα και η πιο απλή πληροφορία, που είναι διαθέσιμη στα ακροδάχτυλα μας και αφορά γεγονότα που συνέβησαν πριν από μερικούς μήνες, ακόμα και εβδομάδες ή μέρες, φαίνεται να εξαφανίζονται στα βάθη της ιστορικής λήθης όταν ξεσπάει η οποιαδήποτε αντίστοιχη σύγκρουση. Εδώ όμως, χρειάζεται να αναφέρουμε αυτά τα γεγονότα.
Τον Απρίλη του 2026, στο Συνέδριο της FIFA που διοργανώθηκε στο Vancouver, ο Gianni Infantino, αναφέρθηκε στην ανάγκη “απελευθέρωσης” της εμπορικής ισχύος της FIFA. Χωρίς να δώσει περισσότερες πληροφορίες για αυτά τα σχέδια, η FIFA καταδείχνει αυτή την αναφορά ως το ξεκίνημα της νέας της προσπάθειας για την εμπορική εκμετάλλευση και άρα εμπορική διαφοροποίηση του παγκόσμιου παιχνιδιού. Η ίδια θέση, με την ίδια γενική περιγραφή, παρουσιάστηκε ξανά στη Νέα Υόρκη στις 18 Ιουλίου, μια ημέρα πριν τη διεξαγωγή του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Και πάλι, όμως, ο τρόπος που έγινε αυτό φαίνεται να συνάδει με τον τρόπο που στις μέρες μας γίνονται όλες οι λεγόμενες δημόσιες διαβουλεύσεις: εκπρόσωποι και παράγοντες συγκεντρώνονται σε ένα μέρος, ο κατέχων τη θέση ισχύος παρουσιάζει ένα πλάνο και δεν ακολουθεί καμία συζήτηση, με κανένα θεσμοθετημένο τρόπο, παρά ένα show. Πλέον, μιλάμε για συνέδρια, αλλά στην πραγματικότητα αναφερόμαστε σε κοινές παρουσιάσεις, θεατρικές αναπαραστάσεις διαλόγου, που περιέχουν μόνο τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που γίνονται σε άγνωστα μέρη, με το lobbyism να έχει αντικαταστήσει σε κάθε επίπεδο τον θεσμικό διάλογο.
Κι αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο χρειάζεται κανείς να σταθεί, προκειμένου να κριθεί και η στάση των παραγόντων που αυτή τη στιγμή εναντιώνονται σε αυτό το σχέδιο της FIFA. Άραγε εξέφρασε ποτέ η UEFA, ή άλλη συνομοσπονδία, ενστάσεις για τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις στα λεγόμενα “Συνέδρια της FIFA”; Άραγε, είναι διαφορετικός ο τρόπος που λειτουργεί η UEFA, άλλες συνομοσπονδίες σε ηπειρωτικό επίπεδο, οι εθνικές ομοσπονδίες και κάθε ένωση διαχείρισης του ποδοσφαίρου; Πότε γίναμε για τελευταία φορά μάρτυρες μιας πραγματικής σύγκρουσης, με την έννοια του διαλόγου, δύο διαφορετικών γραμμών και αντιλήψεων όσο αφορά το μέλλον του ποδοσφαίρου σε μια χώρα, σε μια ήπειρο, σε ολόκληρο τον κόσμο; Όλες οι συζητήσεις γίνονται χωρίς καν όλοι εμείς να είμαστε θεατές, σε χώρους που δε γνωρίζουμε και φυσικά δεν ανακοινώνονται. Υπό αυτή την έννοια, ολόκληρο το ποδοσφαιρικό οικοδόμημα λειτουργεί σε όλο τον κόσμο αυτή τη στιγμή σαν μια μεγάλη πολυεθνική που το διοικητικό της συμβούλιο και κάθε οργανό της συνέρχεται έξω από κάθε δημόσια θεσμοθετημένη διαδικασία προκειμένου να αποφασίσει τη στρατηγική του, αντιμετωπίζοντας τους δισεκατομμύρια φίλους του σπορ ως παθιασμένους με το προϊόν της πελάτες.
Το δυστυχές είναι ότι για όσους ασχολούνται έστω και επιδερμικά με το ποδόσφαιρο, η παραπάνω διαπίστωση δεν αποτελεί κάποια σοκαριστική αποκάλυψη. Τη φύση αυτή του ποδοσφαιρικού παραγοντισμού, ωστόσο, φαίνεται ενίοτε να προσπερνάμε στις συζητήσεις μας – το ότι είναι ένα κοινώς αποδεκτό δεδομένο δε σημαίνει ότι μειώνεται η συμβολή της στις εξελίξεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, σε αντίθεση με όσα μπορεί πολλοί να φανταζόμαστε ή να θέλουμε να φανταστούμε ως θέσεις του κάθε αντιπαρατιθέμενου μέρους, αυτή η αλήθεια βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγκρουσης.
Η στιγμή που έπεσε η υποτιθέμενη βόμβα που έτριξε τα θεμέλια του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού οικοδομήματος ήταν η δημοσίευση ενός άρθρου από τους Times του Λονδίνου, στο οποίο αναφερόταν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια το σχέδιο της FIFA που είχε περιγραφεί προηγουμένως χωρίς λεπτομέρειες. Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε το μεσημέρι της 28ης Ιουλίου του 2026, ημέρα Τρίτη, δηλαδή ακριβώς 10 μέρες μετά από εκείνη τη συνάντηση στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο του Τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου και πριν περάσει ένα δεκαήμερο από την λήξη της 23ης παγκόσμιας διοργάνωσης. Σύμφωνα με το άρθρο των Times, το σχέδιο περιελάμβανε τα εξής:
- τη δημιουργία μιας εταιρικής δομής που θα ελέγχει τις διοργανώσεις της FIFA, δηλαδή τα Παγκόσμια Κύπελλα ανδρών και γυναικών, καθώς και το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
- τη μετοχοποίηση και προσφορά στην αγορά ενός συνολικού μεριδίου 20%-30%, το οποίο θα μπορούσαν να αγοράσουν ιδιώτες
- τη συμμετοχή των εθνικών ομοσπονδιών ως μετόχων σε αυτό το σχήμα
- τη συνολική αποτίμηση της αξίας του μετοχικού κεφαλαίου στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια
- την ανάμιξη της εταιρείας Thrive του Joshua Kushner που διαφαίνεται ως μία από τους ενδιαφερόμενους επενδυτές
- την ανάμιξη της J.P.Morgan σε θέση χρηματοοικονομικού συμβούλου του εγχειρήματος
Την ίδια ημέρα, λίγες ώρες αργότερα, το μέσο αθλητικής ειδησεογραφίας The Athletic, που ανήκει στον όμιλο των New York Times, δημοσίευσε ανάλυση του Matt Slater στο οποίο περιέγραφε την πώληση ενός ποσοστού έως 21% της εταιρικής δομής, με το όνομα FFE (FIFA Forward Enterprise), καθώς και μια σειρά αλλαγών στη μορφή των διοργανώσεων της FIFA, που περιλαμβάνει περισσότερους αγώνες, μεγαλύτερες ή συχνότερες διοργανώσεις, ακριβότερα εισιτήρια και πακέτα φιλοξενίας, διοργανώσεις σε αγορές που παράγουν μεγαλύτερη εμπορική απόδοση και αυξημένη εκμετάλλευση των δεδομένων, του περιεχομένου και των χορηγικών δικαιωμάτων από τους μετόχους του νέου σχήματος.
Την ίδια ημέρα, με ανακοίνωσή της η FIFA επιβεβαίωσε όλες τις παραπάνω πληροφορίες με επίσημη ανακοίνωσή της, κλείνοντας έτσι τη συζήτηση για την όποια αμφιβολία επί της εγκυρότητας των ρεπορτάζ και ανοίγοντας την πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για το μέλλον των μεγάλων ποδοσφαιρικών διοργανώσεων και κατ’επέκταση το μέλλον του ίδιο του ποδοσφαίρου σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ένα εύλογο ερώτημα που προκύπτει, ακόμα κι αν τη δεδομένη στιγμή δε μοιάζει να είναι κρίσιμο, είναι το εάν τα δύο μέσα, οι Times του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, δημοσίευσαν αυτές τις πληροφορίες σε συνεννόηση με τη FIFA ή σε αντίθεση με τον χρονικό προγραμματισμό της. Η απάντηση, η οποία δε μπορεί να δοθεί προφανώς, έχει αρκετά μεγάλη σημασία, καθώς η γνώση της θα μπορούσε να εξηγήσει ακόμα μία πλευρά της πολιτικής σύγκρουσης, που εκφράζεται και στο ποδόσφαιρο. Από τη μια, οι New York Times αποτελούν όργανο της φιλελεύθερης πτέρυγας της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, δηλαδή του Δημοκρατικού Κόμματος, που σε εσωτερικό επίπεδο εκφράζει συμφέροντα διαφορετικά από εκείνα του Προέδρου Trump και της εκτεταμένης οικογένειάς του, που περιλαμβάνει τον Joshua Kushner, καθώς και των πολιτικών συμμάχων του, στους οποίους αυτή τη στιγμή συγκαταλέγεται ο Infantino. Από την άλλη, οι Times του Λονδίνου είναι η παραδοσιακή εφημερίδα της βρετανικής αστικής τάξης, που στη συγκεκριμένη συγκυρία που χαρακτηρίζεται από επιμέρους συγκρούσεις εντός του λεγόμενου δυτικού βορειοατλαντικού στρατοπέδου, εκφράζει διαφορετικά συμφέροντα από εκείνα που υπηρετούνται από την παρούσα αμερικανική κυβέρνηση. Στο ενδεχόμενο αυτά τα δημοσιεύματα να είχαν σκοπό να χαλάσουν τον χρονικό και άρα επικοινωνιακό σχεδιασμό της FIFA, το αποτέλεσμα δείχνει ότι σε ένα βαθμό πέτυχαν το σκοπό τους. Από την άλλη, δε μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο και η ίδια η FIFA να επιθυμούσε τη “διαρροή” τέτοιων δομικών αλλαγών από ειδησεογραφικά μέσα, με την ακόλουθη επιβεβαίωση, όπως και συνέβη, παρά με μία ξαφνική δική της ανακοίνωση. Τα κατάλληλα μέσα σε αυτή την περίπτωση θα ήταν προφανώς εκείνα που δεν είναι πλήρως εναρμονισμένα με την πολιτική και τα οικονομικά συμφέροντα με τα οποία ο Infantino έχει ανοιχτά συμμαχήσει.
Τα δημοσιεύματα και την επιβεβαίωση, εκ μέρους της FIFA, ακολούθησαν οι ανακοινώσεις άλλων φορέων, με πιο σημαντική εκείνη της UEFA, η οποία σχολιάζοντας το δημοσίευμα των Times του Λονδίνου ανέφερε την πλήρη άγνοιά της για το σχέδιο, εκφράζοντας την αντίθεσή της με αυτό. Χαρακτηριστικά, η ανακοίνωση της UEFA ανέφερε ότι “Κανείς μας δεν είναι ιδιοκτήτης του ποδοσφαίρου. Δεν είναι ιδιοκτησία της FIFA για να το πουλήσει.” (“None of us are the owners of football. It is not FIFA’s to sell.”) Ωστόσο, η σημασία των εξελίξεων πολύ πέρα από το στενό ποδοσφαιρικό πλαίσιο φαίνεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Andy Burnham, προέβη σε δηλώσεις στο ίδιο μήκος κύματος. Στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, οι Δημοκρατικοί άσκησαν ιδιαίτερη κριτική για τις σχέσεις του Infantino με την κυβέρνηση υπό τον Trump και την ανάμιξη του Joshua Kushner σε όλες τις μεθοδεύσεις που αποκαλύφθηκαν, δείχνοντας ίσως και σε ένα βαθμό τη γραμμή που εξυπηρετούσε το δημοσίευμα του Athletic των New York Times, όσο αφορά το ερώτημα που τέθηκε νωρίτερα.
Την επόμενη ημέρα, 29 Ιουλίου, η FIFA προχώρησε ακόμα ένα βήμα προς την υλοποίηση του σχεδίου. Στέλνοντας σχετική επιστολή στις 211 εθνικές ομοσπονδίες, τις καλούσε να απαντήσουν με καταληκτική ημερομηνία τη 19η Σεπτεμβρίου για το αν δέχονται ή όχι το εν λόγω σχέδιο. Σύμφωνα με την επιστολή της FIFA, που έφτασε εις γνώση των Times του Λονδίνου και του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters, η έγκριση χρειάζεται τη θετική απάντηση περισσότερων από το 50% των εθνικών ομοσπονδιών, το συνολικό αναπτυξιακό πακέτο μπορεί να ξεπεράσει τα 10 δισεκατομμύρια δολλάρια, αν το σχέδιο εγκριθεί θα εφαρμοστεί η ήδη προγραμματισμένη πολύ μικρότερη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της FFE, ύψους 2.7 δισεκατομμυρίων δολλαρίων, ενώ ένα εφάπαξ ποσό 20 εκατομμυρίων ήταν διαθέσιμο για κάθε ομοσπονδία που θα επέλεγε να συμμετέχει στο νέο μετοχικό σχήμα.
Μια σειρά εθνικών ομοσπονδιών, όπως η αγγλική Football Association, η γαλλική Fédération Française de Football, καθώς και συνομοσπονδιών, όπως η AFC (Ασία) και η CONCACAF (Κεντρική και Βόρεια Αμερική) με ανακοινώσεις και δελτία τύπου γνωστοποίησαν την παντελή προηγούμενη άγνοιά τους επί του σχεδίου. Δεν υπήρξε αντίστοιχη ανακοίνωση από την CONMEBOL. Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο ο Ευρωπαίος Επίτροπος Αθλητισμού, ο Μαλτέζος Glenn Micallef, δήλωσε σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης ότι το ποδόσφαιρο “Δεν είναι baseball”, προχωρώντας σε μια επίθεση στη διαφαινόμενη “εμπορευματοποίηση” του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Η UEFA, με δεύτερη ανακοίνωσή της, δήλωσε ότι έμαθε από τις εθνικές ομοσπονδίες την ύπαρξη της σχετικής επιστολής, αναφέροντας ότι αυτό λέει τα πάντα που χρειάζεται να γνωρίζουμε σχετικά με τις επιδιώξεις του σχεδίου της FIFA, εκφράζοντας την πεποίθηση που προκύπτει μέσω συζητήσεων με εμπλεκόμενους παράγοντες ότι υπάρχει μια σημαντική και αυξανόμενη αντίθεση με αυτό το σχήμα, πριν επιτεθεί στην ηγεσία της FIFA, κατηγορώντας τη ότι χρησιμοποιεί το σπορ για να πλουτίσουν τα στελέχη της και οι φίλοι τους. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο έκπτωτος, πρώην πρόεδρος της FIFA, Sepp Blatter, δηλώνοντας στο Reuters ότι το ποδόσφαιρο δεν ανήκει σε πρόσωπα, αλλά στον κόσμο.
Το βράδυ της 29ης Ιουλίου, ο Infantino, με μαγνητοσκοπημένο μήνυμα ανέφερε ότι το σχέδιο που παρουσιάστηκε δεν αποτελεί υποχρέωση, αλλά πρόταση και ευκαιρεία, αναφέροντας ότι τα γεγονότα των ημερών αποτελούν την αφετηρία μιας δημοκρατικής διαδικασίας διαβούλευσης. Το γεγονός ότι μπόρεσε να χρησιμοποιήσει με αυτό τον τρόπο το γεγονός των διαρροών, μιλώντας ουσιαστικά εναντίον των διαβουλεύσεων των διαδρόμων, που αφορούν το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δείχνει ότι όλη η διαδικασία δεν έγινε απαραίτητα ενάντια στη θέληση και το σχεδιασμό της FIFA και του ίδιου του Infantino. Στο μήνυμα αυτό, η UEFA έδωσε τη δική της ηχηρή απάντηση λιγότερο από 24 ώρες αργότερα, δηλώνοντας πως ομόφωνα αποφάσισε τη μη συμμετοχή οποιουδήποτε μέλους της στις διοργανώσεις της FIFA, μέχρι να αποσυρθεί ολοκληρωτικά η διαδικασία που αφορά το εν λόγω σχέδιο.
Τι εκφράζει το σχέδιο της FIFA
Όσο φαινομενικά δεδομένη να φαίνεται η ανάγκη εμβάθυνσης της εμπορευματοποίησης του σπορ για να εξυπηρετήσει την πολιτική του εργαλειοποίηση, άλλο τόσο αναγκαία είναι η εξέταση του συγκεκριμένου τρόπου που αυτό συμβαίνει στις μέρες μας, υπό τις παρούσες ιστορικές συνθήκες και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Είναι κοινός τόπος ότι από την ίδρυσή του, με την κωδικοποίηση που συνέβη στη Freemason’s Tavern του Λονδίνου το 1863, το ποδόσφαιρο αποτέλεσε πολιτικό εργαλείο στα χέρια όποιου είχε ανάγκη να καθοδηγήσει και να ενσωματώσει την εργατική τάξη. Το γεγονός ότι αυτό ήταν το παιχνίδι που αγαπούσαν οι μάζες, αρχικά στη Βρετανία της Βιομηχανικής Επανάστασης και στη συνέχεια σε ολόκληρο τον κόσμο, ήταν ο λόγος που εργαλειοποιούνταν και όχι το αντίθετο. Δηλαδή, η μαζικοποίηση του ποδοσφαίρου ως κοινωνικού φαινομένου δεν ήταν ιστορικά αποτέλεσμα της εργαλειοποίησής του. Μερικές φορές, όμως, χρειάζεται να γίνει φαινομενικά το αντίθετο!
Αν υπάρχει μια χώρα – και μάλιστα του Δυτικού Καπιταλισμού – που το ποδόσφαιρο δε βρέθηκε ποτέ στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, δεν εξέφρασε κοινωνίες, δε δημιούργησε συλλογικές ταυτότητες, αυτή ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι στερεοτυπικά περιγραφόμενοι yankees, ο λευκός αγγλόφωνος πληθυσμός του κράτους που στα μέσα του 20ου αιώνα θα μετατρεπόταν σε ατμομηχανή του καπιταλισμού και του δυτικού ιμπεριαλισμού, είχαν οργανώσει τη ζωή τους γύρω από τα σπορ με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, που τα αντιμετώπιζε ως ένα ευχάριστο διάλειμμα στους ρυθμούς της βιομηχανοποιημένης ζωής, παρά ως στοιχείο ταυτότητας και προσωπικό πάθος. Όμως, στις Ηνωμένες Πολιτείες δε ζουν μόνο αυτοί οι στερεοτυπικοί yankees. Σε μια χώρα που αποτελείται από ένα φυλετικό και εθνοτικό μωσαϊκό, με τις ιδιαίτερες παραδόσεις και πολιτιστικές αντιλήψεις να περνούν από γενιά σε γενιά, το ποδόσφαιρο είχε πάντα κοινό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που δεν είχε κοινό ήταν το ποδόσφαιρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι μετανάστες συνδέονταν με τις ομάδες των χωρών προέλευσής τους, στη Νέα Υόρκη υπήρχαν οπαδοί της Napoli, στο Τέξας οπαδοί της Club América, σε μια σειρά πόλεις, πολύ πιο πρόσφατα, οι νέοι φίλαθλοι της GenZ φορούν τις φανέλες της Manchester City, της Liverpool, της Réal, της Barcelona και άλλων ευρωπαϊκών συλλόγων. Έτσι, η λατρεία του ποδοσφαίρου στις Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο δε μπορούσε να εργαλειοποιηθεί άμεσα από την τοπική εξουσία, αλλά αποτελούσε και αποτελεί ακόμα και μέσο πολιτιστικής διείσδυσης άλλων χωρών.
Παρά την όλο και αυξανόμενη επένδυση τεράστιων κεφαλαίων στο ποδόσφαιρο των Ηνωμένων Πολιτειών, την προσέλκυση αστέρων, με κορυφαίο παράδειγμα του καλύτερο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, του Lionel Messi, την πολύ μεθοδική οργάνωση της κορυφαίας κατηγορίας του Major League Soccer, την κατασκευή υποδομών και την απεύθυνση σε εκατομμύρια ανθρώπους, κατοίκους και πολίτες της χώρας, που ήδη αγαπούσαν το ποδόσφαιρο, το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ποδοσφαιρόφιλων παρέμενε έξω από τα σύνορα της μεγάλης υπερδύναμης. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι το σπορ αποτελεί ένα πολύ πετυχημένο εμπορικό προϊόν μέσα στην αμερικανική αγορά, αδυνατεί να μετατραπεί και στο πολιτικό εργαλείο με τον τρόπο που αυτό συμβαίνει στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική.
Για να μπορέσει να έρθει στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, μέσα στις ΗΠΑ, πρέπει να προσπεράσει και ως οικονομικό μέγεθος, αλλά και ως κοινωνικό γεγονός, τα παραδοσιακά αμερικανικά σπορ, το gridiron football, το baseball, το ice hockey και το basketball. Όμως, για να γίνει αυτό χρειάζεται μια πολλαπλάσια οικονομική προσπάθεια ακόμα και από τα μεγάλα οικονομικά μεγέθη των παραδοσιακών σπορ της Βόρειας Αμερικής. Για να μπορέσουν να βρεθούν αυτά τα χρήματα χρειάζεται να γίνει μια δομική αλλαγή στο ποδόσφαιρο, στην ίδια την οικονομία του, που δε συμβαδίζει με τον τρόπο που αυτό λειτουργεί, τουλάχιστον στην Ευρώπη.
Στη Γηραιά Ήπειρο, το ποδόσφαιρο αποτελεί πέρα από σπορ και ένα πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας με πολύ μεγαλύτερη προβολή από το οικονομικό του μέγεθος. Για παράδειγμα, η εκτός μεγάλης Βρετανίας σχετικά άγνωστη αλυσίδα σουπερμάρκετ “TESCO” εμφάνισε το Φεβρουάριο του 2026 έσοδα της τάξης των 72.8 δισεκατομμυρίων λιρών, με ένα καθαρό ετήσιο εισόδημα 1.7 δισεκατομμυρίων. Την ίδια στιγμή τα συνολικά έσοδα της Manchester City την προηγούμενη σεζόν ήταν 694 εκατομμύρια λίρες, έχοντας καθαρή ζημία 9.9 εκατομμυρίων λιρών. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι πέρα από τα κέρδη και τις ζημίες, το μέγεθος των δύο επιχειρήσεων διαφέρει κατά δύο τάξεις μεγέθους, δηλαδή το supermarket είναι 100 φορές μεγαλύτερο από έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο παγκόσμιας ακτινοβολίας. Με μια άλλη σύγκριση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ένα υπερκατάστημα της αλυσίδας supermarket έχει έναν ετήσιο τζίρο που είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με εκείνον μιας μεσαίας ομάδας της Premier League. Όμως σίγουρα πολλοί περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε το όνομα του προέδρου και του προπονητή της Brentford, παρά τον υπεύθυνο του TESCO Superstore στο Syon Lane του Δυτικού Λονδίνου. Κι αν αναρωτιέται κανείς γιατί ο υπεύθυνος καταστήματος ενός Superstore δεν αμοίβεται όσο ο προπονητής της Brentford, θα έχει κάνει το πρώτο βήμα για να κατανοήσει την έννοια της υπεραξίας.
Στην Ευρώπη το ποδόσφαιρο μπορεί να δώσει πολύ μεγαλύτερη έκθεση σε όποιον έχει ρόλο σε αυτό, σε πολύ χαμηλότερες τάξεις οικονομικών μεγεθών. Για το λόγο αυτό δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ιδιοκτήτες αναλαμβάνουν ομάδες οι οποίες δεν αποτελούν γι’αυτούς πεδίο κερδοφορίας, αλλά μια μόνιμη οικονομική διαρροή που εξασφαλίζει την πολιτική και κοινωνική τους ακτινοβολία. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή δε χρειάζεται να φέρουν το ποδόσφαιρο στο επίκεντρο προκειμένου να το εργαλειοποιήσουν, το ποδόσφαιρο είναι ήδη πολιτιστικό στοιχείο των κοινωνιών και οι οπαδοί είναι ήδη συνδεμένοι, δημιουργώντας την αντίστοιχη προσωπική ταυτότητα μέσα από το δεσμό τους με κάποιον σύλλογο.
Στις ΗΠΑ όλο αυτό το οικοδόμημα πρέπει να δημιουργηθεί, αν η εκεί πολιτική εξουσία επιθυμεί να εργαλειοποιήσει το ποδόσφαιρο με τα πολιτιστικά του χαρακτηριστικά με τον ίδιο τρόπο που αυτό συμβαίνει στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική. Προκειμένου όμως να βρεθούν τα κεφάλαια που θα κινήσουν αυτή τη διαδικασία, λόγω μεγέθους της οικονομίας, λόγω της σύγκρουσης που θα υπάρξει στην αγορά, καθώς ο στόχος είναι να εκτοπίσει άλλες βιομηχανίες των σπορ, αλλά και λόγω της ανάγκης ανάπτυξης μέσω των κεφαλαίων, με μη οργανικό τρόπο, μιας κουλτούρας δεσμών με συλλόγους που δεν είναι παραδοσιακά στοιχεία της κοινωνίας, τα χρήματα που πρέπει να βρεθούν είναι πολύ περισσότερα και η δυνατότητα ζημίας σε τέτοια μεγέθη είναι απαγορευτική για τους εν δυνάμει επενδυτές. Έτσι, το ποδόσφαιρο για τους Αμερικανούς επενδυτές πρέπει να μετατραπεί και σε επιχειρηματικό πεδίο κερδοφορίας, ώστε να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα ενός τελικά πολιτικού εγχειρήματος.
Δεδομένου ότι τα κεφάλαια που μπορούν να διοχετευτούν στην ποδοσφαιρική αγορά δε θα μπορέσουν να έχουν άμεσα την απόδοση της επένδυσης που χρειάζεται προκειμένου να λειτουργήσει αυτό το πολύ μεγαλύτερο οικονομικό σχήμα αν τοποθετηθούν στην εσωτερική ποδοσφαιρική δραστηριότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, η πολιτική εξουσία που έχει σκοπό την εργαλειοποίηση και τα οικονομικά συμφέροντα που προσβλέπουν στην αντίστοιχη επένδυση, πρέπει να βρουν έναν μεγάλο σύμμαχο για να εκκινηθεί αυτή η διαδικασία σε μια μεγαλύτερη και ήδη αναπτυγμένη αγορά. Είναι απορίας άξιο αν πιστεύει ότι γι’αυτό το σκοπό υπάρχει οποιοσδήποτε θεσμός πιο κατάλληλος από την ίδια τη FIFA και όσο αφορά τις ποδοσφαιρικές διοργανώσεις οποιαδήποτε περισσότερο ακτινοβολούσα διοργάνωση από το Παγκόσμιο Κύπελλο. Αυτός είναι ο λόγος που η αμερικανική πολιτική και τα αμερικανικά κεφάλαια προσεταιρίστηκαν τη FIFA, με την αντίστοιχη μόνιμα δημοσιοποιημένη στενή σχέση του Προέδρου Trump με τον Πρόεδρο Infantino και αυτός είναι ο λόγος που η FIFA στο σχήμα της, που περιλαμβάνει συγκεκριμένες αμερικανικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, βάζει στο οικονομικό στόχαστρο το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Με αυτή την έννοια, μόνο θετική δε μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η εξέλιξη, καθώς εργαλειοποιεί ακόμα περισσότερο το σπορ, σε μια πορεία που είναι πολύ πιθανό ότι θα επηρεάσει ακόμα και την αισθητική του, αν όχι άμεσα, τότε σίγουρα σταδιακά. Όμως, πρέπει να είναι το ίδιο καθαρό, ότι αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Πέρα από το Rerum Novarum της καθολικής εκκλησίας και την ποδοσφαιρική ανάπτυξη του μεσοπολέμου που εξυπηρετούσε την πολιτική της Καθολικής Εκκλησίας, ο δεσμός ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων με το ίδιο το Παγκόσμιο Κύπελλο εμφανίστηκε ξεκάθαρα το 1974, όταν ο Havelange έδωσε αποκλειστικά χορηγικά προνόμια στην Adidas και την Coca-cola προκειμένου να τονώσει τα ταμεία της FIFA, τα οποία πρώτα ο ίδιος είχε αδειάσει για την πολιτική του καμπάνια. Εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, αυτές οι δύο πολυεθνικές θησαυρίζουν από την κορυφαία στιγμή του λαοφιλούς σπορ και η παρουσία τους σε αυτό είναι κάτι που έχει γίνει στις μέρες μας σχεδόν φυσική προέκταση της εικόνας της.
Άρα, για ποιο λόγο το σχέδιο του Infantino, της FIFA και ουσιαστικά των Ηνωμένων Πολιτειών για το ποδόσφαιρο συναντά την οργισμένη αντίδραση άλλων συνομοσπονδιών με προεξέχουσα την UEFA, αλλά και τον πολιτικών θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Τι εκφράζει η σύγκρουση
Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τους λόγους που η UEFA και οι ευρωπαϊκοί πολιτικοί θεσμοί αντέδρασαν έντονα στο σχέδιο μερικής μετοχοποίησης του Παγκοσμίου Κυπέλλου χρειάζεται να φύγει πέρα από τη συνθηματολογία. Η ποδοσφαιρική συνομοσπονδία που έχει συμβάλει τις τελευταίες δεκαετίες όσο καμία άλλη στην εμπορευματοποίηση του σπορ και την εφαρμογή των κανόνων της ελεύθερης αγοράς σε κάθε πεδίο του, με κομβικές αποφάσεις τη μετάλλαξη του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Champions League και τη νομολογία με αφορμή την προστριβή του Bosman με την RCF Liège, που απελευθέρωσε τις μεταγραφές και βοήθησε την απομύζηση του ποδοσφαιρικού ταλέντου από κάθε γωνιά της Γης, δεν είναι προφανώς αυτή που ενδιαφέρεται για το λεγόμενο “παιχνίδι των φτωχών που έκλεψαν οι πλούσιοι”.
Το πρόβλημα της UEFA, καθώς και των ευρωπαϊκών συμφερόντων που εκφράζει, είναι ουσιαστικά γραμμένο μέσα στην τελευταία της ανακοίνωση και η αντίθεσή της στηρίζεται σε δύο ξεχωριστά μέρη. Το πρώτο έχει να κάνει με την ανάλυση της ανάγκης των Ηνωμένων Πολιτειών να μετατρέψουν το ποδόσφαιρο σε κερδοφόρα επιχείρηση, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να εργαλειοποιηθεί στη δική τους εσωτερική αγορά. Η ανακοίνωση της UEFA γράφει κατά λέξη ότι “από τη στιγμή που εξωτερικοί επενδυτές αποκτούν ιδιοκτησία των διοργανώσεων της FIFA, το ποδόσφαιρο αλλάζει για πάντα. Το εμπορικό κέρδος γίνεται μόνιμη υποχρέωση. Οι προσδοκίες των επενδυτών γίνονται καθημερινή πίεση. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, κάθε απόφαση στο διεθνές καλεντάρι, κάθε απόφαση που αφορά τη δομή των διοργανώσεων και κάθε απόφαση που διαμορφώνει το μέλλον του ποδοσφαίρου δεν καθοδηγείται πλέον από αυτό που υπηρετεί το παιχνίδι, αλλά από αυτό που υπηρετεί τους μετόχους”.
Είναι λίγο παράδοξο να το γράφει αυτό μια συνομοσπονδία, που μαζί με τις εθνικές ομοσπονδίες και τις εγχώριες λίγκες έφτιαξαν τις τελευταίες δεκαετίες ένα καλεντάρι που ξεπερνάει τους 80 αγώνες για τους μεγάλους συλλόγους, με τους μικρότερους περιφερειακούς συλλόγους που διεκδικούν τη θέση τους σε αυτές τις λαμπρές διοργανώσεις που αποφέρουν κέρδος περί τα 5 δισεκατομμύρια το χρόνο να ξεκινούν τις αγωνιστικές τους υποχρεώσεις στις αρχές Ιούλη για να τις ολοκληρώσουν στα τέλη Μαΐου. Αυτή η φράση κρύβει μέσα της την αλήθεια της UEFA, αλλά αυτή δεν αφορά ούτε την απόδοση και την υγεία των ποδοσφαιριστών, ούτε κάποια αποστροφή στο επιχειρηματικό κέρδος, που ήδη βγαίνει αμύθητο για όλες τις εταιρίες που συνδράμουν ως χορηγοί στις διοργανώσεις της.
Αυτό που δε μπορεί να αντέξει αυτή τη στιγμή η Ευρώπη είναι η μετάλλαξη του ποδοσφαίρου σε κερδοφόρο: γιατί; Γιατί δεν έχει τα κεφάλαια για να συναγωνιστεί τον υπόλοιπο κόσμο και ειδικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μη κερδοφόρο ποδόσφαιρο, με ένα βιομηχανικό μέγεθος αρκετά περιορισμένο σε σχέση με άλλους τομείς, μπορεί να υποστηρίξει την επιχειρηματική ζημιά προς όφελος του πολιτικού κέρδους. Όμως ένα ακριβό ποδόσφαιρο, με μεγαλύτερα μεγέθη, μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, μεγαλύτερο ρίσκο στην τοποθέτηση πολύ μεγαλύτερων κεφαλαίων είναι κάτι που η Ευρώπη δε μπορεί να ακολουθήσει. Αυτό σημαίνει ότι η UEFA και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, που λόγω των χειρισμών των τελευταίων δεκαετιών δε βρίσκεται απλά στο επίκεντρο του παγκόσμιου παιχνιδιού, αλλά κοντεύει να γίνει μοναδικός εκπρόσωπος της ελίτ του, με μόνη εξαίρεση την εθνική ομάδα της Αργεντινής, κινδυνεύει από το πουθενά να βρει έναν ανταγωνισμό που είναι δεδομένο ότι δε μπορεί να ακολουθήσει. Σκεφτείτε τα ταλέντα της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Αγγλίας να φεύγουν για να αγωνιστούν σε αμερικανικούς συλλόγους, ή τις ακαδημίες τους, πριν κλείσουν τα 18. Αυτό που έκανε ουσιαστικά το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο στο παιχνίδι των άλλων ηπείρων κινδυνεύει να το υποστεί τώρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, με μια τέτοια εξέλιξη.
Πέραν αυτού, η απώλεια του ποδοσφαίρου ως κεντρικού πολιτιστικού περιουσιακού στοιχείου, αφαιρεί από την Ευρώπη ένα ακόμα χαρακτηριστικό της που τη βοηθά στη διεθνή διπλωματία. Το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο αποτελεί πόλο έλξης για επιχειρηματικά συμφέροντα που με τον τρόπο αυτό αποκτούν παγκόσμια θετική ακτινοβολία, λειτουργεί ως soft power για την πολιτική της ΕΕ μέσα σε ένα κόσμο έντονων ανταγωνισμών, στους οποίους πλέον η Ευρωπαϊκή Ένωση δε μπορεί να προτάξει ούτε τη βιομηχανία της, ούτε την τεχνολογική της καινοτομία, ούτε τα κεφάλαιά της, ούτε ακόμα και τη στρατιωτική της δύναμη. Πρόκειται, λοιπόν, για μια συνολική αποδυνάμωση της Ευρώπης που οι επιπτώσεις της δεν αφορούν μόνο το ποδόσφαιρο, αλλά και την πολιτική θέση της Ένωσης στον κόσμο. Για το λόγο αυτό είναι τόσο μεγάλο και το μένος των ευρωπαϊκών θεσμών, που εδώ και καιρό, μέσα από την ανάπτυξη αντίστοιχων θεσμικών πλαισίων και στο ευρωκοινοβούλιο, προσπαθούν να θωρακίσουν αυτή τη λειτουργία του ποδοσφαίρου, πριν απωλέσουν και αυτό το πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο. Για το λόγο αυτό υπάρχει μένος απέναντι σε κάθε απόφαση, ακόμα και φαινομενικά ήσσωνος σημασίας, της FIFA, όσο αφορά τις παγκόσμιες ποδοσφαιρικές διοργανώσεις, όπως για παράδειγμα το πέρασμα του Μουντιάλ από τις 48 στις 64 ομάδες, κάτι που δεν προσθέτει αγώνες σε κανέναν διαγωνιζόμενο. Γι’αυτό και υπήρχε η ανάγκη μετά τη νίκη της Ισπανίας στον πρόσφατο τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου η Κομισιόν να χαρακτηρίσει το τρόπαιο που κέρδισε η ευρωπαϊκή ομάδα ως “Made in Europe”, λες και είχε ποτέ κανείς αμφιβολία για τον τόπο προέλευσης του ποδοσφαίρου και του ίδιου του τροπαίου.
Τα λόγια της UEFA για το καλό του ποδοσφαίρου ακούγονται μόνο όταν η συνομοσπονδία χάνει το πάνω χέρι στους παγκόσμιους συσχετισμούς. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για το καλό του παγκόσμιου ποδοσφαίρου όταν οι Βραζιλιάνοι, Αργεντίνοι, Ιβοριανοί, Σενεγαλέζοι και άλλοι ποδοσφαιριστές έφταναν στην Ευρώπη ως έφηβοι, για να ενταχτούν στο ποδοσφαιρικό της σύστημα. Κανένα στοιχείο του παιχνιδιού των φτωχών δεν κινδύνευσε για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς όταν αυτοί οι παίχτες, παραλίγο και ο ίδιος ο Messi, αγωνίζονται σε εθνικές ομάδες μακριά από τη χώρα που γεννήθηκαν. Η ποδοσφαιρική αποικιοκρατία είναι εντάξει για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς όσο έχουν σ’αυτή το πάνω χέρι, όταν οι συσχετισμοί αλλάζουν, τότε θυμούνται “το παιχνίδι των φτωχών”.
Το βασικό, όμως, σε αυτή τη σύγκρουση μεταξύ FIFA και UEFA, που δεν είναι σύγκρουση του εμπορευματοποιημένου ποδοσφαίρου με το αγνό ποδόσφαιρο, αλλά σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών – και μάλιστα της παρούσας διοίκησης – με την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ότι η UEFA έχει ένα μεγάλο μοχλό πίεσης: δε νοείται παγκόσμιο ποδόσφαιρο χωρίς τη συμμετοχή της. Οι εξελίξεις των τελευταίων 30 χρόνων οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση και μάλιστα αν η Αργεντινή δεν είχε περάσει στα ημιτελικά του τελευταίου Μουντιάλ, τότε η τετράδα θα έμοιαζε με εκείνη μιας καθαρά ευρωπαϊκής διοργάνωσης, με 3 στις 4 ομάδες να είναι οι σεμιφιναλίστ του EURO 2024. Σ’αυτό το μήκος κύματος ήταν άλλωστε και οι τελευταίες δηλώσεις του Cristiano Ronaldo μετά τον αποκλεισμό της Πορτογαλίας από το πρόσφατο Μουντιάλ και τη λήξη της καριέρας του με την εθνική ομάδα της χώρας του.
Στην ιδεολογική της φαρέτρα, η Ευρώπη χρησιμοποιεί πολλά επιχειρήματα κατά της μετοχικότητας και της ατομικής ιδιοκτησίας στο ποδόσφαιρο, ακριβώς γιατί έχει βρει άλλους τρόπους να το χρησιμοποιεί ως πολιτικό εργαλείο, που δε θα μπορούσαν να δουλέψουν αν δεν υπήρχε ο χώρος για τη δράση των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και της τοποθέτησης μεγάλων κεφαλαίων στα διάφορα ποδοσφαιρικά projects που αφορούν την πορεία και των εθνικών ομάδων, αλλά κυρίως των μεγάλων συλλόγων. Αυτό που συνέβη στις πρόσφατες εκλογές για την προεδρεία της Réal Μαδρίτης δεν ήταν τίποτ’άλλο από ένας μεγάλος πόλεμος μεταξύ διαφορετικών επιχειρηματικών συμφερόντων, σε διαδικασίες που αν και προβλέπουν την καθολική συμμετοχή των μελών, που ψηφίζουν με μία ψήφο το καθένα, ήταν πολύ μακριά από οποιαδήποτε έννοια ίσως δικαιωμάτων συμμετοχής και διεκδίκησης της ηγεσίας του συλλόγου. Την ίδια στιγμή που η Γερμανία περηφανεύεται για το γεγονός ότι δε μπορεί ένας ιδιώτης να κατέχει περισσότερες από το 50% των μετοχών ενός ποδοσφαιρικού συλλόγου (με εξαιρέσεις που έχουν συμβεί χάρη σε νομικά παραθυράκια), η δημοκρατική κατά τ’άλλα Στουτγκάρδη, των 100.000 μελών, μπορούσε να εμφανιστεί ως ισχυρός καπιταλιστής και να αρπάξει από τον ΠΑΟΚ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας το ποδοσφαιρικό στολίδι μιας ολόκληρης χώρας, το Γιάννη Κωνσταντέλια. Η πίεση στον ιδιοκτήτη της Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρείας της Θεσσαλονίκης, από τον κόσμο που δεν έχει μετοχές σε αυτήν, απέτρεψε αυτή την εξέλιξη, δείχνοντας ότι δεν είναι πάντα η τυπική συμμετοχή αυτή που καθορίζει τους συσχετισμούς, αλλά η υλική πραγματικότητα.
Η UEFA και οι Ομοσπονδίες της ενδιαφέρονται μόνο για τη διατήρηση των κεκτημένων, που σημαίνουν ότι ένας μικρός όμιλος συλλόγων θα κερδίζει στο διηνεκές τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, αρκετά από τα μεγάλα εθνικά πρωταθλήματα θα είναι ουσιαστικά κούρσες για ένα άλογο (βλ. Γαλλία, Γερμανία), ενώ άλλα λαμπρά πρωταθλήματα, όπως η ισπανική La Liga, θα έχουν πάνω από 20 χρόνια να δουν έναν πρωταθλητή έξω από μια τριάδα συλλόγων που κυριαρχούν σε κάθε επίπεδο, πολιτικό, οργανωτικό, διοικητικό, αγωνιστικό. Το ποδόσφαιρο που έχει φτιάξει η UEFA τα τελευταία 30 χρόνια δεν είναι το ποδόσφαιρο των φτωχών και σίγουρα δεν είναι αυτό που υπερασπίζεται.
Γιατί μας ενδιαφέρει
Δεδομένου, λοιπόν, ότι η σύγκρουση αφορά συμφέροντα διαφορετικών κεφαλαιοκρατικών τάξεων, μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, καθώς και του πολιτικού τους προσωπικού, γιατί αυτή η σύγκρουση ενδιαφέρει τους φίλους του ποδοσφαίρου; Πώς μπορεί να τους ενδιαφέρει;
Αφενός οι εξελίξεις αυτές μας ενδιαφέρουν γιατί αγαπώντας το ίδιο το ποδόσφαιρο γνωρίζουμε ότι μια τέτοια δομική αλλαγή των κορυφαίων διοργανώσεων του, καθώς και το πέρασμα της οργάνωσής του σε συμφέροντα που λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που μπορεί πλέον να θεωρηθεί η ευρωπαϊκή παράδοση, θα αλλάξουν και την αισθητική του παιχνιδιού, την ταυτότητά του, δηλαδή υπάρχει κίνδυνος να καταστρέψουν και να εξαφανίσουν το παιχνίδι που αγαπάμε. Ήδη η εφαρμογή αλλαγών, όπως η υποχρεωτική διακοπή για τα λεγόμενα “διαλείμματα ενυδάτωσης” στο περασμένο Παγκόσμιο Κύπελλο, για χάρη των διαφημίσεων, είχαν τεράστιο αντίκτυπο στον τρόπο που οργανώνεται και εξελίσσεται ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι.
Την ίδια στιγμή δε μπορούν να υπάρχουν ποδοσφαιρικές αυταπάτες, δε μπορεί το ποδόσφαιρο που πλέον έχει γίνει κτήμα ενός μικρού ομίλου χωρών της Δυτικής Ευρώπης να είναι αυτό που οραματιζόμαστε, δε μπορούμε να επικροτούμε την ανισομετρία που υπάρχει στο σπορ, ακόμα και εντός της Ευρώπης. Αυτό δε σημαίνει ότι μία ακόμα πιο επιθετική επιχειρηματική εισχώρηση είναι η λύση – ακριβώς το αντίθετο, θα δημιουργήσει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και ένταση τα ίδια προβλήματα στο σπορ, ακόμα κι αν αλλάξει μεριά και όχθη όποιος κυριαρχεί σε αυτό.
Η τρίτη λύση, δε βρίσκεται στο παρελθόν του ποδοσφαίρου, αλλά στο μέλλον του. Άλλωστε, η ανάλυση της ιστορίας του σπορ από τη γέννησή του μέχρι την παγκόσμια εξάπλωση και τη σύγχρονη εποχή δείχνει ότι ποτέ μα ποτέ δεν ήταν αποσυνδεμένο από τα συμφέροντα τάξεων που προσέβλεπαν σε απόσπαση μεγαλύτερου μεριδίου πολιτικής εξουσίας, ενώ ποτέ δεν ήταν αποσπασμένο από την οικονομία και δεδομένου ότι η οικονομία σε όλο τον κόσμο αυτή τη στιγμή είναι καπιταλιστική, αυτή τη στιγμή το ποδόσφαιρο είναι παντού καπιταλιστικό. Με αυτή την έννοια, η λύση δεν είναι ούτε η εναντίωση στον επαγγελματικό αθλητισμό, που ιστορικά είδαμε ότι είναι όρος για τη συμμετοχή της εργατικής τάξης στον αθλητισμό υψηλών επιδόσεων, ούτε διάλυση του εποικοδομήματος που εκτός των άλλων γεννά σχέσεις, ταυτότητες, πολιτιστικούς δεσμούς και γνήσια λαϊκή κουλτούρα.
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι διαφορετική βάση πάνω στην οποία στήνεται το ποδόσφαιρο, δηλαδή αγώνα για διαφορετική οικονομία. Το κατά πόσο είναι αυτό απαραίτητος όρος για την πορεία του σπορ το δείχνουν οι ίδιες οι κινήσεις των δυναστών του. Ο πολιτικός πόλεμος, η εναρμόνιση των οικονομικών συμφερόντων και της στρατηγικής της άρχουσας τάξης κάθε χώρας, εκφράζεται ευθέως ως γραμμή για την ανάπτυξη του σπορ παγκοσμίως και οι μεταξύ τους ιδιαίτερες συγκρούσεις εκφράζονται ως ποδοσφαιρική σύγκρουση. Πρέπει οι λαοί που αγαπούν το ποδόσφαιρο να αντιληφθούν ότι δε μπορούν να είναι ούτε μέτοχοι, ούτε φαινομενικοί υποστηρικτές αυτής της ποδοσφαιρικής εξέλιξης μέσα από υποτιθέμενα δημοκρατικά σχήματα, στα οποία τα ίδια οικονομικά συμφέροντα στο τέλος κάνουν κουμάντο. Χρειαζόμαστε μια διαφορετικού τύπου ποδοσφαιρική εξουσία και αυτό είναι αυτή τη στιγμή ηλίου φαεινότερο ότι συνδέεται με μια διαφορετικού τύπου πολιτική εξουσία. Μέχρι τότε θα μπορούμε να μείνουμε μόνο με τα συνθήματα και κάτι ξεθωριασμένες σέπια φωτογραφίες, τις οποίες θα χαρακτηρίζουμε ρομαντικές, ακόμα κι αν δείχνουν εποχές που το ποδόσφαιρο συμβόλιζε μέχρι και ιδεολογίες που οδήγησαν στο θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους.
Η απάντησή μας στην επίθεση που δέχεται το ποδόσφαιρο δε μπορεί να είναι το κλείσιμο στην άμυνα. Χρειάζεται αντίστοιχη, οργανωμένη αντεπίθεση. Δε μας φτάνει πια ο ποδοσφαιρικός ρομαντισμός – χρειαζόμαστε τον δικό μας αυθεντικό ποδοσφαιρικό μοντερνισμό. Εδώ πάντως, γι’αυτό εργαζόμαστε!

